Supreme Court allows appeal against second-instance decision due to failure to consider submitted evidence.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the second-instance judgment, finding a procedural error in the lower court's handling of evidence. The appellant argued that the second-instance court failed to consider specific technical reports and expert opinions submitted during the proceedings. Consequently, the court set aside the previous decision and remanded the case for retrial by a different judge.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559, 580, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; If a second-instance court fails to consider evidence submitted by the appellant, the appeal is admissible and the decision is set aside for retrial.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 96 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 96/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Φ., το γένος Β. και Ε. Ν., κατοίκου …., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-1-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110§2, 498§1, 568§§1, 2, 4 και 576§2 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, εάν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου με τη φροντίδα του οποίου προσδιορίσθηκε η δικάσιμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προχωρά στη συζήτηση παρά την απουσία του (Α.Π. 59/2023, Α.Π. 1387/2019), άλλως κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη. Την κλήτευση του διαδίκου που απολείπεται επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος που παρίσταται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. β' και γ' του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδριάσεως, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Εν προκειμένω, κατά την ανωτέρω σημειούμενη (19.10.2022), μετ' αναβολή από τη δικάσιμο της 20.10.2021, ερήμην της αναιρεσίβλητης, δικάσιμο, αυτή (αναιρεσίβλητη) δεν εμφανίσθηκε, ούτε έχει κατατεθεί δήλωση, κατ' άρθρο 242§2 του Κ.Πολ.Δ., πληρεξουσίου της δικηγόρου ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, αν και είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστεί κατά τη συζήτηση (βλ.την προσκομιζόμενη με νόμιμη επίκληση υπ' αριθμ.
…../04.08.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Ιωαννίνων, με έδρα την Άρτα). Επομένως, πρέπει να δικαστεί ερήμην, η διαδικασία όμως θα συνεχισθεί σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο. 568§4, 576§2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη από 08.01.2018 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 6/11.01.2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο απέρριψε την από 17.07.2013 έφεση του αναιρεσειόντος κατά της υπ' αριθμ. 117/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 19.11.2011 αναγνωριστική και από το άρθρο 6§2 του ν. 2664/1998 αγωγή.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση υπήρξε, σύμφωνα με την παραδεκτά γενόμενη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Η αναιρεσίβλητη, με την από 19.09.2011 αγωγή της που απηύθηνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας και έστρεψε κατά του αναιρεσείοντος, επικαλούμενο παράγωγο, άλλως πρωτότυπο, τρόπο κτήσεως κυριότητας του περιγραφομένου ακινήτου και, επιπλέον, το γεγονός ότι αυτό (περιγραφόμενο ακίνητο) εσφαλμένα, κατά τη διαδικασία της καταρτίσεως του κτηματολογίου, ανεγράφη ως ακίνητο κυριότητας του αναιρεσείοντος, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επ' αυτού (ακινήτου) και να διαταχθεί η διόρθωση της γενομένης εγγραφής.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, αφού εκδίκασε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την ως άνω αγωγή, έκανε αυτή δεκτή. Μετά ταύτα, το αναιρεσείον, με την από 17.07.2013 έφεσή του, την οποία απηύθηνε στο Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων και έστρεψε κατά της αναιρεσίβλητης, ζήτησε την τυπική και κατ' ουσίαν παραδοχή της εφέσεώς του επί τω τέλει της απορρίψεως της από 19.09.2011 αγωγής αυτής (αναιρεσίβλητης).
Το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, συζητήσεως γενομένης επί της ως άνω εφέσεως, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 6/11.01.2016 απόφασή του δια της οποίας απερρίφθη η έφεση του αναιρεσείοντος. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το αναιρεσείον, με την από 08.01.2018 αίτησή του, και ζητεί την αναίρεσή της για τους περιεχομένους στο αναιρετήριο λόγους.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του και την εκφορά αυτής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στους ακτήμονες κατοίκους της περιοχής ...…., το έτος 1935 παραχωρήθηκαν από το Υπουργείο-Γεωργίας - Διεύθυνση Εποικισμού, διάφορα κτήματα εκ του εθνικού κτήματος (ομλιάκιο) ..., προς αποκατάστασή τους και οι οποίοι ακτήμονες πρότερον ήταν μπασταινούχοι (καλλιεργητές) των κτημάτων αυτών που τους εδόθησαν από του έτους 1920.
Μεταξύ αυτών ήταν και ο Λ. Μ. του Ι.. Σ' αυτόν εδόθη παραχωρητήριος τίτλος το υπ' αριθμ. .../1935 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας - Διεύθυνση Εποικισμού το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άρτας στον τόμο 152 και με α.α. 30 κατεβλήθη δε το εκ δραχμών 437,25 τίμημα μπαστίνης.
Μεταξύ των ακινήτων που έλαβε ο Λ. Μ. του Ι. κατά πλήρες ιδιοκτησίας δικαίωμα, είναι και αγρός, κείμενος στη θέση ..., εκτάσεως τριών και ημίσεως στρεμμάτων, οριζόμενος γύρω και ολικά κατά τον τίτλο αυτό κτήσεως με αγρούς Β. Μ., Ζ.. Μ., ποταμό και Μ. Π.. Το εν λόγω ακίνητο, ενέμετο και διακατείχε ο Λ. Μ. του Ι., συνεχώς και αδιαλείπτως και με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι το θάνατο του, που επεσυνέβη την 12-11-1948.
Αυτός δεν κατέλιπε διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του Ε. και τα δύο τέκνα του Ε. και Κ., οι οποίο συνέχισαν να νέμονται αυτό, να καλλιεργούν τα εσπεριδοειδή δένδρα που υπήρχαν σ' αυτό και να το επιβλέπουν και να το προστατεύουν από επιβουλές τρίτων.
Οι ως άνω κληρονόμοι του Λ. Μ. του Ι. το έτος 1968 μεταβίβασαν ατύπως, λόγω πωλήσεως, στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητο, το ακίνητο αυτό, η οποία έκτοτε συνεχώς και αδιαλείπτως νέμεται το ακίνητο αυτό με διάνοια κυρίας διενεργώντας σ' αυτό όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, ήτοι αντικατέστησε τα παλαιά δένδρα εσπεριδοειδών με νέα δένδρα (πορτοκαλιές), προέβη σε εγκατάσταση γεωτρήσεως για να εξασφαλίσει το πότισμα των δένδρων και σε αντικατάσταση της παλαιάς περιφράξεως με νέα, καθάριζε τον αγρό, καλλιεργούσε τα δένδρα και συνελεγε τον καρπό τους, δήλωνε στις αρμόδιες αρχές το ακίνητο αυτό ως δικό της και εισέπραττε τα μισθώματα, όταν εκμίσθωνε αυτό σε τρίτους. Προς επίρρωση της άτυπου μεταβιβάσεως προς αυτήν από τους κληρονόμους του Λ. Μ. του έτους 1968, το έτος 1983 οι ως άνω κληρονόμοι αυτού, αφού αποδέχθηκαν νόμιμα την κληρονομιά αυτού δια της υπ' αριθμ. .../1983 συμβολαιογραφικής πράξεως αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ….Θωμά Γόγαλη, νομίμως μεταγεγραμμένης δια της επόμενης υπ' αριθμ. .../1983 πράξεως του ιδίου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης, μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως, το ακίνητο αυτό στην ενάγουσα.
Η ενάγουσα, ως προελέχθη, συνέχισε να νέμεται το ακίνητο αυτό με διάνοια κυρίας, μέχρι σήμερα, καταστάσα αυτή κυρία αυτού με τα προσόντα τόσο της τακτικής αλλά και εκτάκτου χρησικτησίας. Πρόκειται περί του ακινήτου που διαλαμβάνεται στην ένδικο αγωγή και φέρει ΚΑΕΚ στο συνταχθέν για την περιοχή εθνικό κτηματολόγιο 040104508007/0/0, καθόσον στη θέση "..." δεν παραχωρήθηκε άλλο ακίνητο στον Λ. Μ. του Ι., ώστε να τίθεται σε αμφιβολία αν είναι αυτό ή άλλο ακίνητο απ' αυτό που μεταβιβάσθηκε στην ενάγουσα, από τους κληρονόμους του Λ. Μ.. Ο εξετασθείς μάρτυρας, που είναι κάτοικος της περιοχής ... κατηγορηματικά καταθέτει ότι το εν λόγω ακίνητο αγόρασε η ενάγουσα αδελφή τους, από τους κληρονόμους του Λ. Μ. του Ι.. Βέβαια εκ της διαδρομής πολλών δεκαετιών από της αρχικής παραχωρήσεως του επιδίκου αγρού στον Λ. Μ., οι ιδιοκτήτες των γειτονικών ακινήτων άλλαζαν, πλην όμως η θέση του εν λόγω ακινήτου με τις γειτονικές ιδιοκτησίες δεν μεταβλήθηκε και το επίδικο ακίνητο, παρουσιάζει μια ομοιογένειαμε τα γειτονικά ακίνητα, ήτοι βρίσκεται στο ίδιο ύψος με αυτές, έχει την ίδια ιδιομορφία (αγροί - πορτοκαλεώνες) και γειτνιάζει με τον ποταμό ... και υπάρχει ευδιάκριτη διαφορά ύψους με την κοίτη του ποταμού.
Συνεπώς ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι το επίδικο ακίνητο δεν είναι ταυτόσημο με αυτό που παραχωρήθηκε στον Λ. Μ. του Ι. με το υπ' αριθμ..../1935 παραχωρητήριο τίτλο του Υπουργείου Γεωργίας, τυγχάνει αβάσιμος και επομένως απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν απορρίπτοντας ως αβάσιμο κατ' ουσίαν η εκκαλούμενη τον ισχυρισμό αυτό του εναγόμενου, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και επομένως απορριπτέος τυγχάνει ο συναφής περί του αντιθέτου λόγος της υπό κρίση εφέσεως.
Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, ουδόλως αποδείχθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο, αποτελούσε μέρος της κοίτης του ποταμού ... και ότι εξαιτίας εγγειοβελτιωτικών έργων που διενήργησε στην περιοχή μετεβλήθη η ροή του ποταμού και αποκαλύφθηκε το εν λόγω ακίνητο, ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι κατασκευάσθηκε τέτοιο έργο στην περιοχή που μετέβαλε την ροή του ποταμού και την αποκάλυψη τέτοιας εκτάσεως, στην οποία διαλαμβάνονταν και το επίδικο.
Αντιθέτως, ως προελέχθη, το επίδικο ακίνητο, όταν παραχωρήθηκε στον Λ. Μ. το έτος 1935, γειτνίαζε μεν με τον ποταμό, αλλά βρισκόταν σε υψομετρική διαφορά με την τότε κοίτη του και μάλιστα καλλιεργείτο τότε με εσπεριδοειδή δένδρα υπό του μποσταινούχου Λ. Μ. από του έτους 1920, αυτό δε τα όργανα της Διευθύνσεως εποικισμού το εγνώριζαν, γι' αυτό άλλωστε και εξέδωσαν παραχωρητήριο τίτλο σ' αυτόν, ήτοι το υπ' αριθμ..../1935 παραχωρητήριο.
Το γεγονός ότι στην πορεία του χρόνου μεταβλήθηκε η κοίτη του ποταμού ..., όπως φαίνεται εκ της συγκρίσεως των αεροφωτογραφιών των ετών 1945,1960 και 1996, κατ' ουδέν επηρέασε το επίδικο ακίνητο, ο δε προσδιορισμός αυτού στην αεροφωτογράφιση έτους 1945, ως αποτελούντος μέρος της κοίτης του ποταμού, είναι αυθαίρετος και ανασφαλής, διότι δεν συνάδει με τα πραγματικά περιστατικά που προεκτέθηκαν.
Συνεπώς ουδέποτε αποτέλεσε το επίδικο ακίνητο μέρος της κοίτης του ποταμού ..., ώστε εκ της μεταθέσεως αυτής και της αποκαλύψεώς του, να ανήκει στην κυριότητα του εναγομένου. Κατ' ακολουθίαν απορριπτέα, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, τυγχάνει η προβληθείσα και πρωτοδίκως υπό του εναγομένου ένσταση ιδίας κυριότητας αυτού με την ως άνω αιτιολογία.".
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου ή της διακρίσεως από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 25/2023).
Εξάλλου, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου η ειδική μνεία και η χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Περαιτέρω, δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 25/2023, Α.Π. 136/2022, Α.Π. 83/2021, Α.Π. 50/2020). Έτι περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 889/2020, Α.Π. 498/2018, Α.Π. 208/2018).
Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η λήψη ή η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1252/2022, Α.Π. 681/2022, Α.Π. 342/2020, Α.Π. 388/2018, ΑΠ 12/2015), ενώ ο λόγος αυτός (από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περίπτ.
γ' του Κ.Πολ.Δ.) πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη ή δεν εισέρχεται στην αποδεικτική διαδικασία, αφού, στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Α.Π. 1409/2018, Α.Π. 663/2017, Α.Π. 481/1991).
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αιτιάται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι, κατά την κατάστρωση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτό (αναιρεσείον) επικαλέσθηκε και προσκόμισε.
Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη εκ μέρους του επικαλεσθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι: 1. Την από 17.11.2011 τεχνική έκθεση της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού της Κτηματικής Υπηρεσίας ….. Βασιλικής Κοκκινογένη, 2.
την υπ' αριθμ. .../14.11.2011 έκθεση απόψεων της Διευθύνσεως Δασών Άρτας και 3. το υπ' αριθμ. πρωτ. .../24.10.2011 έγγραφο του Τμήματος Τοπογραφίας, Εποικισμού και Αναδασώσεων της Περιφερειακής Ενότητας ….ς. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι τα έγγραφα αυτά επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του πρώτου λόγου της από 17.07.2013 εφέσεώς του, σύμφωνα με τον οποίο το επίδικο ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή εκτός της διανομής ...
και, συνεπώς, δεν αφορά αυτό το παραχωρητήριο υπ' αριθμ. .../25.05.1935 της Διευθύνσεως Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας προς τον απώτατο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης Λ. Μ. του Ι.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι παραδεκτός και βάσιμος. Ειδικότερα, από την επισκόπηση των παραδοχών της τελεσίδικης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου καθίσταται λίαν αμφίβολο εάν το δικαστήριο αυτό για την εκφορά της κρίσεως που συνδέεται με τον αμέσως προηγουμένως λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε συγκριτικά τα προαναφερόμενα έγγραφα σε συνδυασμό προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως αυτός πρέπει να γίνει δεκτός και, παρελκούσης της εξετάσεως του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, λόγω της αναιρετικής εμβελείας του πρώτου λόγου στο σύνολο της προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως (Α.Π. 181/2018, Α.Π. 146/2018, Α.Π. 204/2017, Α.Π. 1840/2017), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580§3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος, η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσείοντος), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου καθορίζει δε το ποσό τους σε τριακόσια ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ