Supreme Court remands insurance appeal case due to lack of sufficient findings on breach of contract and subrogation rights.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court of Lamia's decision regarding an insurance dispute. The appellant argued that the insurer's refusal of coverage was invalid due to a breach of contract terms by the insured, while the insurer contended the debt acknowledgment was void. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding how the insured's breach affected the subrogation rights between the parties, necessitating a remand for further examination.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 287, 495, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The court must provide sufficient and clear findings on how a breach of contract terms by the insured impacts the subrogation relationship between the victim and the insured to determine the validity of a debt acknowledgment and the applicability of limitation periods.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 969 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 969/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Ε., κατοίκου ... Φθιώτιδας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καραΐσκο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη Εταιρεία Α.Ε.", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2022 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-7-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 40/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 29-10-2020 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι στις 22-10-2012 πραγματοποιούνταν εργασίες συγκομιδής - θερισμού αραβοσίτου, σε αγρό ιδιοκτησίας του Α. Δ., με τη χρήση της με αριθ. κυκλοφορίας ... θεριζοαλωνιστικής μηχανής, που οδηγούσε και χειρίζονταν ο Δ. Τ., ιδιοκτησίας του Ε. Τ., ο οποίος τον είχε προστήσει στην οδήγησή της και ο οποίος την είχε ασφαλίσει για την αστική ευθύνη τόσο από τη λειτουργίας της ως οχήματος, κατά την κίνησή της στις οδούς, όσο και από τη λειτουργία της ως εργαλείου, στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία ''ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ'', καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, ήδη αναιρεσίβλητη.
Ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών αυτών, η θεριζοαλωνιστική μηχανή είχε ακινητοποιημένους μεν τους τροχούς της, αλλά τον κινητήρα της σε λειτουργία, προκειμένου να εκτελεσθεί η επεξεργασία και ο διαχωρισμός του αραβοσίτου με τα μαχαίρια αυτής, εργασία την οποία επιχειρούσε ο ενάγων, επιρρίπτοντας στον κάδο της στάχυα αραβόσιτου με τα χέρια του, όταν αυτός υπέστη βαρύτατο τραυματισμό, οφειλόμενο σε υπαιτιότητα τόσο του ιδίου, όσο και του χειριστή της μηχανής Δ.
Τ., ανερχομένου του ποσοστού συνυπαιτιότητας εκάστου στην πρόκληση του τραυματισμού του, σε 50%, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι συνέπεια του ατυχήματος αυτού, ο ενάγων, ο οποίος κατέστη ανάπηρος, υπέστη θετική και αποθετική ζημία, για την οποία δικαιούται αποζημιώσεως, καθώς και ηθική βλάβη για την οποία πρέπει να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση.
Με βάση τα ανωτέρω, επικαλούμενος ότι η εναγομένη ασφαλιστική ευθύνεται ευθέως για την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης στον ίδιο, διότι η ασφαλιστική σύμβαση που συνήψε η υπ' αυτής απορροφηθείσα ασφαλιστική εταιρία, με τον ιδιοκτήτη της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες ζημίες από τη λειτουργία της μηχανής ως εργαλείου, καταρτίστηκε ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, άλλως επικουρικώς ότι ο συνυπαίτιος ιδιοκτήτης της θεριζοαλωνιστικής μηχανής και λήπτης της ασφάλισης, αδρανεί να ασκήσει τα δικαιώματα από τη σύμβαση ασφάλισης του ζημιογόνου εργαλείου, ζήτησε, κατόπιν περιορισμού του αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής από την ασφαλιστική σύμβαση υπέρ τρίτου, κατά δε την επικουρική βάση αυτής εκ της ασκήσεως πλαγιαστικώς της αγωγής αποζημίωσης από την αδικοπραξία, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 166.949,80 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 5-12-2015, ότε και επιδόθηκε στην απορροφηθείσα ασφαλιστική εταιρία η αρχική αγωγή, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής.
Επικουρικά δε ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στους ασφαλισμένους της και οφειλέτες του ιδίου Δ. Τ. και Ε. Τ. και δη, εις ολόκληρον στον καθένα, για την περιγραφόμενη στο ιστορικό αιτία, το ανωτέρω ποσό των 166.949,80 ευρώ, το οποίο οι τελευταίοι του οφείλουν εις ολόκληρον έκαστος, με τους νόμιμους τόκους.
Άλλως και όλως επικουρικώς, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στους ανωτέρω Δ. και Ε. Τ., εις ολόκληρον στον καθένα, τα ποσά τα οποία ήθελε τυχόν υποχρεωθούν εκείνοι να καταβάλουν στον ίδιο, με βάση την με αριθ. εκθ. καταθ. 459/ΤΜ/53/4-6-2020 αγωγή του, την οποία άσκησε εναντίον τους, ενώπιον του ίδιου Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με βάση το αυτό ιστορικό, με τους νόμιμους τόκους.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 176/2021 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης της εναγομένης, έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την πλαγιαστικώς ασκηθείσα, κατ' άρθρο 72 ΚΠολΔ, επικουρική βάση της περί αποζημιώσεως του ενάγοντος από την αδικοπραξία του ασφαλισμένου της εναγομένης, και εν συνεχεία απέρριψε την αγωγή ως προς την παραπάνω βάση της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κρίνοντας ότι η εναγομένη δεν φέρει την ιδιότητα της οφειλέτιδος του ενάγοντος, λόγω παραγραφής της αξίωσης του τελευταίου κατά του υπαίτιου της αδικοπραξίας και ασφαλισμένου της.
Την ως άνω πρωτόδικη απόφαση προσέβαλε ο ενάγων με την από 29-10-2021 έφεσή του. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 40/2022 απόφασή του, δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν ως προς το κεφάλαιό της που αφορά την κύρια βάση της, εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την από 29-10-2020 αγωγή, απέρριψε αυτήν, κατά την κύρια βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν ως προς το κεφάλαιο της επικουρικής βάσης της αγωγής.
Την απόφαση αυτή προσβάλλει ο ενάγων - αναιρεσείων, με την κρινόμενη από 18-7-2022 αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Με τις διατάξεις των άρθρων 1 εδ. α' και γ', 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 6 παρ. 1, 3 α' και 10 παρ. 1 του ν. 489/1976, όπως έχει κωδικοποιηθεί με το π.δ. 237/1986 και συμπληρώθηκε με μεταγενέστερους νόμους, ορίζονται τα εξής: "Κατά την έννοια του παρόντος: α) Αυτοκίνητο όχημα είναι το επί του εδάφους και όχι επί τροχιών με μηχανική δύναμη ή με ηλεκτρική ενέργεια κινούμενο όχημα, ανεξάρτητα αριθμού τροχών.
Ως αυτοκίνητο θεωρείται και κάθε ρυμουλκούμενο όχημα συζευγμένο μετά του κυρίως αυτοκινήτου ή μη, ως και ποδήλατο εφοδιασμένο με βοηθητικό κινητήρα,... γ) Ζημιωθέν πρόσωπο είναι το πρόσωπο το οποίο δικαιούται αποζημιώσεως ένεκα ζημίας που προξενήθηκε από αυτοκίνητο" (άρθρο 1 εδ. α' και γ'). Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.
Η κυκλοφορία επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε κάποιον αριθμό προσώπων, που δικαιούνται να συχνάζουν σ` αυτό, εξομοιώνεται με την κυκλοφορία επί οδού (άρθρο 2 παρ. 1). Επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 3, απαγορεύεται η κυκλοφορία αυτοκινήτου στην Ελλάδα, αν δεν υπάρχει κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 ασφαλιστική κάλυψη (άρθρο 5 παρ. 1).
Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου... Ο ασφαλιστής ευθύνεται... έναντι των τρίτων που ζημιώθηκαν από την κυκλοφορία αυτοκινήτων... " (άρθρο 6 παρ. 1, 3α). Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή" (άρθρο 10 παρ. 1).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 εδ. α' και 4 εδ. α' του ν. ΓΠΝ/1911, "Αυτοκίνητον, κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου, είναι το δια μηχανικής δυνάμεως και ουχί επί τροχιών κινούμενον όχημα ή τροχήλατον" (άρθρο 2 εδ. α') και "Δια πάσαν υπό του αυτοκινήτου κατά την λειτουργίαν του ζημίαν προς τρίτους ενέχεται εις αποζημιώσεις ο τε οδηγός και ο κατά το άρθρον 2 κάτοχος..." (άρθρο 4 εδ.
α'). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι ευθύνη προς αποζημίωση λόγω αυτοκινητικού ατυχήματος είτε με βάση το ν. ΓΠΝ/1911, είτε με βάση το κοινό δίκαιο (ΑΚ 914 επ.) είτε με βάση τα άρθρα 6 παρ. 3 α' και 10 παρ. 1 του ν. 489/1976 ως προς τον ασφαλιστή, υπάρχει μόνον για ζημιές που προκαλούνται από αυτοκίνητο σε λειτουργία.
Το αυτοκίνητο είναι σε λειτουργία όταν αρχίζει να λειτουργεί ο κινητήρας του, έστω και αν αυτό δεν έχει αρχίσει ακόμη να κινείται, καθώς και όταν κινείται χωρίς να λειτουργεί η μηχανή. Η ασφάλιση είναι υποχρεωτική για τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν επί οδού ή επί γηπέδου προσιτού στο κοινό ή σε αριθμό προσώπων που δικαιούνται να συχνάζουν σ` αυτό.
Για την ευθύνη του ασφαλιστή έναντι του τρίτου δεν είναι αναγκαίο το αυτοκίνητο να ήταν σε κίνηση κατά το χρόνο του ατυχήματος αλλά αρκεί να ήταν σε λειτουργία με την πιο πάνω έννοια. Δεν αποτελεί όμως ατύχημα κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου το προερχόμενο από σύνθετο όχημα (αυτοκίνητο-εργαλείο), όταν αυτό λειτουργεί ως εργαλείο και για την κίνησή του αυτή λειτουργεί αναγκαίως ο κινητήρας του αυτοκινήτου, καθόσον το ατύχημα δεν συνδέεται με τους ειδικούς τυπικούς κινδύνους που γεννώνται από τη λειτουργία του αυτοκινήτου και δεν έχει ως αίτιο το αυτοκίνητο.
Συνεπώς, δεν αποτελεί ατύχημα κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου αυτό που προέρχεται από θεριζοαλωνιστική μηχανή, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της ως εργαλείου, ήτοι, όταν αυτή, ευρισκόμενη σε αγρό, θεριζοαλωνίζει, χρησιμοποιώντας προς τούτο αναγκαστικά τον κινητήρα της, η λειτουργία του οποίου είναι απαραίτητη, όχι μόνο για την αυτοδύναμη κίνηση αυτής επί των τροχών της αλλά και για την εκπλήρωση του λειτουργικού σκοπού της, γιατί η ζημιά δεν συνδέεται με τους ειδικούς τυπικούς κινδύνους του αυτοκινήτου, αφού το προέχον εδώ είναι η λειτουργία του εν λόγω μηχανήματος ως εργαλείου, οπότε δεν νοείται ως αυτοκίνητο κατά την έννοια των άρθρων 2 εδ.
α' του ν. ΓπΝ/1911 και 1 εδ. α' του ν. 489/1976. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρου 1 παρ. 1 α', 25 και 26 παρ. 1 του ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση.......", με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του -ασφαλιστική περίπτωση- (άρθρο 1 παρ. 1 α).
Η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλήψεις του, για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη (άρθρο 25). Όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση και πέρα από τα ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική (άρθρο 26 παρ. 1).
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα το σύνθετο όχημα μπορεί να είναι ασφαλισμένο τόσο για τους κινδύνους κατά τη λειτουργία του ως αυτοκινήτου, κατά τα προβλεπόμενα στο ν. 489/1976 (υποχρεωτική ασφάλιση) όσο και ως μηχανήματος για την κάλυψη των προβλεπόμενων στη σχετική σύμβαση ασφάλισης κινδύνων κατά τις διατάξεις του ν. 2496/1997 (προαιρετική ασφάλιση).
Στην τελευταία όμως περίπτωση ο ζημιωθείς τρίτος δεν έχει ευθεία αξίωση έναντι του ασφαλιστή, όπως στην υποχρεωτική ασφάλιση του ν. 489/1986, παρά μόνο κατά του λήπτη της ασφάλισης, από τις υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις του. Ο τρίτος μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή μόνον πλαγιαστικά (ΑΠ 706/2022, 210/2021, 167/2020, ΑΠ 504/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 410 ΑΚ, αν κάποιος δεχθεί υπόσχεση παροχής υπέρ τρίτου, μπορεί να απαιτήσει να καταβάλει στον τρίτο αυτός που υποσχέθηκε. Σύμβαση υπέρ τρίτου γεννάται εφόσον οι συμβαλλόμενοι συμφωνήσουν να επέλθει κάποιο νομικό αποτέλεσμα υπέρ τρίτου προσώπου, που δεν μετέσχε στην κατάρτιση της σύμβασης και αυτό πρέπει να προκύπτει από τη σύμβαση.
Πρόκειται επομένως για τριμερή (τριγωνική) συμβατική σχέση. Στη σύμβαση υπέρ τρίτου ονομάζεται υποσχεθείς αυτός που δεσμεύεται να προβεί σε κάποια παροχή (που μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη) προς τον τρίτο, δέκτης της υπόσχεσης το άλλο μέρος της σύμβασης (αντισυμβαλλόμενος) που δέχεται την υπόσχεση του πρώτου για παροχή και τρίτος, αυτός στον οποίο οι δύο πρώτοι συμφωνούν να γίνει η καταβολή της παροχής.
Η σχέση που συνδέει τον υποσχεθέντα με τον δέκτη της υπόσχεσης ονομάζεται σχέση κάλυψης, ενώ η σχέση μεταξύ του τρίτου και του δέκτη της υπόσχεσης, σχέση αξίας. Η οποιαδήποτε υποσχετική σύμβαση (αμφοτεροβαρής ή ετεροβαρής) μπορεί να καταρτιστεί με τη μορφή της σύμβασης υπέρ τρίτου, δηλαδή με κάποια από τις παροχές να κατευθύνεται προς τρίτο μη συμβαλλόμενο μέρος.
Ανάλογα αν κατά το περιεχόμενο της σύμβασης υπέρ τρίτου θα αποκτήσει ο τρίτος άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα, μπορώντας να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα απευθείας εκπλήρωση της παροχής ή μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης θα μπορεί να αξιώσει από τον υποσχεθέντα την παροχή προς τον τρίτο, διακρίνεται η σύμβαση υπέρ τρίτου σε γνήσια και μη γνήσια.
Μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ή νόθος ή ατελής, καταχρηστική ή εξουσιοδοτική) υπάρχει όταν μόνο ο δέκτης της υπόσχεσης έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την εκπλήρωση της συμφωνηθείσης παροχής στον τρίτο. Ο τρίτος δεν αποκτά κανένα άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα και συνεπώς, δεν μπορεί να εγείρει ευθέως αξιώσεις κατά του υποσχεθέντος.
Ο υποσχεθείς αυτή τη δέσμευση αναλαμβάνει και καταβάλλοντας στον τρίτο εκπληρώνει την υποχρέωσή του απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του και ελευθερώνεται. Γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άλλως τέλεια ή δικαιωματική), η οποία είναι και το αντικείμενο της ρύθμισης των άρθρων 410 επ, υπάρχει όταν ο τρίτος αποκτά άμεσα και αυτοτελώς δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την παροχή και ως εκ τούτου, εκτός από το δικαίωμα του δέκτη της υπόσχεσης να απαιτήσει την καταβολή προς τον τρίτο, υφίσταται και ένα ανεξάρτητο δικαίωμα του ίδιου του τρίτου να απαιτήσει την καταβολή από αυτόν που υποσχέθηκε.
Συγκεκριμένα, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως καθυστερημένης ή πλημμελούς εκπληρώσεως της παροχής από μέρους του υποσχεθέντος, ο τρίτος αποκτά το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή απευθείας από αυτόν που υποσχέθηκε, αν αυτό προκύπτει από τη θέληση των μερών που έχουν συμβληθεί ή συνάγεται από τη φύση και το σκοπό της σύμβασης.
Τα κριτήρια που τάσσει ο νόμος, για τη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου είναι η ρητά εκπεφρασμένη ή συναγόμενη βούληση των συμβληθέντων ή η φύση και ο σκοπός της σύμβασης. Η ΑΚ 411 είναι διάταξη ενδοτικού δικαίου και ο θεσμός της σύμβασης υπέρ τρίτου, διέπεται από την αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης.
Η έρευνα λοιπόν, ως προς τη βούληση των μερών προηγείται και είναι αποφασιστική. Η φύση και ο σκοπός της συμβάσεως έχουν δευτερεύουσα και βοηθητική σημασία, αν δεν προκύπτει σαφής βούληση των μερών (AΠ 232/2023). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: ''Aπό την επιτρεπτή κατά το στάδιο αυτό εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων....... καθώς και η υπ'αριθ. ... επίδικη ασφαλιστική σύμβαση της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, αποδείχτηκε ότι την 22-10-2012, και περί ώρα 12.00, στο αγρόκτημα ιδιοκτησίας Α.
Δ. του Ευαγγέλου, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της τέως Κοινότητας Καρυών Δομοκού, διενεργούνταν εργασίες συγκομιδής - θερισμού αραβοσίτου, στις οποίες συμμετείχε και ο ενάγων. Προς διενέργεια των εργασιών αυτών, στο χώρο βρίσκονταν ακινητοποιημένη, με τον κινητήρα της όμως σε πλήρη λειτουργία, ώστε να λειτουργούν τα ψαλίδια θερισμού και να ολοκληρωθεί η διαδικασία του αλωνισμού, με την επεξεργασία και των σταχιών αραβοσίτου που είχαν απομείνει στο έδαφος, η με αριθμό κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής "John Deere", θεριζοαλωνιστική μηχανή, ιδιοκτησίας του Ε.
Τ., προστήσαντος στην οδήγηση και στον χειρισμό αυτής, τον Δ. Τ.. Κατά τη διάρκεια των εργασιών αυτών, προκλήθηκε το επίδικο ατύχημα, υπό τις συνθήκες που λεπτομερώς περιγράφονται ειδικότερα κατωτέρω, κατά το οποίο ο ενάγων ακρωτηριάστηκε, όταν, ενώ έριχνε στάχια αραβοσίτου στον κάδο της μηχανής, πλησίασε υπερβολικά κοντά στα ψαλίδια θερισμού αυτής.
Κατά τον επίδικο χρόνο, η θεριζοαλωνιστική μηχανή ιδιοκτησίας, όπως αναφέρθηκε, Ε. Τ. του Δήμου, ήταν ασφαλισμένη για την αστική ευθύνη τόσο από τη λειτουργία της ως αυτοκινήτου, όσο και από τη λειτουργία της ως εργαλείου, στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε." (οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η εναγομένη, λόγω συγχώνευσης των δύο εταιρειών και απορροφήσεως της πρώτης από τη δεύτερη, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 68-77 του ΚΝ 2190/1920 και του ν. 4346/2016, η οποία συγχώνευση εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 252/2-1-2018 απόφαση του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, που καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ με την υπ' αριθ. ...
ανακοίνωση με αριθμό καταχώρισης ...), δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, για το χρονικό διάστημα από 08.07.2012 έως 08.07.2013 και για το ποσό του 1.000.000 ευρώ για σωματικές βλάβες τρίτων ανά θύμα, καθώς επίσης και για το ποσό του 1.000.000 ευρώ για υλικές ζημίες τρίτων, ανά ατύχημα. Η ασφάλιση αυτή, αναφερόταν στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης του κατόχου, του κυρίου και του οδηγού του ως άνω μηχανήματος, για την περίπτωση ατυχήματος κατά την αυτοδύναμη κίνησή του στις οδούς της Χώρας (δηλαδή, κατά τη λειτουργία του ως αυτοκίνητο), σύμφωνα με την υποχρεωτική ασφάλιση του Ν. 489/1976.
Παράλληλα, με το ίδιο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η εν λόγω θεριζοαλωνιστική μηχανή, ήταν ασφαλισμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2496/1997 (άρθρο 25) και του ν.δ. 400/70 (όπως ο νόμος αυτός ισχύει σήμερα), για τον κίνδυνο της αστικής ευθύνης του ιδιοκτήτη της, εκ της λειτουργίας της ως εργαλείου (προαιρετική ασφάλιση - άρθρο 25 ν. 2496/97), μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ για σωματικές βλάβες τρίτων και μέχρι του ποσού των 100.000 ευρώ για υλικές ζημίες τρίτων, όπως ο κίνδυνος αυτός (της αστικής ευθύνης εκ της λειτουργίας της ως άνω θεριζοαλωνιστικής μηχανής, ως εργαλείου) προσδιορίζεται ειδικότερα στο συγκεκριμένο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στο παράρτημα των γενικών όρων των προαιρετικών ασφαλίσεων (άρθρο 26), στο οποίο το τελευταίο παραπέμπει νομίμως.
Όπως δε προκύπτει από το ως άνω, υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο της θεριζοαλωνιστικής μηχανής ως εργαλείου, ο λήπτης της ασφάλισης είναι συγχρόνως και ο ασφαλισμένος της ασφαλιστικής εταιρίας και ασφαλίζει ίδιον κίνδυνο, δηλαδή την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του από τη λειτουργία της θεριζοαλωνιστικής μηχανής ως εργαλείου και, ως εκ τούτου, δεν πρόκειται, εν προκειμένω, για γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου.
Με βάση τα ανωτέρω, η ένδικη αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, κατά την οποία ο ενάγων στρέφεται ευθέως κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, για την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης στον ίδιο, από την σύμβαση ασφάλισης της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, επικαλούμενος ότι η εν λόγω ασφαλιστική σύμβαση, καταρτίστηκε ως γνήσια υπέρ τρίτου και δη, εν προκειμένω, υπέρ του ιδίου ως παθόντος, σύμβαση, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα, ερευνομένης περαιτέρω της έφεσης, ως προς τα κεφάλαια της εκκαλουμένης που αφορούν στην επικουρικώς ασκηθείσα πλαγιαστική αγωγή αποζημίωσης.....''.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του ν. 489/1976 και του ν. 2496/1997, καθόσον, με βάση τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ως άνω θεριζοαλωνιστική μηχανή, λειτουργούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο του ατυχήματος ως εργαλείο, μη υπαγόμενη έτσι στην υποχρεωτική ασφάλιση του ν. 489/1976, και επίσης, η ασφαλιστική σύμβαση συνήφθη μεταξύ της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και του ιδιοκτήτη της θεριζοαλωνιστικής μηχανής Ε.
Τ., ως λήπτη της ασφαλίσεως (συμβαλλόμενου), με ασφαλισμένο - δικαιούχο του ασφαλίσματος τον ίδιο, με συνέπεια, εφόσον δεν καταρτίστηκε γνήσια σύμβαση υπέρ του τρίτου ζημιωθέντος, να μη δικαιούται ο αναιρεσείων να στραφεί, προς αποκατάσταση των ένδικων ζημιών του, ευθέως κατά της αναιρεσίβλητης, που κάλυπτε ασφαλιστικά έναντι τρίτων την αστική ευθύνη από τη λειτουργία της θεριζοαλωνιστικής μηχανής ως αυτοκινήτου, αλλά ως άνω ασφαλισμένος και λήπτης της ασφάλισης, ιδιοκτήτης της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, ο οποίος μόνος δικαιούται να στραφεί κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και να αξιώσει την καταβολή σ` αυτόν όσων υποχρεωθεί να καταβάλει στο ζημιωθέντα αναιρεσείοντα.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος. Aπό τη διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, κατά την οποία "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτου τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του" συνάγεται, ότι, προϋπόθεση για την άσκηση πλαγιαστικής αγωγής είναι ο ενάγων να είναι δανειστής του φορέα του ασκούμενου υπέρ αυτού δικαιώματος, να έχει δηλαδή συγκεκριμένη απαίτηση κατ' αυτού, ο δε τελευταίος (οφειλέτης) να έχει κατά του τρίτου (εναγομένου διά της πλαγιαστικής αγωγής) κάποιο δικαίωμα, το δικαίωμα να έχει περιουσιακή αξία και να μην είναι προσωποπαγές και η αδράνεια του οφειλέτη, συνιστάμενη στην παράλειψη (αμέλεια και αδιαφορία) αυτού να προβεί στην καταδίωξη του δικού του οφειλέτη, η οποία και δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του ενάγοντος δανειστή προς άσκηση της αγωγής του οφειλέτη του κατά του τρίτου (ΑΠ 623/2017).
Kατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του N. 2496/1997 με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο αντισυμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 του ιδίου πιο πάνω νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλείψεις του για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη.
Όπως συνάγεται από την ως άνω διάταξη, η ασφάλιση γενικής αστικής ευθύνης δημιουργεί σχέση μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων και συνεπώς από αυτήν γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ του ασφαλιστή και του αντισυμβαλλομένου του ή του ασφαλισμένου. Ο κοινός νομοθέτης θέσπισε την ευθεία αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή, περιοριστικώς, μόνο στις περιπτώσεις αποζημιώσεως από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, μη επιτρεπομένης για το λόγο αυτό της επεκτάσεως της εφαρμογής της πιο πάνω διατάξεως και στην περίπτωση ασφαλίσεως της γενικής αστικής ευθύνης, η οποία ασφάλιση σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 189 ΕμπΝ, καλύπτουσα κινδύνους επαγγελματικούς και επιχειρηματικούς, δημιουργεί συμβατικό δεσμό μόνο μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, αποκλειομένης της ευθείας αξιώσεως του τρίτου ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή, ο οποίος τρίτος μόνο πλαγιαστικώς, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του ασφαλισμένου από την ασφαλιστική σύμβαση (ΑΠ 706/2022, ΑΠ 109/2007).
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 201 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αξίωση του ασφαλισμένου ή λήπτη της ασφαλίσεως κατά του ασφαλιστή, από τη μεταξύ τους σύμβαση ασφαλίσεως, έχει ως αντικείμενο την καταβολή στον ασφαλισμένο κάθε ποσού που υποχρεούται ή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο, με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα, μέσα στα όρια του ασφαλιστικού ποσού.
Η αξίωση αυτή γεννιέται από την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, που συμπίπτει με την επίδοση στον ασφαλισμένο από τον ζημιωθέντα τρίτο της περί αποζημιώσεως αγωγής, αφότου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδικάσεως και για το ποσόν που θα επιδικασθεί με την επί της αγωγής αυτής απόφαση, πλέον τόκων από της επιδόσεώς της και δικαστικών εξόδων.
Στοιχεία, εξάλλου, της πλαγιαστικώς ασκούμενης αγωγής είναι αφενός η επίκληση της ιδιότητας του ενάγοντος ως δανειστή του δανειστή του πλαγιαστικώς εναγομένου οφειλέτη και αφετέρου των δικαιωμάτων που έχει πράγματι κατά του τελευταίου, δηλαδή του πλαγιαστικώς εναγομένου οφειλέτη, ο αδρανών να ενασκήσει αυτά δανειστής του.
Συνεπώς, ο πλαγιαστικώς εναγόμενος οφειλέτης μπορεί, αμυνόμενος κατά των αξιώσεων του πλαγιαστικώς ενάγοντος, να αμφισβητήσει τόσο την ιδιότητα του τελευταίου ως δανειστή έναντι του αδρανούντος να ασκήσει τα δικαιώματα του δανειστή του, όσο και την ιδιότητα του τελευταίου, δηλαδή του αδρανούντος δανειστή, ως δανειστή έναντι αυτού, δηλαδή ως δανειστή έναντι του πλαγιαστικώς εναγομένου οφειλέτη.
Ετσι, ο ζημιωθείς τρίτος, σε περίπτωση κατά την οποία ισχυρίζεται ότι ο ζημιώσας αυτόν και ασφαλισμένος με ασφάλιση αστικής ευθύνης αδρανεί να ασκήσει τα από την οικεία ασφαλιστική σύμβαση δικαιώματά του έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας, οφειλέτριάς του από την ασφαλιστική σύμβαση, μπορεί να στραφεί ο ίδιος πλαγιαστικώς κατ' αυτής και να ζητήσει να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στον ασφαλισμένο της μέρος ή το σύνολο του ασφαλίσματος προκειμένου αυτός (ζημιωθείς πλαγιαστικώς ενάγων) να ικανοποιηθεί απ' αυτό.
Στην περίπτωση αυτή η πλαγιαστικώς εναγόμενη από τον παθόντα και ζημιωθέντα τρίτο ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να αμφισβητήσει τόσο την ιδιότητα αυτού ως δανειστή του ανωτέρω ασφαλισμένου σ' αυτήν, όσο και την έναντι του τελευταίου αυτού υποχρέωσή της προς καταβολή του ασφαλίσματος. Δηλαδή, η πλαγιαστικώς εναγόμενη οφειλέτρια ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να αμφισβητήσει προς απόκρουση της πλαγιαστικής αγωγής, τόσο την ιδιότητα του ζημιωθέντος και πλαγιαστικώς ενάγοντος ως δανειστή του φερομένου ως αδρανούντος οφειλέτη, όσο και την ιδιότητα του αδρανούντος οφειλέτη ως δανειστή της ίδιας.
Έτσι, ενόψει του ότι η τυχόν τελεσίδικη απόφαση μεταξύ του παθόντος και ζημιωθέντος τρίτου και του ζημιώσαντος ασφαλισμένου δεν αποτελεί δεδικασμένο για την πλαγιαστική αγωγή του παθόντος και ζημιωθέντος τρίτου κατά της ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιώσαντος ασφαλισμένου, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα προσώπων (άρθρ. 324 Κ.Πολ.Δ.), η πλαγιαστικώς εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να προτείνει παραδεκτώς κατά του πλαγιαστικώς ενάγοντος ενστάσεις που καταλύουν την ιδιότητά του ως δανειστή του αδρανούντος οφειλέτη και δανειστή της (ΑΠ 1322/2013, 1880/2011, 235/2010, 1124/2009, 598/2009, 531/2009, 134/2009, 1742/2007 και 146/2007), μεταξύ δε αυτών και την ένσταση της πενταετούς παραγραφής της από αδικοπραξία αξιώσεώς του έναντι του ασφαλισμένου της, αφού με αυτή καταλύεται και αμφισβητείται η ιδιότητα του ζημιωθέντος πλαγιαστικώς ενάγοντος ως δανειστή του ζημιώσαντος ασφαλισμένου της και δανειστή της από την ασφαλιστική σύμβαση και έχει έννομο συμφέρον να την προτείνει (ΑΠ 965/2015).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, ενώ η παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι, κατ` αρχήν, πενταετής και, εφόσον η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης αυτής είναι δυνατή, πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει, η παραγραφή αυτή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΑΠ 247/2019, ΑΠ 1158/2017, ΑΠ 475/2017), με εξαίρεση τις ζημίες που είναι από την αρχή απρόβλεπτες.
Ως γνώση της ζημίας νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς, ωστόσο, να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (ΑΠ 750/2018, ΑΠ 674/2013, ΑΠ 666/2010). Και στην πενταετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προς την αναστολή και διακοπή της παραγραφής κατά τις διατάξεις των άρθρων 255 επ.
και 260 επ. του ΑΚ (ΑΠ 314/2022, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 1158/2017). Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 2496/1997 ''Αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται, στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν''.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 Ν.4139/2013 την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ` άλλον τρόπο περάτωση της δίκης." Εξάλλου, κατά το άρθρο 263 Κ.Πολ.Δ. 1.
Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. 2. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
Επίσης, οι διατάξεις των άρθρων 215 και 221 του Κ.Πολ.Δ. ορίζουν ότι η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο. Η επίδοσή της έχει ως συνέπεια τα αποτελέσματα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχονται από την έγερση της αγωγής (Α.Π 198/2021).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 277 ΑΚ το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί ούτε και την αντένσταση περί αναστολής ή διακοπής αυτής (ΑΠ 1667/2014, 98/2015). Εάν όμως, προταθεί η ένσταση της παραγραφής, το Δικαστήριο εξετάζει εάν, όντως, επήλθε η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, με έρευνα των προϋποθέσεων που στοιχειοθετούν αυτή και αναφέρονται στο λόγο της ενστάσεως, σε συνδυασμό με τη θέση του καθ` ου η ένσταση, ο οποίος μπορεί να απαντήσει με αντένσταση, η οποία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατόπιν επίκλησης από τον διάδικο που αποκρούει την παραγραφή (Α.Π 792/2021).
Τέλος, λόγοι αναστολής της παραγραφής είναι, κατ` άρθρο 255 ΑΚ, το δικαιοστάσιο, η ανωτέρα βία και ο δόλος του υποχρέου. Ανώτερη δε βία, κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλεται η παραγραφή των αξιώσεων, αποτελεί κάθε γεγονός απρόβλεπτο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με άκρα επιμέλεια και σύνεση και εξ αιτίας του οποίου καθίσταται ανέφικτο στον δικαιούχο να προβεί ο ίδιος ή με τη συνδρομή άλλου προσώπου στην επιβαλλόμενη σε αυτόν ενέργεια (Α.Π 582/2023, 157/2021,ΑΠ 1387/2015).
Γίνεται έτσι φανερό ότι ο νόμος αναγνωρίζει σοβαρούς λόγους εξαιτίας των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν έχει δυσμενείς συνέπειες για το δικαιούχο. Κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα των λόγων αυτών είναι η αντικειμενική αδυναμία του δικαιούχου να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του (ΑΠ 157/2021, ΑΠ 1387/2015).
Περαιτέρω, την παραγραφή διακόπτει και η άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 261 εδ. α' ΑΚ. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ "Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Το διακοπτικό, δηλαδή, αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν η έγερση της αγωγής και οι μετέπειτα της έγερσης αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την παραίτηση του ενάγοντος από την αγωγή ή με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, η οποία απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν εγερθεί και πάλι αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την παραίτηση ή την έκδοση της απόφασης, οπότε αναβιώνει η διακοπή της παραγραφής.
Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή, από τον διάδοχο του, κατά του ίδιου εναγομένου, ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή κατά του διαδόχου του, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία (ΑΠ 125/2020, ΑΠ 1102/2019).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 261 και 263 ΑΚ είναι, ουσιαστικά, αλληλένδετες λειτουργικά μεταξύ τους, καθόσον η δεύτερη από αυτές αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα της πρώτης, παρέχοντας στο δανειστή, που δεν αδράνησε να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του, τη δυνατότητα να επανεγείρει την αγωγή του και να διορθώσει και συμπληρώσει ελλείψεις της αρχικής αγωγής, είτε μετά την τελεσίδικη απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης για λόγους τυπικούς, χωρίς δηλαδή να έχει υπεισέλθει το δικαστήριο στην ουσία της υπόθεσης, είτε παραιτούμενος από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής και πριν την έκδοση απόφασης.
Παρέχεται, έτσι, ένας επιπλέον λόγος διακοπής της παραγραφής ως συνέχεια των, μετά την άσκηση της αγωγής, διακοπτικών αυτής διαδικαστικών πράξεων, που ανατρέχει, όμως, στο χρόνο άσκησης της αρχικής αγωγής (ΑΠ 918/2023). Ειδικότερα, απόρριψη της αγωγής για τυπικούς λόγους υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης.
Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι, οι οποίοι ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωσή της, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές είναι πρόδηλο ότι είναι αντικειμενικά δυνατόν με τη νέα αγωγή να διορθωθεί το τυπικό σφάλμα της απορριφθείσας προηγούμενης αγωγής (ΑΠ 524/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: '' Την 22-10-2012,... και περί ώρα 12.00, ο ενάγων βρισκόταν στο αγρόκτημα ιδιοκτησίας Α. Δ. του Ευαγγέλου, κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της τέως Κοινότητας Καρυών Δομοκού, όπου και ασχολούνταν με τη συγκομιδή - θερισμό αραβοσίτου, αμισθί, προς βοήθεια του ιδιοκτήτη του εν λόγω αγρού, λόγω των φιλικών μεταξύ τους σχέσεων.
Η παροχή των υπηρεσιών του, συνίστατο στη συγκέντρωση των θερισθέντων φυτών (στάχια) αραβοσίτου, που βρίσκονταν στο έδαφος αφού είχαν θεριστεί, τα οποία ο ίδιος επέρριπτε με τα χέρια του στον κάδο της χρησιμοποιούμενης για το θερισμό στο εν λόγω αγρόκτημα, με αριθμό κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής "John Deere", θεριζοαλωνιστικής μηχανής, ιδιοκτησίας του Ε.
Τ. απασχολούμενου ομοίως στην ίδια ως άνω γεωργική εργασία, προστήσαντος στην οδήγηση και στον χειρισμό αυτής, τον Δ. Τ.. Κατά το χρόνο που λάμβανε χώρα η προαναφερθείσα εργασία, η θεριζοαλωνιστική μηχανή ήταν ακινητοποιημένη, με τον κινητήρα της όμως σε πλήρη λειτουργία, ώστε να λειτουργούν τα ψαλίδια θερισμού και να ολοκληρωθεί η διαδικασία του αλωνισμού, με την επεξεργασία και των σταχιών αραβοσίτου που είχαν απομείνει στο έδαφος.
Ενώ λοιπόν ο ενάγων πραγματοποιούσε τις ρίψεις αυτές στον κάδο της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, πλησίασε υπερβολικά κοντά στα ψαλίδια θερισμού αυτής, με αποτέλεσμα να εμπλακεί το παντελόνι του δεξιού του ποδιού, στην περιελισσόμενη οδοντωτή αλυσίδα που βρίσκεται κάτω από αυτά και να υποστεί ακρωτηριασμό δεξιού ποδιού, στο ύψος του μηρού.
Κατά τον επίδικο χρόνο, η θεριζοαλωνιστική αυτή μηχανή ιδιοκτησίας του Ε. Τ. του Δ., ήταν ασφαλισμένη, κατά τα προεκτεθέντα, για την αστική ευθύνη τόσο από τη λειτουργία της ως αυτοκινήτου, όσο και από τη λειτουργία της ως εργαλείου, στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η εναγομένη, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστηρίου συμβολαίου, για το χρονικό διάστημα από 08.07.2012 έως 08.07.2013 και για τα προαναφερθέντα ποσά και ασφαλιστικές καλύψεις. Λόγω του κατά τα προδιαληφθέντα τραυματισμού του και, προς αποζημίωση των εξ' αυτού προκληθέντων θετικών και αποθετικών του ζημιών, καθώς και προς επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης την οποία που υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του, ο ενάγων, ισχυρισθείς αρχικά ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος, ήταν ο προστηθείς στην οδήγηση και στο χειρισμό της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, Δ.
Τ., άσκησε εναντίον αυτού, εναντίον του ιδιοκτήτη της μηχανής, Ε. Τ. και εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, κατά την ειδική διαδικασία διαφορών από αυτοκίνητα, την από 1-12-2015 και με αριθ. έκθ. κατ. 1643/ΕΓα/292/01 -12-2015 αγωγή αποζημιώσεως για ζημία από αυτοκινητιστικό ατύχημα (η οποία, σημειωτέον, αν και είχε εγερθεί και κατά των ως άνω ασφαλισμένων της ασφαλιστικής εταιρίας, δεν είχε ασκηθεί εν τέλει κατά των τελευταίων, αφού ουδέποτε επιδόθηκε σ' αυτούς αντίγραφο της, με κλήση προς συζήτηση), με την οποία, μετά από α) νόμιμο περιορισμό του συνόλου των κονδυλίων της αγωγής, με την τροπή τους από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά [που έλαβε χώρα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά δημόσιας συζήτησης αυτού (άρθρα 294 εδ.
α', 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 ΚΠολΔ)] και β) νομότυπη παραίτησή του εκ του δικογράφου της αγωγής, ως προς τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, με αποτέλεσμα η αγωγή, ως προς αυτούς, να θεωρείται κατά νόμο ως μηδέποτε ασκηθείσα, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η τότε εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, οφείλει να του καταβάλει, ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική του ζημία, καθώς και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όπως τα επιμέρους κονδύλια αναλύονται στην εν λόγω αγωγή, το συνολικό ποσό των 690.095,00 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Δέον να σημειωθεί ότι η εν λόγω αγωγή, επιδόθηκε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, στις 4-12-2015, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Δ. Κ.). Επί της αγωγής αυτής, συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των ζημιών από αυτοκίνητο (άρθρο 681 Β ΚΠολΔ, ως ίσχυε κατά το χρόνο εκείνο), η υπ' αριθ. 23/2016 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, η οποία, αφού έκρινε τον ενάγοντα συνυπαίτιο στη πρόκληση του ατυχήματος κατά ποσοστό 60 % και τον πρώτο εναγόμενο, Δ.
Τ., κατά το υπόλοιπο ποσοστό 40%, έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 84.880 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τόσο η ως άνω εναγομένη, με την από 30-5-2016 και με αρ.εκθ.κατ. 47/7-6-2016 έφεση της, όσο και ο ενάγων, με την από 26-10- 2016 και με αρ.εκθ.κατ. 102/2016 αντέφεσή του.
Επί των εν λόγω εφέσεως και αντεφέσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 49/2018 απόφαση, η οποία δέχθηκε εν μέρει την έφεση και την αντέφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή και, αφού καθόρισε την συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος ενός εκάστου των εμπλεκομένων σε αυτό προσώπων (ενάγοντος και οδηγού- χειριστή της μηχανής) σε ποσοστό 50%, τελικώς, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα, για την αυτή αιτία, το συνολικό ποσό των 166.697,23 €, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.
Κατά της ως άνω απόφασης, η εφεσίβλητη, ως οιονεί καθολική διάδοχος της ως άνω εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου, την από 30-6-2018 και υπ' αριθμ. κατ. 9/2018 αίτηση αναιρέσεως, εκδοθείσης επ' αυτής, την 22-11-2020, της με αριθμ. 167/2020 αναιρετικής απόφασης, με την οποία κρίθηκε ότι εσφαλμένα το Εφετείο υπέλαβε ότι το ατύχημα προήλθε από τη λειτουργία της ασφαλισμένης θεριζοαλωνιστικής μηχανής ως αυτοκινήτου, ενώ αυτό προκλήθηκε από τη λειτουργία της ως εργαλείου και, ως εκ τούτου, ο ενάγων, ως ζημιωθείς τρίτος, δεν είχε ευθεία αξίωση έναντι της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, κατ' άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 489/1976.
Κατόπιν των ανωτέρω, ο Άρειος Πάγος, αναίρεσε την υπ' αριθμ. 49/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 26-10-2016 αντέφεση του ενάγοντος, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 8-1- 2015 έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 23/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτή με το ως άνω αιτιολογικό.
Μετά ταύτα, ο ενάγων κατέθεσε την από 4-6-2020 και με αρ. έκθ. κατ. 459/ΤΜ/53/4-6-20 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, κατά του ιδιοκτήτη της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, Ε. Τ., κατά του προστηθέντος στην οδήγηση και στο χειρισμό αυτής, Δ. Τ. και κατά της Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", με την οποία αγωγή, λαμβάνοντας ως βάση, τόσο ως προς την υπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος, όσο και ως προς τα επιμέρους ποσά που αξίωνε, όσα είχε δεχθεί η με αριθμό 49/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να του καταβάλλουν, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, το συνολικό ποσό των 166.949,80 ευρώ με το νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως, επικουρικά, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.
Επικουρικά δε, ζητούσε να υποχρεωθεί η τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, να καταβάλλει στους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων και δη, εις ολόκληρον στον καθένα τους, για την περιγραφόμενη στο ιστορικό αιτία, το άνω ποσό των 166.949,80 ευρώ, το οποίο οι τελευταίοι του οφείλουν εις ολόκληρον έκαστος, με το νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως, επικουρικά, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής προς αυτούς και μέχρις εξοφλήσεως.
Άλλως και όλως επικουρικώς, ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων και δη, εις ολόκληρον στον καθένα τους, τα ποσά τα οποία ήθελε τυχόν υποχρεωθούν εκείνοι να καταβάλουν στον ίδιο, βάσει της αγωγής του, με το νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως, επικουρικώς, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής προς αυτούς και μέχρι την εξόφληση.
Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στους μεν πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, στις 29-6-2020 (βλ. σχετ. τις με αριθμό 3482Β' και 3481Β729-6-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας, με έδρα το Πρωτοδικείο Λαμίας, Δ. Ι. Α.), στη δε τρίτη εξ' αυτών, στις 30-6-2020 (βλ. σχετ. την υπ αριθμ. 1362Δ /30-6-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ.
Δ. Κ.). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 175/2021 οριστική απόφασή του, δικάζοντας ερήμην του πρώτου και του δευτέρου των εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε, ως προς τους ερημοδικασθέντες πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση ενός εκάστου εξ' αυτών, να καταβάλει στον ενάγοντα, εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 166.949,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής προς αυτούς και μέχρις εξοφλήσεως, ενώ απέρριψε την αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", η οποία είχε ήδη, κατά την άσκηση της αγωγής, συγχωνευθεί δι' απορροφήσεως από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕRGΟ Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη Εταιρεία Α.Ε.", ως απαράδεκτη, ως ασκούμενη κατά ανύπαρκτου νομικού προσώπου.
Κατόπιν τούτου, ο ενάγων άσκησε κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕRGΟ Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη Εταιρεία Α.Ε.", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικής εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", την από 29-10-2020 και με αρ. εκθ.κατ. 1186/ΤΜ/171/20 ένδικη αγωγή, που επιδόθηκε σ' αυτήν στις 27-11-2020 (όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...
έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιά, Γ. Δ. Κ.), επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ αριθμ. 176/2021, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Ωστόσο, από το χρόνο που έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα (22-10-2012), ο ενάγων έλαβε σαφώς γνώση, τόσο της επιζήμιας συνέπειας (ακρωτηριασμός του δεξιού ποδιού του, από το ύψος του μηρού), όσο και των υπόχρεων προς αποζημίωσή του προσώπων, ήτοι του ιδιοκτήτη της θεριζοαλωνιστικής μηχανής και του προστηθέντος στην οδήγηση και το χειρισμό αυτής, Ε.
και Δ. Τ., αντίστοιχα, καθώς και τα στοιχεία προσδιορισμού της ως άνω μηχανής, ώστε ήταν σε θέση να πληροφορηθεί και την ασφαλιστική εταιρία, στην οποία αυτή ήταν ασφαλισμένη. Ως εκ τούτου, η εκ του άρθρου 937 ΑΚ πενταετής παραγραφή της αξίωσης του ενάγοντος κατά του ιδιοκτήτη της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, Ε.
Τ., προστήσαντος στην οδήγηση και το χειρισμό αυτής, κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο, τον Δ. Τ., άρχισε να τρέχει, κατ' άρθρο 241 ΑΚ, από την επομένη ημέρα του ατυχήματος, ήτοι από 23-10-2012, αφού η ένδικη αξίωσή του κατά των ως άνω εναγομένων, ήταν από τότε δικαστικώς επιδιώξιμη, δηλαδή εναγώγιμη, δεδομένου ότι δεν υπήρχε κάποιος νομικός λόγος που να απέκλειε ή να παρεμπόδιζε τη δικαστική επιδίωξή της.
Η παραγραφή αυτή, συμπληρώθηκε μετά την πάροδο πενταετίας, ήτοι, την 23-10-2017. Επομένως, από την επομένη της ημεροχρονολογίας του ατυχήματος (23-10-2012), μέχρι και την 29-6-2020, μέχρι δηλαδή την ημερομηνία που επιδόθηκε το πρώτον αγωγή του ενάγοντος και, συγκεκριμένα, η ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, από 4-6-2020 και με αρ.έκθ.κατ. 459/ΤΜ/53/4-6-20 αγωγή αυτού, κατά του υπαιτίου του ατυχήματος και ασφαλισμένου της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας, Ε.
Τ. και κατά του προστηθέντος στην οδήγηση και το χειρισμό αυτής, Δ. Τ. (όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 3482Β' και 3481Β729-6-2020, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας, με έδρα στο Πρωτοδικείο Λαμίας, Δ. Ι. Α.), παρήλθε η κατ' άρθρο 937 ΑΚ, απαιτούμενη για την παραγραφή της ένδικης αξίωσης, πενταετία, γενομένης δεκτής, ως ουσιαστικά βάσιμης, της πρωτοδίκως προβληθείσας ένστασης της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του πλαγιαστικώς ενάγοντος, κατά των ασφαλισμένων της (.........), η οποία, σημειωτέον, παραδεκτώς προτείνεται κατ' αυτού από την τελευταία, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του ενάγοντος, καθόσον,...
η πλαγιαστικώς εναγόμενη οφειλέτρια ασφαλιστική εταιρεία, μπορεί να αμφισβητήσει, προς απόκρουση της πλαγιαστικής αγωγής, τόσο την ιδιότητα του ζημιωθέντος και πλαγιαστικώς ενάγοντος, ως δανειστή του φερομένου ως αδρανούντος οφειλέτη, όσο και την ιδιότητα του αδρανούντος οφειλέτη, ως δανειστή της ίδιας, προτείνοντας παραδεκτώς, κατά του πλαγιαστικώς ενάγοντος, ενστάσεις που καταλύουν την ιδιότητά του ως δανειστή του αδρανούντος οφειλέτη και δανειστή της, μεταξύ των οποίων και την ένσταση της πενταετούς παραγραφής της από αδικοπραξία αξιώσεώς του, έναντι του ασφαλισμένου της (...............), με περαιτέρω αποτέλεσμα, την κατάλυση της ιδιότητας του ζημιωθέντος πλαγιαστικώς ενάγοντος, ως δανειστή του ζημιώσαντος ασφαλισμένου της και δανειστή της από την ασφαλιστική σύμβαση (.......).
Συνεπακόλουθα, η πλαγιαστικώς εναγομένη, δεν έφερε, κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, την ιδιότητα της οφειλέτιδος του πλαγιαστικώς ενάγοντος και η κατ' αυτής πλαγιαστικώς ασκηθείσα αγωγή, τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του πλαγιαστικώς ενάγοντος, με τους οποίους ο τελευταίος εστιάζει στο πότε γεννήθηκε και πότε παραγράφεται, η κατά της πλαγιαστικώς εναγομένης, ένδικη αξίωση των ασφαλισμένων της, κι όχι στο πότε γεννήθηκε και πότε παραγράφηκε η ένδικη αξίωση του ιδίου κατ' αυτών, την οποία ο τελευταίος ασκεί εναντίον της, πλαγιαστικώς. ....
Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο της έφεσης, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά κακή και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη της διάταξης του άρθρου 255 ΑΚ, και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την προβληθείσα αντέστασή του περί αναστολής της παραγραφής της ένδικης αξιώσεώς του, λόγω ανωτέρας βίας, συνισταμένης στο γεγονός ότι, από την κατάθεση της από 01-12-2015 και υπ' αριθ.
εκθ. κατ. 1643/ΕΓα/292/01-12-2015 αρχικής αγωγής του κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ''ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ'', καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εναγομένη, μέχρι και την έκδοση, επί της ανοιγείσας με αυτήν δίκης, της υπ' αριθ. 167/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου στις 22-11-2019, υφιστάμενο κώλυμα ως προς την άσκηση της αξιώσεώς του, ως οφειλέτη της εναγομένης πλαγιαστικώς.
Πλην όμως, η αντένσταση αυτή, όπως προβάλλεται, τυγχάνει απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, καθόσον ο λόγος τον οποίο ο ενάγων επικαλείται, δεν συνιστά, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, λόγο ανωτέρας βίας, ούτε περιήγαγε τον δικαιούχο της ένδικης αξίωσης ενάγοντα, σε αντικειμενική αδυναμία να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του αυτής ....
Με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά κακή και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη, των διατάξεων των άρθρων 261 και 263 ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα τα οποία προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, την παραδεκτώς προβληθείσα από τον ίδιο, ως προς την ένσταση παραγραφής που πρόβαλε πρωτοδίκως η πλαγιαστικώς εναγομένη, αντένσταση διακοπής της παραγραφής, κατ' άρθρο 263 ΑΚ, λόγω έγερσης από μέρους του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, της από 4-6-2020 και με αρ.εκθ.κατ. 459/ΤΜ/53/4-6-2020 αγωγής του κατά του ιδιοκτήτη της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, Ε.
Τ., κατά του προστηθέντος στην οδήγηση και στο χειρισμό αυτής, Δ. Τ. και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α", που ασκήθηκε, ως προς μεν τους δύο πρώτους εναγομένους, στις 29-6-2020, ως προς δε την τρίτη εξ' αυτών, στις 30-9-2020, ήτοι, αφαιρουμένου, με βάση το άρθρο 74 παρ. 1 ν. 4690/2020, του χρονικού διαστήματος της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της Χώρας, από 13-3-2020 έως 31-5-2020, εντός 6μήνου από την απόρριψη, τελεσιδίκως, δυνάμει της εκδοθείσης την 22-11-2020 υπ' αριθμ. 167/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου, της ομοίου περιεχομένου, από 1-12-2015 και με αριθ.έκθ.κατ. 1643/ΕΓα/292/01-12-2015 πρώτης αγωγής του, ενώπιον του αυτού πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός, ο οποίος είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις προαναφερθείσες διατάξεις, τυγχάνει, κατά τα ανωτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον: α) η από 1-12-2015 και με αριθ. έκθ. κατ. 1643/ΕΓα/292/01-12-2015 (πρώτη) αγωγή του ενάγοντος, ουδέποτε ασκήθηκε κατά των ασφαλισμένων της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, Ευάγγελου και Δ.
Τ., αφού ποτέ δεν επιδόθηκε σ' αυτούς, κατά δε τη συζήτησή της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο ενάγων παραιτήθηκε του δικογράφου της ως προς αυτούς, ως προς τους οποίους, η εν λόγω αγωγή, θεωρείται ως μηδέποτε ασκηθείσα και, επομένως, δεν τίθεται θέμα διακοπής της παραγραφής ως προς αυτούς και β) ως προς την πλαγιαστικώς εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, υπό την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ Α.Ε.", διότι ο ενάγων, μετά την απόρριψη της πρώτης αγωγής του κατά της απορροφηθείσας υπό της εφεσίβλητης, ασφαλιστικής εταιρίας, δεν άσκησε εκ νέου αγωγή με την αυτή ιστορική και νομική βάση εντός έξι (6) μηνών αφότου απορρίφθηκε τελεσίδικα η πρώτη αγωγή του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ.
Ειδικότερα, όπως αποδείχτηκε, η από 1-12-2015 και με αριθ. έκθ. κατ. 1643/ΕΓα/292/01-12-2015 πρώτη αγωγή του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, απορρίφθηκε τελεσιδίκως, δυνάμει της υπ' αριθμ. 167/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου, για λόγους ουσιαστικούς και δη, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης αυτής: "Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, η θεριζοαλωνιστική μηχανή κατά το χρόνο του ατυχήματος λειτουργούσε ως εργαλείο, θερίζοντας, με ακινητοποιημένους τους τροχούς της, σε αγρό, χρησιμοποιώντας προς τούτο αναγκαστικά τον κινητήρα της, η λειτουργία του οποίου είναι απαραίτητη, όχι μόνο για την αυτοδύναμη κίνηση αυτής επί των τροχών της, αλλά και για την εκπλήρωση του λειτουργικού σκοπού της, και συνεπώς, η ζημία δεν συνδέεται με τους ειδικούς τυπικούς κινδύνους του αυτοκινήτου, αφού το προέχον εδώ είναι η λειτουργία του εν λόγω μηχανήματος ως εργαλείου και όχι ως αυτοκινήτου.
Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και εσφαλμένα το Εφετείο τις εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε, αφού όπως προελέχθη προϋπόθεση της εφαρμογής τους είναι το ατύχημα να συνδέεται με τους ειδικούς τυπικούς κινδύνους που γεννώνται από τη λειτουργία του αυτοκινήτου και να έχει ως αίτιο το αυτοκίνητο, πράγμα που δεν συμβαίνει, αφού η θεριζοαλωνιστική μηχανή κατά το χρόνο του ατυχήματος λειτουργούσε ως εργαλείο και όχι ως αυτοκίνητο, οπότε, κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας που έχει ασφαλίσει την αστική ευθύνη του μηχανήματος για την περίπτωση ατυχήματος κατά τη λειτουργία του ως αυτοκίνητο, σύμφωνα με την υποχρεωτική ασφάλιση του Ν. 489/1976, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις και ο ζημιωθείς αναιρεσίβλητος ως τρίτος δεν έχει την ευθεία αξίωση έναντι αυτής, του άρθρου 10 § 1 Ν. 489/1976." Από τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε για λόγους ουσιαστικούς, αναγόμενους στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως, καθόσον με την αναιρεθείσα εφετειακή απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή αυτή, εσφαλμένως (κατά τον Άρειο Πάγο) κρίθηκε ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος προήλθε από την λειτουργία της θεριζοαλωνιστικής μηχανής ως αυτοκινήτου, ενώ τούτο συνέβη από την λειτουργία της ως εργαλείου, λόγος που αφορά στην αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως του ενάγοντος (βλ. ....).
Επομένως, εφόσον εν προκειμένω, η πρώτη αυτή αγωγή του ενάγοντος, απορρίφθηκε για λόγους ουσιαστικούς, δεν μπορούσε αυτός, ως δικαιούχος της ένδικης αξίωσης, να εγείρει μέσα στο εξάμηνο από την απόρριψη αυτής, νέα αγωγή, ίδια με την προηγούμενη, με το ίδιο δηλαδή αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία, οπότε να θεωρηθεί ότι η παραγραφή της αξίωσής του έχει διακοπεί, κατ' άρθρο 263 ΑΚ, με την προηγούμενη αγωγή, καθόσον, αφού η ως άνω πρώτη αγωγή απορρίφθηκε τελεσιδίκως κατ' ουσίαν, ήρθησαν όλες οι συνέπειες τόσο της κατάθεσης, όσο και της επίδοσής της, επομένως και η διακοπή της παραγραφής, αφού δεν είναι νοητή διακοπή παραγραφής ανύπαρκτης, όπως τελεσιδίκως κρίθηκε, αξίωσης.
Να σημειωθεί ότι νέα αγωγή, με το αυτό αντικείμενο και θεμελίωση, δεν μπορούσε να ασκηθεί, γιατί θα προσέκρουε στο δεδικασμένο. Περαιτέρω, στις δύο προαναφερθείσες αγωγές, πέραν των συνθηκών υπό τις οποίες προκλήθηκε το επίδικο ατύχημα, και του είδους του τραυματισμού του ενάγοντος, δεν υφίσταται ταυτότητα ιστορικής αιτίας, καθόσον α) ως προς το χαρακτηρισμό της θεριζοαλωνιστικής μηχανής ως ασφαλιστέου αντικειμένου, στην μεν πρώτη αγωγή φέρεται ότι το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε κατά την λειτουργία αυτής ως αυτοκινήτου, στη δε δεύτερη, από τη λειτουργία της ως εργαλείου και β) και ως προς το είδος της ασφάλισης της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, δυνάμει της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, στη μεν πρώτη αγωγή, αυτή φέρεται υποχρεωτικώς ασφαλισθείσα για την αστική ευθύνη από ζημίες κατά την κυκλοφορία της ως αυτοκίνητο, σύμφωνα με τα άρθρα 2§1, 6§3α και 10§1 του Ν. 489/1976, στη δε δεύτερη, φέρεται ασφαλισθείσα προαιρετικώς, για την αστική ευθύνη από την λειτουργία της ως εργαλείου, σύμφωνα με το άρθρο 26 των Γενικών και Ειδικών Όρων Ασφάλισης οχημάτων της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης και το άρθρο 25 του Ν. 2496/1997.
Ούτε, όμως, ταυτότητα νομικής αιτίας υφίσταται στις εν λόγω αγωγές, δεδομένου ότι, η νομική βάση της πρώτης αγωγής, στηριζόταν στην ευθεία αξίωση του ενάγοντος, ως παθόντος τρίτου, κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, συνεπεία της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης για ζημίες κατά την κυκλοφορία της ασφαλισμένης σ' αυτή θεριζοαλωνιστικής μηχανής, ως αυτοκινήτου, βάσει του άρθρου 10 § 1 του Ν. 489/1976, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 § 1 και άρθρ. 6 § 3α του ως άνω νόμου, ενώ α) η μεν κύρια νομική βάση της δεύτερης αγωγής, στηρίζεται στην άσκηση, από τον ενάγοντα, της αξίωσής του περί αποζημιώσεως, ευθέως κατά της εναγομένης, συνεπεία της προαιρετικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από την λειτουργία της θεριζοαλωνιστικής μηχανής ως εργαλείου, βάσει του άρθρου 25 του Ν. 2496/1997, η οποία καταρτίστηκε ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, και β) η δε επικουρική βάση αυτής, στηρίζεται στην πλαγιαστικώς ασκηθείσα κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, αξίωση του ενάγοντος περί αποζημίωσής του, από την σε βάρος του τελεσθείσα αδικοπραξία, υπό του ασφαλισμένου της εναγομένης.
Σε κάθε δε, περίπτωση, ακόμη κι αν ήθελε κριθεί ότι η δεύτερη χρονικά, ως άνω αγωγή, ασκήθηκε πριν παρέλθει εξάμηνο από την έγερση της πρώτης, η παραγραφή της αξίωσης που ασκείται με αυτή, είτε θεωρηθεί η ίδια με εκείνη της αγωγής που απορρίφθηκε, στηριζόμενη απλώς σε διαφορετική νομική βάση, είτε όχι, δεν έχει διακοπεί με την επίδοση της αρχικής αγωγής, αφού, όπως προαναφέρθηκε, με την απόρριψη αυτής κατ' ουσίαν, έχουν εξαλειφθεί τόσο τα δικονομικά, όσο και τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο αποτελέσματά της (.....).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, καθίσταται φανερό ότι η από 4-6-2020 και με αρ.εκθ.κατ. 459/ΤΜ/53/4-6-2020 αγωγή του ενάγοντος κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, δεν έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την από 1-12-2015 και με αριθ. έκθ. κατ. 1643/ΕΓα/292/01-12- 2015 πρώτη αγωγή αυτού κατά της ίδιας εναγομένης, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, απορρίφθηκε για ουσιαστικούς λόγους και έτσι δεν μπορεί να τύχει, εν προκειμένω, εφαρμογής, η διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ.
Συνεπώς, η υπό του πλαγιαστικώς ενάγοντος, ως άνω υποβληθείσα, πρωτοδίκως, αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσής του, λόγω επανέγερσης της από 4-6-2020 και με αρ. εκθ. κατ. 459/ΤΜ53/4-6-2020 αγωγής, εντός 6μήνου από την έκδοση της υπ' αριθμ. 167/2020 απόφασης του Αρείου Πάγου (22-11-2020), τυγχάνει απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, καθόσον, όπως ήδη αποδείχτηκε, η παραγραφή της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος κατά των οφειλετών του, την οποία πλαγιαστικώς ασκεί κατά της εναγομένης, είχε ήδη επέλθει, όπως ανωτέρω αποδείχτηκε, από 23-10-2017 και, επομένως, το υπ' αυτού προβαλλόμενο ως διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, ήτοι, η επανέγερση της ως άνω από 4-6-2020 αγωγής του, την 30-6-2020 (ημεροχονολογία επίδοσης αυτής στην εναγομένη), ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο της συμπλήρωσης της εκ του άρθρου 937 ΑΚ πενταετούς παραγραφής, κατά τον οποίο είχε ήδη καταλυθεί η ιδιότητα του ζημιωθέντος πλαγιαστικώς ενάγοντος, ως δανειστή του ζημιώσαντος ασφαλισμένου και δανειστή (από την ασφαλιστική σύμβαση) της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και, συνεπακόλουθα, και η ιδιότητα της τελευταίας ως οφειλέτιδος του πλαγιαστικώς ενάγοντος (.....).''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε τις ενστάσεις του αναιρεσείοντος περί αναστολής της παραγραφής λόγω ανώτερης βίας και περί διακοπής της παραγραφής κατ' άρθρο 263 ΑΚ, και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση παραγραφής της ένδικης από αδικοπραξία αξίωσης του αναιρεσείοντος κατά του ασφαλισμένου ιδιοκτήτη της μηχανής, κρίνοντας ότι αυτή έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, ακολούθως δε απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που κρίνοντας ομοίως επί της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής, είχε απορρίψει αυτήν λόγω παραγραφής.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 72 ΚΠΟλΔ κι 10 του ν. 2496/1997, ισχυριζόμενος ότι με βάση τις παραδοχές της απόφασης η αξίωση του ασφαλισμένου κατά της αναιρεσίβλητης γεννήθηκε και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε με την επίδοση σ' αυτόν της δεύτερης αγωγής στις 29-6-2020 και άρα η αγωγή δεν είναι παραγεγραμμένη.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το εφετείο δέχθηκε παραγραφή της από αδικοπραξία αξίωσης του αναιρεσείοντος κατά του ασφαλισμένου ιδιοκτήτη της μηχανής και όχι παραγραφή της αξίωσης του ασφαλισμένου κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας.
Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση αναστολής της παραγραφής, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 251 και 255 ΑΚ, καθόσον το επικαλούμενο ως άνω γεγονός, δηλαδή η εκκρεμής κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ''ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ'', καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσίβλητη, από 1-12-2015 αγωγή, δεν αποτελεί λόγο ανωτέρας βίας και κατ' ακολουθία λόγο αναστολής της παραγραφής, δεδομένου ότι δεν περιήγαγε τον αναιρεσείοντα σε αντικειμενική αδυναμία να επιδιώξει την ικανοποίηση των αξιώσεών του, αφού αυτός, επιδεικνύοντας την απαιτούμενη επιμέλεια, μπορούσε να έχει ασκήσει τη σχετική αγωγή εντός πενταετίας από το ένδικο ατύχημα, θεμελιώνοντας αυτή στη λειτουργία της θεριζοαλωνιστικής μηχανής ως εργαλείου.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Επίσης, το Εφετείο, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την αντένσταση του αναιρεσείοντος περί διακοπής της παραγραφής με την άσκηση της ως άνω από 1-12-2015 (πρώτης) αγωγής του και την εντός εξαμήνου από την έκδοση της υπ' αριθμ. 167/22-11-2020 απόφασης του Αρείου Πάγου άσκηση της από 4-6-2020 (δεύτερης) αγωγής του, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 263 AK, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι η επικαλούμενη διακοπτική της παραγραφής από 1-12-2015 (αριθ.
εκθ. καταθ. 1643/ΕΓα/292/1-12-2015) αγωγή α) απευθύνθηκε μεν κατά των ασφαλισμένων της αναιρεσίβλητης Ε. και Δ. Τ., πλην όμως, ουδέποτε κοινοποιήθηκε σ' αυτούς, ως προς τους οποίους μάλιστα έλαβε χώρα παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, και ως εκ τούτου δεν υπάρχει διακοπή της πενταετούς παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσείοντος ως προς αυτούς, β) ως προς την ασφαλιστική εταιρεία απορρίφθηκε τελεσίδικα για λόγους ουσιαστικούς, αφού με την υπ' αριθ. 167/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι ο τραυματισμός του αναιρεσείοντος προήλθε από τη λειτουργία της θεριζοαλωνιστικής μηχανής ως εργαλείου και όχι ως αυτοκινήτου, επιπροσθέτως δε, η δεύτερη ασκηθείσα μετά την ανωτέρω αγωγή από 4-6-2020 (αριθ.
εκθ. καταθ. 459/ΤΜ 53/4-6-2020) αγωγή, η οποία στρεφόταν κατά των ως άνω ασφαλισμένων της αναιρεσίβλητης και της ασφαλιστικής εταιρίας ''ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ'' και η οποία απορρίφθηκε ως προς την τελευταία με την υπ' αριθ. 175/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ως απαράδεκτη καθόσον ασκήθηκε κατά ανύπαρκτου νομικού προσώπου, καθώς και η υπό κρίση αγωγή, η οποία στρέφεται πλέον κατά της αναιρεσίβλητης, ως καθολικής διαδόχου της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας (''ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ''), δεν έχουν την ίδια ιστορική και νομική αιτία με τη φερόμενη ως διακοπτική της παραγραφής από 1-12-2015 αγωγή, αφού η τελευταία διαλαμβάνει ιστορικά ότι το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε κατά τη λειτουργία της θεριζοαλωνιστικής μηχανής ως αυτοκινήτου και θεμελιώνεται νομικά στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτου βάσει του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 489/1976 σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ. 1 και 6 παρ. 3α του ίδιου νόμου, ενώ οι άλλες δύο αγωγές διαλαμβάνουν ότι το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε από τη λειτουργία της θεριζοαλωνιστικής μηχανής ως εργαλείου και θεμελιώνονται στην πλαγιαστική άσκηση των δικαιωμάτων των ασφαλισμένων της αναιρεσίβλητης, που βασίζονται στην προαιρετική ασφάλιση αστικής ευθύνης του άρθρου 25 του Ν. 2496/1997.
Επομένως, οι αγωγές αυτές δεν αποτελούν επανέγερση της προηγούμενης, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΑΚ. Κατ` ακολουθίαν, ο από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η σχετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ συνάγεται ότι αρκεί για τη διακοπή της παραγραφής οποιαδήποτε συμπεριφορά ή ενέργεια του οφειλέτη προς το δανειστή, με την οποία εκφράζεται ρητώς ή σιωπηρώς αλλά σαφώς, η πεποίθηση του οφειλέτη, που έχει πλήρη επίγνωση, για την ύπαρξη της υποχρέωσής του και της αξίωσης του δανειστή, κατά τρόπο ώστε να μην παρίσταται αναγκαία η έγερση της οικείας αγωγής, χωρίς να είναι απαραίτητο η συμπεριφορά αυτή ή ενέργεια του οφειλέτη να έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα και χωρίς να εξετάζεται αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξίωσης ή σύμβαση αναγνώρισης χρέους κατά την έννοια του άρθρου 873 ΑΚ ή γίνεται με σκοπό ανάληψης υποχρέωσης ή έγινε αποδεκτή από το δανειστή (ΑΠ 315/2017, ΑΠ 997/2015, ΑΠ 1018/2011).
Αρκεί δε κάθε ενέργεια (συμπεριφορά) του οφειλέτη έναντι του δανειστή, ενέργεια δηλαδή που να απευθύνεται στον δανειστή και να περιέλθει σ` αυτόν, η οποία να μαρτυρεί ότι ο οφειλέτης έχει πλήρη επίγνωση της αξιώσεως του δανειστή και την θεωρεί υφισταμένη (ΑΠ 396/2021). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 287 εδ.
α' ΑΚ απορρέει η αρχή της σχετικότητας των ενοχών. Η ενοχή αναπτύσσει, κατ' αρχήν, την ενέργειά της μεταξύ των μερών, μεταξύ οφειλέτη και δανειστή, όχι απέναντι στους τρίτους, οι οποίοι δεν μπορούν να αντλήσουν ωφέλεια ούτε και να αποκομίσουν βλάβη, δηλαδή δεν μπορούν ν' αποκτήσουν δικαιώματα ή υποχρεώσεις από την ενοχική σχέση.
Συνεπώς, λόγω της αρχής της σχετικότητας των ενοχών οι τρίτοι δεν έχουν κατ' αρχήν υποχρέωση να σεβασθούν το ενοχικό δικαίωμα του δανειστή. Κατ` εξαίρεση, μόνον, από τον κανόνα της σχετικότητας των ενοχών, οι συμβάσεις είναι δυνατόν, υπό προϋποθέσεις, να αναπτύσσουν προστατευτική ενέργεια και υπέρ τρίτων προσώπων, τα οποία συνδέονται στενά με το αντικείμενο της παροχής ή εμπλέκονται στο πεδίο της υφιστάμενης σχέσης εμπιστοσύνης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 24/2023, ΑΠ 162/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: ''Με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου της έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά κακή και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη, της διάταξης του άρθρου 260 ΑΚ, και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από αυτόν προβληθείσα αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσής του, λόγω αναγνώρισης της προς αυτόν οφειλής, από τους οφειλέτες του, Ευάγγελο και Δ.
Τ. (οι οποίοι φέρουν παράλληλα και την ιδιότητα των δανειστών της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας), δυνάμει της από 29-9-2017 δήλωσης αναγνώρισης χρέους προς αυτόν, στην οποία προέβησαν οι ανωτέρω, με αποτέλεσμα, την κατ' άρθρο 260 ΑΚ διακοπή της παραγραφής της αξίωσής του και την έναρξη, από 30-9-2017, νέας πενταετούς παραγραφής αυτής, η οποία συμπληρώνεται την 29-9-2022.
Ο λόγος αυτός,... τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθόσον, από το προσκομιζόμενο εκ μέρους της πλαγιαστικώς εναγομένης υπ" αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο φέρει την υπογραφή του ασφαλισμένου και λήπτη του ασφαλίσματος, ιδιοκτήτη της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, Ε. Τ., ο οποίος ως εκ τούτου γνώριζε και αποδέχθηκε τους ενιαίους όρους ασφαλίσεως αυτοκινήτου (ΦΕΚ 7951 8.4.1978), αντίγραφα του οποίου τέθηκαν στη διάθεσή του και το οποίο ασφαλώς δεσμεύει και τον προστηθέντα υπό του τελευταίου, στην οδήγηση και το χειρισμό της μηχανής αυτής, Δ.
Τ., σαφώς προκύπτει ότι, σύμφωνα με τον αριθμ. 5 του άρθρου 8 των Γενικών και Ειδικών Όρων Ασφάλισης της επίδικης σύμβασης ασφαλίσεως της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, που αναφέρει τις γενικές υποχρεώσεις του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου, σε περίπτωση ζημίας, έχει συμφωνηθεί ρητά, ο λήπτης της ασφάλισης και ασφαλισμένος, να μην προβαίνει σε ομολογίες ευθύνης.
Επίσης, με τον αριθμό 6 του ιδίου άρθρου, έχει συμφωνηθεί ρητά, να μην προβεί αυτός, σε οποιαδήποτε μορφής ενέργεια, που θα σημαίνει αποδοχή ή απόκρουση ή αναγνώριση ή συμβιβασμό ή διακανονισμό του καλυπτομένου κινδύνου, χωρίς την γραπτή συναίνεση του ασφαλιστή, ο οποίος δικαιούται να αναλάβει και να χειρισθεί κατά την κρίση του, στο όνομα του ασφαλισμένου, την απόκρουση ή το διακανονισμό απαίτησης ή να επιδιώξει στο όνομά του, αλλά για δικό του όφελος, την αποκατάσταση οποιασδήποτε ζημιάς ή της ικανοποίησης οποιαδήποτε αξίωσης αποζημίωσης, μέχρι το όριο ευθύνης του και αφού τον ειδοποιήσει σχετικά.
Εφόσον δε, οι όροι αυτοί, αποτελούν περιεχόμενο της σύμβασης ασφαλίσεως, ισχύουν, κατά τα προεκτεθέντα, ως συμβατικό δίκαιο μεταξύ των μερών, θεμελιούμενο στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Επομένως, οι ασφαλισμένοι της πλαγιαστικώς εναγομένης, Δ. Τ. και Ε. Τ., παραβίασαν πλήρως τους ως άνω συμφωνηθέντες όρους, αφού προέβησαν σε ομολογίες ευθύνης και σε αναγνώριση αξιώσεων, όχι μόνο χωρίς την γραπτή συναίνεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας (η οποία συναίνεση, στην προκειμένη περίπτωση, όχι μόνο δεν υφίστατο, αλλά αντιθέτως, από τις ενέργειες της τελευταίας, προκύπτει σαφής άρνηση αυτής, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες προκλήθηκε το επίδικο ατύχημα και, κατ' επέκταση, ως προς την ευθύνη της, ως καλύπτουσας τον ασφαλιστικό κίνδυνο), αλλά κρυφίως και χωρίς καμία ενημέρωσή της, έστω προφορική, με αποτέλεσμα αυτή να πληροφορηθεί το συγκεκριμένο γεγονός, μόλις κατά τη συζήτηση της από 4-6-2020 και με αρ.έκθ.κατ. 495/ΤΜ/53/2020 δεύτερης αγωγής του πλαγιαστικώς ενάγοντος κατά της "ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ Α.Ε.Γ.Α.", ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και μάλιστα, χωρίς να προβληθεί κατά την εκεί συζήτηση της υπόθεσης, καθ' υποφοράν, κάποιος ισχυρισμός του ενάγοντος.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ομοίως .....ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, αλλά και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου τέταρτου λόγου της έφεσης, ως αβάσιμου''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος περί διακοπής της παραγραφής της αξίωσής τους κατά των ασφαλισμένων Ε.
και Δ. Τ., συνεπεία της γενομένης από αυτούς αναγνώρισης της κατ' αυτών αξίωσης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της διακοπής ή μη της παραγραφής της αξίωσης του παθόντος αναιρεσείοντος κατά των ασφαλισμένων της αναιρεσίβλητης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 174, 260 και 361 του ΑΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Και τούτο, διότι, 1) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει παραδοχές, αν η παραβίαση από τον λήπτη της ασφάλισης και ασφαλισμένο, ιδιοκτήτη της θεριζοαλωνιστικής μηχανής, των υποχρεώσεων και απαγορεύσεων του άρθρου 8 παρ. 5 και 6 της επίδικης σύμβασης ασφαλίσεως, με τους οποίους συμφωνήθηκε να μην προβαίνει αυτός σε ομολογίες ευθύνης καθώς και σε οποιασδήποτε μορφής ενέργεια που θα σημαίνει αποδοχή ή απόκρουση ή αναγνώριση ή συμβιβασμό, αποτελεί (η παραβίαση) λόγο εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη ή, απλώς, θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατ' αυτού, και 2) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων, ήτοι του λήπτη της ασφάλισης Ε.
Τ. και της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, και επίσης ότι η από 29-9-2017 δήλωση αναγνώρισης χρέους αφορά την έννομη σχέση μεταξύ του παθόντος αναιρεσείοντος και των οφειλετών του Δ. Τ. και Ε. Τ. - ασφαλισμένων, ακολούθως δέχεται ότι η ως άνω δήλωση αναγνώρισης δεν είναι έγκυρη, λόγω παραβίασης από τον ασφαλισμένο των πιο πάνω όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, απορρίπτοντας για το λόγο αυτό την ένσταση του αναιρεσείοντος περί διακοπής της παραγραφής, χωρίς να διαλαμβάνει επαρκείς και σαφείς παραδοχές, για τον τρόπο που η παραβίαση των ως άνω όρων της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης από το αντισυμβαλλόμενο - λήπτη της ασφάλισης - ασφαλισμένο Ε.
Τ. υπεισέρχεται στην έννομη σχέση μεταξύ του παθόντος αναιρεσείοντος και των οφειλετών αυτού - ασφαλισμένων Δ. Τ. και Ε. Τ., ενόψει και της απορρέουσας από το άρθρο 287 εδ. α' ΑΚ αρχής της σχετικότητας των ενοχών. Εξ αιτίας δε των ελλείψεων αυτών, δεν μπορεί να διαπιστωθεί, αν ο αναιρεσείων δεν έχει, συνεπεία παραγραφής, απαίτηση κατά του ασφαλισμένου ή, αντιθέτως, αν ο τελευταίος (ασφαλισμένος) δεν έχει δικαίωμα κατά της αναιρεσίβλητης (εναγομένης με την πλαγιαστική αγωγή) από την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση.
Επομένως, οι πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, εκτιμώμενοι ενιαίως, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.
Μετά ταύτα, κατά παραδοχή των ανωτέρω γενομένων δεκτών ως βασίμων λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών (έβδομου, όγδοου και ένατου) λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος ως προς το κεφάλαιο της επικουρικής βάσης της αγωγής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Μονομελές Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστή άλλο από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Αναιρουμένης δε της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει περαιτέρω να διαταχθεί, συμφώνως προς το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα που κατέθεσε τούτο και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος έχει καταθέσει και προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 40/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Διατάζει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν από αυτήν παράβολο.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ