Supreme Court allows appeal on failure to consider evidence regarding land tax status in property dispute.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision in a property dispute involving land tax status. The appellant argued that the Court of Appeal failed to consider specific documents proving the property was not forest land, despite the law requiring such evidence to be examined. The Court found that the lower court's decision did not explicitly address these documents, constituting a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticle 559 no. 11 para. 3 of the Code of Civil Procedure; Article 335, 338, 339, 340 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence is admissible if it is indisputably certain from the decision that the court did not take into account the evidence presented by the parties.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 970 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 970/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Μαϊου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Δ. Κ., το γένος Γ. Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Δασκαλάκη.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 26-5-2010 κύρια παρέμβαση του αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 256/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 35/2013 του Εφετείου Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-12-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 24-4-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, κατά το τρίτο μέρος, λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 του ΚΠολΔ, χωρίς βέβαια να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, αναφορικά: α) με την ένδικη αίτηση της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας για τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως προς την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, το οποίο φέρεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" και β) την κύρια παρέμβαση του κυρίως παρεμβαίνοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου για τη διόρθωση υπέρ του της παραπάνω κτηματολογικής εγγραφής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η κτηματική περιφέρεια του πρώην Δ.Δ. ...
του πρώην Δήμου Ακρωτηρίου και νυν Δήμου Χανίων, στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη θέση "...", κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στα πλαίσια των εργασιών για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με το v. 2305/1995. Κατά το άρθρο 2 του ως άνω νόμου, κλήθηκαν όσοι έχουν εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητο της υπό κτηματογράφηση περιοχής να υποβάλλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματος και αναφορά στην αιτία κτήσης του.
Στην κτηματική περιφέρεια του ανωτέρω Δημοτικού Διαμερίσματος ανήκει και το επίδικο ακίνητο, το οποίο αποτυπώθηκε στο απόσπασμα του κτηματολογικού φύλλου, ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, με κωδικό αριθμό ΚΑΕΚ .... Δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...2-6-1989 πωλητηρίου-συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χανίων Α. Μ. - Τ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Χανίων, στον τόμο ...
και με αριθμό μεταγραφής ..., η αιτούσα αγόρασε από τους Ε. χήρα Χ. Τ., το γένος Κ. Β., Μ. συζ. Σ. Μ., το γένος Χ. Τ., Ι. Τ. του Χ., Χ. συζ. Ι. Κ., το γένος Χ. Τ., Γ. Τ. του Χ. και Α. συζ. Ν. Κ., το γένος Χ. Τ., ένα αγροτεμάχιο, εμβαδού 1.870 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσεως και 1.893,04 τ.μ. κατά νεώτερη καταμέτρηση, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του πρώην Δ.Δ. ...
του πρώην Δήμου Ακρωτηρίου και νυν Δήμου Χανίων, στη θέση "...", το οποίο εμφαίνεται και απεικονίζεται στο με χρονολογία Απρίλιος 2009 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Κ. Σ. με τα στοιχεία ... Με το ίδιο συμβόλαιο οι προαναφερθέντες πωλητές αποδέχθηκαν την κληρονομιά του Χ. Τ. του Ι., που απεβίωσε το έτος 1968, χωρίς να αφήσει διαθήκη και στην οποία, σύμφωνα με το συμβόλαιο, περιλαμβάνεται και το προπεριγραφέν ακίνητο, το οποίο, επίσης σύμφωνα με το συμβόλαιο, απέκτησε ο κληρονομούμενος με έκτακτη χρησικτησία και, συγκεκριμένα, ασκώντας από το έτος 1944, που, κατόπιν ατόπου διανομής μεταξύ αυτού και των υπολοίπων συγκληρονόμων του αποβιώσαντος πατέρα του Ι.
Τ., απέκτησε τη νομή, μέχρι το θάνατο του το έτος 1968, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ετών, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως πράξεις νομής. Δεν προέκυψε, όμως, από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι το επίδικο ακίνητο επί τουρκοκρατίας αποτελούσε ιδιωτική έκταση και ότι επ’ αυτού για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών ή τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών πριν από την εισαγωγή του Κρητικού Κώδικα, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, ασκούσε πράξεις νομής απώτερος δικαιοπάροχος του προαναφερθέντος, όπως η αιτούσα ισχυρίζεται με την προσθήκη των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Αντιθέτως, από τα προσκομιζόμενα από το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι το εν λόγω ακίνητο αποτελούσε δημόσια δασική έκταση, κατά την έννοια των άρθρων 3 του Ν. 998/1979 και 9 του Ν. 3208/2003. Πιο συγκεκριμένα, όπως προέκυψε από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του κυρίως παρεμβαίνοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου Α.
Σ., δασολόγου της Διεύθυνσης Δασών Χανίων, την με ημερομηνία 25-5-2010 έκθεση φωτοερμηνείας της δασολόγου της Διεύθυνσης Δασών Χανίων Μ. Σ. και το υπ’ αριθμ.πρωτ....26-5-2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Χανίων και των συνημμένων σε .αυτό τοπογραφικού διαγράμματος και αποσπασμάτων ορθοφωτοχάρτη, έτους λήψεως 1945 και 1998, το επίδικο ακίνητο εμφαίνεται ως εκτάσεως 2.449,74 τ.μ.
και αποτελεί τμήμα ευρύτερης δημόσιας δασικής έκτασης, εμβαδού 5.657,56 τ.μ., ενώ, σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση φωτοερμηνείας ζεύγους αεροφωτογραφιών της περιοχής, έτους λήψεως 1945, η επίδικη έκταση καλυπτόταν από θαμνώδη δασική βλάστηση, σε ποσοστό μεγαλύτερο του 25 % και δεν εμφάνιζε ίχνη καλλιέργειας, η δε ευρύτερη περιοχή ήταν της ίδιας μορφής.
Από τη βλάστηση αυτή, η οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα αποτελούσαν, μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές), μπορούσαν να παραχθούν με δασική εκμετάλλευση δασικά προϊόντα. Από το συνημμένο στο προαναφερθέν υπ’ αριθμ.πρωτ....26-5-2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Χανίων τοπογραφικό διάγραμμα προκύπτει ότι η επίδικη έκταση είχε την ίδια μορφή, ήταν, δηλαδή, δασική και κατά το χρόνο της κτηματογράφησης, πλην ενός μικρού τμήματος αυτής, εμβαδού 124,59 τ.μ., που είχε γεωργική μορφή.
Αλλά και από το προσκομιζόμενο απόσπασμα ορθοφωτοχάρτη του έτους 1998, στο οποίο αποτυπώνεται η επίδικη έκταση, εμφαίνεται ότι εντός της επίδικης έκτασης δεν υπάρχουν ούτε ελαιόδενδρα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας της αιτούσας, ούτε κάποιο άλλο ίχνος καλλιέργειας. Εν όψει των παραπάνω, αποδεικνύεται ο δασικός χαρακτήρας της επίδικης έκτασης, λόγω της ενυπάρχουσας επ’ αυτής βλάστησης, από την εποχή της τουρκοκρατίας και της "Κρητικής Πολιτείας", κατά την οποία στην Κρήτη ίσχυσαν οι διατάξεις του Κρητικού Αστικού Κώδικα (περίοδος από 23-7-1904 μέχρι και 11-5-1915) και περιήλθε στην κυριότητα του κυρίως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, διότι ήταν δάσος κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος του από 17-11/01-12-1836 διατάγματος και δεν είχε αναγνωριστεί προηγουμένως η κυριότητα ιδιώτη επ’ αυτού, κατά την προβλεπόμενη από το εν λόγω διάταγμα διαδικασία.
Η αιτούσα δεν επικαλείται, αλλά ούτε και αποδείχθηκε κυριότητα, νομή ή κατοχή στο πρόσωπο ιδιώτη (φυσικού ή νομικού προσώπου) και δη κάποιου απώτερου δικαιοπαρόχου σε χρόνο αναγόμενο προ της 11-5-1915, καθώς από εκείνο το χρονικό σημείο, και εντεύθεν, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, δεν επιτρεπόταν κτήση κυριότητας με χρησικτησία επί δημοσίων γαιών, άρα και δημοσίων δασικών εκτάσεων, δυνάμει του άρθρου 21 του Ν.Δ.
της 22-4/16-5-1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λπ." και η επίδικη έκταση, ως "δημοσία γαία", περιήλθε στο κυρίως παρεμβαίνον ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, ήτοι κατά διαδοχή της οθωμανικής αυτοκρατορίας μετά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Επομένως, η εν λόγω έκταση δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικής κυριότητας ή αντικείμενο πράξεων νομής ή κατοχής από ιδιώτη, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οι όποιες δε πράξεις νομής από τους δικαιοπαρόχους της και την ίδια, καθώς και οι δια συμβολαιογραφικών εγγράφων μεταβιβάσεις, που επικαλείται η αιτούσα, δεν προσπόρισαν κυριότητα στους δικαιοπαρόχους της και εν τέλει στην ίδια.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά τη σύνταξη του Εθνικού κτηματολογίου, το επίδικο ακίνητο καταχωρίσθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Ε. Β., με αρχική εγγραφή κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, λαμβάνοντας ΚΑΕΚ ... και με φερόμενο ιδιοκτήτη "άγνωστο". Η ανωτέρω αρχική εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας του κυρίως παρεμβαίνοντος επί του εν λόγω ακινήτου.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του εδέχθη τα ανωτέρω και κατόπιν απέρριψε την αίτηση και έκανε δεκτή την κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, ορθώς εκτίμησε τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι (δεύτερος και τρίτος) της υπό κρίση έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα.
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο της κρινομένης έφεσης, περί εσφαλμένης αναγνώρισης της κυριότητας του κυρίως παρεμβαίνοντος με την εκκαλούμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα αιτήματα τόσο της κύριας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου, όσο και της αίτησης της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας περί αναγνωρίσεως της κυριότητας εκάστου των διαδίκων επί του ενδίκου ακινήτου δεν είναι αυτοτελή, αλλά αποτελούν προδικαστικά ζητήματα του κύριου αντικειμένου, ήτοι της διόρθωσης της πρώτης εγγραφής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αίτηση της αναιρεσείουσας, καθώς και την έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης του Κτηματολογικού Δικαστή , με την οποία η αίτηση αυτή είχε απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και είχε γίνει δεκτή η κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου. Με τον πρώτο, κατά το τρίτο μέρος (επικουρικό) λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα: 1) της 36/2000 αμετάκλητης απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων του νομού Χανίων 2) του από 29/6/1998 τοπογραφικού διαγράμματος του μηχανικού Γ.
Β. 3) του ...2001 πιστοποιητικού της Δ/νσης Δασών Χανίων, από τα οποία, όπως διατείνεται, αποδεικνύεται ο μη δασικός χαρακτήρας του επίδικου ακινήτου. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και δη από τη βεβαίωση που υπάρχει σε αυτή ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί του δασικού χαρακτήρα του εν λόγω ακινήτου έλαβε υπόψη και "όλα τα έγγραφα που προσάγουν με επίκληση οι διάδικοι", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της, όπως αυτό εκτέθηκε αναλυτικά παραπάνω, δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο, κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα, δεδομένου ότι, ενώ γίνεται εκτεταμένη ανάλυση στην προσβαλλόμενη απόφαση του αποδεικτικού υλικού που προσκόμισε το κυρίως παρεμβαίνον, αντίθετα δεν γίνεται καμιά συγκεκριμένη αναφορά στα επίμαχα έγγραφα ούτε αντικρούεται ειδικά το περιεχόμενό τους, ενόψει και της αντίθετης ουσιαστικής κρίσης στην οποία κατέληξε το Εφετείο με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αίτηση της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση που θα συντίθεται από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθένος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495παρ.4 εδάφ.ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία όμως θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176,183,191παρ.2 ΚΠολΔ, 22 παρ.1 και 3 ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52αρ.18 ΕισΝΚΠολΔ, και όπως τούτο ισχύει μετά την ΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 35/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συντίθεται από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ