Legislator Giurisprudenza & Legislazione
968/2024 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal against lower court ruling due to insufficient reasoning on representation authority.

Numero d'incarto 968/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Third Instance Court of Patras decision. The appellant argued the lower court failed to clarify the legal capacity of the IT Director who negotiated contract extensions without board authorization. The court found the lower court's reasoning on this specific point incomplete and contradictory, rendering the appeal admissible. Consequently, the decision was annulled regarding the appeal on representation authority, and the case was remitted for further examination.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559, 561, 580 of the Code of Civil Procedure; A decision is subject to annulment if the lower court fails to provide sufficient and clear reasoning regarding the legal capacity of a representative acting on behalf of a party in procedural negotiations.

Parole chiave

Generato dall'IA
Code of Civil Procedure legal representation capacity insufficient reasoning contract modification remittal for retrial board authorization IT director authority errore di trasmissione

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA
962/2009
Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on unilateral contract modification and non-consideration of evidence.
575/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
350/2014
Supreme Court dismissed appeal on labor contract modification, ruling employer's unilateral changes were valid under good faith principles.
1637/2012
Supreme Court dismisses appeal on double remittal grounds and rejects unjust enrichment claim against university. The court holds that a second remittal is prohibited after a prior remittal decision. The plaintiff argued for equal treatment regarding IT allowances based on hypothetical hiring scenarios. The court ruled that the plaintiff would not have hired these specific individuals under the same conditions, thus rejecting the claim. The court also noted the procedural bar against a second remittal of the case. The decision affirms the principle of legal certainty in appellate proceedings. The court ordered the defendants to pay legal costs. The case involves public university employees and employment law principles. The key issue is the validity of the double remittal procedure. The court found the plaintiff's argument legally insufficient. The outcome was a dismissal of the appeal and the original claim. The legal reasoning focused on statutory interpretation and procedural rules.
748/2017
Supreme Court dismisses appeal on breach of contract and penalty clause abuse of rights. Appeal rejected due to lack of bad faith evidence.

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 968 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 968/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη. Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 23-8-2011 ανταγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 758/2014 μη οριστική και 625/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 50/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 28-2-2011 αγωγή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία ισχυρίστηκε ότι, δυνάμει συμβάσεων που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και της εναγομένης εταιρίας, ήδη αναιρεσίβλητης, η τελευταία της ανέθεσε και εκείνη ανέλαβε, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής, την υποχρέωση αρχικά να εξασφαλίσει την άδεια χρήσης και να παρέχει υπηρεσίες συντήρησης των αναφερόμενων (κυρίου και επικουρικών) προγραμμάτων λογισμικού και ακολούθως να εγκαταστήσει τα εν λόγω προγράμματα λογισμικού και να εκπαιδεύσει το προσωπικό της, αλλά και τους αντιπροσώπους της στη χρήση αυτών.

Ότι, αν και συμφωνήθηκε παράταση του συμφωνηθέντος χρόνου υλοποίησης του έργου, η εναγομένη κατήγγειλε τις ανωτέρω συμβάσεις πριν από την περάτωση του έργου. Ότι εξαιτίας της δόλιας και μεθοδευμένης εκ μέρους της εναγομένης καταγγελίας των ένδικων συμβάσεων, υπέστη ηθική βλάβη που συνίσταται στην τρώση της εμπορικής φήμης της.

Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει α) το ποσό των 55.529,91 ευρώ, που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο της οφειλόμενης αμοιβής της για το εκτελεσθέν έργο μέχρι την καταγγελία, β) το ποσό των 164.193,03 ευρώ που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο της οφειλόμενης συμφωνηθείσας αμοιβής της, για τις συμβάσεις που δεν ολοκληρώθηκαν εξαιτίας της καταγγελίας και γ) το ποσό των 100.000 ευρώ (20.000 ευρώ καταψηφιστικά και 80.000 ευρώ αναγνωριστικά) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο.

Ακολούθως η εναγομένη άσκησε ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, την από 23-8-2011 ανταγωγή της, με την οποία ισχυρίστηκε ότι δυνάμει συμβάσεων που καταρτίστηκαν μεταξύ τους και οι οποίες, ως εκ του σκοπού τους αποτελούν ενιαία σύμβαση, ανέθεσε στην αντεναγομένη-ενάγουσα και εκείνη ανέλαβε, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής, το αναφερόμενο έργο και ως χρόνος παράδοσης του έργου συμφωνήθηκε η 31η -12-2010.

Ότι κατέβαλε στην αντεναγομένη μέρος της αμοιβής της εκ 173.152,87 ευρώ, όμως η τελευταία καθυστέρησε την εκτέλεση του έργου κατά τρόπο αντίθετο με τα συμφωνηθέντα, με αποτέλεσμα, λόγω της καθυστέρησης, να είναι αδύνατη η έγκαιρη περάτωση και παράδοση του έργου μέσα στο συμφωνημένο χρόνο, όπως και η αντεναγομένη είχε αποδεχθεί στη μεταξύ τους συνάντηση στις 10-12-2010.

Ότι ακολούθως, ως είχε δικαίωμα και αφού η αντεναγομένη δεν είχε εκπληρώσει μέχρι τη λήξη της προθεσμίας παράδοσης του έργου τις υποχρεώσεις της για τη μη επιβράδυνση των εργασιών εκτέλεσης του έργου και ήταν ανέφικτη η έγκαιρη ολοκλήρωση και παράδοση του έργου στο συμφωνημένο χρόνο, με την από 13-1-2011 ''ΕΞΩΔΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ'' προς την αντενάγουσα, υπαναχώρησε από τις συμβάσεις επικαλούμενη τους παραπάνω λόγους, καθώς και ότι δεν είχε πια συμφέρον στην καθυστερημένη εκτέλεση του έργου και ζήτησε να της επιστραφεί το ποσό που είχε προκαταβάλει ως αμοιβή της.

Ότι, μετά την υπαναχώρηση δικαιούται εύλογης αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη λόγω μη εκπλήρωσης των συμβάσεων, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 45.557 ευρώ, ενώ λόγω των αναφερομένων στην προαναφερόμενη αγωγή της ενάγουσας-αντεναγομένης ψευδών γεγονότων, τα οποία έγιναν γνωστά σε τρίτους, υπέστη ηθική βλάβη, καθώς κλονίστηκε η φήμη και η αξιοπιστία της.

Με βάση το ιστορικό αυτό, η αντενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η αντεναγομένη να της καταβάλει α) το ποσό των 173.152,87 ευρώ, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και για αιτία που έληξε, β) το ποσό των 45.557 ευρώ ως εύλογη αποζημίωση κατ' άρθρο 387 παρ. 1 ΑΚ, για τη ζημία που υπέστη λόγω μη εκπλήρωσης των συμβάσεων και γ) το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο συνεκδίκασε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων την αγωγή και την ανταγωγή, κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε αρχικά την υπ' αριθ. 758/2014 απόφασή του, οριστική ως προς την ανταγωγή, την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και μη οριστική ως προς την αγωγή, και ειδικότερα, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αγωγικά αιτήματα αναφορικά με την επιδίκαση στην ενάγουσα του ποσού των 164.193,03 ευρώ, που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής για το ανεκτέλεστο έργο και του ποσού των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αυτής, ενώ ως προς το αίτημα για την επιδίκαση στην ενάγουσα του υπολοίπου της οφειλόμενης αμοιβής της για το εκτελεσθέν έργο, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη ως προς το ποσοστό υλοποίησης από την ενάγουσα του κυρίου έργου και του συμπληρωματικού έργου για την εκπαίδευση των αντιπροσώπων της εναγομένης κατά το χρόνο της καταγγελίας των συμβάσεων, ζήτημα το οποίο άπτεται της αξίας του εκτελεσθέντος έργου και του ανωτέρω αιτήματος της ενάγουσας.

Ακολούθως, μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης και τη μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ'αριθ. 625/2017 οριστική απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα για το εκτελεσθέν έργο το ποσό των 55.529 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά των ανωτέρω αποφάσεων του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι διάδικοι άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών τις παρακάτω εφέσεις : Α. Η αντενάγουσα (εναγομένη) άσκησε την από 31-3-2015 έφεσή της κατά της υπ' αριθ. 758/2014 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία ζήτησε να εξαφανιστεί η τελευταία ως προς το κεφάλαιο της ανταγωγής και στη συνέχεια αυτή (ανταγωγή) να γίνει δεκτή στο σύνολό της.

Β. Η ενάγουσα άσκησε την από 2-4-2015 έφεσή της κατά της ίδιας ως άνω υπ' αριθ. 758/2014 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία ζήτησε να εξαφανιστεί αυτή, στην έκταση που απέρριψε κατά ένα μέρος την αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη και στη συνέχεια η αγωγή να γίνει δεκτή κατά το προαναφερόμενο μέρος της.

Γ. Η εναγομένη άσκησε την από 27-11-2017 έφεσή της κατά της υπ' αριθ. 625/2017 απόφασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία ζήτησε να εξαφανιστεί η τελευταία, στην έκταση που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ακολούθως να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 50/2021 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω τρεις εφέσεις, α) έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την από 31-3-2015 έφεση της αντενάγουσας, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 758/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατά το μέρος που έκρινε επί της από 23-8-2011 ανταγωγής, κράτησε και δίκασε την τελευταία, την οποία έκανε δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την αντεναγομένη να καταβάλει στην αντενάγουσα το ποσό των 173.152,87 ευρώ, το οποίο αυτή είχε καταβάλει στην αντεναγομένη ως αμοιβή, κρίνοντας ότι η αντενάγουσα νομίμως υπαναχώρησε από τις ένδικες συμβάσεις έργου καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ ως εύλογη αποζημίωση, πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης, β) απέρριψε ως απαράδεκτη την από 2-4-2015 έφεση της ενάγουσας, κρίνοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (758/2014), ήταν μη οριστική ως προς την αγωγή, παρά τις οριστικές της διατάξεις και συνεπώς ανέκκλητη και γ) απέρριψε ως απαράδεκτη την από 27-11-2017 έφεση της εναγομένης, για τυπικούς λόγους και ειδικότερα λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής του αναλογούντος παραβόλου.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την κρινόμενη από 12-4-2021 αίτηση αναίρεσης για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρα 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 686 ΑΚ, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει έγκαιρα την εκτέλεση του έργου ή αν επιβραδύνει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, την εκτέλεση του έργου, στο σύνολο της ή εν μέρει, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του, μπορεί ο εργοδότης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος του εργολάβου, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο παράδοσης του έργου, σε περίπτωση δε υπερημερίας του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα σχετικά δικαιώματα του εργοδότη.

Όπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη, με την οποία προβλέπεται η δυνατότητα αναμείξεως και εποπτείας του εργοδότη κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως και μέχρις αποπερατώσεως του συμφωνηθέντος έργου, χάριν ελέγχου της πορείας της εκτελέσεως αυτού και προλήψεως της μη έγκαιρης ή προσήκουσας εκτελέσεως αυτού και εξειδικεύονται και επεκτείνονται οι αρχές των άρθρων 683 και 685 ΑΚ, για την άσκηση υπαναχωρήσεως από τον εργοδότη, κατ' εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 686 εδ.

α ΑΚ), δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου, ούτε η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383επομ. ΑΚ, διότι πρόκειται για νόμιμη υπαναχώρηση, που παρέχεται ευθέως από το νόμο, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 389 έως 396 ΑΚ (ΑΠ 652/2008). Με την υπαναχώρηση, η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά και επέρχονται οι συνέπειες, που ορίζονται στο άρθρο 389 παρ. 2 ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τις παροχές που έλαβαν.

Στην περίπτωση που εκτελέστηκε ένα μόνο μέρος του έργου, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον να υπαναχωρήσει μόνο σε σχέση με το τμήμα του έργου, που δεν έχει εκτελεστεί κατά το χρόνο της υπαναχώρησης, οφείλοντας στην περίπτωση αυτή μόνο αντίστοιχη αμοιβή για τις εργασίες, που μέχρι το χρόνο εκείνο εκτελέστηκαν.

Η υπαναχώρηση αυτή ενεργεί στην πραγματικότητα ως καταγγελία της σύμβασης, αφού ισχύει για το μέλλον και δεν θίγει τη σύμβαση σε σχέση με το μέρος του έργου, που εκτελέστηκε μέχρι την άσκησή της (ΑΠ 1376/2012, ΑΠ 1495/2011, ΑΠ 1035/2010). Δεν αποτελεί, όμως, καταγγελία η δήλωση του εργοδότη, που τείνει στη λύση της σύμβασης, όταν επικαλείται αντισυμβατική συμπεριφορά του εργολάβου.

Στη σχετική δήλωση υπαναχώρησης, πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι της, όχι μόνο για να μπορέσει ο εργολάβος να αμυνθεί, αλλά και για να μην προκύψει σύγχυση σχετικά με το αν πρόκειται για την υπαναχώρηση του άρθρου 686 εδ. α` ΑΚ ή για την καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ. Περαιτέρω, επί συμβάσεως έργου, ο εργοδότης έχει κατά το άρθρο 700 ΑΚ το δικαίωμα να καταγγείλει, οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου, τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεστεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή.

Η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη περί υπαναχωρήσεως κατά το εδ. α` του άρθρου 686 του ΑΚ ή καταγγελίας κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή. Ο εργοδότης, που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της σύμβασης έργου κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί, αρνούμενος, αιτιολογημένα την αγωγή, να ισχυριστεί ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε, σύμφωνα με το άρθρο 686 εδ.

α` του ΑΚ ή αναλόγως κατά τα άρθρα 383-385 ΑΚ και συνεπώς δεν υποχρεούται σε καταβολή της αμοιβής στον εργολάβο, εναπόκειται δε στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αν η σχετική δήλωση του εργοδότη, που μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή, αποτελεί υπαναχώρηση ή καταγγελία, η κρίση του όμως ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 697/2019, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 358/2014).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και 2 του Ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιρειών" ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας. Ειδικότερα ορίζεται ότι το διοικητικό συμβούλιο της Α.Ε. ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα (τρίτοι) μπορούν να εκπροσωπήσουν την εταιρεία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις.

Κατά το άρθρο 22 του ίδιου νόμου, το διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επιδίωξη των σκοπών της και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει θέματα στα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη της εταιρείας ή από τρίτους.

Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του Α.Κ., συνάγεται ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της (εκτός από τις υπαγόμενες κατά το καταστατικό στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης), μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό απ` αυτήν αλλά όργανό της.

Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή εκείνος που ενεργεί, ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας, εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό. Ο δεσμός του με την εταιρεία είναι αυτός του Δ.Σ. Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του Δ.Σ.

διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ. και 713 επ. Α.Κ., καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά ενεργούν, ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο.

Η σχετική απόφαση του Δ.Σ. ή των οργάνων που εκτελείται από τον τρίτο δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλά πρέπει να συνάγεται η βούληση των οργάνων ότι η σύμβαση θα συναφθεί από τρίτο πρόσωπο. Περαιτέρω κάθε υπάλληλος της Α.Ε. όταν καταρτίζει δικαιοπραξία, ή ανακοινώνει σχετική δήλωση βούλησης του νομικού προσώπου, ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της εταιρείας, μόνον εφόσον οι εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσεώς του, οι εμφανιζόμενες στο κοινό, εν γνώσει, κατ' εντολή ή κατ' ανοχή του διοικητικού συμβουλίου ή των υποκατάστατων οργάνων του, παρέχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Α.Ε., την εντύπωση, ότι έχει ανατεθεί σ` αυτόν (υπάλληλό της) κύκλος εργασιών που περιλαμβάνει και την προαναφερόμενη ενέργεια (ΑΠ 64/2023).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ.

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων.

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Κατά την έννοια του λόγου αυτού, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου κάθε φορά δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 288/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: ''Περί τις αρχές του έτους 2010 η αντεναγομένη (αναιρεσείουσα), που δραστηριοποιείται στον τομέα της ανάπτυξης, εκπόνησης μελετών, παραγωγής, εμπορίας, εκπαίδευσης και εγκατάστασης λογισμικού, βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με την αντενάγουσα (αναιρεσίβλητη), που επιθυμούσε την αντικατάσταση του παλαιού πληροφοριακού της συστήματος, με την ονομασία ORAMA, με ένα νέο, προκειμένου να διαμορφώσουν το νομικό πλαίσιο συνεργασίας τους για τη συνολική αναβάθμιση του συστήματος λογισμικού της τελευταίας, που θα είχε τη δυνατότητα να καλύψει όλες τις επιχειρηματικές της διαδικασίες, φορολογικές, παραγωγικές, αποθηκών κλπ.

Σε εκτέλεση του ως άνω πλαισίου συνεργασίας οι διάδικοι κατήρτισαν αρχικά, και δη στις 19.04.2010, το με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό "Παροχής Αδείας Χρήσης και Συντήρησης Προγράμματος Λογισμικού", εφεξής "Σύμβαση Αδείας Χρήσης", δυνάμει του οποίου η αντεναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύσει στην αντενάγουσα τα κάτωθι προγράμματα λογισμικού μαζί με τις σχετικές άδειες χρήσης, καθώς και τη συντήρηση τους:

α) το βασικό πρόγραμμα λογισμικού με την ονομασία ERP σύστημα Νavision (επίσημη εμπορική ονομασία Μicrosoft Dynamics Nan 2009 ] της εταιρίας Microsoft, στην έκδοση Advanced Management Edition Foundation Park για συνολικά 60 χρήστες με επιπλέον λειτουργικότητα Συστήματος- (MRP, WMS & 15 RF Users included) και τα επί μέρους λογισμικά προγράμματα αντίστοιχα β) το πρόγραμμα Microsoft SOL Server 2008 (Standart Edition Unlimited User-Per Processor) γ) το πρόγραμμα TradePoint ScrtptServer και δ) το πρόγραμμα Cuberware.

Ως αμοιβή συμφωνήθηκε για τη χορήγηση των αδειών χρήσης και τη λειτουργικότητα των εφαρμογών το ποσό των 105. 802,20 € πλέον ΦΠΑ 23%, ήτοι το ποσό των 130.136,70 € και για τη συντήρηση των εφαρμογών το ποσό των 23.567,18 € πλέον ΦΠΑ 23%, ήτοι το ποσό ων 28.987,63 €. Ακολούθως, και δη στις 12.05,2010, οι διάδικοι κατήρτισαν το με την ίδια ημερομηνία συμφωνητικό "Ανάθεσης Έργου Υλοποίησης Συστήματος Λογισμικού ΕRP" (εφεξής "Σύμβαση Υλοποίησης"), δυνάμει του οποίου η αντεναγομένη ανέλαβε την παροχή προς την αντενάγουσα υπηρεσιών εγκατάστασης, παραμετροποίησης, εκπαίδευσης του προσωπικού της και υποστήριξης των ως άνω προγραμμάτων λογισμικού στην επιχείρηση της αντί αμοιβής 129.240 € πλέον ΦΠΑ 23%, ήτοι 158.965,20 € για τις υπηρεσίες ολοκλήρωσης των προγραμμάτων λογισμικού και 33.261,27 6 πλέον ΦΠΑ 23%, ήτοι 40.911,36 € για τις υπηρεσίες συντήρησης και υποστήριξης των εφαρμογών για 3 έτη.

Περαιτέρω και ενώ είχε ολοκληρωθεί η πρώτη χρονικά σύμβαση, με τη λήψη των αδειών χρήσης του ως άνω κύριου λογισμικού προγράμματος και του επικουρικού Μicrosof SQL Server 2008 (Standart Edition Unlimited User-Per processor), καθόσον για τα υπόλοιπα, δύο, επικουρικά προγράμματα, τα μέρη συμφώνησαν μεταγενέστερα να μην προχωρήσουν άμεσα στη λήψη άδειας χρήσης και εγκατάστασης, η αντεναγομένη ανέλαβε στις 15.11.2010 έναντι της αντενάγουσας την υποχρέωση για την παροχή του συμπληρωματικού έργου της εκπαίδευσης των αντιπροσώπων της στη χώρα στη χρήση του βασικού λογισμικού προγράμματος.

Ως αμοιβή συμφωνήθηκε το ποσό των 34.720 €, πλέον ΦΠΑ 23%, ήτοι 42.705,6 €. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι κατά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων, οι οποίες, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποτελούν μεταξύ τους ένα ενιαίο σύνολο, δηλονότι η μία αποτελεί το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της άλλης, ενόψει του σκοπού που εξυπηρετούν, της χρονικής εγγύτητας σύναψης αυτών, της στενής σύνδεσης των παροχών τους, αλλά και της σημασίας τους, κρινόμενης ενιαίας, τόσο για την αντεναγομένη όσο και για την αντενάγουσα, αφού για τη μεν πρώτη αποτελούν σημαντικής αξίας έργο, για τη δε δεύτερη εντάσσονται στο ίδιο επιχειρηματικό πλάνο ανάπτυξης της, συμφωνήθηκε το όλο έργο να έχει ολοκληρωθεί και έχει δοκιμασθεί μέχρι τις 31.12.2010, ώστε να αρχίσει η λειτουργία της νέας εφαρμογής την 1η-1-2011, ήτοι από την επόμενη εταιρική χρήση του έτους 2011, (βλ, άρθρο 3.1 της από 12.05.2010 σύμβασης).

Για την υλοποίηση της όλης συμφωνίας και ιδιαίτερα της δεύτερης χρονικά σύμβασης έργου, τα μέρη κατήρτισαν χρονοδιάγραμμα ενεργειών, για τις επιμέρους φάσεις του έργου σύμφωνα με το οποίο, μεταξύ άλλων, προβλεπόταν ότι κατά το χρονικό διάστημα από 15.09.2010 μέχρι 30.11.2010 έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί η παραμετροποίηση της εφαρμογής του συστήματος, η μεταφορά δεδομένων, να έχουν γίνει σχετικοί δοκιμαστικοί έλεγχοι (testing) και να έχει γίνει εκπαίδευση των χρηστών (Key users), ενώ κατά το τελικό στάδιο, από 01.12.2010 έως 31.12.2010, έπρεπε να ξεκινήσει η δοκιμή του ολοκληρωμένου, νέου, συστήματος, παράλληλα με το υφιστάμενο και προς αντικατάσταση σύστημα (parallel running) και η ολοκλήρωση της εκπαίδευσης των χρηστών (παράρτημα Δ της σύμβασης υλοποίησης).

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των ως άνω συμβάσεων και δη κατά την εγκατάσταση και παραμετροποίηση των προγραμμάτων λογισμικού στην επιχείρηση της αντενάγουσας πολλές διαδικασίες παρουσίαζαν σοβαρά προβλήματα και δεν μπορούσαν να εκτελεστούν στο νέο σύστημα (Ναvision), όπως εκτυπώσεις και διαδικασίες του κώδικα βιβλίων και στοιχείων, έκδοση παραστατικών πωλήσεων και διακινήσεων, διαδικασία τιμολόγησης και αποστολών, διαχείριση - ενημέρωση λογιστικών αποθηκών, κύκλωμα διακίνησης - ενδοδιακίνησης εμπορευμάτων, διαχείριση χαρτοφυλακίου αξιόγραφων, διαδικασίες εισαγωγών και στο κύκλωμα παραγωγής με τις σχετικές αναλώσεις πρώτων υλών, στην παρακολούθηση των παραγόμενων και στην απεικόνιση αυτών στα βιβλία τεχνικών προδιαγραφών- παραγωγής και κοστολόγησης βάσει του κώδικα βιβλίων και στοιχείων και τα οποία η αντεναγομένη, μολονότι είχε την υποχρέωση βάσει των συμβάσεων και διέθετε την κατάλληλη τεχνογνωσία δεν ήταν σε θέση να επιλύσει με αποτέλεσμα μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου 2010 να μην έχει ολοκληρωθεί η παραμετροποίηση της εφαρμογής του βασικού λογισμικού συστήματος ούτε να έχουν ξεκινήσει οι δοκιμαστικοί έλεγχοι (testing) και η εκπαίδευση των χρηστών (Keyusers), καθώς και των αντιπροσώπων της αντενάγουσας πάνω στο νέο σύστημα και να διαπιστώνεται επιβράδυνση της εκτέλεσης του έργου και η αντεναγομένη, η οποία είχε αναλάβει την υποχρέωση να ακολουθήσει τον συμβατικώς προβλεπόμενο ρυθμό εκτέλεσης του έργου με καθορισμό χρονικών ορόσημων για την περάτωση των επιμέρους διαδοχικών φάσεων της εκτέλεσης, να αδυνατεί να εκπληρώσει την υποχρέωση της αυτή.

Ενόψει τούτων και επειδή η τήρηση του συμφωνημένου ρυθμού εκτέλεσης του έργου είχε ιδιαίτερη σημασία για την αντενάγουσα, καθώς άπτονταν της ομαλής και απρόσκοπτης λειτουργίας του συνόλου της επιχείρησης της από την έναρξη της επόμενης εταιρικής χρήσης (χρήση 2011) την 10η Δεκεμβρίου 2010 και με σκοπό την εκτίμηση της διαμορφωθείσας κατάστασης πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ των εκπροσώπων των συμβαλλομένων μερών στα γραφεία της αντενάγουσας στο Αίγιο, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι της υπεργολάβου εταιρείας "Step One Consulting που είχε προσληφθεί από την αντεναγομένη προκειμένου να τη συνδράμει στην εκτέλεση και παράδοση του έργου, καθώς και της εταιρείας "Μicrosoft κατά την οποία ήταν κοινή η διαπίστωση ότι υπήρχαν καθυστερήσεις στο συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα των επιμέρους φάσεων εκτέλεσης του έργου ότι δεν ήταν εφικτό να ολοκληρωθεί και να παραδοθεί το έργο συμπεριλαμβανομένης και της δοκιμής του νέου λογισμικού συστήματος παράλληλα προς το υπό αντικατάσταση σύστημα στο συμφωνημένο χρόνο (31-12-2010), αφού η αντεναγομένη επιβεβαίωσε ότι προς τούτο θα απαιτούνταν χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο (2) επιπλέον μηνών από τον προβλεπόμενο συμβατικά χρόνο για την ολοκλήρωση του έργου και απέμεναν μόνο είκοσι (20) ημέρες μέχρι την 31-12-2010, χωρίς να ληφθεί οιαδήποτε απόφαση σχετικά με την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού των καθυστερήσεων.

Στη συνέχεια επακολούθησε ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) μεταξύ του Π. Τ., Διευθυντή πληροφορικής της αντενάγουσας και του Κ. Π., Διευθύνοντος Συμβούλου της αντεναγομένης, στη βάση των εναλλακτικών λύσεων που πρότεινε η αντεναγομένη προς αντιμετώπιση του παραπάνω ζητήματος, όπως να ξεκινήσει η λειτουργία νέας εφαρμογής στα μέσα του έτους 2011, χωρίς ωστόσο οι συζητήσεις να τελεσφορήσουν με την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των μερών γεγονός που δεν θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί, καθότι για την τροποποίηση της αρχικής σύμβασης αναφορικά με τον συμφωνημένο χρόνο περάτωσης και παράδοσης του έργου απαιτούνταν έγγραφη συμφωνία (άρθρο 18 της από 12-5-2010 σύμβασης) επιπροσθέτως δε, διότι ο Π.

Τ. που από την πλευρά της αντενάγουσας συμμετείχε στις συζητήσεις αυτές δεν είχε εξουσιοδοτηθεί ρητώς προς τούτο από την αντενάγουσα εταιρεία, καθώς δεν αποδείχθηκε η λήψη οιασδήποτε απόφασης του αρμοδίου οργάνου της αντενάγουσας, ήτοι του Διοικητικού Συμβουλίου της ή τυχόν άλλου εξουσιοδοτημένου, προς τούτο προσώπου το οποίο να ενεργεί ως υποκατάστατο του για την τροποποίηση της επίδικης σύμβασης με σκοπό την παράταση του καθορισμένου χρόνου περάτωσης και παράδοσης του έργου.

Τούτων δοθέντων, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δέχθηκε ότι στις 17-12-2010 καταρτίστηκε μεταξύ της αντενάγουσας και της αντεναγομένης άτυπη συμφωνία μέσω της αποστολής μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον Δ. Τ., διευθυντή πληροφορικής της πρώτης, προς τον Κ. Π., διευθύνοντα σύμβουλο της δεύτερης με το οποίο η αντενάγουσα αποδεχόταν την πρόταση της αντεναγομένης περί τροποποίησης της αρχικής συμφωνίας και παράταση του χρόνου παράδοσης του έργου για τις 28-2-2011 και για κάποια επιμέρους ζητήματα στις 30-3-2011 έχοντας χορηγήσει σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα και μάλιστα σιωπηρή για την εκπροσώπηση της (αντενάγουσας) κατά την κρίσιμη συνάντηση της 17ης-2-2010 στον άνω υπάλληλο της έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ενόψει των ανωτέρω, γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αποδείχθηκε ότι η αντεναγομένη αθέτησε υπαίτια την υποχρέωση της για μη επιβράδυνση των εργασιών εκτέλεσης του έργου, η οποία (αθέτηση) συνιστά συμπεριφορά που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την ολοκλήρωση και παράδοση του έργου στο συμφωνημένο χρόνο (31-12-2010).

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι την αντενάγουσα-εργοδότρια βαρύνει υπαιτιότητα για την επιβράδυνση της εκτέλεσης του έργου, αντίθετα πρέπει να σημειωθεί πως μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου 2010 είχε καταβάλει στην αντεναγομένη για την εκτέλεση του έργου το ποσό των 173.152, 87 ευρώ και επιθυμούσε διακαώς την ολοκλήρωση του έργου για τη συνέχιση ενάσκησης της εμπορικής δραστηριότητας της και λειτουργίας της επιχείρησής της.

Μετά ταύτα ο συναφής ισχυρισμός της αντεναγομένης ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης του έργου οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της αντενάγουσας, τη βασιμότητα του οποίου δεν απέδειξε η αντεναγομένη, ως όφειλε (άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Συνακολούθως και εφόσον λόγω της υπαίτιας αθέτησης της υποχρέωσης αυτής της αντεναγομένης στην υπό κρίση περίπτωση προδικάζονταν με βεβαιότητα ότι μέχρι τις 31-12-2010 ήταν ανέφικτη η έγκαιρη περάτωση και παράδοση του έργου, η αντενάγουσα, ως είχε δικαίωμα, αποφάσισε να λύσει τη συνεργασία της με την αντεναγομένη και στις 13-1-2011 επέδωσε στην τελευταία την με την ίδια ημερομηνία "ΕΞΩΔΙΚΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΔΗΛΩΣΗ" (βλ.

την υπ' αριθμ. 6478Β/ 13-1 -2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πατρών Ε. Τ.), με την οποία, επικαλούμενη την από μέρους της αντεναγομένης και από λόγους αποκλειστικής υπαιτιότητας της μη τήρηση του συμφωνημένου χρονοδιαγράμματος για την πραγματοποίηση των επιμέρους φάσεων του έργου κατά τρόπο αντίθετο προς τα συμβατικώς υπεσχημένα και την (εξαιτίας της μη ακολούθησης του συμβατικού ρυθμού εκτέλεσης του έργου) ανέφικτη ολοκλήρωση και παράδοση του έργου στο συμφωνημένο χρόνο (31-12-2010), καθώς και ότι δεν είχε πλέον συμφέρον στην καθυστερημένη εκτέλεση του, κατήγγειλε τις από 19-4-2010 και 12-5-2010 καταρτισθείσες μεταξύ τους συμβάσεις που αποτελούν και κρίνονται ως ένα όλο καλώντας συγχρόνως την αντεναγομένη να της επιτρέψει το ποσό που της είχε καταβάλει μέχρι τότε και το οποίο ανήρχετο σε 236.222,87 ευρώ.

Η εξώδικη αυτή δήλωση της αντενάγουσας προς την αντεναγομένη, την οποία επανέλαβε και με την ανταγωγή της διευκρινίζοντας το νόημά της και διορθώνοντας το ύψος του χρηματικού ποσού που αιτήθηκε να της επιστραφεί σε 173.152, 87 ευρώ, με την οποία η αντενάγουσα επικαλείται αντισυμβατική συμπεριφορά της αντεναγομένης συνιστάμενη στην επιβράδυνση του συμβατικού ρυθμού εκτέλεσης του έργου και την εξαιτίας αυτής (επιβράδυνσης της εκτέλεσης) ανέφικτη περάτωση και παράδοση του έργου στο συμφωνημένο χρόνο διαλαμβάνοντας συγχρόνως και αίτημα επιστροφής του χρηματικού ποσού των 173.152, 87 ευρώ που είχε καταβάλει σε αυτήν, παρά τις λέξεις που χρησιμοποιεί συνιστά υπαναχώρηση βάσει του άρθρου 686 εδ.

α' ΑΚ και όχι την καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ το δικαίωμα αυτό της προτερόχρονης υπαναχώρησης παρέχεται στον εργοδότη με τη συνδρομή των ειδικών προϋποθέσεων του άρθρου 686 εδ. α' ΑΚ και όχι άλλως πως και κατά τις γενικές διατάξεις, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αντενάγουσα με το δικόγραφο της ανταγωγή της, απορριπτόμενου μετά ταύτα του λόγου της έφεσης της εκκαλούσας - αντενάγουσας με τον οποίο παραπονείται για την απόρριψη των ανταγωγικών αξιώσεών της από την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης κατά τις γενικές διατάξεις ως αλυσιτελούς και απαράδεκτου, καθότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Σημειωτέον πως για την άσκηση του δικαιώματος (υπαναχώρησης) στην υπό κρίση περίπτωση δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας της εργολάβου αντεναγομένης ούτε η ύπαρξη υπαιτιότητας της στην καθυστέρηση, διότι πρόκειται για δικαίωμα υπαναχώρησης, το οποίο παρέχεται ευθέως από το νόμο και σε αυτήν (υπαναχώρηση) έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 389 έως και 396 ΑΚ..., είναι δε καθόλα έγκυρη και επέφερε όλα τα έννομα αποτελέσματά της, δηλαδή την αναδρομική λύση των συμβάσεων από τη στιγμή της κατάρτισης τους (ex tunc), την απόσβεση όλων των υποχρεώσεων προς παροχή που πηγάζουν από τις συμβάσεις και δημιουργείται υποχρέωση των συμβαλλομένων να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρα 904, 389 και 390 ΑΚ) για αιτία που έληξε (άρθρο 912 ΑΚ).

Συνακολούθως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης της αντενάγουσας είναι ανίσχυρη και δεν επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, διότι αφενός μεν απαιτείτο η συνδρομή της προϋπόθεσης της υπερημερίας της αντεναγομένης, η οποία κατά την παραδοχή αυτού εξέλιπε και την οποία συνέδεσε με την επίσης εσφαλμένη παραδοχή περί κατάρτισης συμφωνίας για παράταση του χρόνου παράδοσης του έργου αφετέρου δε, διότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης του έργου οφείλετο σε υπαιτιότητα της αντενάγουσας μετά από παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού της αντεναγομένης και εξ αυτού του λόγου απέρριψε τις στηριζόμενες, στην άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, αξιώσεις της ανταγωγής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω νομικών διατάξεων, καθώς και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Μετά ταύτα, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της από 31-3-2015 έφεσης, όπως και η έφεση στο σύνολο της. Στη συνέχεια πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη (758/2014) απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως προς την ανταγωγή και για την ενότητα του τίτλου ως προς όλες τις διατάξεις της όσον αφορά στην ανταγωγή ακόμη και ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που απορρίφθηκε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και το οποίο δεν προσβάλλεται ειδικώς με λόγο έφεσης ούτε μεταβιβάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να δικαστεί κατ' ουσίαν η ανταγωγή.

Περαιτέρω, η αντενάγουσα δικαιούται να αξιώσει την καταβολή του παραπάνω ποσού των 173.152,87 ευρώ ως αδικαιολόγητο πλουτισμό της αντεναγομένης εταιρείας εις βάρος της περιουσίας της, μετά την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης της από τις ένδικες εργολαβικές συμβάσεις. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι η αντενάγουσα από τη μη εκπλήρωση των ενδίκων συμβάσεων από την αντεναγομένη ζημιώθηκε α) κατά το ποσό των 10.332 ευρώ που αφορά στο κόστος παροχής υπηρεσιών για την αυτοματοποιημένη διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριών στην εφαρμογή του παλαιού συστήματος (Orama ERP) μεταξύ της ιδίας και της άλλης εταιρείας του ομίλου, το οποίο δε θα είχε δαπανήσει, εάν είχε μεταβεί στο νέο σύστημα (Ναvision) από 1-1-2011 σύμφωνα με τη συμβατική δέσμευση της αντεναγομένης και β) κατά το ποσό των 14.225 ευρώ που αφορά στο ετήσιο κόστος συντήρησης του συστήματος "Μαηtis" που χρησιμοποιεί για τη διαχείριση της αποθήκης παράλληλα με το παλαιό σύστημα (Orama ERP) το οποίο δεν θα είχε δαπανήσει, εάν είχε μεταβεί στο νέο σύστημα (Νavision) από 1-1-2011 σύμφωνα με τη συμβατική δέσμευση της αντεναγομένης, καθώς το παλαιό σύστημα (Οrama ERP) και το "Μantis" θα είχαν αντικατασταθεί από το νέο σύστημα (Νavision), ήτοι ζημιώθηκε κατά το συνολικό ποσό των 24.557 ευρώ...

Άλλη πραγματική ζημία της αντενάγουσας δεν αποδείχθηκε από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Ενόψει των ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη το πταίσμα της αντεναγομένης, το μέγεθος της πραγματικής ζημίας της αντενάγουσας, την περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων μερών που είναι καλή και την αρχή της επιείκειας (.........) το Δικαστήριο κρίνει πως η αντενάγουσα δικαιούται εύλογη αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από τη μη εκπλήρωση των ως άνω συμβάσεων που αποτελούν ένα όλο από την αντεναγομένη (άρθρο 387 ΑΚ) ύψους 10.000 ευρώ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα της αντενάγουσας για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως ουσιαστικά αβάσιμο και να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η ανταγωγή ως προς τις λοιπές, τις στηριζόμενες στην άσκηση της υπαναχώρησης, αξιώσεις της αντενάγουσας και να υποχρεωθεί η αντεναγομένη να καταβάλει στην αντενάγουσα 1) το ποσό των 173.152,87 ευρώ νομιμοτόκως από 14-1-2011 (επομένη της επιδόσεως της εξώδικης -πρόσκλησης δήλωσης) μέχρις εξοφλήσεως και 2) το ποσό των 10.000 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.....''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχτηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 686 εδ. α` ΑΚ για την έγκυρη υπαναχώρηση της αντεναγομένης-αναιρεσίβλητης εργοδότριας από τις ένδικες συμβάσεις έργου και ότι η σχετική από 13-1-2011 δήλωσή της, είχε τον χαρακτήρα της υπαναχώρησης εκ των ενδίκων συμβάσεων, δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση του αντενάγουσας- αναιρεσιβλήτης, εξαφάνισε τη με αριθμό 758/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε απορρίψει στην ουσία της την από 23-8-2011 ανταγωγή της και στη συνέχεια, δέχτηκε εν μέρει την ανταγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβάσεως του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 686 εδ. α' και 700 του ΑΚ, υπό την ειδικότερη μορφή της μη προσφυγής σ` αυτόν παρά την ύπαρξη κενού στην παραπάνω δήλωση βουλήσεως της αναιρεσίβλητης (εναγομένης-αντενάγουσας) εργοδότριας, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χαρακτήρα αυτής (δήλωσης βούλησης), ως έγκυρης υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου, σύμφωνα με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 686 εδ.

α` ΑΚ, ή ως καταγγελίας της σύμβασης αυτής κατά τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ . Ειδικότερα το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη αποφάσισε να λύσει τη συνεργασία της με την αναιρεσείουσα, λόγω μη τήρησης από την τελευταία του χρονοδιαγράμματος περάτωσης και παράδοσης του έργου στις 31-12-2010, παρά το γεγονός ότι η τήρηση αυτού και η παράτασή του υπήρξε αντικείμενο συνομιλιών και διαπραγματεύσεων μεταξύ των διαδίκων, και για το λόγο αυτό επέδωσε στην αναιρεσείουσα την από 13-1-2011 ''ΕΞΩΔΙΚΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΔΗΛΩΣΗ'', με την οποία κατήγγειλε τις επίδικες συμβάσεις έργου, εκτιμώντας ότι η εν λόγω δήλωση της αναιρεσίβλητης συνιστά υπαναχώρηση βάσει του άρθρου 686 εδ.

α' ΑΚ και όχι καταγγελία του άρθρου 700 ΑΚ, ήτοι αναζήτησε την αληθινή βούληση της αναιρεσίβλητης, προσφεύγοντας όμως σε στοιχεία εκτός του κειμένου αυτής καθώς και σε ερμηνευτικούς συλλογισμούς και συμπεράσματα και αναζητώντας επιχειρήματα προκειμένου να αντικρούσει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταγγελίας, με την ανωτέρω δήλωση, των ενδίκων συμβάσεων και όχι υπαναχώρησης από αυτές, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη.

Τούτο εξάγεται από το συσχετισμό του περιεχομένου της επίμαχης δήλωσης με αναφορά ότι η ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείο (e-mail) μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας και του Π. Τ., Διευθυντή πληροφορικής της αναιρεσίβλητης, που από την πλευρά της τελευταίας μετείχε στις ως άνω συνομιλίες, με θέμα την παράταση του χρονοδιαγράμματος των επίδικων έργων μέχρι 28-2-2011, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε επίτευξη συμφωνίας επί του θέματος αυτού, αφού ο τελευταίος δεν είχε εξουσιοδοτηθεί από το ΔΣ της αναιρεσίβλητης προς τούτο, ενώ επιπροσθέτως απαιτούνταν και έγγραφη τροποποίηση των εν λόγω συμβάσεων.

Με την προεκτεθείσα κατάστρωση του αποδεικτικού πορίσματος, εμμέσως πλην σαφώς η προσβαλλόμενη απόφαση προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου της από 13-1-2011 δήλωσης της αναιρεσίβλητης, προκειμένου να αναζητήσει την πράγματι ηθελημένη και διατυπωθείσα με αυτή βούληση της αναιρεσίβλητης ως προς την εξέλιξη των μεταξύ των διαδίκων καταρτισθεισών συμβάσεων, χωρίς όμως να προσφύγει στον ερμηνευτικό κανόνα που αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση της αναιρεσίβλητης, ούτε και η διάταξη που τον περιέχει αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αλλά ούτε από το περιεχόμενο αυτής συνάγεται ότι έκανε χρήση του ως άνω ερμηνευτικού κανόνα, αφού δε παραθέτει στοιχεία δηλωτικά της χρήσης αυτού, υποπίπτοντας έτσι στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι ως άνω πλημμέλειες, είναι βάσιμος. Επιπροσθέτως, το Εφετείο, με τις παραδοχές του αυτές, παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 22 του Ν. 2190/1920, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, όσον αφορά τα ουσιώδη ζητήματα της νόμιμης εκπροσώπησης της αναιρεσίβλητης από τρίτο πρόσωπο, ικανό να εκφράσει την συγκατάθεσή της περί τροποποίησης των ένδικων συμβάσεων ως προς το χρόνο περάτωσης και παράδοσης του επίδικου έργου, και της τήρησης ή όχι των συμβατικών δεσμεύσεων εκ μέρους της αναιρεσείουσας και, συνακόλουθα, του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να υπαναχωρήσει ή να καταγγείλει τις ένδικες συμβάσεις.

Τούτο διότι, ενώ αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο Διευθυντής Πληροφορικής της αναιρεσίβλητης Π. Τ. συμμετείχε από την πλευρά της τελευταίας, στις συζητήσεις που έλαβαν χώρα με τους νομίμους εκπροσώπους της αναιρεσείουσας, αναφορικά με το κρίσιμο θέμα της παράτασης του χρονοδιαγράμματος του επίδικου έργου και προέβη σε ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στη βάση των εναλλακτικών λύσεων που πρότεινε η αναιρεσείουσα, ακολούθως διαλαμβάνει ότι αυτός δεν μπορούσε να δεσμεύσει την αναιρεσίβλητη καθόσον δεν είχε σχετική εξουσιοδότηση από το ΔΣ αυτής προς τούτο, χωρίς να δευκρινίζει υπό ποια ιδιότητα ενεργούσε ο ως άνω Π.

Τ., όταν αντάλλασσε ηλεκτρονικά μηνύματα, και συμμετείχε στις σχετικές συζητήσεις αναφορικά με το θέμα της παράτασης του χρονοδιαγράμματος του επίδικου έργου και λαμβανομένου υπόψη ότι αυτός, λόγω της ιδιότητάς του ως Προϊσταμένου Πληροφορικής, ήταν ο μόνος αρμόδιος στον οποίο θα μπορούσε να ανατεθεί ο κύκλος εργασιών που αφορά τις επίδικες συμβάσεις.

Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του ως άνω γενομένου δεκτού ως βασίμου αναιρετικού λόγου, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καθιστά περιττή την εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την από 31-3-2015 έφεση της αναιρεσίβλητης και δη καθό μέρος έγινε δεκτή η ανταγωγή της αναιρεσίβλητης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρουμένη, αφού είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 50/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από Δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ