Legislator Giurisprudenza & Legislazione
970/2018 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal against labor court decision regarding vacation pay calculation based on actual income.

Numero d'incarto 970/2018
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a labor court judgment concerning vacation pay calculations. The lower court had applied the principle of favoring employees by using the highest possible income rate, which the Supreme Court found to be a direct violation of substantive law. Consequently, the decision was annulled regarding the vacation pay portion and remanded for retrial with a new panel of judges.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 35 of the Labor Law and Article 3 of the relevant Regulation; The court must apply the actual income of the employee at the time of vacation leave calculation rather than the highest possible income rate, as the principle of favoring employees cannot override specific statutory provisions.

Parole chiave

Generato dall'IA
vacation pay calculation labor law violation favoring employees principle actual income rate remand for retrial substantive law violation labor dispute

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 35 of the relevant Regulation
Article 3 of the relevant Regulation
Article 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 No. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 No. 2 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 970 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 970/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λαγούρο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Λ. του Γ., κατοίκου ... και 2)Μ. Τ. του Λ., κατοίκου ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5875/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2010 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 22/3/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 16 Φεβρουαρίου 2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτο λόγου και την απόρριψη των δευτέρου και τρίτου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ.

ΑΠ 142/2016 ΤΝΠ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, "Ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του".

Κατά το άρθρο 143 παρ.3 ΚΠολΔ, "Η επίδοση της κλήσης για την συζήτηση αγωγής ή ενδίκου μέσου μπορεί να γίνει και σε όποιον τα έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος". Στη προκειμένη περίπτωση, όπως δε προκύπτει από την .../13.11.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Ν. Χ. Ν., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης και κλήση για συζήτηση για την προαναφερόμενη δικάσιμο (27.02.2018) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Β.

Σ., ο οποίος παρέλαβε το δικόγραφο αυτό ως αντίκλητος των αναιρεσιβλήτων. Οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α’ και γ’ ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 328/2017, ΑΠ 1404/2017). Με την από 22.03.2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 93/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών (των εναγόντων και της εναγόμενης) κατά της 5875/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την προσβαλλομένη απόφαση, έγιναν δεκτές οι εφέσεις και εξαφανίστηκε η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, έγινε η αγωγή δεκτή κατ’ ουσίαν και υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει για διαφορές αποδοχών αδείας και επιδόματα αδείας εντόκως στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 16.585,22 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 14.308,92 ευρώ.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).

Με την παρ. 1 του άρθρου πρώτου του Ν. 2688/1999 (ΦΕΚ A 40), το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "...", το οποίο ιδρύθηκε με το Ν.4748/1930 (ΦΕΚ A 166) και αναμορφώθηκε με τον Α.Ν. 1559/1950 (ΦΕΚ A 252), που κυρώθηκε με το Ν. 1630/1951 (ΦΕΚ A 8), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", η οποία είναι ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται από το νόμο αυτό και τον Κ.Ν. 2190/1920 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996, καθώς και του Α.Ν. 1559/1950, όπως κάθε φορά ισχύουν.

Περαιτέρω, από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, με την εφαρμογή της οποίας αποτρέπεται η σύγκρουση των όρων εργασίας που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, συνάγεται ότι η αποτελούσα ειδική μορφή αυτής αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, προβλεπομένη ήδη από το άρθρο 680 παρ. 3 του ΑΚ και από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, κατά την οποία οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, εφαρμόζεται όχι μόνο στην σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στην σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 5/2011, ΟλΑΠ 26/2007).

Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση συλλογικής σύμβασης εργασίας ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά ως προς την συσχέτιση περισσοτέρων συλλογικών συμβάσεων εργασίας αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 1876/1990).

Κατά την συσχέτιση δε περισσοτέρων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας δεν εφαρμόζεται η ως άνω αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 1876/1990 (που ρυθμίζει την σχέση νόμου και συλλογικής σύμβασης εργασίας), αλλά οι νεότεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιότερων και γενικών και αυτοί εφαρμόζονται, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς τη ρύθμιση των παλαιοτέρων κανόνων, είτε κατά τρόπο ευνοϊκότερο είτε κατά τρόπο δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς (άρθρο 2 ΑΚ).

Σε σχέση και συνάφεια προς τα προαναφερθέντα για την συσχέτιση διαφόρων πηγών, ως προς τους Κανονισμούς Εργασίας που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και με τη διαδικασία του Ν.Δ/τος 3789/1957, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις, στο σύνολό τους λαμβανόμενες, ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας, των διατάξεων των εχόντων ισχύ ουσιαστικού νόμου διατάξεων Κανονισμών Εργασίας, που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και κατά τη διαδικασία του Ν.Δ/τος 3789/1957.

Αντίθετα, υπερισχύουν οι διατάξεις των Κανονισμών Εργασίας εάν, με την αυτή προϋπόθεση, είναι ευνοϊκότερες των αντίστοιχων της κοινής εργατικής νομοθεσίας. Περαιτέρω, σε σχέση με τις αποδοχές και το επίδομα αδείας των εργαζομένων γενικά και ως προς όλους καταρχήν τους εργαζόμενους, τον κεντρικό κορμό και τον πυρήνα του ρυθμιστικού καθεστώτος του θεσμού των αδειών αποτελεί ο Α.Ν 539/1945 "περί χορηγήσεως κατ’ έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ’ αποδοχών", όπως έχει κατά καιρούς τροποποιηθεί.

Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνει ο νόμος αυτός διασφαλίζουν τις ελάχιστες υπέρ όλων των εργαζομένων εγγυήσεις, λόγω δε του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσμού τους με την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος να εξασφαλισθεί με τη χορήγηση της ετήσιας άδειας και την καταβολή των αντιστοιχούντων σε αυτήν αποδοχών η περιοδική ανάπαυση και η ανανέωση των σωματικών και ψυχικών δυνάμεων του εργαζομένου για τη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής του υγείας κατά τρόπο απρόσκοπτο, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή ευμενέστερων για τον εργαζόμενο διατάξεων άλλων πηγών, με την προαναφερθείσα έννοια της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών.

Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του ως άνω Α.Ν. 539/1945 [μετά την αντικατάσταση της λέξης υποκείμενη από τη λέξη υπόχρεη με το άρθρο 1 παρ.2 του Ν. 1346/1983] ορίζεται ότι κατά τη διάρκεια της αδείας ο μισθωτός δικαιούται των συνήθων αποδοχών, τις οποίες θα εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη [αρχική διατύπωση:

υποκειμένη] επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο ή των τυχόν για την περίπτωση αυτή καθοριζομένων διά συλλογικής συμβάσεως αποδοχών, με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου [όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 της από 26.1.1977 ε.γ.σ.σ.ε. που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την με αριθ. 4943/971/1.2.1077 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 60) και το οποίο στη συνέχεια κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου με το άρθρο 8 του Ν.549/1977] ορίζεται ότι για τον μισθωτό που αμείβεται κατ’ αποκοπή ή κατ’ άλλο σύστημα κυμαινόμενων αποδοχών, οι αποδοχές, τις οποίες δικαιούται κατά την διάρκεια της αδείας του, εξευρίσκονται πολλαπλασιαζομένων των κατά μέσο όρο ημερησίων αποδοχών του, από τη λήξη της αδείας του προηγουμένου έτους [...] μέχρι την έναρξη της αδείας, επί τον αριθμό των εργασίμων ημερών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην χορηγηθείσα σε αυτόν άδεια και με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι παντός είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κλπ).

Εξάλλου, ο νομοθέτης, με πρόθεση να ενισχυθεί ο σκοπός της αναψυχής του εργαζόμενου που επιδιώκεται με το θεσμό της άδειας, θέσπισε, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, ένα πρόσθετο ποσό, το επίδομα αδείας, το οποίο ισούται με το σύνολο των αποδοχών αδείας, με τον διαλαμβανόμενο σε αυτή χρονικό περιορισμό, κατά την οποία (διάταξη) "οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ’ οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί, δικαιούνται κατ’ έτος "επιδόματος αδείας" ίσου προς το σύνολο των αποδοχών των υπό του α.ν. 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ’ αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνει τας αποδοχάς ενός Ιδνθημέρου διά τους επί μηνιαίω μισθώ αμειβομένους, των 13 δε εργασίμων ημερών δια τους επί ημερομίσθιω ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ’ άλλον τρόπον αμειβομένους μισθωτούς.

Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού...". Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 666, 679 του ΑΚ, της κυρωθείσας με το Ν. 3248/1955 με αριθμ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας με το Ν. 133/1975 από 26- 2-1975 ε.γ.σ.σ.ε., 1 παρ.1 του Ν. 435/1976, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 και 3 της υπ’ αριθ. 19040/1981 Υπουργικής Απόφασης "χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" (ΦΕΚ Β’ 742) προκύπτει ότι ως "συνήθεις αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το ισούμενο προς αυτές, υπό τον ως άνω χρονικό περιορισμό, επίδομα αδείας, ταυτιζόμενες προς τις "τακτικές αποδοχές", που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων (άρθ. 3 παρ.2 της ΥΑ 19040/1981), και οι οποίες είναι ίσες με τις αποδοχές που θα εδικαιούτο ο μισθωτός, αν είχε απασχοληθεί κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του και όμοιες με τις αποδοχές των αμειβομένων με το σύστημα των κυμαινόμενων αποδοχών, νοούνται ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις συνήθεις αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, η κατά 75% και 25% προσαύξηση του ημερομισθίου ή του 1/25 του μηνιαίου μισθού με βάση τις υπ’ αριθ. 8900/1946, 18310/1946 και 25825/1951 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας για εργασία κατά τις Κυριακές και κατά τις από το νόμο καθιερωμένες ως μη εργάσιμες εορτές του έτους (αργίες) και για εργασία κατά τη διάρκεια της νύκτας, εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα (ΟλΑΠ 5/2011).

Δεν περιλαμβάνονται, όμως, στις ανωτέρω αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για μη νόμιμη (παράνομη) υπερωριακή απασχόληση, ακόμη και όταν η εν λόγω υπερωριακή απασχόληση παρέχεται σταθερά και μόνιμα, ακριβώς διότι αυτή δεν φέρει το χαρακτήρα νόμιμου ή συμβατικού ανταλλάγματος για την εργασία του μισθωτού, τα έξοδα κίνησης, η αμοιβή για εργασία εκτός έδρας και τα επιδόματα εορτών (ΑΠ 415/2017) και γενικότερα οι αποδοχές που οφείλονται σε έκτακτες διακυμάνσεις του χρόνου εργασίας (έκτακτη απασχόληση), αφού αυτές δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν τακτικές (ΑΠ 1173/2014).

Αν οι εν λόγω τακτικές εργοδοτικές παροχές δεν είναι σταθερές κατά ποσό, αλλά διαφέρουν από μήνα σε μήνα, λαμβάνεται υπόψη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 παρ.2 του Α.Ν. 539/1945, ο μέσος όρος του προηγούμενου χρονικού διαστήματος, το οποίο μεσολάβησε από τη λήξη της προηγούμενης αδείας του μέχρι την έναρξη της νέας άδειας.

Εξάλλου, με την 45058/7/22.7.1971 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εμπορικής Ναυτιλίας και Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 579) εγκρίθηκε ο Κανονισμός Εργασίας Εργατών ... (με τον προσαρτημένο σ’ αυτόν πίνακα συνθέσεων εργατικών ομάδων και αποδόσεων αυτών σε τόνους ή πι3), με τον οποίο ρυθμίζονται οι όροι εργασίας και αμοιβής του εργατικού προσωπικού (μόνιμου και έκτακτου), που συνδέεται με τον ΟΛΠ (και ήδη την αναιρεσείουσα ...) πάντοτε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου (άρθρα 1 και 10), καθώς και οι συνθήκες και ο τρόπος διεξαγωγής των φορτοεκφορτωτικών εργασιών στην περιοχή του ... (άρθρο 1 παρ.1).

Ο Κανονισμός αυτός, που καταρτίσθηκε και εγκρίθηκε υπό την ισχύ και κατά τη διαδικασία των άρθρων 1 και 2 του Ν.Δ/τος 3789/1957, όπως και στο προοίμιό του αναφέρεται, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 5/2011), με αυτόν δε ορίζονται ειδικότερα τα εξής σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας του ως άνω προσωπικού σε συνάρτηση και με το είδος και τις κατηγορίες των εργασιών αυτών, ενώ το εκάστοτε ύψος του βασικού ημερομισθίου των διαφόρων κατηγοριών (ειδών) φορτοεκφορτωτικών εργασιών ορίζεται με τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας : 1) Σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ.1 εδ.

β’ του Κανονισμού οι αποδοχές αδείας (και κατ’ επέκταση και το μαζί με αυτές καταβαλλόμενο επίδομα αδείας) του μόνιμου εργατικού προσωπικού ισούνται προς το γινόμενο των ημερών αδείας που δικαιούται κάθε μισθωτός επί το βασικό ημερομίσθιο της απασχόλησής του, όπως δε διευκρινίζεται με την παρ. δ του ίδιου άρθρου ως "βασικό ημερομίσθιο" για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας των μονίμων εργατών, λογίζεται αυτό της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το τελευταίο πριν από τη χορήγηση της αδείας τρίμηνο (και προκειμένου για εργάτες που απασχολούνται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες δημητριακών και γαιανθράκων το βασικό ημερομίσθιο που καθορίζεται για τις εργασίες αυτές).

Κατά δε τις παραγράφους 3 και 4 του ιδίου άρθρου 35 του ως άνω Κανονισμού "Μετά των αποδοχών κανονικής αδείας του εργατικού προσωπικού καταβάλλεται και το ιδιαίτερον επίδομα αδείας..." (παρ. 3) και "Εις άπαντας τους εργάτας (μονίμους, δοκίμους και ελευθέρους), τους καθ’ οιονδήποτε τρόπον απασχολουμένους κατά το μικτόν σύστημα ή επί ημερομισθίω εις φορτοεκφορτωτικάς και λοιπός συναφείς εργασίας του λιμένος, αι καταβαλλόμενοι αυτοίς αποδοχαί αδείας προσαυξάνονται κατά ποσοστόν 20%" (παρ. 4), το οποίο στη συνέχεια αυξήθηκε σε 25%.

Ως "επικρατέστερη απασχόληση" νοείται, κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 1 περ. δ του άρθρου 35, η επικρατέστερη κατά χρόνο, δηλαδή εκείνη η οποία είχε συνολικά τη μεγαλύτερη διάρκεια και στην οποία ο εργαζόμενος πραγματοποίησε τα περισσότερα ημερομίσθια κατά το τελευταίο πριν από την λήψη της άδειας τρίμηνο.

Βάση, επομένως, υπολογισμού των αποδοχών αδείας είναι το βασικό ημερομίσθιο και όχι η τελική αμοιβή που προκύπτει από τυχόν προσαυξήσεις λόγω αποδόσεως (για τους εργαζόμενους "επί αποδόσει") ή λόγω τριπλασιασμού του βασικού ημερομισθίου (για τους απασχολούμενους στις γερανογέφυρες) ή λόγω άλλων προβλεπομένων προσαυξήσεων, οι προκύπτουσες δε και καταβαλλόμενες με τον υπολογισμό αυτό αποδοχές αδείας προσαυξάνονται για όλους τους εργάτες κατά ποσοστό ήδη 25%. 2) Το ύψος του βασικού ημερομισθίου των (μονίμων κλπ.) εργατών του ΟΛΠ, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας, ορίζεται ειδικά στο άρθρο 23 παρ.1 του Κανονισμού (αναπροσαρμοζόμενο εκάστοτε με τις οικείες ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας) ανάλογα και σε αντιστοιχία με το είδος της απασχόλησής τους κατά τις διακρίσεις του άρθρου 12 παρ.1 του Κανονισμού (στο οποίο ρητά παραπέμπει το άρθρο 23 παρ.1), είναι δε αυτές:

α) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις γενικά χύδην φορτίων δημητριακών, γαιανθράκων κλπ., β) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις των λοιπών εν γένει εμπορευμάτων επί πλοίων γενικά και επί παντός είδους πλωτών μέσων, και γ) η απασχόληση σε κομιστικές εργασίες (μεταφοράς των εμπορευμάτων από τον τόπο της οριστικής εναπόθεσής τους στα μεταφορικά μέσα των παραληπτών και αντίστροφα), σε εργασίες μεταφοράς των αποσκευών των επιβατών, σε εργασίες κάλυψης και αποκάλυψης των υπαιθρίων εμπορευμάτων και σε λοιπές βοηθητικές εργασίες σχετιζόμενες με την φορτοεκφόρτωση.

Για τις ως άνω εργασίες ορίζεται με την άνω διάταξη του άρθρου 23 παρ.1 του Κανονισμού το βασικό ημερομίσθιο γι’ αυτούς που απασχολούνται στις φορτοεκφορτώσεις χύδην φορτίων (άρθ. 23 παρ.1 εδ. α), γι’ αυτούς που απασχολούνται στις φορτοεκφορτώσεις λοιπών εμπορευμάτων και σε κομιστικές εργασίες (άρθ. 23 παρ.1 εδ.

β) και γι’ αυτούς που απασχολούνται σε φορτοεκφορτώσεις εμπορευματοκιβωτίων (containers) δια της γερανογέφυρας του Ο.Λ.Π. (άρθ. 23 παρ.1 εδ. γ). Ειδικότερα οι απασχολούμενοι σε φορτοεκφορτώσεις εμπορευματοκιβωτίων (containers) δια της γερανογέφυρας του Ο.Λ.Π. λαμβάνουν αμοιβή ίση με τρία (3) βασικά ημερομίσθια λιμενεργάτη.

Στις κατηγορίες αυτές απασχόλησης που προβλέπει η ρύθμιση του ως άνω άρθρου 12 παρ. 1 του Κανονισμού ειδικότερα, δεν προβλέπεται και δεν περιλαμβάνεται στο ως άνω άρθρο, ως είδος απασχόλησης η "επί αποδόσει", αφού αυτή, κατά το άρθρο 20 του Κανονισμού, που έχει ακριβώς τον τίτλο "τρόπος διεξαγωγής της εργασίας", προβλέπεται ως τρόπος εργασίας και όχι ως κατηγορία (διάκριση) απασχόλησης.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 20 του Κανονισμού: α) η εργασία στον λιμένα διεξάγεται "επί αποδόσει" στις περιπτώσεις εκφόρτωσης ή φόρτωσης και ειδικότερα στις περιπτώσεις της, από το κύτος ή τις φορτηγίδες μέχρι τον τόπο οριστικής απόθεσης, μεταφοράς αα) γαιανθράκων, ορυκτών, μεταλλευμάτων, πορσελάνης και χωμάτων (χύμα) χωρίς τη χρήση αρπάγης, ββ) σιτηρών και λοιπών δημητριακών "εις χύμα", χωρίς τη χρήση αρπάγης, γγ) ξυλείας, δδ) φορτίων σε σάκους γενικά, εε) σιδήρων, σιδηροφύλλων κλπ, στστ) ειδών γενικού εμπορίου και ζζ) φορτίων πλοίων ψυγείων εν ενεργεία, κατ’ εξαίρεση, όμως, εφόσον οι συνθήκες διεξαγωγής των εργασιών για τα παραπάνω φορτία (υπό στοιχεία αα-ζζ) παρεμποδίζουν την "επί αποδόσει" εργασία με τον ως άνω τρόπο, αυτός μπορεί με απόφαση των αρμοδίων οργάνων να μεταβληθεί (επειδή ακριβώς η "επί αποδόσει" εργασία δεν αποτελεί είδος απασχόλησης, αλλά τρόπο εκτέλεσης της εργασίας) σε εργασία "επί ημερομισθίω", β) Η εργασία "επί ημερομισθίω" εκτελείται για αα) την από την αποθήκη ή ύπαιθρο μεταφορά όλων των ανωτέρω φορτίων (πλην της ξυλείας) μέχρι το μεταφορικό μέσο του παραλήπτη και αντίστροφα (κομιστική εργασία), ββ) φορτοεκφορτώσεις αποσκευών των επιβατών, γγ) φορτοεκφορτώσεις νωπών ιχθύων, φρούτων και λαχανικών, δδ) φορτοεκφορτώσεις φορτίων κάθε είδους "εις χύμα" (με αρπάγη ή μηχανήματα αναρρόφησης) και εε) εργασίες εκφόρτωσης βαγονιών και αυτοκινήτων που μεταφέρουν οδικώς εμπορεύματα εξωτερικού, ενώ, κατά την περαιτέρω ρύθμιση του αυτού άρθρου, οι εργασίες πλήρωσης και εκκένωσης εμπορευματοκιβωτίων, ρυμουλκούμενων οχημάτων και αυτοκινήτων μεταφερομένων με οχηματαγωγά πλοία εξωτερικού, καθώς και οι εργασίες φορτοεκφόρτωσης στρατιωτικών εφοδίων επί αυτοκινήτων κλπ, μπορούν να εκτελούνται "επί αποδόσει" με βάση τους έξι (6) τόνους κατ’ εργάτη κλπ.

Η αμοιβή για την "επί αποδόσει" εργασία έχει προβλεφθεί στο άρθρο 27 και καταβάλλεται και στις τρεις περιπτώσεις απασχόλησης του άρθρου 12 παρ.1 επιπρόσθετα του βασικού ημερομισθίου του άρθρου 23 παρ. 1. Εξ άλλου με το άρθρο 26 του Κανονισμού προβλέπονται οι καθοριζόμενες σε αυτό έκτακτες αμοιβές για την "επί ημερομισθίω εργασίαν", ενώ με το άρθρο 28 αυτού προβλέπονται οι καθοριζόμενες εκεί πρόσθετες και έκτακτες αμοιβές για την "επί αποδόσει εργασίαν", όπως για πρόσθετες εργασίες ανοίγματος και κλεισίματος των κυτών του πλοίου, εξαρμώσεις διαφραγμάτων (μπουλμέδων) ή υποστηριγμάτων και περισυλλογή της ξυλείας κλπ, για καθυστέρηση ενάρξεως εργασίας ή διακοπή αυτής εντός των κανονικών χρονικών ορίων απασχολήσεως, για καθυστερήσεις σημειούμενες σε έκτακτα χρονικά όρια εργασίας τακτικών και εκτάκτων φυλακών κλπ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 30 παρ.1 του ιδίου Κανονισμού το "ασφαλιστικό ημερομίσθιο", που καταβάλλεται στους μόνιμους εργάτες για όσες εργάσιμες ημέρες δεν διατίθενται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες του λιμένος λόγω έλλειψης εργασίας, είναι ίσο προς αυτό που καταβάλλεται στους μόνιμους εργάτες που απασχολούνται σε κομιστικές εργασίες του άρθρου 23 παρ.1 εδ.

β, μετά των συντρεχόντων επιδομάτων εμπειρίας, ειδικών συνθηκών και γάμου, δεν αποτελεί, δηλαδή, το "ασφαλιστικό ημερομίσθιο" το κατώτερο ημερομίσθιο, αλλά αυτό καθορίζεται ίσο προς το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο για τις κομιστικές εργασίες, κατά δε το άρθρο 31 παρ. 1 σε περίπτωση ματαίωσης προγραμματισμένης εργασίας καταβάλλεται το βασικό ημερομίσθιο.

Τέλος, με τα άρθρα τέταρτο παρ. 3 και πέμπτο εδ. τελευταίο του Ν. 2668/1999, ο ως άνω Κανονισμός Εργασίας Εργατών ... διατηρήθηκε, καταρχάς, σε ισχύ και μετά την μετατροπή της αναιρεσείουσας από ΝΠΔΔ σε ανώνυμη εταιρεία, ενώ με την 5115.01/02/2004 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών - Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β’ 390/26.2.2004) εγκρίθηκε και δημοσιεύθηκε ο καταρτισθείς στα πλαίσια και κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων τέταρτου, δωδέκατου και δέκατου τρίτου του ως άνω Ν. 2688/1999 Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της ... (που άρχισε να ισχύει 10 ημέρες μετά τη δημοσίευσή του στην ΕτΚ, κατά το άρθρο 83 αυτού) για τη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων σ’ αυτήν.

Σύμφωνα δε με αυτόν το προσωπικό της αναιρεσείουσας (τακτικό, έκτακτο και δόκιμο), στο οποίο υπάγεται ως ιδιαίτερη υπηρεσιακή κατηγορία το λιμενεργατικό προσωπικό και δη οι λιμενεργάτες (άρθρο 5 παρ.Ια, 2 και 4α), δικαιούται ετήσιας άδειας με αποδοχές, καθώς και επιδόματος αδείας, σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία (γίνεται, δηλαδή, παραπομπή στον α.ν. 539/1945) σε συνδυασμό με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας ε.γ.σ.σ.ε., τις ειδικότερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που εφαρμόζονται στην εταιρεία (αναιρεσείουσα) και τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού (άρθρο 55 παρ.1). (ΟλΑΠ 5/2011).

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΑΠ 58/2015).

Στη προκειμένη περίπτωση, με την 7343/2008 αγωγή, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ’ αυτή, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εργάζονταν ως λιμενεργάτες στην εναγόμενη, ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στον πρώτο 25.801,21 ευρώ και στο δεύτερο 19.274,75 ευρώ, που αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ καταβλητέων και καταβληθεισών αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας για τα έτη 2001 έως 2005, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε μερικώτερο κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από τη επίδοση προγενέστερης όμοιας αγωγής, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε 5875/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία η αγωγή αυτή έγινε κατά ένα μέρος δεκτή. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων πλευρών, έγιναν δεκτές αυτές (εφέσεις), εξαφανίστηκε η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, και έγινε η αγωγή κατά ένα μέρος δεκτή κατ’ ουσίαν.

Το Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες (έγγαμος ο πρώτος με τρία τέκνα και έγγαμος ο δεύτερος με δύο τέκνα) προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο οργανισμό (πρώην νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και ήδη από 2-5-1999 με το ν. 2688/1999 με τη μορφή Ν.Π.Ι.Δ. ανώνυμης εταιρείας), την 26-2-1963 ο πρώτος και την 14-6-1977 ο δεύτερος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργασθούν στον τελευταίο με την ειδικότητα του λιμενεργάτη.

Αντικείμενο της εργασίας των εναγόντων είναι η εκτέλεση κάθε λιμενεργατικής εργασίας, η οποία σχετίζεται με τη φορτοεκφόρτωση και διακίνηση φορτίων εντός του χώρου του .... Οι όροι εργασίας των εναγόντων διέποντο από τον κανονισμό εργασίας εργατών ... και από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που καταρτίζονταν μεταξύ ΟΛΠ και σωματείου των εργαζομένων με την επωνυμία Ένωση μονίμων και δοκίμων λιμενεργατών ΟΛΠ.

Ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες οι ενάγοντες κατανέμονταν από τα αρμόδια όργανα του ΟΛΠ και απασχολούνταν με όλα τα είδη των λιμενικών εργασιών, είτε αυτές διεξάγονταν με απόδοση είτε με σταθερό ημερομίσθιο, και ανάλογα με την εργασία που παρείχαν καταβαλλόταν σε αυτούς το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του κανονισμού και τις οικείες ΕΣΣΕ σταθερό ημερομίσθιο ή το κυμαινόμενο ημερομίσθιο απόδοσης που αναλογεί στις ποσότητες που φορτοεκφορτώνονται επί πλέον του ελάχιστου ορίου φορτοεκφόρτωσης, με βάση δε το ημερομίσθιο αυτό διαμορφώνονταν και καταβάλλονταν κατά την ένδικη χρονική περίοδο, δηλαδή από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2003 ο πρώτος και μέχρι 31-12-2005 ο δεύτερος, όλα τα προβλεπόμενα επιδόματα και οι λοιπές πρόσθετες παροχές εκτός από τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας.

Πιο συγκεκριμένα οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας που λάμβαναν οι ενάγοντες κατά την ως άνω χρονική περίοδο, δεν διαμορφώνονταν με βάση το ημερομίσθιο που προέκυπτε από την πραγματική απόδοσή τους και καταβαλλόταν σ’ αυτούς, ούτε από το ημερομίσθιο που αναλογούσε στην επικρατέστερη απασχόλησή τους κατά το τελευταίο τρίμηνο (και δωδεκάμηνο για το επίδομα) πριν από τη λήψη της αδείας, όπως θα έπρεπε, βάσει των νομικών σκέψεων που αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, αλλά με βάση το κατώτερο ημερομίσθιο ασφαλείας προσαυξημένο κατά 20% από το έτος 1990 και 25% αργότερα, η οποία προβλέφθηκε με τις αντίστοιχες ΕΣΣΕ.

Ο τρόπος αυτός υπολογισμού των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας των εναγόντων σε ποσά κατώτερα από εκείνα που αναλογούν στο προβλεπόμενο και πραγματικά καταβαλλόμενο ημερομίσθιο απόδοσης, καθώς και στο ημερομίσθιο της επικρατέστερης απασχόλησης αυτών κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από τη λήψη της αδείας, είναι βλαπτικός γι’ αυτούς, οι οποίοι δικαιούνται να αξιώσουν τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο απόδοσης και της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από τη λήψη της αδείας, σύμφωνα με τις ευμενέστερες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και του κανονισμού εργασίας εργατών ..., οι οποίες υπερισχύουν από τις σχετικές (κανονιστικού περιεχομένου) δυσμενέστερες προβλέψεις των οικείων ΕΣΣΕ.

Επομένως ο τέταρτος λόγος της εφέσεως του εναγομένου με τον οποίο υποστήριζε τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Οι ενάγοντες από της προσλήψεώς των μέχρι την 31-12-2003 οι πρώτος και μέχρι την 31-12-2005 ο δεύτερος εργάστηκαν συνεχώς και αδιαλείπτως στον εναγόμενο οργανισμό, ο οποίος με τις πρωτόδικες προτάσεις του, αλλά και με τον τρίτο λόγο της εφέσεως προβάλλει την ένσταση της παραγραφής, ισχυριζόμενος ότι οι αξιώσεις των εναγόντων κατά τα έτη 2001, 2002, 2003 για τον υπολογισμό των αποδοχών και επιδόματος αδείας με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο και της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το τελευταίο τρίμηνο από τη λήψη της αδείας τους, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω, δηλαδή με τις ευμενέστερες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και του κανονισμού εργασίας εργατών ..., έχουν παραγραφεί.

Όμως η προβλεπόμενη στο άρθρο 31 §3 του κανονισμού οικονομικής διαχείρισης του ΟΛΠ παραγραφή έχει διακοπεί. Ειδικότερα δυνάμει α) της από 19-12-2003 με αριθμό κατάθεσης .../24-12-2003 αγωγής προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 31-12-2003 (βλ. την υπ’ αριθ. .../31-12-2003 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Σ.

Μ. - Κ.), β) της από 1-10-2005 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...13-10-2005 αγωγής προς το Ειρηνοδικείο Πειραιά που επιδόθηκε στον εναγόμενο 30-12-2005 (βλ. την υπ’ αριθ. .../30-12-2005 έκθεση επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας), γ) της από 1-10-2005 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../13.10.2005 αγωγής προς το Ειρηνοδικείο Πειραιά που επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 30-12-2005 (βλ.

την υπ’ αριθ. .../30-12-2005 έκθεση επίδοσης της ιδίας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας) και δ) της από 28-12-2006 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...28.12.2006 αγωγής προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 29-12-2006 (βλ. την υπ’ αριθ. ...29-12-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Γ.

Β.) που άσκησε ο πρώτος των εναγόντων και δυνάμει α) της από 19.12.2003 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../24.12.2003 αγωγής προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά που επιδόθηκε στον εναγόμενο την 31-12-2003 (βλ. την υπ’ αριθ. .../31-12-2003 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Σ. Μ. - Κ.), β) της από 8.4.2005 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../14.10.2005 αγωγής προς το Ειρηνοδικείο Πειραιά που επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 30-12-2005 (βλ.

την υπ’ αριθ. .../30-12-2005 έκθεση επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας), γ) της από 8.4.2005 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../19.10.2005 αγωγής προς το Ειρηνοδικείο Πειραιά, που επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 30-12-2005 (βλ. την υπ’ αριθ. ...30-12-2005 έκθεση επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας) και δ) της από 28/12/2006 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...28.12.2006 αγωγής προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά που επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 29-12-2006 (βλ.

την υπ’ αριθ. .../29-12-2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Γ. Β.) που άσκησε ο δεύτερος των εναγόντων οι ενάγοντες ζήτησαν αμοιβές που αφορούν τις ίδιες αξιώσεις τούτων για τα έτη 2001, 2002 και 2003 και επομένως διακόπηκε η ανωτέρω διετής παραγραφή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 261 Α.Κ.

Οι ανωτέρω αγωγές ήταν εκκρεμείς μέχρι και την ημέρα κοινοποιήσεως της επίδικης αγωγής στις 9-7-2008 (βλ. με αριθμό ...-7-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Γ. Β.) οπότε οι ενάγοντες παραιτήθηκαν (με το δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής) από τις προηγούμενες αγωγές. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι:

α) κατά το στάδιο της άσκησης των προαναφερομένων αγωγών, οι ένδικες αξιώσεις δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή, αφού αυτή διακόπηκε εμπρόθεσμα, β) κατά το στάδιο της εκκρεμοδικίας, αυτές δεν παραγράφηκαν εν επιδικία και γ) μετά τη λήξη της εκκρεμοδικίας οι αξιώσεις αυτές δεν έχουν υποκύψει σε παραγραφή, αφού η ένδικη αγωγή ασκήθηκε ταυτόχρονα με την παραίτηση των εναγόντων από τις προγενέστερες, ήτοι πριν παρέλθει η προθεσμία των έξι μηνών που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 263 εδ.

β’ Α.Κ. Επομένως ορθά έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η αντένσταση των εναγόντων περί διακοπής της παραγραφής και απορρίφθηκε η σχετική ένσταση του εναγόμενου, ο δε τρίτος λόγος της εφέσεως του τελευταίου με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με βάση τον κανονισμό εργασίας εργατών ..., το άρθρο 23 του ν. 993/1979 και τις Ε.Σ.Σ.Ε. που ισχύουν από το έτος 1989 και εντεύθεν, οι ημέρες αδείας των εργατών του ΟΛΠ διαμορφώνονται σε 33 ημερολογιακές ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 31, ή, όταν δεν έκαναν χρήση των 15 ημερών κανονικής αδείας τους κατά τη θερινή περίοδο, στις 38 ημερολογιακές ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 36 ημέρες. Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι 31- 12-2005 δεν προέκυψε ότι στο μηνιαίο σύνολο των αποδοχών των εναγόντων περιλαμβάνονται και ποσά που αντιστοιχούν σε παράνομες υπερωρίες, έξοδα κινήσεως και αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν συνυπολογίζονται στην εξεύρεση των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας. Κατόπιν των ανωτέρω:

Α.-Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΝΑΓΩΝ Δ. Λ. δικαιούται:

1.- ΓΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΑΔΕΙΑΣ Α.- Κατά το έτος 2001 έλαβε άδεια επί 33 ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 31 ημέρες και συγκεκριμένα από 20.8.01 έως 14.9.01 επί 26 ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 24 ημέρες και από 26.12.01 έως 1.1.02 για 7 ημέρες. Ήτοι έπρεπε να λάβει συνολικά 5171,85 € [1.404.430 δρχ. το Μάιο 2001 + 1.136.469 δρχ. τον Ιούνιο 2001 + 1.599.406 δρχ. τον Ιούλιο 2001 = 4.140.305 δρχ. : 3 μήνες απασχόλησης = 1.380.101 δρχ. ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου: 25 ημέρες = 55.204 δρχ. το ημερομίσθιο X 24 ημέρες αδείας = 1.324.897 δρχ. (3.888,18 €)] + [771.939 δρχ. το Σεπτέμβριο 2001 + 1.446.895 δρχ. τον Οκτώβριο 2001 + 2.467.712 δρχ. το Νοέμβριο 2001 = 4.686.546 δρχ.: 3 μήνες απασχόλησης = 1562182 δρχ. ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου: 25 ημέρες = 62490 δρχ. το ημερομίσθιο X 7 ημέρες αδείας = 437411 δρχ. (1283,67€)]. Ο εναγόμενος κατέβαλε 459.369 δρχ. δηλαδή το ισόποσο των 1.348,11 €. Απομένει προς καταβολή υπόλοιπο από 3823,74 €.

Β.- Κατά το έτος 2002 έλαβε άδεια επί 33 ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 31 ημέρες και συγκεκριμένα από 19.8.02 έως 12.9.02 επί 25 ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 23 ημέρες και από 2.1.03 έως 9.1.03 για 8 ημέρες. Ήτοι έπρεπε να λάβει συνολικά 6061,01 € [6.085,49 € το Μάιο 2002 + 476,58 € τον Ιούνιο 2002 + 6.175,03 € τον Ιούλιο 2002 = 12.737,10 € : 3 μήνες απασχόλησης = 4245,70 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου : 25 ημέρες = 169,83 € το ημερομίσθιο X 23 ημέρες αδείας = 3906,09 €] + [6.340,12 € τον Οκτώβριο 2002 + 6.730,04 € το Νοέμβριο 2002 + 7.132,25 € το Δεκέμβριο 2002 = 20.202,41 € : 3 μήνες απασχόλησης = 6.734,14 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου: 25 ημέρες = 269,37 € το ημερομίσθιο X 8 ημέρες αδείας = 2.154,92 €]. Ο εναγόμενος κατέβαλε 1.584,22 €. Απομένει προς καταβολή υπόλοιπο από 4476,79 €.

2.- ΓΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΑΔΕΙΑΣ Α.- Κατά το έτος 2001 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας, τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή το ποσό των 1807,00 € [1.735.788 δρχ. τον Ιούλιο 2000 + 797.232 δρχ. τον Αύγουστο 2000 + ‘ ..000.356 δρχ. τον Σεπτέμβριο 2000 + 1.283.786 δρχ. τον Οκτώβριο 2000 + 1.125.495 δρχ. το Νοέμβριο 2000 + 1.032.294 δρχ. το Δεκέμβριο 2000 + 1.132.721 δρχ. τον Ιανουάριο 2001 + 1.244.305 δρχ. το Φεβρουάριο 2001 + 1.066.800 δρχ. το Μάρτιο 2001 + 1.249.823 δρχ. τον Απρίλιο 2001 + 1.404.430 δρχ. το Μάιο 2001 + 1.136.469 δρχ. τον Ιούνιο 2001 = 14.209.499 δρχ., δηλαδή το ισόποσο των 41.700,66 € : 2 μήνες απασχόλησης = 3.475,06 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών : 25 ημέρες = 139 € το ημερομίσθιο X 13 ημέρες], Αντ’ αυτών έλαβε 565,34 €. Απομένει προς καταβολή υπόλοιπο από 1.241,66 €.

Β.- Κατά το έτος 2002 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας, τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή το ποσό των 2.147,34 € [1.599.406 δρχ. (4.693,78 €) τον Ιούλιο 2001 + 910.107 δρχ. (2.670,89 €) τον Αύγουστο 2001 + 771.939 δρχ. (2.265,41 €) τον Σεπτέμβριο 2001 + 1.446.895 δρχ. (4.246,21 €) τον :-...... 2001 + 1.467.712 δρχ. (4.307,30 €) το Νοέμβριο 2001 + 1.277.792 δρχ. (3.749,94 €) το 3ριο 2001 + 4.371,85 € τον Ιανουάριο 2002 + 4.535,10 € το Φεβρουάριο 2002 + 6.063,19 € το .... 2002 - 6.088,35 € τον Απρίλιο 2002 + 6.085,49 € το Μάιο 2002 + 476,58€ τον Ιούνιο 2002 =49.554,09 € : 12 μήνες απασχόλησης = 4.129,51 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών: 25 ημέρες = 165,18 ευρώ το ημερομίσθιο X 13 ημέρες]. Αντ’ αυτών έλαβε 664,35 €. Απομένει προς καταβολή υπόλοιπο από 1482.99 €.

Β. Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΝΑΓΩΝ Μ. Τ. δικαιούται 1.- ΓΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΑΔΕΙΑΣ Α.- Κατά το έτος 2001 έλαβε άδεια επί 33 ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 31 ημέρες και συγκεκριμένα από 6.8.01 έως 31.8.01 επί 26 ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 24 ημέρες και από -.2.02 έως 10.2.02 για 7 ημέρες. Ήτοι έπρεπε να λάβει συνολικά 3.652,07 € [935.312 δρχ. το Μάιο 2001 + ..,059.878 δρχ. τον Ιούνιο 2001+ 991.222 δρχ. τον Ιούλιο 2001 = 2.986.412 δρχ.: 3 μήνες απασχόλησης = 995.470 δρχ. ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου: 25 ημέρες = 39.818 δρχ. το ημερομίσθιο X 24 ημέρες αδείας = 955.651 δρχ. (2.804,55 €)] + [992.117 δρχ. (2.911,57 €) το Νοέμβριο 2001 + 985.938 δρχ. (2.893,43 €) το Δεκέμβριο 2001 + 3.275,56 € τον Ιανουάριο 2002 = 9.080,56 €: 3 μήνες απασχόλησης = 3.026,85 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου: 25 ημέρες = 121,07 € το ημερομίσθιο X 7 ημέρες αδείας = 847,52 €]. Ο εναγόμενος κατέβαλε 631.276 δρχ. δηλαδή το ισόποσο των 1.852,61 €. Απομένει προς καταβολή υπόλοιπο από 1.799,46 €.

Β.- Κατά το έτος 2002 έλαβε άδεια επί 33 ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 31 ημέρες και συγκεκριμένα από 15.7.02 έως 2.8.02 επί 19 ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 17 ημέρες, από 21.10.02 έως 27.10.02 για 7 ημέρες και από 10.2.03 έως 16.02.03 για 7 ημέρες. Ήτοι έπρεπε να λάβει συνολικά 4.055,606 [3.004,85 € τον Απρίλιο 2002 + 3.714,02 € το Μάιο 2002 + 3.258,63 € τον Ιούνιο 2002 = 9.977,50 € : 3 μήνες απασχόλησης = 3.325,83 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου: 25 ημέρες = 133,03 € το ημερομίσθιο X 17 ημέρες αδείας = 2.261,57 €] + [1.600,22 € τον Ιούλιο 2002 + 3.906,49 € τον Αύγουστο 2002 + 3.567,75 € το Σεπτέμβριο 2002 = 9.074,46 : 3 μήνες απασχόλησης = 3.024,82 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου: 25 ημέρες = 120,99 € το ημερομίσθιο X 7 ημέρες αδείας = 846,93 €] + [3.921,19 € το Νοέμβριο 2002 + 3.200,74 € το Δεκέμβριο 2002 + 3.025,58 € τον Ιανουάριο 2003 = 10.147,51 € : 3 μήνες απασχόλησης = 3.382,50 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου : 25 ημέρες = 135,30 € το ημερομίσθιο X 7 ημέρες = 947,10]. Ο εναγόμενος κατέβαλεί.976,99 €. Απομένει προς καταβολή υπόλοιπο από 2.078,61 €.

Γ.- Κατά το έτος 2004 έλαβε άδεια επί 38 ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 36 ημέρες και συγκεκριμένα από 12.12.04 έως 24.12.04 επί 13 ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 11 ημέρες, από έως 31.12.04 για 6 ημέρες και από 15.3.05 έως 2.4.05 για 19 ημέρες. Ήτοι έπρεπε να λάβει συνολικά 5480,02 € [4.447,65 € το Σεπτέμβριο 2004 + 4.457,95 € τον Οκτώβριο 2004 + 4.801,15 € το Νοέμβριο 2004 = 13.706,75 € : 3 μήνες απασχόλησης = 4.568,92 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου: 25 ημέρες = 182,76 € το ημερομίσθιο X 11 ημέρες αδείας = 2.010,36 €] + [4.447,65 € το Σεπτέμβριο 2004 + 4.457,95 € τον Οκτώβριο 2004 + 4.801,15 € το Νοέμβριο 2004 = 13.706,75 €: 3 μήνες απασχόλησης = 4.568,92 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου : 25 ημέρες = 182,76 € το ημερομίσθιο X 6 ημέρες αδείας = 1.096,56 € ] + [2.803,09 € το Δεκέμβριο 2004 + 3.238,55 € τον Ιανουάριο 2005 + 3.325,61 € το Φεβρουάριο 2005 = 9.367,25 € : 3 μήνες απασχόλησης = 3.122,42 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου : 25 ημέρες = 124,90 € το ημερομίσθιο X 19 ημέρες = 2373,10 €]. Ο εναγόμενος κατέβαλε 2.516,79 €. Απομένει προς καταβολή υπόλοιπο από 2.963,23 €.

Δ.- Κατά το έτος 2005 έλαβε άδεια επί 33 ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 31 ημέρες και συγκεκριμένα από 24.7.05 έως 31.7.05 επί 8 ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 6 ημέρες, από 19.11.05 έως 27.11.05 για 9 ημέρες, από 13.3.06 έως 17.3.06 για 5 ημέρες και από 21.3.06 έως 31.3.06 για 11 ημέρες. Ήτοι έπρεπε να λάβει συνολικά 5886,92 € [3.904.06 € τον Απρίλιο 2005 + 4.223,67 € το Μάιο 2005 - 2.105.83 € τον Ιούνιο 2005 = 10.233,56 € : 3 μήνες απασχόλησης = 3411,19 € όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου : 25 ημέρες = 136,45 € το ημερομίσθιο X 6 ημέρες αδείας =818.70 €] + [3.023,73 € τον Αύγουστο 2005 + 5.193,57 € το Σεπτέμβριο 2005 + 6.474,92 τον Οκτώβριο του 2005 = 14.692,22 € : 3 μήνες απασχόλησης = 4.897,41 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου: 25 ημέρες = 195,90 € το ημερομίσθιο X 9 το ημερομίσθιο X 13 ημέρες], Αντ’ αυτών έλαβε 776.90 €. Απομένει προς καταβολή υπόλοιπο από 737,47 €.

Β.- Κατά το έτος 2002 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας, τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή το ποσό των 1.437,41 € [991.222 δρχ. (2.908,94 €) τον Ιούλιο 2001 + 161.669 δρχ. (474,45 €) τον Αύγουστο + 924.197 δρχ. (2.712,24 €) τον Σεπτέμβριο 2001 + 1.053.655 δρχ. (3.092,16 €) τον Οκτώβριο 2001 + 992.117 δρχ. (2.911,57 €) το Νοέμβριο 2001 + 985.938 δρχ. (2.893,43 €) το Δεκέμβριο 2001 + 3.275,56 € τον Ιανουάριο 2002 + 2.674,91 € το Φεβρουάριο 2002 + 2.725,45 € το Μάρτιο 2002 + 3.004,85 € τον Απρίλιο + 3.714,02 € το Μάιο 2002 + 3.258,63 € τον Ιούνιο 2002 = 33.171,76 € : 12 μήνες απασχόλησης = 2764,31 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών: 25 ημέρες = 110,57 € το ημερομίσθιο X 13 ημέρες]. Αντ’ αυτών έλαβε 829,06 €. Απομένει προς καταβολή υπόλοιπο από 608,35 €.

Γ.- Κατά το έτος 2004 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας, τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή το ποσό των 1696,50 € [4.095,24 € τον Ιούλιο 2003 + 2.510,82 € τον Αύγουστο 2003 + 3.032,59 € τον Σεπτέμβριο 2003 + 3.792,98 € τον Οκτώβριο 2003 + 3.717,15 € το Νοέμβριο 2003 + 3.133,59 € το Δεκέμβριο 2003 + 3.329,19 € τον Ιανουάριο 2004 + 2.827,73 € το Φεβρουάριο 2004 + 2.833,85 € το Μάρτιο 2004 + 3.331,81 € τον Απρίλιο 2004 + 3.377,09 € το Μάιο 2004 + 3.169,39 € τον Ιούνιο 2004 = 39.151,43 €: 12 μήνες απασχόλησης = 3.262,62 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών: 25 ημέρες = 130,50 € το ημερομίσθιο X 13 ημέρες], Αντ’ αυτών έλαβε 908,84 €. Απομένει προς καταβολή υπόλοιπο από 787,66 €.

Δ.- Κατά το έτος 2005 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας, τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή το ποσό των 1869,79 € [3.176,25 € τον Ιούλιο 2004 + 3.647,86 € τον Αύγουστο 2004 + 4.447,65 € τον Σεπτέμβριο 2004 + 4.457,95 € τον Οκτώβριο 2004 + 4.801,15 € το Νοέμβριο 2004 + 2.803,09 € το Δεκέμβριο 2004 + 3.238,55 € τον Ιανουάριο 2005 + 3.325,61 € το Φεβρουάριο 2005 + 3.016,74 € το Μάρτιο 2005 + 3.904,06 € τον Απρίλιο 2005 + 4.223,67 € το Μάιο 2005 + 2.105,83 € τον Ιούνιο 2005 = 43.148,41 € : 12 μήνες απασχόλησης = 3595,70 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών: 25 ημέρες = 143,80 € το ημερομίσθιο X 13 ημέρες], Αντ’ αυτών έλαβε 983,07 €. Απομένει προς καταβολή υπόλοιπο από 886,72 €.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο πρώτος ενάγων Δ. Λ.δικαιούται συνολικά για ας ως άνω αιτίες το ποσό των 11025,18 (3823,74 + 4476,79 + 1.241,66 + 1.482,99) ο δε δεύτερος Μ. Τ. δικαιούται το συνολικό ποσό των 13.404,18 (1.799,46 + 2.078,61 + 2.963,23 +3542,68 + 737,47 - 608,35 + 787,66 + 886,72). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη επιδίκασε για τα άνω κονδύλια τα ποσά των 14021,24 € στον πρώτο και 15235,34 € στον δεύτερο αντιστοίχως, διότι - προέβη σε εσφαλμένους υπολογισμούς, διαιρώντας, προς εξεύρεση του ημερομισθίου, με βάση το οποίο υπολογίζει τις αποδοχές αδείας, το σύνολο των αποδοχών του τελευταίου πριν τη χορήγηση αδείας τριμήνου, όχι σταθερά δια του αριθμού 3 (και ακολούθως δια 25), όπως ορίζεται από τις προδιαληφθείσες " νομική σκέψη διατάξεις, αλλά δι’ αριθμού που προκύπτει από τις ημέρες πραγματικής απασχόλησης του εργαζομένου κατά το τελευταίο τρίμηνο (ο οποίος αριθμός είναι, ενίοτε, δεκαδικός μικρότερος του 3) και.

προς εξεύρεση του ημερομισθίου προς υπολογισμό του επιδόματος αδείας, το σύνολο των αποδοχών των τελευταίων 12 μηνών πριν από τη λήψη της αδείας, όχι σταθερά δια του αριθμού 12 (και ακολούθως διά 25), αλλά δι’ αριθμού (μικροτέρου) προκύπτοντος από τις ημέρες πραγματικής απασχόλησης εκάστου ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα του ως άνω δωδεκαμήνου.

Έτσι όμως το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, κατά το σημείο τούτο και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως του εναγόμενου. Ως προς τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του έτους 2003 πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΝΑΓΩΝ Δ. Λ. δικαιούται να λάβει:

Α. Για διαφορές αποδοχών αδείας.

Κατά το έτος 2003 έλαβε άδεια επί 38 ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 36 ημέρες και συγκεκριμένα από 24.11.03 έως 31.12.03. Ήτοι έπρεπε να λάβει συνολικά 10.802,97 € [8.635,09 € τον Αύγουστο 2003 + 7.432,19 € το Σεπτέμβριο 2003 + 6.438,90 € τον Οκτώβριο 2003 = 22.506,18 € : 3 μήνες απασχόλησης = 7.502,06 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου: 25 ημέρες = 300,08 € το ημερομίσθιο X 36 ημέρες αδείας = 10.802,97 ε]. Ο εναγόμενος κατέβαλε 1.936,55 €. Απομένει προς καταβολή υπόλοιπο από 8.866,42 €.

Β. Για διαφορές επιδόματος αδείας.

Κατά το έτος 2003 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας, τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή το ποσό των 3.221,40 € [6.175,03 € τον Ιούλιο 2002 + 4.172,77 € τον Αύγουστο 2002 + 3.666,81 € το Σεπτέμβριο 2002 + 6.340,12 € τον Οκτώβριο 2002 + 6.730,04 € το Νοέμβριο 2002 + 7.132,25 € το Δεκέμβριο 2002 + 5.924,69 € τον Ιανουάριο 2003 + 5.915,50 € το Φεβρουάριο 2003 + 7.026,20 € το Μάρτιο 2003 + 6.613,04 € τον Απρίλιο 2003 + 7.474,85 € το 2003 + 7.169,33 € τον Ιούνιο 2003 = 74.340,63 € 12 μήνες απασχόλησης = 6.195,05 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών: 25 ημέρες = 247,80 € το ημερομίσθιο X 13 ημέρες], Αντ’ αυτών έλαβε 699,31 €. Απομένει προς καταβολή υπόλοιπο από 2.522,09 €.

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Μ. Τ. δικαιούται να λάβει:

Α. Για διαφορές αποδοχών αδείας Κατά το έτος 2003 έλαβε άδεια επί 38 ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 36 ημέρες και συγκεκριμένα από 4.8.03 έως 17.8.03 επί 14 ημέρες με καταβαλλόμενες αποδοχές για 12 ημέρες, από 29.12.03 έως 4.1.04 για 7 ημέρες, από 22.2.04 έως 29.2.04 για 8 ημέρες και από 16.3.04 έως 24.3.04 για 9 ημέρες. Ήτοι έπρεπε να λάβει συνολικά 5.122,78 € [4.136,05 € το Μάιο 2003 + 3.776,98 € τον Ιούνιο 2003 + 4.095,24 € τον Ιούλιο 2003 = 12.008,27 € : 3 μήνες απασχόλησης = 4.002,76 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου: 25 ημέρες = 160,11 € το ημερομίσθιο X 12 ημέρες αδείας = 1.921,32 €] + [3.032,59 € το Σεπτέμβριο 2003 + 3.792,98 € τον Οκτώβριο 2003 + 3.717,15 € το Νοέμβριο 2003 = 10.722,72 € : 3 μήνες απασχόλησης = 3.574,24 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου: 25 ημέρες = 142,97 € το ημερομίσθιο X 7 ημέρες = 1.000,79 €] + [3.717,15 € το Νοέμβριο 2003 + 3.133,59 € το Δεκέμβριο 2003 + 3.329,19 € το Ιανουάριο 2004 = 10.179,93 € : 3 μήνες απασχόλησης = 3.393,31 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών του τελευταίου τριμήνου: 25 ημέρες = 135,73 € το ημερομίσθιο X 8 ημέρες = 1.085,84 €] +[ 3.133,59 € το Δεκέμβριο 2003 + 3.329,19 € τον Ιανουάριο 2004 + 2.827,73 € το Φεβρουάριο 2004 = 9.290,51 € : 3 μήνες απασχόλησης = 3.096,84 € ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών: 25 ημέρες = 123,87 € το ημερομίσθιο X 9 ημέρες = 1.114,83 Ε], Ο εναγόμενος κατέβαλε 2.417.76 €. Απομένει προς καταβολή υπόλοιπο από 2705,02 €.

Β. Για διαφορές επιδόματος αδείας.

Κατά το έτος 2003 έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας, τις αποδοχές 13 ημερομισθίων, δηλαδή το ποσό των 1.718,99 € [1.600,22 € τον Ιούλιο 2002 + 3.906,49 € τον Αύγουστο 2002 + 3.567,75 € τον : Σεπτέμβριο 2002 + 3.390,14 € τον Οκτώβριο 2002 + 3.921,19 € το Νοέμβριο 2002 + 3.200,74 € το Δεκέμβριο 2002 + 3.025,58 € τον Ιανουάριο 2003 + 2.788,26 € το Φεβρουάριο 2003 + 2.805,56 € το Μάρτιο 2003 + 3.549,67 € τον Απρίλιο 2003 + 4.136,05 € το Μάιο 2003 + 3.776,98 € τον Ιούνιο 2003 = 39.668,63 € : 12 μήνες απασχόλησης = 3.305,726 ο μηνιαίος μέσος όρος αποδοχών: 25 ημέρες = 132,23 € το ημερομίσθιο X 13 ημέρες], Αντ’ αυτών έλαβε 873,08 €.

Απομένει προς καταβολή υπόλοιπο από 845,91 €. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων μεταξύ .... και της ... ενόψει και επικείμενης υπογραφής Σ.Σ.Ε., το Δ.Σ./.... με την υπ’ αρ. ...-1-2004 απόφασή του αποφάσισε την καταβολή του ποσού της διαφοράς που είχε προκόψει από τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών αδείας και του επιδόματος κατά το έτος 2003, με την προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι λιμενεργάτες θα υπέγραφαν υπεύθυνες δηλώσεις ότι ικανοποιούνται πλήρως σχετικά με την απαίτησή τους για το έτος 2003 και ότι δεν έχουν καμιά άλλη αξίωση από την εταιρεία και ότι παραιτούνται από κάθε δικαστική ή εξώδικη διεκδίκηση μισθολογικής αξιώσεως που προέρχεται από την αιτία αυτή.

Τελικά, ανεξάρτητα από το ότι δεν υπήρξε τελικά συμφωνία των μερών για την κατάρτιση της ΣΣΕ και υπήρξε παραίτηση του Δ.Σ. της Ένωσης και εκλογή νέου, ο ΟΛΠ κατέβαλε τμηματικά τα κατωτέρω ποσά στους ενάγοντες: 1) Δ. Λ. στις 9-2-2004 (ευρώ 1549,26), 3-5-2004 (ευρώ 1549,26), 2-8-2004 (ευρώ 1549,26), και 10-11-2004 (ευρώ 1180,69) συνολικά 5828,47 ευρώ, από τα οποία ποσό 4371,35 αφορά εξόφληση αποδοχών αδείας και ποσό 1457,12 αφορά εξόφληση επιδόματος αδείας και 2) Μ.

Τ. στις 9-2-2004 (ευρώ 535,86 ), 3-5-2004 (ευρώ 535,86), 22-6-2004 (519,44 ευρώ), 2-8-2004 (535,86 ευρώ), 2-8-2004 (259,72 ευρώ), 10-11-2004 (259,45 ευρώ) ήτοι συνολικά 2646,19 ευρώ, από τα οποία ποσό 1984,64 ευρώ αφορά εξόφληση αποδοχών αδείας και ποσό 661,55 αφορά εξόφληση επιδόματος αδείας.

Για κάθε επί μέρους καταβολή οι ενάγοντες υπέγραψαν αντίστοιχη απόδειξη. Από το περιεχόμενο των αποδείξεων αυτών (οι οποίες περιέχουν και -ανίσχυρη- παραίτηση των εναγόντων από οποιαδήποτε αξίωση εκ της αυτής αιτίας) σαφώς προκύπτει ότι: α) οι καταβολές αυτές έγιναν για να καταλογισθούν συμμέτρως (βλ.

και άρθ. 422 περιπ. τελευταίο Α.Κ.) στα χρέη του εναγόμενου προς τους ενάγοντες για διαφορά αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας του 2003 και β) η σαφής συμφωνία των μερών ήταν, αντίθετα, με την ενδοτικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 423 Α.Κ.....ο καταλογισμός κάθε καταβολής να γίνει στο κεφάλαιο εκάστου χρέους και όχι στους τόκους που προέκυπταν από τη δήλη ημέρα καταβολής αυτών (οι οποίοι τόκοι -και του ως άνω εξοφληθέντος κεφαλαίου μέχρι την καταβολή- προδήλως οφείλονται).

Έτσι με βάση το σύμμετρο καταλογισμό, στο μεν Δ. Λ. από το συνολικό ποσό των 5828,47 ευρώ, ποσό 4371,35 αφορά εξόφληση αποδοχών αδείας και ποσό 1457,12 αφορά εξόφληση επιδόματος αδείας με απομένον υπόλοιπο 4.495,07 ευρώ και 1.064,97 ευρώ, αντιστοίχως για κάθε κονδύλιο, στο δε Μ. Τ. από το συνολικό ποσό των 2646,19 ευρώ, ποσό 1984,64 ευρώ αφορά εξόφληση αποδοχών αδείας και ποσό 661,55 αφορά εξόφληση επιδόματος αδείας με απομένον υπόλοιπο 720,38 ευρώ και 184,36 ευρώ, κατά μερική παραδοχή, ως ουσιαστικά βάσιμης της ενστάσεως εξοφλήσεως που πρότεινε ο εναγόμενος....." Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του και κατά μερική παραδοχή των εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων μερών εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και επεδίκασε στους ενάγοντες αναιρεσιβλήτους ως οφειλόμενες διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας του χρονικού διαστήματος των ετών 2001 έως και 2005, προκύπτουσες από τον υπολογισμό αυτών με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο απόδοσης και της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την λήψη της αδείας, δηλ.

τις καταβαλλόμενες αποδοχές τους (και όχι μόνο το βασικό ημερομίσθιο), τα συνολικά ποσά (α) στον 1° ενάγοντα των 16585,22 ευρώ καθώς και τους νόμιμους τόκους των μεταγενεστέρως εξοφληθέντων σχετικών κονδυλίων του έτους 2003 και (β) στον 2° ενάγοντα των 14.308,92 ευρώ, καθώς και τους νόμιμους τόκους των μεταγενεστέρως εξοφληθέντων κονδυλίων του έτους 2003.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εφόσον εφάρμοσε την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών και για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας κλπ. των αναιρεσιβλήτων εναγόντων έλαβε το σύνολο των αποδοχών με βάση την κυμαινόμενη και ανώτερη του βασικού ημερομισθίου αμοιβή απόδοσης, δηλ. τις πλήρεις αποδοχές, αλλά του τελευταίου τριμήνου πριν από την λήψη της αδείας, προέβη δηλ.

κατά την σύγκριση των αποδοχών κλπ. αδείας ως μίας ενότητας σε επιλεκτική εφαρμογή και της ρύθμισης του αρθ. 3 α.ν. 539/1945 και των διατάξεων του ως άνω Κανονισμού και δη του αρθ. 35 αυτού, παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο στην επιδίκαση διαφορών αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας μέρος της, παρελκούσης της έρευνας των δεύτερου και τρίτου, επικουρικά ασκηθέντων, αναιρετικών λόγων. Μετά από αυτά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνηση.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 93/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ