Supreme Court allows appeal against appeal court decision on debt liability of transferred assets.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision, which had dismissed the plaintiff's claim. The plaintiff argued that the Third Instance Court incorrectly ruled that the debt of the guarantors did not belong to the transferred assets, violating Article 479 of the Civil Code. The Court found this error fundamental, as the debt existed at the time of transfer and thus bound the new owners, making the lower court's judgment legally flawed.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 479 of the Civil Code; The Supreme Court holds that when a debt of guarantors under a reciprocal account agreement existed prior to the transfer of assets, it constitutes a liability of the transferred property, and the appellate court erred by ruling otherwise, thereby violating substantive law.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 969 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 969/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Β. του Θ., πρώην συζύγου Ν. Χ., κατοίκου ..., 2) Χ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς της Ν. Χ. του Τ. και Η. Β. του Θ., ως ασκούντων την γονική μέριμνα σε αυτήν, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Διονύσιος Λυμπεράκης, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 179/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/3/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ.108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1,2,4 και 576 παρ. 1- 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύτηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις ...25 Γ/11-9-2018 και ...34Γ/14-9- 2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης Δ. Κ. , η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της 179/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, επισπεύθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία, προς το σκοπό αυτό, επέδωσε νομότυπα στις αναιρεσίβλητες ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου, με αριθμό πινακίου 29 ,στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (4-2-2019). Κατά τη δικάσιμο αυτή, οι αναιρεσίβλητες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 179/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης , που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή ,το ανωτέρω Δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 15-11-2013 έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της 85/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης , που είχε δεχθεί εν μέρει την από 25-10-2011 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την κύρια βάση της, την οποία εξαφάνισε, ακολούθως δε κράτησε και δίκασε την ανωτέρω αγωγή, την οποία απέρριψε, κατά τη θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ κύρια βάση της ως μη νόμιμη και τη δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη ,κατά τη θεμελιούμενη στις διατάξεις 939 επ ΑΚ επικουρική βάση της .
Η αίτηση αναίρεσης είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), σημειουμένου ότι η αναιρεσείουσα - ενάγουσα έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση αυτής (άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ), επειδή θεωρείται ως ηττηθείσα διάδικος, αφού απορρίφθηκε η κύρια βάση της αγωγής της και έγινε δεκτή η επικουρική.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί^ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013,Ολ. ΑΠ 7/2006, ολ ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν (Ολ. ΑΠ 10/2011, ολ ΑΠ 2/2011).
Περαιτέρω , κατά το άρθρο 479 του ΑΚ " Αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει...". Με τη διάταξη αυτή .
καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών, με την έννοια του άρθρου 477 του ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από αυτούς δε τους δύο, ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζόμενων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.
Για τη δημιουργία, όμως, της σωρευτικής αυτής αναδοχής απαιτείται να περιλαμβάνει η μεταβίβαση ένα προς ένα όλα τα στοιχεία, που συνιστούν το ενεργητικό της περιουσίας, έστω και αν εξαιρέθηκαν από αυτήν αντικείμενα ασήμαντης αξίας. Επί μεταβίβασης μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής.
Επιπλέον, πρέπει να τελούσε εν γνώσει ο αποκτών, ότι του μεταβιβάστηκε η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε ο αποκτών την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η περιουσία που του μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της.
Οι πιο πάνω ρυθμίσεις ισχύουν και όταν ολόκληρη η περιουσία ή επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον όχι με μία αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά, με την προϋπόθεση όμως, στην τελευταία περίπτωση, οι πράξεις να αποτελούν μεταξύ τους ενότητα ή, με άλλη διατύπωση, να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση.
Οι διατάξεις όμως αυτές δεν εφαρμόζονται όταν το σύνολο περιουσίας ή επιχειρήσεως μεταβιβάζεται τμηματικά σε περισσότερα διαφορετικά πρόσωπα, εκτός αν εκείνοι που αποκτούν γνωρίζουν αυτό, ότι δηλαδή οι πλείονες συμβάσεις έγιναν με τον αυτό σκοπό της μεταβίβασης της περιουσίας, οπότε η ευθύνη καθενός από αυτούς περιορίζεται ανάλογα με το τμήμα της περιουσίας που αποκτούν.
Ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση είτε από αδικοπραξία (εκτός των προσωποπαγών), αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, με την έννοια δε αυτή περιλαμβάνονται και εκείνα που, κατά τον χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, τελούν υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, η οποία υπήρχε κατά τον χρόνο τη μεταβίβασης.
Ειδικότερα, όταν πρόκειται για μεταβίβαση περιουσίας , αναλαμβάνεται από τον αποκτώντα το σύνολο των χρεών του μεταβιβάζοντος, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, και συνεπώς προστατεύονται οι δανειστές,που έχουν συναλλαγεί με τον οφειλέτη και απέβλεφαν στην περιουσία του ως σύνολο, παρέχοντάς του εκουσίως πίστωση ενόψει του ενεργητικού της τώρα μεταβιβαζόμενης περιουσίας.
Για την ευθύνη του αποκτώντος δεν απαιτείται να γνώριζε αυτός την ύπαρξη των χρεών, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ούτε επίσης απαιτείται αυτά να είχαν αναγνωρισθεί δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή, μέχρι του χρόνου της μεταβίβασης. Επομένως, χρέος της περιουσίας που μεταβιβάστηκε από τον οφειλέτη αποτελεί και το κατάλοιπο του, κατά τα άρθρα 874 Α.Κ., 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του ν.δ.
της 17/7 13/8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", αλληλοχρέου λογαριασμού, που τηρείται για την εξυπηρέτηση παροχής πίστωσης από τράπεζα στον οφειλέτη, εφόσον η σχετική σύμβαση παροχής πίστωσης έχει καταρτισθεί πριν τη μεταβιβαστική της περιουσίας του οφειλέτη σύμβαση, ανεξαρτήτως αν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού έγινε από την πιστώτρια, σύμφωνα με τους όρους της πιστωτικής σύμβασης, μετά την κατάρτιση της μεταβιβαστικής σύμβασης, αφού και στην περίπτωση αυτή η γενεσιουργός της απαίτησης της πιστώτριας τράπεζας ενοχή υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, τα δε σχετικά κονδύλια των πιστωχρεώσεων του λογαριασμού αποβάλλουν, με την καταχώρηση τους σ' αυτόν, την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό να είναι το προκύπτον κατά το κλείσιμο αυτού κατάλοιπο.
Η αγωγή του δανειστή, με έρεισμα την ύπαρξη σύμβασης περί μεταβίβασης περιουσίας ή ποσοστού αυτής, πρέπει να διαλαμβάνει α) την ύπαρξη τέτοιας σύμβασης, β) τις κατά του μεταβιβάσαντος απαιτήσεις του που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση μεταβίβασης μεμονωμένων περιουσιακών στοιχείων, που εξαντλούν την περιουσία ή αποτελούν το πλέον σημαντικό τμήμα αυτής, το γεγονός ότι εκείνος που απέκτησε γνώριζε αυτό ή ήταν σε θέση να το γνωρίζει, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών ( ΑΠ 1407/2018, ΑΠ 1995 , 1987, 1486/2014, ΑΠ 909, 910/2010, Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα τράπεζα , ήδη αναιρεσείουσα , εκθέτει τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Ότι δυνάμει της αριθ. 1879.../8-2-2005 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις αναφερόμενες μεταγενέστερες τροποποιητικές αυξητικές συμβάσεις χορήγησε στη μη διάδικο ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε" πίστωση μέχρι του ποσού των 520.000 ευρώ, την δε εκπλήρωση των όρων της σύμβασης εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες οι Ν.
Χ., Α. Χ. και Θ. Χ.. Ότι ο αλληλόχρεος λογαριασμός, η αναλυτική κίνηση του οποίου περιγράφεται στην αγωγή, ύστερα από την έγγραφη καταγγελία της ενάγουσας, που κοινοποιήθηκε στην πιστούχο και τους ως άνω εγγυητές έκλεισε οριστικά την 17.06.2011, λόγω μη καταβολών από την πιστούχο, με χρεωστικό υπόλοιπο 546.925,48 ευρώ, για το οποίο, μετά από σχετική αίτηση της ενάγουσας, εκδόθηκε σε βάρος των ανωτέρω οφειλετών η 225/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης για το ως άνω ποσό και τους κοινοποιήθηκε αντίγραφο εξ απογράφου με επιταγή προς πληρωμή.
Ότι οι παραπάνω εγγυητές και ενώ η απαίτησή της ήταν γεγενημένη, πριν από το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού" μεταβίβασαν δυνάμει των αναφερόμενων συμβολαίων στις εναγόμενες, η πρώτη από τις οποίες είναι η σύζυγος του πρώτου και μητέρα των λοιπών και η δεύτερη που είναι ανήλικη, θυγατέρα του πρώτου και αδελφή των λοιπών, τα αναφερόμενα εμπράγματα δικαιώματα επί των περιγραφόμενων στην αγωγή ακινήτων τους, τα οποία αποτελούσαν το σύνολο της περιουσίας τους, αφού εξαιρέθηκαν ακίνητα ασήμαντης V αξίας, ώστε δεν κατέστη δυνατό να προβεί σε εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας των ^ εγγυητών και συγκεκριμένα ότι στην πρώτη εναγόμενη μεταβίβασαν περιουσία ο πρώτος εγγυητής-σύζυγός της συνολικής αξίας 140.000 ευρώ, η δεύτερη θυγατέρα της αξίας 240.000 ευρώ και ο τρίτος υιός της αξίας 220.000 ευρώ, ενώ στη δεύτερη εναγόμενη μεταβίβασαν περιουσία οι εγγυητές, πατέρας της και αδέλφια της, περιουσία συνολικής αξίας 400.000 ευρώ, ήτοι η μεταβιβασθείσα περιουσία ήταν εμπορικής αξίας 1.000.000 ευρώ.
Ότι οι εναγόμενες - αποκτήσασες γνώριζαν ότι τα μεταβιβασθέντα ακίνητα αποτελούσαν το σύνολο της περιουσίας των συγγενών τους, η πρώτη εναγόμενη , ως σύζυγος του πρώτου εγγυητή Ν.Χ. και μητέρα των λοιπών εγγυητών ,ενώ η γνώση της δεύτερης εναγόμενης -ανήλικης συνάγεται από τη γνώση των γονέων της που την εκπροσωπούν.
Για τους λόγους αυτούς ζητεί η ενάγουσα να υποχρεωθεί εκάστη εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό που της αναλογεί, αναλόγως της αξίας της περιουσίας που έλαβε από τους εγγυητές, ήτοι να της καταβάλουν, νομιμοτόκως από 17.06.2012, άλλως από την επίδοση της αγωγής το συνολικό ποσό των 546.925,48 ευρώ, και ειδικότερα η πρώτη εξ αυτών το ποσό των 328.155,29 ευρώ και η δεύτερη το ποσό των 218.770,19 ευρώ. Επικουρικά δε, ζητεί να απαγγελθεί η διάρρηξη των ανωτέρω δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών, διότι οι περιουσιακές μεταβιβάσεις έγιναν με σκοπό τη ματαίωση της απαίτησής της, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι εναγόμενες.
Με αυτό το ιστορικό και αίτημα, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη, κατά τη θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ κύρια βάση της, διότι περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωση του αιτήματος της στοιχεία, που επέτρεπαν στους μεν εναγόμενους να αμυνθούν, στο δε δικαστήριο να διαγνώσει τη βασιμότητα (νομική και ουσιαστική) της αγωγής και ειδικότερα, αναφέρεται σ' αυτή ότι μεταβιβασθείσα στις εναγόμενες περιουσία αποτελούσε το σύνολο της περιουσίας των εγγυητών - μεταβιβασάντων, αφού εξαιρέθηκαν τα περιγραφόμενα ακίνητα ασήμαντης αξίας, ότι στην περιουσία τους υπήρχε, κατά τον χρόνο των συμβάσεων μεταβίβασης, χρέος από εγγύηση σύμβασης παροχής πίστωσης και τις πρόσθετες πράξεις, το ύψος του οποίου τελούσε υπό την αίρεση του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού, ότι η αξία της μεταβιβασθείσας στις εναγόμενες περιουσία ανέρχεται αντίστοιχα στα ποσά των 600.000 και 400.000 ευρώ και ότι οι αποκτήσασες- εναγόμενες γνώριζαν πως με τα άνω συμβόλαια μεταβιβάζετο σ' αυτές το σύνολο της περιουσίας των εγγυητών.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει πως το Εφετείο δέχτηκε ότι " το επικαλούμενο χρέος της ενάγουσας έναντι των δικαιοπαρόχων των εναγομένων και μη διαδίκων στην παρούσα δίκη ,σύζυγο και πατέρα ,τέκνων και αδελφό αυτών, απορρέει από την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας των τελευταίων, συνισταμένης στη δανειοδότησή τους από την ενάγουσα Τράπεζα προς χρηματοδότησή της (ιδιωτική σύμβαση πιστώσεως (ανοιχτό επιχειρείν) με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και κατά συνέπεια ,εφόσον δεν αποτελεί χρέος της μεταβιβασθείσας επίδικης περιουσίας, ελλείπει εν προκειμένω, το εν λόγω στοιχείο -αναφορικά με το χρέος που πρέπει να ανήκει στην επίδικη μεταβιβασθείσα περιουσία - το οποίο είναι βασικό για τη νομική θεμελίωση της κύριας βάσης της ένδικης αγωγής " και με βάση τα ανωτέρω ,δέχτηκε το συναφή λόγο έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ακολούθως δε κρατώντας και δικάζοντας την ανωτέρω αγωγή, την απέρριψε ως μη νόμιμη κατά τη θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ κύρια βάση της.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, αφού εσφαλμένα δέχτηκε ότι το περιγραφόμενο στην αγωγή χρέος δεν αποτελεί χρέος της μεταβιβασθείσας περιουσίας ,ενώ ,κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη ,το χρέος των εγγυητών από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού , αποτελεί χρέος της μεταβιβασθείσας περιουσίας τους, αφού ο γενεσιουργός νομικός λόγος του χρέους υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, με συνέπεια να ευθύνονται οι αποκτώσες την περιουσία εναγόμενες-αναιρεσίβλητες απέναντι στη δανείστρια ενάγουσα- αναιρεσείουσα για το ανωτέρω χρέος των μεταβιβαζόντων εγγυητών ,που κατά τα εκτιθέμενα είναι μικρότερο της αξίας της περιουσίας που μεταβιβάστηκε.
Επομένως, είναι βάσιμος και κατ' ουσίαν ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη,δεχόμενο ότι τα προπεριγραφόμενα χρέη δεν αποτελούν χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε .
Ακολούθως, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της λόγω της εμβέλειας του ανωτέρω λόγου και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Πρέπει, επίσης ,να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ. και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της, σε βάρος των αναιρεσίβλητων που ηττήθηκαν (άρθρα 106, 176, 183, 189, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 179/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει προηγουμένως.
Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Επιβάλλει στις αναιρεσίβλητες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ