Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim due to failure to raise it at first instance.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Court of Appeal's rejection of an abuse of right objection. The appellants argued that the defendants had occupied the disputed land since 1925 without their knowledge, constituting an abuse of right under Article 281 of the Agricultural Code. The Court of Appeal rejected this claim because the defendants failed to prove they were unaware of the occupation or that they neglected to exercise their rights to prevent it. The Supreme Court upheld this decision, ruling that the objection was inadmissible as it was not raised at the first instance without justification.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 281 Agr. Code; Art. 559(1), (19) Civil Procedure Code: An objection based on abuse of right must be raised at the first instance; failure to do so renders it inadmissible unless justified by specific circumstances.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 970 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 970/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Χ1 και 2) Χ2, που παραστάθηκαν με τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Αναστασόπουλο και Δημήτριο Μαούνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ1 και 2)Ζ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαϊωάννου, βάσει δηλώσεως κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-1991 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8378/1991 προδικαστική,3962/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3499/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-10-2003 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 14-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τη διάταξη της παρ. 2 άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικα σε συνδυασμό με εκείνες των παρ. 1 και 3 του ίδιου άρθρου και τις διατάξεις των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου Κώδικα, 1 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 του Ν.Δ 1189/1972 ενόψει και της παρ. 1 του άρθρου 1 Α.Ν. 431/1968, κατά την οποία από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική νομοθεσία κληρούχους η εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση των κάθε φύσεως κλήρων τους με δικαιοπραξίες εν ζωή, υπό τον περιορισμό μόνο της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος, από την εγκατάστασή του στον κλήρο και αν ακόμη δεν παρέλαβε την κατοχή του, θεωρείται ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος νομής και χρησικτησίας από άλλον.
Ως εγκατάσταση στον κλήρο νοείται κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα και των προϊσχυσάντων αυτού αγροτικών νόμων, η παραχώρηση με απόφαση της Eπιτροπής Απαλλοτριώσεων ορισμένου κλήρου σε πρόσωπο δικαιούμενο αποκατάστασης. Την ίδια πλασματική νομή με τον κληρούχο έχουν κατ΄ επέκταση και οι κληρονόμοι του, διότι με τις προαναφερόμενες διατάξεις ο νομοθέτης είχε σκοπό να παράσχει και σ΄ αυτούς την ίδια με την κληρούχο προστασία.
Εξάλλου, κατά τις παραπάνω διατάξεις του Ν.Δ 1189/1972, το οποίο κατά το άρθρο του 16 παρ. 1 κατάργησε αντίστοιχες διατάξεις του Αγροτ. Κώδικα, η κυριότητα των κλήρων των μη παραμεθόριων περιοχών περιέρχεται «……αυτοδικαίως από της κυρώσεως της οριστικής διανομής, εις τους αναγεγραμμένους εις τους κτηματολογικούς πίνακες της οριστικής διανομής δικαιούχους τούτων….», ενώ αρμόδια για την έκδοση των οριστικών τίτλων κυριότητας είναι η Επιτροπή των Οριστικών Διανομών (Ε.Α.Π.), από τη δημοσίευση δε της σχετικής απόφασής της, κατά τον οριζόμενο τρόπο, θεωρείται ότι κυρώθηκε η οριστική διανομή.
Μετά όμως την ισχύ του Α.Ν. 431/1968 (23-5-1968) ο κληρούχος ή ο κληρονόμος του δεν θεωρείται πλέον κατά πλάσμα δικαίου νομέας του κλήρου αν δεν τον κατέχει πραγματικά, με συνέπεια να καθίσταται πλέον δυνατή η χωρίς τη θέληση του κληρούχου κτήση από τρίτον της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου (όχι όμως τμήματος αυτού), που μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο αναγκαίος για καθεμιά εξ αυτών χρόνος.
Τούτο μπορεί να συμβεί μόνον εφόσον έχει κυρωθεί, όπως ορίζει ο νόμος, η οριστική διανομή, αφού μόνον έκτοτε αποκτά ο κληρούχος την κυριότητα κλήρου που βρίσκεται σε μη παραμεθόρια περιοχή, ενώ μέχρι τότε η κυριότητα αυτού ανήκει στο Δημόσιο. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 1 περ.
α΄ άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του Α.Ν. 431/1968, διότι απέρριψε την ένσταση που είχαν προτείνει νόμιμα οι αναιρεσείοντες (εναγόμενο μέρος) σύμφωνα με την οποία δεν ανέφεραν οι αντίδικοί τους (ενάγον μέρος)ότι είχε εξοφληθεί το τίμημα του κλήρου προς το Δημόσιο από την κληρούχο μητέρα τους, προϋπόθεση που ήταν απαραίτητη για την επικαλούμενη κτήση της κυριότητάς του.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί, διότι η ένδικη αγωγή είναι αγωγή προστασίας της νομής λόγω αποβολής από αυτής, για την κτήση δε της νομής του επιδίκου από την κληρούχο (ή και της κυριότητας του κλήρου) δεν ήταν αναγκαία η εξόφληση του τιμήματός του προς το Δημόσιο.
ΙΙ.- Με το πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις για αντίστοιχες πλημμέλειες από τον αριθ. 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ που φέρονται ότι τελέστηκαν υπό τις ακόλουθες παραδοχές της, καθ΄ έκαστο μέρος του λόγου αναίρεσης: 1) Το Εφετείο δέχθηκε, κατ΄ ορθή εκτίμηση, ότι με βάση τον 252759/21-12-1962 οριστικό τίτλο κυριότητας του Υπουργείου Γεωργίας παραχωρήθηκε στη μητέρα των αναιρεσιβλήτων ..., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 189 του Αγροτ.
Κώδικα και την 73/1952 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, ως χήρα Μακεδονομάχου, κατά κυριότητα και νομή του αγροκτήματος ..., όπως περιγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Ότι η κληρούχος εκείνη, αφού εγκαταστάθηκε στη νομή του κλήρου έκτοτε από το αρμόδιο εποικιστικό Όργανο, νεμόταν τούτον η ίδια, ασκώντας εξακολουθητικά μέχρι το θάνατό της κατά την 10-7-1988, είτε αυτοπροσώπως είτε και με παρένθετα πρόσωπα, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, δηλωτικές της διανοία κυρίου εξουσίασης του από μέρους της (οι οποίες πράξεις και αναφέρονται αναλυτικά στην απόφαση), χωρίς ποτέ να ενοχληθεί στην άσκηση της πλασματικής νομής της από κανένα.
Η προσθήκη των λέξεων «πλασματικής νομής» δεν συνιστά αντίφαση στην αιτιολογία της απόφασης, όπως με το μέρος αυτό του λόγου αναίρεσης προβάλλεται, υπονοούσα δήθεν ότι η ακώλυτη νομή της κληρούχου ασκήθηκε μόνο μέχρι τις 23-5-1968, αφότου ισχύει ο Α.Ν. 431/1968, αλλ΄ αντίθετα, σε συνδυασμό με τις λοιπές παραδοχές της απόφασης, υποδηλώνει ότι η νομή του επιδίκου ασκήθηκε ακώλυτα μέχρι το θάνατό της κληρούχου.
Επίσης δεν συνιστά ανεπάρκεια αιτιολογιών η μη εξειδίκευση των παρένθετων προσώπων που φέρεται ότι βοήθησαν την κληρούχο στην άσκηση της νομής της, αφού η αναφορά των διακατοχικών πράξεων που άσκησε η ίδια αυτοπροσώπως ήταν αρκετή.
2) Το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του πρώτου αναιρεσείοντος ότι το επίδικο καλλιεργούσε με σιτηρά από το έτος 1925 ο πατέρας του ... επί σειρά ετών και στη συνέχεια, μετά το θάνατο εκείνου, η μητέρα του .... μέχρι το έτος 1975, δεχόμενο επίσης ότι μετά την οριστική διανομή των κλήρων του αγροκτήματος ...
που υλοποιήθηκε το έτος 1954, όλοι οι νόμιμοι κάτοικοι της περιοχής, όπως και το ζεύγος ..., δεν είχαν κανένα νόμιμο δικαίωμα να προβαίνουν σε καλλιεργητικές πράξεις σε οποιοδήποτε κληροτεμάχιο. Στο σημείο αυτό, αντικρούοντας ρητορικά την αντίθετη εκδοχή, την οποία εκ των προτέρων απέκρουσε η απόφαση, διέλαβε κατ΄ ορθή εκτίμηση, ότι, και αν ακόμη ήθελε υποστηριχθεί ότι το ζεύγος εκείνο, από το έτος 1954 και εφεξής συνεχώς μέχρι το έτος 1975, άσκησε διάφορες καλλιεργητικές πράξεις στο επίδικο, αυτές δεν ήταν ικανές να προσπορίσουν κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, αφού μέχρι την ισχύ του α.ν. 431/1968 μόνη η κληρούχος εθεωρείτο κατά πλάσμα του νόμου καλής πίστεως νομέας του κλήρου, ενώ ο χρόνος που διέρρευσε έκτοτε και μέχρι το έτος 1975 δεν ήταν αρκετός για συμπλήρωση χρησικτησίας με εικοσαετή νομή στο πρόσωπο τηςΧ1, που διαδέχθηκε το σύζυγό της μετά το θάνατό του το έτος 1969.
Οι παραδοχές αυτές και η επιχειρηματολογία του Εφετείου δεν συνιστούν αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια αιτιολογιών, όπως στο δεύτερο μέρος του κρινόμενου λόγου αναίρεσης, όπου απομονώνονται ορισμένες μόνον από αυτές, επιχειρείται να εμφανιστεί. Αβάσιμη είναι επίσης και η συναφής αιτίαση που προβάλλεται με το πέμπτο μέρος του λόγου αναίρεσης, κατά την οποία υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών στο σημείο όπου αναφέρεται ότι λόγω του αδιαμόρφωτου της περιοχής του ...
περί το έτος 1925, δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει ο εναγόμενος Χ1 με ακρίβεια ποιό συγκεκριμένο κτήμα φέρεται ότι καλλιέργησε ο πατέρας του. 3) Στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης διαλαμβάνονται και τα ακόλουθα: «…..Περί το έτος 1984 ολοκληρώθηκε το έργο διαμόρφωσης και διαπλάτυνσης και της οδού ... Ενόψει αυτής της διαπλάτυνσης που πραγματοποιήθηκε σε βάρος τμήματος του επίδικου ακινήτου, αλλά και ενόψει της συζητούμενης περί το έτος 1989 ένταξης της περιοχής στο σχέδιο πόλεως, η διαδικασία της οποίας άρχισε το έτος 1993, ο πρώτος ενάγων….μαζί με τον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο και φίλο του…και τη συνεργάτιδα του τελευταίου….μετέβη κατά μήνα Νοέμβριο ή Δεκέμβριο 1989 στον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας ...
προς επίλυση του ζητήματος της τύχης του τμήματος του επιδίκου ακινήτου που καταλήφθηκε από τη διαπλάτυνση της οδού... .... Ο πιο πάνω Πρόεδρος της Κοινότητας διαβεβαίωσε τον πρώτο ενάγοντα ότι το επίμαχο τμήμα του επίδικου ακινήτου θα ληφθεί υπόψη κατά την ένταξη και θα συμψηφιστεί με τις τυχόν εισφορές σε γη ή σε χρήμα, που θα προέκυπταν ότι βαρύνουν το οικόπεδο μετά την οριστική σύνταξη του σχεδίου πόλης….».
Στις παραδοχές αυτές του Εφετείου δεν υπάρχει αντίφαση ή ανεπάρκεια, όπως υποστηρίζεται στο τρίτο μέρος του λόγου αναίρεσης, αφού η κατάληψη τμήματος του επιδίκου για τη διαπλάτυνση της οδού ... είχε γίνει το έτος 1984, ώστε κατά την επίσκεψη του έτους 1989 ήταν γνωστό ότι υπήρχε αξίωση των αναιρεσιβλήτων από τη φαλκίδευση της ιδιοκτησίας τους, αλλά και επιβάρυνσή τους από την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλης που τότε συζητούνταν, ήταν βέβαιη και αυτήν επεσήμανε ο εν λόγω Κοινοτάρχης. 4) Στις παραδοχές του Εφετείου διαλαμβάνονται επίσης τα ακόλουθα:
«Το επίδικο ακίνητο…λόγω της υφής του εδάφους του (πετρώδους, ημιγόνιμου, αβαθούς) αλλά και της κλίσης – κατωφέρειας – (ελαφράς 2-3% έως αυξημένης μέχρι 20% περίπου) ήταν ανεπίδεκτο οποιασδήποτε καλλιέργειας…..καλυπτόταν πάντα με διάσπαρτους ψηλούς θάμνους (πουρνάρια-σχοίνα) και ενδιαμέσως με ψηλά χόρτα και μικρούς ακανθώδεις θάμνους (αφάνες, ασφάλακτους κ.τ.λ).
Ήταν δηλαδή ρουμάνι (γεωτεμάχιο με άγρια, πυκνή θαμνώδη βλάστηση)….το συγκεκριμένο όμως ακίνητο παρουσιάζει …..ομοιομορφία του εδάφους με τα όμορα ακίνητα. Χαρακτηριστικά, περί το έτος 1990, το ακίνητο που βρισκόταν ανατολικά του επίδικου ήταν επίσης ακαλλιέργητο, καλυμμένο με θαμνώδη βλάστηση, το ακίνητο που βρισκόταν δυτικά του ίδιου, στο βόρειο τμήματα του ήταν ακαλλιέργητο, ενώ στο νότιο, όπου υπήρχαν δένδρα, καλλιεργημένο….».
Εξάλλου σε άλλο σημείο της απόφασης, κατά την περιγραφή των ορίων του, αναφέρεται ότι το επίδικο συνορεύει δυτικά με οικόπεδο ιδιοκτησίας ..., όπου έχει ήδη ανεγερθεί ο Ιερός Ναός του Αγίου Χαραλάμπους. Οι αιτιολογίες αυτές του Εφετείου προσβάλλονται για αντιφατικότητα και ανεπάρκεια με το τέταρτο μέρος του λόγου αναίρεσης.
Δεν υπάρχει όμως αντιφατικότητα από το ότι στο ένα σημείο αναφέρεται ως ακαλλιέργητο κατά το βόρειο τμήμα του και καλλιεργημένο κατά το νότιο, το προς δυσμάς του επιδίκου κείμενο ακίνητο και στο άλλο σημείο ότι σε αυτό «έχει ήδη ανεγερθεί» ο Ιερός Ναός, αφού η πρώτη περιγραφή αναφέρεται στην κατά το έτος 1990, δηλαδή προ της έγερσης της αγωγής, υπάρχουσα κατάσταση και η δεύτερη στη διαμορφωμένη κατά τη συγγραφή της απόφασης του Εφετείου, Ούτε ανεπάρκεια υπάρχει από το γεγονός ότι περιγράφεται η υπάρχουσα κατά το έτος 1990 κατάσταση στο όμορο εκείνο ακίνητο και όχι η αντίστοιχη των δεκαετιών 1970 και 1980, αφού πρόκειται για ζήτημα που εκ περισσού θίγεται από την απόφαση, χωρίς να είναι αναγκαίο για τη στήριξη του πορίσματός της σχετικά με το επίδικο. 5) Πλήττονται επίσης για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα οι ακόλουθες παραδοχές του Εφετείου, με το έκτο μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης:
«…..η αποβολή των εναγόντων από τη συννομή τους στο επίδικο ακίνητο με αυθαίρετες και χωρίς τη θέλησή τους ενέργειες των αντιδίκων τους στο ίδιο υλοποιήθηκε…περί τα τέλη Μαΐου 1990-αρχές Ιουνίου 1990», ενώ όπως επισημαίνεται στο λόγο «..με το από Μαΐου 1990 και μάλιστα προ της 18-5-1990 τοπογραφικό διάγραμμα, που αποτελεί πράξη νομής, καθώς και με τις 60, 61 και 62/18-5-1990 πράξεις της συμβολαιογράφου Μαραθώνα Δήμητρας Μαραζοπούλου-Νεκταρίου, που συνιστούν πράξεις νομής, η φερόμενη ως προσβολή της νομής των αντιδίκων συντελέστηκε πριν από τις 18-5-1990 και στην πιο ακραία περίπτωση την 18-5-1990».
Κατά το μέρος αυτό ο λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ. 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Επομένως ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης, κατά τα λοιπά όπως παραπάνω μέρη του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και κατά το έκτος μέρος του ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 992 ΑΚ, οι αξιώσεις από την αποβολή και τη διατάραξη της νομής παραγράφονται μετά ένα έτος από την αποβολή ή τη διατάραξη. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ, που ορίζει ότι η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο και 221 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι η επίδοση της αγωγής έχει ως συνέπεια τα αποτελέσματα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχονται από την έγερση της αγωγής, συνάγεται ότι με την άσκηση της αγωγής, δηλαδή με τη νομότυπη κατάθεσή και επίδοσή της στον εναγόμενο, επέρχεται και η οριζόμενη στο άρθρο 261 ΑΚ διακοπή της παραγραφής.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ότι η αποβολή των αναιρεσιβλήτων από τη συννομή τους στο επίδικο ακίνητο συντελέσθηκε, με τις αυθαίρετες ενέργειες των αναιρεσειόντων, περί τα τέλη Μαΐου με αρχές Ιουνίου 1990 και η άσκηση (κατά το νόμο κατάθεση και επίδοση) της ένδικης αγωγής κατά των τελευταίων έγινε στις 10-5-1991, οπότε δεν είχε συμπληρωθεί η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ και με την αιτιολογία αυτή απέρριψε τη σχετική ένσταση του δεύτερου αναιρεσείοντος.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ώστε ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το έβδομο μέρος του, που αποδίδει στην απόφαση πλημμέλειες από τον αριθ. 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. IV.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ΄ Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποιά αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτικά θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, μέρος πρώτο, προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 11 περ.
γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση περί αποδοχής της αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των ήδη αναιρεσειόντων, περί απόδοσης της νομής του επίδικου ακινήτου, δεν έλαβε υπόψη την από 22-1-2002 έκθεση φωτοερμηνείας του αρχιτέκτονα – μηχανικού ..., τεχνικού συμβούλου τους, την οποίαν προσκόμισαν και επικαλέστηκα οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη του γεγονότος της καλλιέργειας του επιδίκου από το έτος 1937.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αδιστάκτως αβέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την επικαλούμενη έκθεση και μάλιστα της απέδωσε μειωμένη πίστη για όσους λόγους διαλαμβάνονται στην απόφαση.
V.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Κατά την έννοια της διάταξης θεωρούνται ως πράγματα οι ισχυρισμοί του διαδίκου που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση ουσιαστικού δικαιώματος, όχι όμως και οι αρνητικοί της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμοί, τα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων τα οποία και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση των απόψεων των διαδίκων ή η εκτίμηση αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, μέρος δεύτερο, όπου προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 8 περ. β΄ άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων σχετικά με την εξειδίκευση του τεχνικού συμβούλου τους ... καθώς και την εμπειρία του κ.τ.λ.
στην ερμηνεία αεροφωτογραφιών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι δεν αφορά ουσιώδη ισχυρισμό αλλ΄ επιχείρημα αναφορικά με το περιεχόμενο αποδεικτικού μέσου. VI.- Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αφού προτάσσονται διάφοροι ισχυρισμοί που είχαν προτείνει με τις προτάσεις τους οι αναιρεσείοντες ως εναγόμενοι στον πρώτο βαθμό, όπου υποστήριζαν ότι οι αναιρεσίβλητοι αγνοούσαν την ύπαρξη του επίδικου οικοπέδου ιδιοκτησίας της μητέρας τους και ότι πληροφορήθηκαν το πρώτο περί αυτού από τηλεφώνημα των πρώτων, προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 8 περ.
β΄ άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνει ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί που φέρεται ότι αγνόησε το Εφετείο επαναφέρθηκαν νόμιμα ενώπιον του άρθρ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) με λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης.
VII.- Τέλος, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται επίσης αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αριθ. 1 και 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ περί απαγόρευσης της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, κατά την απόρριψη της σχετικής ένστασης που είχε προβάλει, επικουρικώς, ο δεύτερος αναιρεσείων κατά της αγωγής, με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο.
Προς επιστήριξη της ένστασης αυτής επικαλέστηκε τη διενέργεια διακατοχικών πράξεων στο επίδικο κληροτεμάχιο από το ζεύγος ....και από το γιό τους Χ1, ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, διαδοχικά, από το έτος 1925 μέχρι την άσκηση της αγωγής, την από τον ίδιο τον ενιστάμενο διαπραγμάτευση για την αγορά του και την πλήρη άγνοια των ήδη αναιρεσίβλητων ως προς την ύπαρξη του παραχωρητηρίου του κληροτεμαχίου, τουλάχιστον μέχρι τις 16-1-1990, οπότε ο πρώτος τούτων πληροφορήθηκε την ύπαρξη του από την τότε Πρόεδρο της Κοινότητος ...
Ως προς την ένσταση αυτή το Εφετείο έκρινε ότι τα περιστατικά που επικαλέστηκε ο ενιστάμενος, και αν υποτεθούν αληθινά, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της αγωγής, εφόσον δεν επικαλέστηκε, ειδικότερα, ότι η άμεση δικαιοπάροχος των αντιδίκων του αλλά και οι ίδιοι (αναιρεσίβλητοι) γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τη διενέργεια των παραπάνω διακατοχικών πράξεων από τους τρίτους στο επίδικο κληροτεμάχιο «υπό τα όμματά τους» και ότι παράτη γνώση τους αυτή αδράνησαν, δηλαδή δεν άσκησαν το υπό την κυριότητα δικαίωμά τους προς απόκρουση της προσβολής του από τους τρίτους, με άμεσο επακόλουθο να δημιουργηθεί στον ενιστάμενο η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται ποτέ οι αντίδικοί του να ασκήσουν το ένδικο δικαίωμά τους.
Και αυτά (συνεχίζει το Εφετείο) ανεξάρτητα από το ότι ο ενιστάμενος εναγόμενος, δεν διετύπωσε με τις ίδιες προτάσεις του, παράλληλα, και αίτημα απόρριψης της αγωγής ως καταχρηστικής. Τέτοιο αίτημα διατύπωσε μεν ο ίδιος με τις προτάσεις του της μετ΄ απόδειξη συζήτησης, τούτο όμως έγινε απαραδέκτως, αφού η παράλειψη διατύπωσης του αιτήματος αυτού, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό έγινε χωρίς δικαιολογημένη αιτία.
Μετά τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε την πιο πάνω ένσταση ως μη νόμιμη και απαράδεκτη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., αποδίδοντας σ΄ αυτήν την ορθή έννοιά της, ώστε ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλει αιτίαση από τον αριθ. 1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που προβάλλει αιτίαση από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία του ισχυρισμού και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ενώ στην προκειμένη περίπτωση τον απέρριψε ως μη νόμιμο και απαράδεκτο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Οκτωβρίου 2003 αίτηση των Χ1 κ.τ.λ. για αναίρεση της 3499/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων και ορίζει αυτά σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαϊου 2006 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ