Supreme Court allows appeal against insurance company's appeal, remanding case for retrial by different judge.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by four plaintiffs against a first-instance judgment rendered by the Insurance Company Generali Hellas. The court rejected the insurance company's arguments regarding the sufficiency of the lower court's reasoning, deeming them inadmissible as they pertained to matters of fact and evidence not subject to appellate review. Consequently, the appeal was accepted for the plaintiffs, the contested decision was annulled, and the case was remanded for retrial before a different judge.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 561 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal against a decision on appeal when the lower court's reasoning is insufficient, provided the appeal does not challenge matters of fact or evidence, thereby remanding the case for retrial before a different judge.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 970 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 970/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Ξ. του Ι., κατοίκου …, 2) Ι. Ξ. του Χ., κατοίκου ..., 3) Ε. Σ. του Μ., κατοίκου …, 4) Χ. Ξ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα γονείς της Ι. Ξ. και Ι. Κ. και 5) Ι. Κ. του Θ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2ος, 4η και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Χριστέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Σ. Σ. του Α., κατοίκου …. και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS AAE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο του Σταύρο Παπαγερμανό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-1-2014 και 21-2-2014 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν με την από 27-3-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή της 3ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 4-3-2014 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6976/2015 οριστική (ως προς τους διαδίκους της παρούσας δίκης) του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-11-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 (ΦΕΚ Α' 104/30-5-2020), που περιλαμβάνει διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων μετά την αναστολή λειτουργίας τους προς αντιμετώπιση του ιού COVID-19 κατά το διάστημα από 13.3.2020 έως 31.5.2020, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο (...).
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση που αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης πολιτικού δικαστηρίου είχε προσδιορισθεί για να συζητηθεί στον Άρειο Πάγο σε δικάσιμο εντός του χρονικού διαστήματος από 13.3.2020 έως 31.5.2020, οπότε η συζήτηση αυτή ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων εξαιτίας του ιού COVID-19, με πράξη του Προέδρου του αντίστοιχου πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον έναν διάδικο στον άλλο για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο που γίνεται από το γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 16-11-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 21991/272/20-11-2017 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 167/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015).
Η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 22-05-2020, πλην όμως ματαιώθηκε εξαιτίας της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας COVID-19. Ήδη, με την από 15-07-2020 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης νομίμως επαναπροσδιορίσθηκε, αυτεπαγγέλτως, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 22-01-2021.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576 K.Πολ.Δ., όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι, όταν υπάρχει απλή ομοδικία, σε περίπτωση κατά την οποία είναι απόντες οι διάδικοι που φέρονται ότι άσκησαν το ένδικο μέσο της αναίρεσης, χωρίς να αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας για την άσκησή του, η αναίρεση απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) έχουν κλητευθεί νόμιμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτησή της, ενώ η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο, ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς που δεν κλητεύθηκαν νόμιμα (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1486/2019, ΑΠ 782/2018, ΑΠ 160/2017, ΑΠ 227/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 22-01-2021, που ορίστηκε νόμιμα, κατά το άρθρο 74 παρ.2 του ν. 4690/2020 με την προαναφερομένη πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η τρίτη αναιρεσείουσα Ε.
Σ. του Μ., όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αλλά ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της. Περαιτέρω δεν αποδεικνύεται από το φάκελο της δικογραφίας η χορήγηση πληρεξουσιότητας από την ανωτέρω απολειπόμενη τρίτη αναιρεσείουσα προς τον υπογράφοντα την ένδικη αίτηση αναίρεσης και παραστάντα για λογαριασμό των λοιπών αναιρεσειόντων κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά την προκειμένη δικάσιμο της 22-01-2021, δικηγόρο Θεσσαλονίκης Χαράλαμπο Χριστέλη, αλλά ούτε αποδεικνύεται περαιτέρω ότι η εν λόγω απολειπόμενη τρίτη αναιρεσείουσα είχε κλητευθεί κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο της 22-05-2020, από τους ομοδίκους της - λοιπούς αναιρεσείοντες, που επέσπευσαν τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ή από τους αντιδίκους της.
Ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, πρέπει, δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που επισκοπούνται παραδεκτώς, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς την ανωτέρω απολειπόμενη τρίτη αναιρεσείουσα και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτή, ενώ ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που εκπροσωπήθηκαν με δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., από τον έχοντα πληρεξουσιότητα όσον αφορά αυτούς, προαναφερόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο τους, πρέπει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς να προχωρήσει νομίμως.
Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί (AΠ 91/2020, ΑΠ 546/2020, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 1106 Δ'/11-10-2019 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Θ. Π. Ι., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτη και πέμπτη αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 16-11-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 21991/272/20-11-2017 αίτησης αναίρεσης της υπ' αριθμ. 167/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την προαναφερομένη αρχική δικάσιμο της 22-05-2020 και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε με επιμέλεια των άνω αναιρεσειόντων, νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ. 2, 126 παρ. 1α και 568 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., στον πρώτο αναιρεσίβλητο Μ.
Κ. του Ι.. Κατά την αρχική αυτή δικάσιμο ματαιώθηκε η συζήτηση της υποθέσεως, εξαιτίας της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας COVID-19 και ακολούθως η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης νομίμως, κατ' άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020, επαναπροσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 22-01-2021, κατά την οποία δεν απαιτείτο, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, να του επιδοθεί νέα κλήση για να παραστεί στη συζήτηση της υπόθεσης, καθόσον η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο που έγινε από το γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ο αναιρεσίβλητος όμως αυτός, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο (22-01-2021), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α' και γ' Κ.Πολ.Δ.). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 167/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης : Α) την από 21-02-2014 (με αριθμό κατάθεσης 4007/2014) κυρία αγωγή τους κατά των εναγομένων: 1) Μ. Κ. (πρώτου αναιρεσίβλητου), 2) Σ. Σ. (δεύτερου αναιρεσίβλητου), 3) Μ. Κ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και 4) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS A.A.E." (τρίτης αναιρεσίβλητης), με την οποία ισχυρίστηκαν ότι ο πρώτος εναγόμενος (Μ.
Κ.) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας …. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία της τρίτης εναγομένης (Μ. Κ.) και στην κατοχή του δεύτερου εναγομένου (Σ. Σ.), ο οποίος είχε προστήσει τον πρώτο εναγόμενο στην οδήγησή του και το οποίο ήταν ασφαλισμένο ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία ("GENERALI HELLAS A.A.E."), προκάλεσε από υπαιτιότητά του το θανάσιμο τραυματισμό της οικείας τους Β.
Ξ., που κινείτο πεζή, σε τροχαίο ατύχημα το οποίο έλαβε χώρα στις 15-01-2013 στην επαρχιακή οδό Θεσσαλονίκης - Μηχανιώνας, υπό τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες και ζήτησαν, μετά από παραδεκτή μετατροπή του αιτήματός τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται εις ολόκληρον ο καθένας να τους καταβάλουν τα σε αυτή αναφερόμενα ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στον καθένα κατά περίπτωση, και Β) την από 29-01-2014 (με αριθμό κατάθεσης 1933/2014) κυρία αγωγή τους κατά του Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", με την οποία αναφερόμενοι στο ίδιο ανωτέρω τροχαίο ατύχημα και ισχυριζόμενοι ότι το ως άνω με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. ζημιογόνο αυτοκίνητο φερόταν ότι δεν ήταν ασφαλισμένο ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη σε κάποια ασφαλιστική εταιρεία, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ζήτησαν, μετά από παραδεκτή μετατροπή του αιτήματός τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να τους καταβάλει τα ίδια ακριβώς αναφερόμενα στην πρώτη αγωγή τους, χρηματικά ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Ακολούθως, η άνω τέταρτη εναγομένη της πρώτης κυρίας αγωγής, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "GENERALI HELLAS A.A.E.", άσκησε ενώπιον του ιδίου ανωτέρω δικαστηρίου την από 27-03-2014 (με αριθμό κατάθεσης 7010/2014) παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά του οδηγού και κατά του κατόχου του ζημιογόνου αυτοκινήτου και προστήσαντος στην οδήγηση αυτού τον πρώτο, ήτοι κατά των Μ.
Κ. και Σ. Σ. αντίστοιχα, καθώς και κατά της ιδιοκτήτριας αυτού Μ. Κ. και επικαλούμενη ότι ο ανωτέρω οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου Μ. Κ. οδηγούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος υπό την επήρεια μέθης και χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδήγησης αυτοκινήτου και ότι για τους λόγους αυτούς, σύμφωνα με τους ρητούς όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, εξαιρείται η ασφαλιστική κάλυψη του ένδικου τροχαίου ατυχήματος έναντι των παρεμπιπτόντως εναγομένων, ζήτησε μετά από παραδεκτή μετατροπή του αιτήματός της σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι τελευταίοι υποχρεούνται να της καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους ενάγοντες της ανωτέρω κυρίας αγωγής για την προαναφερόμενη αιτία.
Επίσης, το εναγόμενο στην άνω δεύτερη κυρία αγωγή Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", άσκησε ενώπιον του ιδίου ανωτέρω δικαστηρίου την από 04-03-2014 (με αριθμό κατάθεσης 5086/2014) παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά του οδηγού και κατά του κατόχου του ζημιογόνου αυτοκινήτου και προστήσαντος στην οδήγηση αυτού τον πρώτο, Μ.
Κ. και Σ. Σ. αντίστοιχα, καθώς και κατά της ιδιοκτήτριας αυτού Μ. Κ. και επικαλούμενο ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν ανασφάλιστο κατά το χρόνο του ατυχήματος, ζήτησε μετά από παραδεκτή μετατροπή του αιτήματός του σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει στους ενάγοντες της ανωτέρω κυρίας αγωγής για την προαναφερόμενη αιτία.
Επί όλων των ανωτέρω κυρίων και παρεμπιπτουσών αγωγών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6976/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτια για το θανάσιμο τραυματισμό της ήταν η οικεία των κυρίως εναγόντων Β. Ξ. και κατόπιν αυτού :
α) η άνω πρώτη κυρία αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς όλους τους εναγομένους, πλην της τρίτης εναγομένης Μ. Κ. ως προς την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της, β) η άνω δεύτερη κυρία αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη και γ) οι άνω παρεμπίπτουσες αγωγές θεωρήθηκαν ως μη ασκηθείσες ως προς την παρεμπιπτόντως εναγομένη Μ.
Κ. και απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες ως προς τους λοιπούς παρεμπιπτόντως εναγόμενους. Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν οι ακόλουθες εφέσεις: Α) η από 16-07-2015 και με αριθμό κατάθεσης 2606/2015 έφεση των κυρίως εναγόντων της άνω πρώτης κυρίας αγωγής κατά των εναγομένων (πλην της Μ. Κ.), Β) η από 16-07-2015 και με αριθμό κατάθεσης 2605/2015 έφεση των κυρίως εναγόντων της άνω δεύτερης κυρίας αγωγής κατά του εναγομένου αυτής Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", Γ) η από 28-07-2015 και με αριθμό κατάθεσης 2776/2015 έφεση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS A.A.E.", κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων αυτής (πλην της Μ. Κ.) και Δ) η από 19-10-2015 και με αριθμό κατάθεσης 3595/2015 έφεση του παρεμπιπτόντως ενάγοντος Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων αυτής. Οι δύο τελευταίες εφέσεις (υπό στοιχεία Γ και Δ) ασκήθηκαν επικουρικά και για την περίπτωση ευδοκίμησης κάποιας από τις, σε βάρος καθενός των εκκαλούντων αυτών, κύριες αγωγές. Επί των άνω αντίθετων εφέσεων, που συνεκδικάστηκαν αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 167/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις και αφού κρίθηκε ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη κατά το χρόνο του ατυχήματος στην τέταρτη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "GENERALI HELLAS A.A.E." (ήτοι την τρίτη αναιρεσίβλητη) και ότι αποκλειστικά υπαίτια για το θανάσιμο τραυματισμό της ήταν η οικεία των κυρίως εναγόντων Β.
Ξ., ακολούθως απορρίφθηκαν οι εφέσεις αυτές ως κατ'ουσίαν αβάσιμες.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ..
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/ 2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε ( ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...
και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.
Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό.
Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, όταν υπάρχουν ζώα επί της οδού που παρουσιάζουν σημεία ταραχής, κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".
Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ίδιου νόμου "Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση". Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ίδιου νόμου "1. Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό αναίρεσης, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020). Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος ( ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης ( ΑΠ 550/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 823/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 167/2017 απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 15-1-2013και περί ώρα 17.20' μ.μ., ο πρώτος εναγόμενος των δύο κύριων αγωγών - πρώτος εναγόμενος της τρίτης (παρεμπίπτουσας) αγωγής- τρίτος εναγόμενος της τέταρτης (παρεμπίπτουσας) αγωγής Μ.
Κ.ς οδηγούσε το με αρ. κυκλ. … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της Μ. Κ. (μη διαδίκου στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη), η οποία λόγω αναχώρησής της από την Ελλάδα προς μόνιμη εγκατάσταση στο εξωτερικό, είχε παραδώσει προς πώληση αυτό στο διάδικο Σ. Σ., με σύγχρονη προς αυτόν έγγραφη εξουσιοδότηση να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για τη μεταβίβαση αυτού στο όνομά του, ο τελευταίος δε είχε παραδώσει προσωρινά αυτό προς φύλαξη στον πιο πάνω (Μ.
Κ.) μαζί με το μοναδικό κλειδί του. Η ίδια ως άνω ιδιοκτήτρια ζήτησε στις 7-11-2012 από τον ασφαλιστή της Ε. Κ., την ακύρωση της σύμβασης ασφάλισης, που είχε καταρτίσει με τη διάδικο ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "GENERALI HELLAS Α.Α.Ε." με ισχύ μέχρι την 13-9-2013, η οποία και ενημερώθηκε για το αίτημά της με την από 2-12-2012 επιστολή του ασφαλιστή της.
Ασχέτως όμως της ενημέρωσης του Κέντρου Πληροφοριών με επιμέλεια της ασφαλιστικής εταιρείας περί της ακύρωσης της σύμβασης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 27β ν.489/76, για να θεωρηθεί ανασφάλιστο το ανωτέρω αυτοκίνητο θα έπρεπε να έχει χωρήσει γνωστοποίηση στην αντισυμβαλλόμενη της ακυρώσεως της ασφαλιστικής σύμβασης και να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα έξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή, διότι μόνον, εφόσον συντρέξουν οι δύο αυτές προϋποθέσεις (γνωστοποίηση της λήξεως κλπ.
και πάροδος 16 ημερών από αυτήν) σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο ασφαλιστής μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου παθόντος την ακύρωση και κατά συνέπεια ότι αυτός δεν έχει αξίωση για αποζημίωση κατ αυτής. Τέτοια, όμως γνωστοποίηση με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους (με έγγραφο και μάλιστα συστημένο ή επί αποδείξει) η ανωτέρω ενώ επικαλείται, δεν αποδεικνύει, καθώς δεν προσκομίζει απόδειξη της ιδιωτικής εταιρείας ταχυμεταφορών, στην οποία κατά τους ισχυρισμούς της ανέθεσε την αποστολή του σχετικού εγγράφου προς την αντισυμβαλλόμενη.
Επομένως, η ασφαλιστική εταιρεία δε δικαιούται να αντιτάξει κατά των τρίτων ζημιωθέντων από την οδήγηση του οχήματος τον ισχυρισμό περί ακύρωσης της σύμβασης ασφάλισης αυτού. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο εναγόμενος οδηγός εκινείτο κατά τον ανωτέρω χρόνο επί της επαρχιακής οδού Θεσσαλονίκης - Ν. Μηχανιώνας, με κατεύθυνση προς Ν.
Μηχανιώνα και ειδικότερα στην πρώτη από αριστερά λωρίδα αυτής. Στο σημείο, όπου στα δεξιά της οδού ευρίσκεται το super market LIDL, μετά τη διασταύρωση αυτής με την οδό που οδηγεί προς Επανωμή, ο ανωτέρω οδηγός ακινητοποίησε το όχημά του καθώς στους σηματοδότες, που υπάρχουν εκεί άναψε η κόκκινη ένδειξη για τα αυτοκίνητα, στη συνέχεια δε όταν άναψε η πράσινη ένδειξη συνέχισε την πορεία του.
Η ανωτέρω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, το πλάτος του ρεύματος πορείας προς τη Ν. Μηχανιώνα είναι 18 μ. και ειδικότερα 13 μ. το πλάτος των τριών ανωτέρω λωρίδων συνολικά και 4, μ. του ασφάλτινου ερείσματος, που ευρίσκεται δεξιά, ανάμεσα στην τελευταία από αριστερά λωρίδα και στις παρόδιες ιδιοκτησίες που ευρίσκονται αμέσως μετά την άσφαλτο, ενώ μεταξύ των αντίθετων ρευμάτων υπάρχουν σε άλλα σημεία τσιμεντένιο διαχωριστικό στηθαίο ασφαλείας και σε άλλα διαχωριστικές μπάρες.
Η ταχύτητα που ανέπτυξε προοδευτικά ο ανωτέρω οδηγός μετά την εκκίνησή του από τον προαναφερόμενο σηματοδότη δεν υπερέβη τελικά τα 80 χλμ./ώρα, όπως συμφωνούν στις καταθέσεις τους προανακριτικά και οι δύο οδηγοί των οχημάτων που ακολουθούσαν με την ίδια ταχύτητα σε μικρή απόσταση το ανωτέρω όχημα, στις δύο άλλες λωρίδες κυκλοφορίας, αφού η απόσταση μεταξύ των τριών οχημάτων δεν αυξάνονταν σταδιακά (βλ.
ένορκες προανακριτικά δοθείσες καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων I. Γ. και Α. Μ., εκ των οποίων ο πρώτος κατέθεσε και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου). Πρέπει δε να αναφερθεί ότι το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητος στο σημείο εκείνο της οδού είναι 70 χλμ./ώρα, κατ' εκείνο το χρόνο το οδόστρωμα ήταν στεγνό, καθώς επικρατούσε καλοκαιρία, ενώ ο φυσικός φωτισμός εξακολουθούσε ακόμη να είναι σχετικά επαρκής (τελευταίο φως της ημέρας) διότι ο ήλιος επρόκειτο να δύσει στις 17.28' (ελάχιστα λεπτά δηλαδή αργότερα) κατ' εκείνη την ημέρα.
Σε απόσταση 500 μ., από τον προαναφερόμενο σηματοδότη ο εναγόμενος οδηγός αντιλήφθηκε ξαφνικά και σε ελάχιστη απόσταση από το μπροστινό τμήμα του οχήματός του ένα ανθρώπινο σώμα να επιχειρεί να διασχίσει το ρεύμα κυκλοφορίας, όπου αυτός εκινείτο και συγκεκριμένα από την αριστερή προς τη δεξιά πλευρά του δρόμου.
Επρόκειτο για τη Β. Ξ., 62 ετών, η οποία είχε προηγουμένως διασχίσει το οδόστρωμα του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας της οδού (προς Θεσσαλονίκη) και στη συνέχεια είτε είχε δρασκελίσει τις ύψους ενός μέτρου διαχωριστικές μπάρες που ευρίσκοντο στο σημείο εκείνο (19,5° χλμ. οδού) είτε είχε περάσει μέσα από το διάκενο, που υπήρχε μεταξύ τους, κάτω από αυτές, στην προσπάθειά της να περάσει απέναντι.
Ο εναγόμενος οδηγός, αντέδρασε ακαριαία, επιχειρώντας άμεση πέδηση και συγχρόνως αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, προκειμένου να μην παρασύρει την πεζή, πλην όμως, η απόσταση που μεσολαβούσε μεταξύ αυτοκινήτου και πεζής ήταν τόσο μικρή και ο χρόνος, που μεσολάβησε από τη στιγμή που την αντιλήφθηκε τόσο λίγος ώστε δεν κατέστη δυνατό να την αποφύγει.
Ο ίδιος μάλιστα διατείνεται ότι, επειδή επί της ιδίας λωρίδας κυκλοφορίας μπροστά από το όχημά του καΙ σε μικρή απόσταση από αυτό, εκινείτο ένα άλλο όχημα, το οποίο ακολουθούσε κατά πόδας από τον προηγούμενο σηματοδότη τουλάχιστον, ο οδηγός του οποίου όταν αντιλήφθηκε την πεζή έκανε όμοιο με αυτόν, επιτυχή όμως αποφευκτικό ελιγμό, δεν του επέτρεψε αυτό να έχει ορατότητα σε απόσταση ικανή για έγκαιρη αντίδραση εκ μέρους του, πλην όμως δε γνωρίζει τα ακριβή στοιχεία του οχήματος αυτού, οι ανωτέρω δε αυτόπτες μάρτυρες ούτε επιβεβαιώνουν αλλά και ούτε διαψεύδουν την ύπαρξη αυτού του οχήματος.
Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν ήδη ταυτόχρονα με την πέδηση και τον προς τα δεξιά ελιγμό του οχήματος, η πεζή να έχει επιπέσει επί του μπροστά αριστερού τμήματος αυτού, το σώμα της να έχει βρεθεί επάνω στο μπροστινό καπώ του, το δε όχημα με τους τροχούς μπλοκαρισμένους από την απότομη τροχοπέδηση και επειδή δε διέθετε σύστημα ABS, το οποίο αποτρέπει την πλήρη εμπλοκή των τροχών κατά τη διάρκεια απότομης και πλήρους τροχοπέδησης (βλ.
σχετ. 16-1-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Τ., πτυχιούχου μηχανικού οχημάτων Τ. Ε., που διενεργήθηκε κατόπιν εντολής του τμήματος Τροχαίας Θέρμης Θεσσαλονίκης) να διαγράψει με την πεζή πάντα επ' αυτού- διαγώνια προς τα δεξιά πορεία, μήκους 40 μ. διασχίζοντας με πλάγια ολίσθηση τις άλλες δύο λωρίδες κυκλοφορίας (μεσαία και δεξιά) και να επιπέσει αρχικά με τη μπροστά δεξιά πλευρά του επί ενός τσιμεντένιου τοιχίου παρόδιας ιδιοκτησίας, στη συνέχεια με την αριστερή μπροστά πλευρά του, κάνοντας δε μία περιστροφή προς τα δεξιά, αφού κτύπησε αυτό και με το πίσω μέρος του επί του ιδίου τοιχίου, ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 30 μ.
μετά την πρώτη πρόσκρουση, με μέτωπο προς τις παρόδιες ιδιοκτησίες, έχοντας πέσει επί του οδοστρώματος το μπροστινό καπώ αυτού ελάχιστα μέτρα πιο μπροστά και ελάχιστα μέτρα μετά από αυτό η πεζή (περίπου 5 μ. μετά το όχημα). Η ανωτέρω έφερε βαρύτατες σωματικές κακώσεις, εξ αιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατος μετά από ώρες (στις 10.50' της επόμενης ημέρας) και ενώ είχε μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ Θεσσαλονίκης.
Οι οικείοι της ισχυρίζονται βέβαια ότι η τελευταία, όταν την παρέσυρε το ζημιογόνο όχημα, περπατούσε δεξιά αυτού, με κατεύθυνση προς Ν. Μηχανιώνα, επί του προαναφερόμενου ασφάλτινου ερείσματος, που χωρίζεται από την πρώτη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος, όπου εκινείτο, με πλαστικά ελάσματα και ότι ο εναγόμενος οδηγός ευρισκόμενος υπό την επήρεια αλκοόλ, χάνοντας τον έλεγχο του οχήματός του, λόγω της υπερβολικής ταχύτητός του, κινήθηκε απότομα δεξιά επί του οδοστρώματος, προσέκρουσε επί του προαναφερόμενου τσιμεντένιου τοιχίου και κάνοντας περιστροφή προς τα δεξιά λόγω της σφοδρότητος της πρόσκρουσης, παρέσυρε με το πίσω μέρος του την πεζή, τη μετέφερε μαζί του ως την ολοκλήρωση της περιστροφής του, η δε πεζή, όταν ακινητοποιήθηκε αυτό στην ανωτέρω τελική του θέση, εκτινάχθηκε και κατέπεσε επί του οδοστρώματος, λίγο μετά το μπροστινό καπώ του.
Την ανωτέρω επικαλούμενη πορεία της επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας που εξετάσθηκε ενόρκως με επιμέλειά τους ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος καταθέτει ότι είκοσι περίπου λεπτά της ώρας πριν το συμβάν, πέρασε η πεζή μπροστά από το μαγαζί του, που ευρίσκεται δεξιά του ρεύματος πορείας της οδού προς Ν.
Μηχανιώνα και συγκεκριμένα μετά το σηματοδότη της διασταύρωσης προς Επανωμή και πριν τον επόμενο (του LIDL) και μάλιστα 20 μ. πριν από αυτόν και 500 μ. πριν το σημείο του ατυχήματος. Με δεδομένα όμως ότι αφενός η οικία της πεζής ήταν στην αντίθετη πλευρά του δρόμου και συγκεκριμένα πάνω από 600μ. μετά από τη διασταύρωση προς Επανωμή, ενώ η κατεύθυνσή της προς Ν.
Μηχανιώνα και ο σηματοδότης στο σημείο του LIDL μόλις 575 μ. μετά από την οικία της, ερχόμενη αυτή από. την οικία της λόγω της συγκεκριμένης ώρας που συνέβη το τροχαίο -νωρίς το απόγευμα- υπό την εκδοχή που υποστηρίζουν οι οικείοι της, λογικό θα ήταν να περάσει από τις διαβάσεις του σηματοδότη του LIDL, επομένως δε θα περνούσε μπροστά από το κατάστημα του μάρτυρος και δε θα γινόταν αντιληπτή από αυτόν.
Εξάλλου, από τους δύο ανωτέρω μάρτυρες, οι οποίοι αντιλήφθηκαν την ύπαρξη της πεζής-παθούσας στο περιστατικό, μόνον όταν είδαν αυτήν πεσμένη στο έδαφος κοντά στο αυτοκίνητο, ο εξετασθείς μεν προανακριτικά ενόρκως αυτόπτης μάρτυρας Α. Μ. παρατήρησε ότι ενώ έβαινε στην αριστερή λωρίδα το ζημιογόνο όχημα "επιβράδυνε απότομα και παράλληλα άρχισε να εκτρέπεται προς τα δεξιά" νόμισε δε αρχικά ότι παρουσίασε κάποιο μηχανικό πρόβλημα, που όμως δε διαπιστώθηκε κατά τη διενέργεια της από 16-1-13 ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης, ο εξετασθείς δε με επιμέλεια του εναγόμενου οδηγού αυτόπτης μάρτυρας I.
Γ., που ακολουθούσε με το αυτοκίνητο του το ζημιογόνο όχημα, καταθέτει ότι το τελευταίο "του φάνηκε σα να κτύπησε σε βράχο, εντελώς ξαφνικά πήγε διαγώνια, δεξιά κατά την πορεία του", είδε δε τους τροχούς μπλοκαρισμένους, επομένως προσέκρουσε σε κάποιο εμπόδιο (σώμα πεζής) και στην προσπάθεια του να το αποφύγει με σύγχρονη πέδηση, έφυγε διαγώνια δεξιά, ενώ μπλόκαραν οι τροχοί του.
Αν πράγματι δεν είχε τροχοπεδήσει, τα ίχνη από την πρόσκρουση επί του τοιχίου θα ήταν πολύ πιο έντονα από απλά γδαρσίματα. Καταθέτει, επίσης, ο ίδιος ότι είδε τον οδηγό σε ψυχική μεν αναστάτωση και έκλαιγε και ότι είχε σοκαριστεί (προφανώς λόγω του ατυχήματος) αλλά περπατούσε σταθερά, ενώ και στην έκθεση αυτοψίας που συντάχθηκε από τα όργανα της Τροχαίας αμέσως μετά (ώρα 17.40') βεβαιώνεται ότι ο οδηγός "είχε κανονικά τις αισθήσεις του".
Εκτιμάται δε ακόμη ότι, αν ευσταθούσε η εκδοχή, που υποστηρίζεται με τις κύριες αγωγές, κατά την περιστροφή του οχήματος εξ αιτίας της πρόσκρουσης του στο τοιχίο, αν τότε είχε κτυπήσει και παρασύρει την πεζή με το πίσω μέρος του, θα έπρεπε λόγω της φυγόκεντρης δύναμης, που θα είχε αυτό αναπτύξει, να την εκτινάξει και να τη ρίξει μέσα στο οδόστρωμα ή έστω μέσα στο έρεισμα, οπωσδήποτε όμως σε σημείο πριν την τελική του θέση, αντίθετα η πεζή αφού ακολούθησε όλη την περιστροφική πορεία του οχήματος, εκτινάχθηκε από αυτό μετά την ακινητοποίησή του στη τελική του θέση και μάλιστα ομόρροπα και μαζί με το μπροστινό καπώ, όπου είχε επιπέσει, το οποίο αποκολλήθηκε από το όχημα υπό το βάρος και του σώματος αυτής.
Το γεγονός εξάλλου ότι το όχημα έπαθε ζημία και στο πίσω μέρος του εκτιμάται από τον ίδιο ως άνω πραγματογνώμονα ως αποτέλεσμα δευτερογενούς πρόσκρουσης του συνεπεία εκτίναξης και συστροφής του, μετά την πρώτη πρόσκρουση, που σα συνέπεια είχε το παρατηρούμενο βαθούλωμα της λαμαρίνας του ουρανού του, πάνω ακριβώς από τον πίσω ανεμοθώρακα (παρμπρίζ).
Το κρύσταλλο δε του μπροστινού ανεμοθώρακα έφερε ράγισμα στο αριστερό πάνω μέρος του, στην πλευρά δηλαδή, που έπεσε η πεζή, ενώ εκτιμάται ότι δεν υπέστη μεγαλύτερη φθορά (ολική θραύση) καθώς η πτώση της τελευταίας έγινε από το πλάι, έπεσε δηλ. κυρίως πάνω στο καπώ και αφού το όχημα είχε ήδη πάρει κάποια κλίση προς τα δεξιά και όχι μετωπικά, για το λόγο αυτό άλλωστε, όπως καταδεικνύεται και από την από 16-1-2013 ιατροδικαστική έκθεση αυτοψίας του ιατροδικαστή Φ.
Χ., έφερε σε όλη την έκταση του σώματος της σοβαρότατες βλάβες (κεφάλι, θώρακα, κοιλία, άνω και κάτω άκρα) που εκτιμάται ότι δε θα είχε αν το όχημα την είχε παρασύρει μετά την πρόσκρουσή του στο τοιχίο και την εξ αυτής αισθητή μείωση της ταχύτητάς του, κυρίως όμως έφερε βλάβες στο θώρακα και την κοιλιά (συντριπτικό κάταγμα αυχενικής μοίρας στη σπονδυλική στήλη, κατάγματα δεξιών και αριστερών θωρακικών πλευρών, αιμορραγία στις καρδιακές κοιλότητες λόγω ταχείας απώλειας αίματος, oπισθοπεριτοναικό αιμάτωμα στην περιτοναϊκή κοιλότητα, ρήξεις ήπατος και σπλήνας, αιμορραγία αριστερού νεφρού, κάταγμα λεκάνης άμφω).
Αντίθετα, δε διαπιστώθηκαν κατάγματα των οστών του θόλου και της βάσεως του κρανίου ούτε καταφανείς αλλοιώσεις των οστών του προσωπικού κρανίου, παρά μόνον οιδήματα μετ' εκχυμώσεων και τραύματα στο πρόσωπο, συραμμένα χειρουργικά (οφρύος, παρειάς, άνω και κάτω χείλους κλπ.) που μπορούν να αποδοθούν στην πτώση της επί του ανεμοθώρακα και στη συνέχεια επί του εδάφους.
Από όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν, το παρόν Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι αποκλειστικά υπαίτια για την πρόκληση του ατυχήματος και το θάνατό της υπήρξε η ίδια η πεζή, καθώς επιχείρησε να εισέλθει στο οδόστρωμα, όπου εκινείτο το όχημα που οδηγούσε ο ανωτέρω εναγόμενος, διασχίζοντας κάθετα το δρόμο ταχείας κυκλοφορίας, όπου ρητά απαγορεύεται η διέλευση των πεζών, η κίνηση των οχημάτων είναι πυκνή, αγνοώντας μάλιστα τις υπάρχουσες διαχωριστικές μπάρες μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας.
Συγκεκριμένα, η ανωτέρω, ενώ βρισκόταν στην προαναφερόμενη οδό και στην πλευρά του ρεύματος πορείας προς Θεσσαλονίκη έχοντας πρόθεση να περάσει απέναντι, δεν κατευθύνθηκε όπως θα έπραττε κάθε συνετός πεζός της δικής της μάλιστα ηλικίας και φυσικής κατάστασης, είτε προς τη διασταύρωση με τους φωτεινούς σηματοδότες και τη διάβαση πεζών που ευρίσκεται ανάμεσα ακριβώς από την οικία της και τον τόπο του ατυχήματος (570 περίπου μέτρα και από τα δύο αυτά σημεία) είτε να προχωρήσει ακόμη 340 μ.
περίπου, προκειμένου να περάσει χωρίς κίνδυνο απέναντι, μέσω της πεζογέφυρας, που υπάρχει στο σημείο εκείνο. Αντίθετα, διέσχισε πρώτα κάθετα το οδόστρωμα του ρεύματος πορείας της οδού αυτής προς Θεσσαλονίκη, δρασκέλισε τις μεταλλικές μπάρες ή πέρασε κάτω από αυτές και στη συνέχεια, χωρίς να ελέγξει αν από δεξιά (από Θεσσαλονίκη ερχόμενο) πλησίαζε κάποιο όχημα, εισήλθε στο οδόστρωμα, ενώ υπήρχε πυκνή κίνηση οχημάτων και παρεμβλήθηκε αιφνιδιαστικά στην ευθεία πορεία του εναγόμενου οδηγού, παραβλέποντας ότι λόγω της ηλικίας της δεν ήταν ιδιαίτερα ευέλικτη και γρήγορη, καθώς και το γεγονός ότι αφενός οι παντόφλες που φορούσε, όπως χαρακτηριστικά θυμάται ο μάρτυρας I.
Γ., οπωσδήποτε επιβράδυναν την κίνησή της, ενώ τα σκουρόχρωμα ρούχα της την καθιστούσαν δυσδιάκριτη από τους οδηγούς, λόγω και του σούρουπου που μόλις άρχιζε. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν καταλείπεται εξάλλου, καμία αμφιβολία και στο παρόν Δικαστήριο ότι τον οδηγό του ανωτέρω οχήματος δε βαρύνει καμία υπαιτιότητα για το ατύχημα.
Ειδικότερα, παρόλο, που αυτός δε διέθετε κατά το χρόνο που έλαβε χώρα την απαιτούμενη άδεια οδήγησης, κρίνεται ότι δεν ήταν άπειρος σχετικά με αυτήν, καθώς ήδη από το 1998 κατείχε άδεια οδήγησης των υπηρεσιακών οχημάτων της Αστυνομίας, όπου τότε υπηρετούσε, ενώ αμέσως μετά το ατύχημα (28-3-2013) κρίθηκε ικανός απόκτησης της κατά νόμο απαιτούμενης για το είδος του ζημιογόνου οχήματος άδειας οδήγησης.
Ο ανωτέρω, βέβαια, είχε καταναλώσει αλκοόλ, το οποίο ανιχνεύθηκε στον οργανισμό του σε ποσοστό 1,00 και 1,02 ο/οο gr/lt, κατόπιν σχετικών εργαστηριακών εξετάσεων, επί δύο δειγμάτων αίματος αυτού που ελήφθησαν αμέσως μετά το ατύχημα. Ανεξάρτητα ότι η συγκεκριμένη ποσότητα συγκέντρωσης αλκοόλ στο ανθρώπινο σώμα απαγορεύεται από τον ΚΟΚ, ωστόσο όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση το αλκοόλ που είχε καταναλώσει αυτός δεν προκάλεσε ούτε κατ' ελάχιστον συνετέλεσε στην επέλευση του παραπάνω τροχαίου δυστυχήματος, διότι ο τελευταίος δεν ανέπτυξε ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου στο σημείο εκείνο της οδού, όπως προαναφέρθηκε και επί πλέον οδηγούσε με σύνεση, προσοχή αλλά και την απαιτούμενη νηφαλιότητα και οδηγική συγκέντρωση, με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του περί την οδήγηση πριν το ατύχημα, αφού αποδείχθηκε ότι οδηγούσε σταθερά το όχημα μέχρι την ξαφνική παρεμβολή της πεζής στην πορεία του, μετά δε αυτήν ενήργησε όπως θα έκανε κάθε μέσος συνετός οδηγός στη θέση του, εκτελώντας τους απαιτούμενους χειρισμούς για την περίσταση, καθώς προέβη σε άμεση τροχοπέδηση αλλά "μπλόκαραν" τα φρένα αυτού και επιχείρησε αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, πλην όμως χωρίς επιτυχία λόγω της ελάχιστης απόστασης στην οποία εμφανίστηκε μπροστά του, αφού οδηγούσε στην πλησιέστερη προς τις διαχωριστικές μπάρες λωρίδα κυκλοφορίας.
Αποδεικνύεται επομένως ότι αν και βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος, το γεγονός αυτό δε συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, συνακόλουθα ζήτημα συνυπαιτιότητας του οδηγού εναγομένου οποιουδήποτε βαθμού στην πρόκληση του ατυχήματος δεν τίθεται, σύμφωνα με όσα αναλυτικά προαναφέρθηκαν.
Με βάση όσα αποδείχθηκαν, η κρινόμενη πρώτη των κύριων αγωγών απορριπτέα κρίνεται από ουσιαστική άποψη κατά το μέρος που στρέφεται κατ' αρχήν κατά του ανωτέρω και συνακόλουθα και των λοιπών εναγομένων αυτής, ενώ η δεύτερη κύρια αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, πρέπει να απορριφθεί για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και με διαφορετική μερικώς αιτιολογία (όσον αφορά στην τρίτη εναγόμενη της πρώτης αγωγής και στη δεύτερη αγωγή) ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα μετ ους σχετικούς λόγους των αντιστοίχων εφέσεων των εναγόντων, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν.
Αφού απορριφθούν επομένως, οι εφέσεις αυτών στο σύνολό τους, πρέπει να απορριφθούν ως άνευ αντικειμένου πλέον οι επικουρικά (υπό την αίρεση ευδοκίμησης των πιο πάνω εφέσεων) ασκηθείσες εφέσεις της εναγομένης της πρώτης αγωγής ασφαλιστικής εταιρείας και του Επικουρικού Κεφαλαίου". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν, δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα της θανούσας οικείας των κυρίως εναγόντων στην πρόκληση του ατυχήματος και στο θανάσιμο τραυματισμό της και έτσι επικύρωσε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της έλλειψης υπαιτιότητας του οδηγού του προαναφερομένου οχήματος στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος με την παράσυρση της πεζής και το θάνατό της, στην οποία υπαιτιότητα και την αιτιώδη συνάφεια αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα στηρίζεται η αγωγική αξίωση, ανεξάρτητα από την αμέλεια του θύματος, έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση δεν γίνεται αναφορά της απόστασης από την οποία ο οδηγός του αυτοκινήτου, αντιλήφθηκε ή, έχοντας τεταμένη την προσοχή του, μπορούσε να αντιληφθεί την πεζή πριν από το σημείο της παράσυρσης αυτής, ενόψει του ότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι από το σημείο εκκίνησής του από τους αναφερόμενους σε αυτή φωτεινούς σηματοδότες και μετέπειτα, σε απόσταση 500 μέτρων μέχρι το σημείο της παράσυρσης, δεν υπήρχε κάποιο φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο που να παρεμπόδιζε την ορατότητά του από ικανή απόσταση για έγκαιρη αντίδραση εκ μέρους του και δεδομένου ότι με την προσβαλλομένη απόφαση δεν γίνεται δεκτός ως αποδεδειγμένος ο προβληθείς ισχυρισμός του άνω οδηγού - πρώτου αναιρεσίβλητου ότι επί της ιδίας λωρίδας κυκλοφορίας μπροστά από το όχημά του καΙ σε μικρή απόσταση από αυτό, κινείτο ένα άλλο όχημα, το οποίο δεν του επέτρεπε να έχει ορατότητα σε απόσταση ικανή για έγκαιρη αντίδραση εκ μέρους του.
Επίσης δεν διευκρινίζεται εάν, ενόψει της, κατά τα άνω, παραδοχής περί μη παρεμπόδισης της ορατότητας του εν λόγω οδηγού, όφειλε αυτός να αντιληφθεί την από δεξιά του και στο οπτικό του πεδίο ευρισκομένη πεζή νωρίτερα, κατά το χρόνο που "είχε δρασκελίσει τις ύψους ενός μέτρου διαχωριστικές μπάρες που ευρίσκοντο στο σημείο εκείνο της οδού, είτε είχε περάσει μέσα από το διάκενο, που υπήρχε μεταξύ τους, κάτω από αυτές" όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη, [ήτοι κινήσεις που δεν μπορούσαν να γίνουν γρήγορα, απότομα και αιφνιδιαστικά λόγω του είδους των άνω διαχωρισμάτων ασφαλείας, όπως αναφέρονται την προσβαλλόμενη απόφαση και των παραδοχών της ότι η θανούσα λόγω της ηλικίας (62 ετών) δεν ήταν ιδιαίτερα ευέλικτη και γρήγορη, καθώς και ότι οι παντόφλες που φορούσε επιβράδυναν την κίνησή της ], ή κατά το χρόνο που αυτή, έχοντας περάσει τις διαχωριστικές μπάρες, βρισκόταν στο δεξιό άκρο της οδού και αμέσως πριν παρεμβληθεί στην πορεία του οχήματος του άνω οδηγού, ώστε ο τελευταίος να μειώσει, όπως όφειλε την ταχύτητα αυτού, ενόψει των ειδικών περιστάσεων και δη της εμφάνισης της πεζής σε σημείο όπου απαγορεύεται η κίνηση πεζών, ή και να πραγματοποιήσει εγκαίρως και πριν την παράσυρσή της αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, πράγμα που ήταν εφικτό, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, γιατί τα αυτοκίνητα που κινούνταν πίσω του στις άλλες λωρίδες κυκλοφορίας, ήταν σε απόσταση που του επέτρεπε τέτοιο ελιγμό, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το ζημιογόνο αυτοκίνητο του άνω οδηγού, (αφού είχε παρασύρει την πεζή) διέγραψε με πλάγια ολίσθηση πορεία μήκους 40 μέτρων, διασχίζοντας διαγώνια προς τα δεξιά και τις άλλες δύο λωρίδες κυκλοφορίας (μεσαία και δεξιά), χωρίς να προκληθεί κανένα πρόβλημα στην κίνηση των άλλων οχημάτων που κινούνταν πίσω του στις ανωτέρω λωρίδες κυκλοφορίας.
Περαιτέρω, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο "οδηγός αντιλήφθηκε ξαφνικά" την πεζή και ότι "ο χρόνος που μεσολάβησε από τη στιγμή που την αντιλήφθηκε ήταν τόσο λίγος ώστε δεν κατέστη δυνατό να την αποφύγει", χωρίς όμως να διευκρινίζεται, όπως είναι αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας, για ποιο λόγο την αντιλήφθηκε ξαφνικά, αφού ούτε άλλο όχημα έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι κινείτο επί της ιδίας λωρίδας κυκλοφορίας μπροστά από το όχημά του, το οποίο να παρεμπόδιζε την ορατότητά του, ούτε αναφέρει την ύπαρξη άλλου εμποδίου, το οποίο δεν του επέτρεπε να έχει ορατότητα, και ειδικότερα ούτε στο σημείο όπου βρισκόταν η πεζή, ώστε να μην είναι εμφανής η παρουσία της, ούτε στο δικό του οπτικό πεδίο και εφόσον επιπλέον υπάρχει η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι επικρατούσε καλοκαιρία και ο φυσικός φωτισμός εξακολουθούσε να είναι σχετικά επαρκής (τελευταίο φως της ημέρας), έτσι ώστε ούτε από πλευράς συνθηκών καιρού και φωτισμού να παρεμποδίζεται η ορατότητά του, ενώ τα σκουρόχρωμα ρούχα που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι φορούσε η πεζή την καθιστούσαν δυσδιάκριτη κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τη νύκτα, ήτοι συνθήκη την οποία δεν δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπήρχε κατά το χρόνο του ατυχήματος.
Έτσι με την ανωτέρω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο άνω οδηγός "αντιλήφθηκε ξαφνικά" την πεζή (που διαφέρει από τη χρονικά επόμενη παραδοχή ότι αυτή παρεμβλήθηκε αιφνιδιαστικά στην πορεία του οχήματος του άνω οδηγού), χωρίς όμως να διευκρινίζεται, όπως είναι αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας, ο λόγος για τον οποίο, παρά την παραδοχή περί μη ύπαρξης εμποδίων φυσικών ή τεχνικών, την "αντιλήφθηκε ξαφνικά", δημιουργείται κενό, ασάφεια και αμφιβολία ως προς το εάν, όπως δέχεται στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση, ο οδηγός αυτός οδηγούσε με σύνεση, με την απαιτούμενη νηφαλιότητα και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, καθώς και ως προς το εάν ασκούσε επιρροή στην οδηγητική του ικανότητα το αλκοόλ που γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι είχε καταναλώσει.
Τέλος, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται υπέρβαση του ανωτάτου ορίου ταχύτητας από πλευράς του οδηγού του άνω αυτοκινήτου, δεν διευκρινίζεται αν αυτό άσκησε επίδραση στην επέλευση του ατυχήματος και κυρίως στο επελθόν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού της πεζής. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζουν οι άνω αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, συνδυαστικά και με τον πρώτο λόγο αυτού, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 19 και 1 (όσον αφορά τις διατάξεις των άρθρων 20 και 42 του Ν. 2696/1999) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμα.
Οι υπόλοιπες αιτιάσεις για ελλείψεις της αιτιολογίας της αποφάσεως που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και γιατί ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, χωρίς να είναι αναγκαίες και σε αντίθετα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο, που δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αίτησης αναίρεσης, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων που έγιναν δεκτοί καθιστούν αλυσιτελή την εξέτασή τους. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 Γ' εδαφ. ε' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Τέλος, οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσίβλητων, ως ηττωμένοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (πλην της τρίτης αναιρεσείουσας, ως προς την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ όσον αφορά τον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα Ε. Σ. του Μ..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης, ως προς την ανωτέρω τρίτη αναιρεσείουσα.
Δέχεται την αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 167/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.
Και
Καταδικάζει τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσίβλητων στα δικαστικά έξοδα του πρώτου, δεύτερου, τέταρτης και πέμπτης των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου