Legislator Giurisprudenza & Legislazione
969/2021 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against eviction rent award, upholding lower court's evidence evaluation.

Numero d'incarto 969/2021
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's judgment regarding rent arrears. The appellants argued the Court of Appeal failed to consider specific documents proving the property's rental value, but the Supreme Court found the lower court's explicit statement that all submitted documents were reviewed sufficient to validate its decision. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the opposing party's legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 601 A.C.; Art. 559 para. 11 lit. c C.Pol.D.: The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court explicitly states it considered all legally submitted documents, as selective citation of specific evidence does not constitute a ground for review, and the evaluation of proof remains within the lower court's exclusive jurisdiction.

Parole chiave

Generato dall'IA
eviction rent arrears appeal dismissal evidence evaluation lower court jurisdiction legal costs award

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 601 A.C.
ac
Art. 559 para. 11 lit. c C.Pol.D.
Art. 298 A.C.
ac
Art. 495 para. 3 C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
Art. 189 para. 1 C.Pol.D.
Art. 191 para. 2 C.Pol.D.
Art. 276 para. 1 n. 3463/2006
Art. 281 para. 2 n. 3463/2006

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 969 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 969/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Θ. του Σ., κατοίκου ... και 2) Γ. Θ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ανδρικόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 21-12-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ - ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗΣ", που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο του Δημήτριο Κουλουριώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1534/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4359/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-1-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 601 του ΑΚ, ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να ερευνάται αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου.

Αποτελεί δε παράνομη παρακράτηση, υπό την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση, ενώ, εκτός του συμφωνημένου μισθώματος, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση αυτή του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη και των θετικών παραβάσεων της σύμβασης (ΑΚ 343 επ.), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται και την ανυπαρξία του οφείλει να επικαλεστεί κατ' ένσταση και αποδείξει, για να απαλλαγεί, ο τελευταίος.

Στην περίπτωση αυτή αποκαθίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 298 του ΑΚ, και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο που θα αποκόμιζε με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε το μίσθιο αμέσως μετά τη λήξη της μίσθωσης. Τέτοιο διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο ως αποζημίωση χρήσης μίσθωμα που αποδεδειγμένα θα λάμβανε ο εκμισθωτής εκμισθώνοντας το μίσθιο σε άλλον.

Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 601 του ΑΚ καθιερώνεται υποχρέωση αποζημίωσης εις βάρος του μισθωτή για την παράβαση της υποχρέωσής του να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της μίσθωσης (599 παρ. 1 ΑΚ), η σχετική δε αξίωση του τελευταίου υφίσταται καθ' όλο το διάστημα από τη λήξης της μίσθωσης έως την απόδοση της χρήσης του μισθίου (ΑΠ 229/2012, ΑΠ 22/2012).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον πιο πάνω λόγο δεν επιτρέπεται να πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών. Δεν έχει όμως εφαρμογή η εν λόγω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης, 4359/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ) και των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι αναιρεσείοντες, με την από 20-10-2016 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει μισθωτικής σύμβασης που καταρτίστηκε το έτος 1998 μεταξύ αυτών και της κληρονομηθείσας από την πρώτη εξ αυτών μητέρα τους και της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών-Πειραιώς, εκμίσθωσαν στην τελευταία, ένα διώροφο κτίριο που βρίσκεται στην Αργυρούπολη Αττικής, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση της 1ης ΤΕΣ Αργυρούπολης.

Ότι παρότι η μίσθωση αυτή έληξε στις 31-12-2009, ο εναγόμενος, που υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση ως καθολικός διάδοχος της μισθώτριας, παρακρατεί παράνομα το μίσθιο, καταβάλλοντος μηνιαίως, για το επίδικο διάστημα από 1-2-2012 έως 28-2-2017, ως αποζημίωση χρήσεως, ποσό μικρότερο εκείνου που αντιστοιχεί στην πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου.

Με αυτό το ιστορικό ζήτησαν να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να τους καταβάλει νομιμοτόκως ως αποζημίωση χρήσεως (διαφορά μεταξύ καταβαλλόμενης και οφειλόμενης) α) 975.833,20 ευρώ συνολικά για το διάστημα από 1-2-2012 έως 31-8-2016 και β) 17.658,32 ευρώ κατά μήνα για το διάστημα από 1-9-2016 έως 28-2-2017. Επί της αγωγής εκδόθηκε^ 534/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που τη δέχτηκε εν μέρει και κατόπιν ασκήσεως αντίθετων εφέσεων, η προσβαλλομένη, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η έφεση των εκμισθωτών, έγινε δεκτή η έφεση του μισθωτή και εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση, καθορίστηκε η οφειλόμενη αποζημίωση χρήσεως του επιδίκου μισθίου για το ως άνω επίδικο διάστημα στο ποσό των 11.000 ευρώ μηνιαίως και αφού συνυπολογίστηκε το καταβληθέν από τον αναιρεσίβλητο για την ίδια αιτία και διάστημα ποσό, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή κατά τα σ' αυτή αναφερόμενα για κάθε αναιρεσείοντα ποσά.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 25-2-1998 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού οι ενάγοντες μαζί με τη μητέρα τους Σ. Θ. ως συγκύριοι σε ποσοστό 35%, 35% και 30%, αντίστοιχα, ο καθένας από αυτούς, εκμίσθωσαν στη "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών - Πειραιώς, Νομαρχία Αθηνών", της οποίας οιονεί καθολικός διάδοχος τυγχάνει ο εναγόμενος Δήμος, κατ' άρθρον 49 παρ. 4 του Ν. 3943/2011, ένα ακίνητο, συνιδιοκτησίας τους, όπως προαναφέρθηκε, το οποίο βρίσκεται στην … και επί της οδού ..., και το οποίο αποτελείται από ισόγειο και πρώτο όροφο, συνολικής επιφανείας, κατά τη σύμβαση, 737 τ.μ., στη πραγματικότητα, όμως, 758,32 τ.μ., με υπόγειο 61 τ.μ.

και αυλή 950 τ.μ., για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών αντί μηνιαίου μισθώματος 1.700.000 δρχ. για το α' και το β' έτος της μισθώσεως.....Το έτος 2005 απεβίωσε η εκ των εκμισθωτών Σ. Θ., μητέρα των νυν εναγόντων, και δυνάμει της από 24-7-2005 ιδιόγραφης διαθήκης αυτής που νόμιμα δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 661/10-3-2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέλιπε το ποσοστό συνιδιοκτησίας της από 30% στο ως άνω ακίνητο στη θυγατέρα της Ε.

Σ. Θ., πρώτη ενάγουσα, που νόμιμα αποδέχθηκε την κληρονομιά αυτής δυνάμει της υπ' αριθμ. …/…-6- 2007 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβ/φου Αθηνών Σταματίου Καταπόδη και μετέγραψε καταστάσα, έτσι, συγκυρία του μισθίου ακινήτου σε ποσοστό 65% (35% + 30%). Ακολούθως η μίσθωση παρατάθηκε για τρία (3) ακόμη έτη δυνάμει του από 18-12-2000 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού, ήτοι μέχρι 31-12-2003, πλην, όμως, όπως έχει κριθεί αμετακλήτως, πλέον, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1547/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδοθείσης επί προγενέστερης όμοιας από 18-12-2010 και με αριθμ.

εκθ. καταθ. δικ. 7442/2010 αγωγής των εναγόντων η μίσθωση ίσχυσε για δώδεκα (12) έτη βάσει του άρθρου 5 παρ. 1 του π.δ. 34/1995 και έληξε στις 31-12-2009, γεγονός για το οποίο δεν επιτρέπεται επανάκριση λόγω δεδικασμένου, το οποίο δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από αυτό (άρθρ. 332 ΚΠολΔ). Το εναγόμενο, όμως, συνέχισε παράνομα και αυθαίρετα να παρακρατεί το μίσθιο ακίνητο και, κατά συνέπειαν, οφείλει αποζημίωση χρήσεως, για το χρονικό διάστημα από τη λήξη της μισθώσεως στις 31-12-2009 και εφεξής το μέχρι τη λήξη της συμβάσεως καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα το οποίο ανήρχετο σε 7.851,62 ευρώ, αλλά και περαιτέρω ζημία (ΑΚ 601), η οποία συνίσταται στη διαφορά της αποζημιώσεως χρήσεως και του μισθώματος, που θα πετύχαιναν οι ενάγοντες εάν εκμίσθωναν το ως άνω μίσθιο ακίνητο τους.

Δυνάμει της ως άνω, ήδη, αμετακλήτου αποφάσεως με αριθμ. 1547/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 μέχρι 31-1-2012 πλην του έτους 2011 το μηνιαίο μίσθωμα, που θα πετύχαιναν οι ενάγοντες από την εκμίσθωση του ως άνω ακινήτου τους ανέρχεται σε 24.266,24 ευρώ, ήτοι κατά 32 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ με την υπ' αριθμ. 3308/2014 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών για το έτος 2011 το μηνιαίο μίσθωμα που θα πετύχαιναν οι ενάγοντες καθορίσθηκε σε 19.413 ευρώ.

Από τις ανωτέρω αποφάσεις δεν παράγεται δεδικασμένο που να δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο αναφορικά με το, κατά τα άνω, καθορισθέν μίσθωμα καθόσον ναι μεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση ταυτότητα διαδίκων και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, πλην, όμως, η ένδικη αξίωση αφορά απαιτήσεις διαφορετικού χρονικού διαστήματος και δη από 1-2-2012 μέχρι 28-2-2017 .....Περαιτέρω, είναι γενικώς γνωστό (πασίδηλο) ότι, ήδη, κατά το χρόνο έναρξης του επίδικου χρονικού διαστήματος (1-2-2012) είχε ενσκήψει και στην Ελλάδα η οικονομική κρίση, εξ αιτίας της οποίας αναγκάσθηκε, το έτος 2010, η χώρα να προσφύγει στο μηχανισμό στήριξης της ΕΚΤ, της EE και του ΔΝΤ για τη χρηματοδότηση των λειτουργικών της δαπανών και την εξυπηρέτηση του υπέρογκου δημόσιου χρέους της.

Ψηφίσθηκε ο νόμος (Α' Μνημόνιο) 3845/ 2010 (ΦΕΚ Α' 65/6-5-2010) "μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" με το οποίον θεσπίσθηκαν μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής και μείωσης των δημόσιων δαπανών με τη μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, των δώρων εορτών Χριστουγέννων - Πάσχα και των επιδομάτων αδείας και των συντάξεων των συνταξιούχων και των βοηθηματούχων όλων των Φορέων Κυρίας Ασφάλισης.

Αυξήθηκε ο ΦΠΑ από 19% σε 23% καθώς και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης σε καπνό, καύσιμα, αλκοόλ, κ.λ.π, θεσπίσθηκε φόρος επί της ακίνητης περιουσίας (αρχικά ΕΥΗΔΕ και αργότερα ΕΝΦΙΑ) κ.λ.π. Ακολούθως, ψηφίσθηκε ο Ν. 4046/2012 (Β' Μνημόνιο) "Έγκριση των Σχεδίων συμβάσεων Χρηματοδοτικής διευκόλυνσης κ.λ.π" και στη συνέχεια, ο εφαρμοστικός Νόμος 4093/12-11-2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμος Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016.

Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016", με τον οποίον λήφθηκαν νέα μέτρα λιτότητας, με περαιτέρω μείωση των δημοσίων δαπανών. Επίσης, με το άρθρο 21 του Ν. 4002/2011 επιβλήθηκε νομοθετική μείωση κατά 20% από 22-8-2011 έως 30-6-2013 όλων των καταβαλλομένων από το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ μισθωμάτων σε τρίτους και με το άρθρο 2 του Ν. 4081/2012 κλιμακωτή μείωση αυτών από 15% έως 25% από 1-10-2012.

Όλα τα ανωτέρω γεγονότα που είναι γενικώς γνωστά (πασίγνωστα) και λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ. 336 παρ. 1 ΚΠολΔ), ήτοι η γενικότερη οικονομική ύφεση στη χώρα, αλλά και παγκοσμίως, οι δυσμενείς οικονομικές συνθήκες και οι δραματικές επιπτώσεις αυτών στην οικονομική κατάσταση φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων, οι οποίες ναι μεν εκδηλώθηκαν πριν την έναρξη του επίδικου χρονικού διαστήματος (1-2-2012), πλην, όμως, συνεχίσθηκαν καθόλη την διάρκεια του επίδικου διαστήματος, ήτοι από 1-2-2012 μέχρι 31-8-2016, όχι μόνον δεν βελτιώθηκαν, αλλά επιδεινώθηκαν έτι περαιτέρω μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής από 20-10-2016, ενώ εξακολούθησαν να είναι δυσμενείς και κατά τη συζήτηση αυτής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (22-2-2017) προκάλεσαν, μεταξύ των άλλων, την έτι περαιτέρω μείωση της μισθωτικής αξίας τόσον των αστικών, όσον και των επαγγελματικών ακινήτων.

Περαιτέρω, οι ενάγοντες επικαλούνται και προσκομίζουν τα ακόλουθα συγκριτικά στοιχεία: α) μίσθιοακίνητο αποτελούμενο από τα επίπεδα Β', Γ' και Δ', συνολικής επιφανείας 391,52 τ.μ., επί της συμβολής των οδών ... και ..., στην περιοχή ... του Δήμου ..., το οποίο εκμισθώθηκε δυνάμει του από 11-10-2004 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού στη Νομαρχία Αθηνών για τη στέγαση του Εργαστηρίου Ειδικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης & Κατάρτισης Ανατολικού Τομέα Νομαρχίας Αθηνών, έπειτα από τη διακήρυξη μειοδοτικού διαγωνισμού, αντί μηνιαίου μισθώματος 14.500 ευρώ, για τα δύο πρώτα χρόνια της μίσθωσης, ενώ για επέκταση της μίσθωσης χώρου 130 τ.μ, του ως άνω ακινήτου στις 30-1-2009 με την υπ' αριθμ.

…/2007 απόφαση της Ν.Ε. Διοικητικών Υπηρεσιών Παιδείας & Αθλητισμού συμφωνήθηκε ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 3.600 ευρώ, β) μίσθιο ακίνητο επί της οδού ..., στο ..., αποτελούμενο από ισόγειο, 1° και 2° όροφο, συνολικής επιφανείας 774 τ.μ., το οποίο εκμισθώθηκε στη Νομαρχία Αθηνών, έπειτα από διακήρυξη δημοπρασίας, για τη στέγαση του 7ου Δημοτικού Σχολείου Βύρωνα, δυνάμει του από 27-1-2006 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού, αντί μηνιαίου μισθώματος 21.500 ευρώ για τα δύο πρώτα χρόνια της μίσθωσης, γ) μίσθιο ακίνητο, αποτελούμενο από δύο ισόγεια καταστήματα, επιφανείας 164,29 τ.μ.

και 70,59 τ.μ., που βρίσκεται στα ... και επί της οδού ..., για τη στέγαση της "Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος" αντί μηνιαίου μισθώματος από 1-5-2011 έως 30-6-2011 6.412,16 ευρώ και από 1-7-2011 έως 30-4-2014 5.000 ευρώ, το οποίο εκμισθώθηκε δυνάμει του από 19-8-2011 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού. Από τα ανωτέρω συγκριτικά στοιχεία μόνον το υπό στοιχεία γ' κρίνεται πρόσφορο, καθόσον πρόκειται περί μισθώσεως σχετικά πρόσφατης και το μίσθιο βρίσκεται πλησίον του επιδίκου, πλην, όμως, αφορά διαφορετική χρήση, ενώ πρόκειται για μικρής έκτασης ακίνητο, το οποίο, έχει αυξημένη ζήτηση και συνεπώς και μεγαλύτερη μισθωτική αξία.

Τα υπό στοιχεία α' και β' συγκριτικά στοιχεία είναι απρόσφορα καθόσον βρίσκονται σε διαφορετικές περιοχές, ενώ πρόκειται για παλαιές μισθώσεις αφορώσες πολύ προγενέστερο χρόνο του επίδικου χρονικού διαστήματος. Εξ άλλου, οι ενάγοντες προσκομίζουν μετά νομίμου επικλήσεως την από 4-10-2016 "έκθεση διακύμανσης τιμών σε ακίνητα στα Νότια Προάστια" όπου η εταιρεία "Α.

Δ. - Ε. Μ.Ο.Ε.", η οποία δραστηριοποιείται στην κτηματαγορά και ειδικότερα στα Νότια Προάστια από το 2013, γνωμοδοτεί ότι "την τελευταία πενταετία 2011-2016 οι τιμές έχουν σταθεροποιηθεί και θα μπορούσε κανείς να πει πως βρίσκονται σε ικανοποιητικά επίπεδα τιμών συγκριτικά με άλλα προάστια". Ο εναγόμενος Δήμος νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει τα ακόλουθα συγκριτικά στοιχεία α) μίσθιο ακίνητο, αποτελούμενο από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο και β' όροφο, συνολικής επιφανείας 1.220 τ.μ.

με αυλή επιφανείας 443 τ.μ. επί της οδού ..., στην …, το οποίο εκμισθώθηκε στη Νομαρχία Αθηνών για τη στέγαση του 5ου TEA - ΣΕΚ Αργυρούπολης δυνάμει του από 14-5-1998 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού αντί μηνιαίου μισθώματος 2.000.000 δρχ. και ήδη από 14-9-2016 7.313,93 ευρώ, β) μίσθιο ακίνητο ιδιοκτησίας της "Ν.Ε. Σ. ΑΕ" επί της οδού ..., στο Δήμο …, το οποίο εκμισθώθηκε δυνάμει του από 22-7-2008 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού στη Νομαρχία Αθηνών για τη στέγαση του 2ου Γυμνασίου και του 2ου Λυκείου Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης Ελληνικού, επιφανείας συνολικής και των δύο κτιρίων 2.023 τ.μ., και με αυλή 2.000 τ.μ., για το οποίο το μηνιαίο μίσθωμα τον Σεπτέμβριο του 2016 ανερχόταν σε 18.300 ευρώ, γ) μίσθιο ακίνητο επί της οδού ..., στην …., αποτελούμενο από ισόγειο και πέντε υπέρ το ισόγειον ορόφους, συνολικής επιφανείας 850 τ.μ.

με αυλή 308 τ.μ, το οποίο εκμισθώθηκε στη Νομαρχία Αθηνών δυνάμει του από 30-1-1998 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού για τη στέγαση του 5ου ΣΕΚ Αργυρούπολης (πρώην ΙΗ' Δημόσιας Τεχνικής Σχολής), για το οποίο μηνιαίο μίσθωμα το Σεπτέμβριο του 2016 ανερχόταν σε 4.588,17 ευρώ και δ) μίσθιο ακίνητο επί της οδού ..., στην ..., το οποίο εκμισθώθηκε στη Νομαρχία Αθηνών για τη στέγαση του 4ου Νηπιαγωγείου Αργυρούπολης, επιφανείας 100 τ.μ.

με αύλειο χώρο 70 τ.μ. και κήπο 150 τ.μ. με μηνιαίο μίσθωμα από 1-10-2010 555 ευρώ μειωθέντος του, ήδη, καταβαλλομένου μισθώματος των 690,33 ευρώ. Τα ανωτέρω συγκριτικά στοιχεία και δη τα υπό στοιχεία β', γ' και δ' κρίνονται πρόσφορα, καθόσον είναι ομοειδούς χρήσεως με το επίδικο βρίσκονται στην ίδια περιοχή και είναι σχετικά όμοιας επιφανείας πλην του υπό στοιχείου β' το οποίο είναι τριπλάσιας επιφανείας.

Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι το επίδικο μίσθιο ακίνητο διαθέτει κάποια μοναδικά χαρακτηριστικά που το καθιστούν κατάλληλο για τη συγκεκριμένη χρήση ως σχολική μονάδα και τούτο για το λόγο ότι διαθέτει μεγάλη επιφάνεια, μεγάλο προαύλειο χώρο και βρίσκεται σε απόσταση μόλις ενός χιλιομέτρου από το μετρό της Αργυρούπολης, αλλά και του Ελληνικού.

Εν όψει των ανωτέρω το μίσθωμα που θα πετύχαιναν οι ενάγοντες εάν τους είχε αποδοθεί έγκαιρα κατά τη λήξη της μισθώσεως από τον εναγόμενο Δήμο το μίσθιο ακίνητο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-2-2012 μέχρι 31-8-2016, ανέρχεται στο ποσό των 11.000 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 7.851,62 € δικαιούνται οι ενάγοντες ως αποζημίωση χρήσεως, κατά τα προαναφερθέντα και το ποσό των 3.148,38 (11.000 € - 7.851,62) ευρώ ως περαιτέρω ζημία και δη κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας τους ο καθένας από αυτούς...Κατά συνέπειαν, ο εναγόμενος Δήμος οφείλει στους ενάγοντες τα ακόλουθα ποσά για το επίδικο χρονικό διάστημα και για την προαναφερόμενη αιτία;

α) για το χρονικό διάστημα από 1-2-2012 μέχρι 31-12-2012, το ποσό των 50.866,64 (11.000 € Χ 11 μήνες = 121.000 € - 71.233,36 € που, ήδη, έχει καταβάλει ο εναγόμενος Δήμος) ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 μέχρι 31-12-2013 το ποσό των 54.290,88 (11.000 € Χ 12 μήνες = 132.000 - 77.709,12, που, ήδη, έχει καταβάλει ο εναγόμενος Δήμος) ευρώ, γ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 μέχρι 31-12-2014 το ποσό των 54,290,88 (11.000 € Χ 12 μήνες = 132.000 - 77.709,12 που, ήδη, έχει καταβάλει ο εναγόμενος Δήμος) ευρώ, δ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2015 μέχρι 31-12-2015 το ποσό των 52.704,96 (11.000 € Χ 12 μήνες = 132.000 - 79.295,04 που, ήδη, έχει καταβάλει ο εναγόμενος Δήμος) ευρώ και ε) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 μέχρι 31-8-2016 το ποσό των 35.136,64 (11.000 € Χ 8 μήνες = 88.000 - 52.863, 36 ευρώ που, ήδη, έχει καταβάλει ο εναγόμενος Δήμος) και συνολικά το ποσό των 247.290 (50.866,64 + 54.290,88 + 54.290,88 + 52.704,96 + 35.136,64) ευρώ και δη κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας για καθέναν από τους ενάγοντος....Εξάλλου, ο τελευταίος υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες ως αποζημίωση χρήσεως και ως περαιτέρω ζημία (ΑΚ 601) δεδομένου ότι παρακρατούσε το μίσθιο από 1-9-2016 μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής (22-2-2017) το ποσό των 11.000 ευρώ μηνιαίως στο οποίο ανέρχεται η μισθωτική αξία του επιδίκου και από 1-9-2016 μέχρι 28-2-2017 και συνολικά το ποσό των 66.000 (11.000 Χ 6 μήνες) ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-9-2016 μέχρι 28-2-2017 αφαιρουμένου του ποσού των 39.647,52 που, ήδη, έχει καταβάλει αυτός, ήτοι το ποσό των 26.352,48 (66.000 - 39.647,52) ευρώ κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του κάθε ενάγοντος....".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι αυτή στερείται εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, άλλως περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα εάν το Εφετείο έθεσε ως βάση υπολογισμού της αποζημίωσης χρήσεως εκείνη των 24.266,24 ευρώ που είχε καθοριστεί για τον Ιανουάριο του έτους 2012 με τη 1547/2012 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν αναφέρεται συγκεκριμένος λόγος ή αποδεικτικό στοιχείο για να αιτιολογηθεί η δυσανάλογη μείωση της μισθωτικής αξίας του επιδίκου από το ποσό των 24.266,24 ευρώ σ' εκείνο των 11.000 ευρώ μηνιαίως, ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλέστηκε μείωση της μισθωτικής αξίας του επιδίκου ούτε προσκόμισε κάποιο στοιχείο που να αποδεικνύει τέτοια μείωση, αντίθετα από τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι ίδιοι αποδείχθηκε ότι τα μισθώματα στην περιοχή του επιδίκου δεν μειώθηκαν, ενώ απέρριψε ως απρόσφορα τα δικά τους συγκριτικά στοιχεία και δέχτηκε ως πρόσφορα τα συγκριτικά στοιχεία του αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται ο συγκεκριμένος κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, με την επίφαση των ως άνω αναιρετικών πλημμελειών πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι αναιρεσσείοντες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, ζητώντας στην πραγματικότητα την επαναξιολόγησή τους, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, με την επισήμανση ότι η προσβαλλομένη δεν στερείται αιτιολογιών, όπως αυτές έχουν προπαρατεθεί.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τις διατάξεις των νόμων 4002/2011 και 4081/2012, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες αντί να υπαγάγει αυτά στη διάταξη του άρθρου 601 του ΑΚ που ήταν εφαρμοστέα, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε δυσμενές για τους ίδιους πόρισμα σε σχέση με τη μισθωτική αξία του επιδίκου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη και αναφέρονται πιο πάνω, το Εφετείο μνημόνευσε τους ως άνω νόμους και την προβλεπόμενη από αυτούς ποσοστιαία μείωση των καταβαλλόμενων σε τρίτους από το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. μισθωμάτων ως επιχείρημα σχετιζόμενο με την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα προκειμένου να στηρίζει την επί της ουσίας κρίση του περί μείωσης της μισθωτικής αξίας των ακινήτων λόγω της οικονομικής κρίσης που επήλθε στη Χώρα κατά τον κρίσιμο χρόνο και τον καθορισμό της μισθωτικής αξίας του επιδίκου στο συγκεκριμένο ύψος και δεν υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στους κανόνες των νόμων αυτών, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες αλλά στον κανόνα του άρθρου 601 του ΑΚ, τον οποίο και εφάρμοσε.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνο εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών αρχών που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου και την εξειδίκευση των περιεχόμενων σ' αυτούς αόριστων νομικών εννοιών, καθώς και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση της έννοιας κάποιου κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση πραγμάτων και επομένως λόγος αναίρεσης με τέτοιο περιεχόμενο είναι απαράδεκτος.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι τα εξής: "...η προσβαλλομένη προέβη στην υπέρογκη μείωση ύψους 54,67%, άλλως 43,4% της μισθωτικής αξίας του επιδίκου, ήτοι από 24.266,24 ευρώ τον Ιανουάριο του έτους 2012 (άλλως από 19.413 ευρώ τον Ιανουάριο του 2011) σε 11.000 ευρώ για το επίδικο διάστημα...χωρίς να αναφέρει κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να τεκμηριώνει αυτήν την κρίση.

Αντίθετα, όμως, από την παρατήρηση του καθημερινού βίου και σύμφωνα με τις απόψεις των ειδικών επαγγελματιών (μεσίτες, εκτιμητές ακινήτων) της αγοράς των μισθώσεων ακινήτων της περιοχής, από το έτος 2012 η κατάσταση στην αγορά των μισθώσεων ακινήτων βελτιωνόταν προοδευτικά και σταθεροποιείτο και τα στοιχεία αυτά τα θέσαμε υπόψη της προσβαλλόμενης προς συναγωγή διδαγμάτων (σχετικά μας με αριθμούς 31, 32, 33).

Επίσης είναι κοινώς γνωστό ότι οι μειώσεις των μισθωμάτων κατά την κορύφωση της οικονομικής κρίσης, κατά τα έτη 2010 και 2011, είτε αυτές έγιναν με ιδιωτικές συμφωνίες είτε με δικαστικές αποφάσεις (όπως είναι γνωστό στο Δικαστήριο Σας) ουδέποτε ανήλθαν σε ποσοστό 54,67%, άλλως 43,4% που επέβαλε η προσβαλλομένη στον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας του επιδίκου".

Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και όχι κατά την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου, οι οποίοι και δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο και συνεπώς είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεών του, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνον αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.

Αντίθετα δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης όταν δεν έχει ουσιώδη επίδραση στο αποδεικτικό του πόρισμα ή όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432-465 του ίδιου Κώδικα αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 4-10-2016 έκθεσης διακύμανσης τιμών σε ακίνητα στα νότια προάστια της Ο.Ε. "Α. Δ. - Ε. Μ.Ο.Ε." που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παραλείποντας να αναγνώσει κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης μέρος του εγγράφου αυτού, με αποτέλεσμα να δεχτεί τελικά πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο και ειδικότερα παρέλειψε να αναγνώσει ότι στην ως άνω έκθεση αναφέρεται ότι την τελευταία πενταετία 2011-2016 οι τιμές των ακινήτων στις περιοχές … και ….

έχουν σταθεροποιηθεί, ενώ αυτό μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που έγινε δεκτό, ήτοι υπέρ της άποψής τους ως προς τη μισθωτική αξία του επιδίκου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου του, διαφορετική από εκείνη που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθή.

Πέραν αυτού, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί της μισθωτικής αξίας του επιδίκου και της οφειλόμενης από τον αναιρεσίβλητο αποζημίωσης, το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, πόρισμα.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης του, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται όμως ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσον, όταν, από το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του, έγγραφα τα οποία αυτοί επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη των ισχυρισμών τους αναφορικά με τη μισθωτική αξία του επιδίκου ακινήτου τους και συγκεκριμένα:

α) σύμβαση εκμίσθωσης ακινήτου ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου στην οδό … στην …, β) την από 10-2-2017 έκθεση του μεσίτη-εκτιμητή ακινήτων Ε. Π. και γ) ένορκη βεβαίωση του Κ. Σ., εκμισθωτή του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου στην …. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση (7η σελίδα αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του ύψους της αποζημίωσης χρήσεως που υποχρεούται ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στους αναιρεσείοντες για τον επίδικο χρόνο, έστω και αν δεν κατονομάζει ρητά τα πιο πάνω έγγραφα, όπως άλλα, τα έλαβε υπόψη του και τα αξιολόγησε, με την επισήμανση ότι η προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, δοθείσα πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, αποτελεί έγγραφο και όχι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσον.

Η επιλεκτική δε αναφορά της προσβαλλομένης σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα-έγγραφα δεν μαρτυρεί ότι όσα δεν κατονομάζονται ρητά δεν έχουν ληφθεί υπόψη, όπως αυτό προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ενώ η απόδοση μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρα 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-1-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 846/74/27-1-2020) αίτηση για αναίρεση της 4359/29-7-2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου