Legislator Giurisprudenza & Legislazione
968/2022 Generato dall'IA

Supreme Court corrects lower court ruling on court costs allocation due to missing party request in appeal. The court orders the appellant to pay the respondent's costs.

Numero d'incarto 968/2022
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece exercised its power of ex officio correction to amend a lower court decision regarding the allocation of litigation costs. Although neither party appeared at the hearing, the court proceeded as if they were present because they had been legally summoned. The court found that the lower court incorrectly stated costs were not awarded to the appellant because she had not submitted a request, despite clear evidence in the appeal and appeal brief that such a request had been filed. Consequently, the court ordered the appellant to pay the respondent's costs for both levels of jurisdiction and the respondent to pay the appellant's costs for the current appeal.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 315, 317, 318 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may ex officio correct errors in a judgment where the reasoning contradicts the submitted requests, thereby establishing the obligation to allocate court costs to the party who failed to submit a request despite having done so in the lower instance.

Parole chiave

Generato dall'IA
ex officio correction court costs allocation litigation expenses missing party request Supreme Court power judgment reasoning error civil procedure code

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 315, 317 and 318 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Case 64/2021
Case 1572/2012

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 968 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 968/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, προκειμένου να αποφανθεί για την αυτεπάγγελτη διόρθωση της 1499/2021 απόφασης του Α1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την υπ' αριθμό 41/2022 πράξη του Προέδρου του Α1' Τμήματος του Αρείου Πάγου, για την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Σ. Π. του Χ., κατοίκου ……., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 315, 317 και 318 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο αίτησης διόρθωσης μιας απόφασης, που μπορεί να προκληθεί αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση των διαδίκων, πρέπει όλοι οι διάδικοι που αναφέρονται σ' αυτή να κληθούν οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση και ότι, αν οι απόντες, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, κλητεύθηκαν νόμιμα, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και, αν δεν κλητεύθηκαν νόμιμα, η συζήτηση αναβάλλεται και το δικαστήριο διατάζει την κλήτευσή τους (ΑΠ 64/2021, ΑΠ 1572/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα από 17.2.2022 αποδεικτικά επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Αρείου Πάγου Ε. Π., που προσκομίζονται με επιμέλεια της Γραμματείας του Δικαστηρίου τούτου, ακριβές αντίγραφο της υπ' αριθμ. 41/ 15.2.2022 πράξης του Προέδρου του Α 1' Τμήματος του Αρείου Πάγου περί αυτεπάγγελτης διόρθωσης της με αριθμό 1499/2021 απόφασης του Τμήματος τούτου, με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της Γραμματείας αυτού του Δικαστηρίου, σε αμφότερους τους ως άνω διαδίκους.

Επομένως, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία τους, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 318 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.

Αντικείμενο της διόρθωσης αποτελούν μόνο ακούσιες πλημμέλειες που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη ή καθαρογραφή της και συνιστούν ασυμφωνία μεταξύ αυτών που ήθελε το Δικαστήριο και εκείνων που διατυπώθηκαν στην απόφαση, ακόμα και εάν επιφέρει μεταβολή στο διατακτικό της. Δεν διορθώνονται διαγνωστικά σφάλματα του Δικαστηρίου.

Η παραδρομή πρέπει να προκύπτει, από την ίδια την απόφαση, είτε από το συνδυασμό της προς τα πρακτικά του δικαστηρίου και τα διαδικαστικά έγγραφα, έτσι ώστε να αποκλείεται η διόρθωση με βάση νέα στοιχεία. Η αιτία της παραδρομής είναι αδιάφορη. Μπορεί να οφείλεται σε παραδρομή του Δικαστηρίου ή των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους (ΑΠ 64/2021, ΑΠ 1479/ 2019, ΑΠ 251/2004,ΑΠ 1595/2003).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 191 παρ. 3 ίδιου Κώδικα, αν η απόφαση δεν περιέχει διάταξη για τα έξοδα, μπορεί να υποβληθεί σχετική αίτηση στο ίδιο δικαστήριο, δηλαδή ακόμη και στον Άρειο Πάγο, ενώ είναι δυνατή η αίτηση διόρθωσης αναιρετικής απόφασης, η οποία, παρά το ότι έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης, εκ παραδρομής δεν περιέλαβε διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, παρόλο που δια της αιτήσεως αναιρέσεως είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα (ΑΠ 511/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με την από 8-8-2009 αγωγή του περί αποκτημάτων κατά της αναιρεσείουσας συζύγου του, ισχυριζόμενος ότι λίγες ημέρες μετά το γάμο τους, με δικά του αποκλειστικά χρήματα, αγοράστηκαν στο όνομα της εναγομένης οι αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, αντί συνολικού τιμήματος 275.817,45 ευρώ, καθώς και ο σχετικός εξοπλισμός του εξ αυτών οροφοδιαμερίσματος, αντί συνολικού τιμήματος 117.388 ευρώ, και ότι η περιουσία της τελευταίας από την τέλεση του γάμου τους μέχρι τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους, άλλως μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου τους(23-10-2008), αυξήθηκε με την απόκτηση των παραπάνω ακινήτων και του οικιακού εξοπλισμού, η αύξηση δε αυτή προήρχετο αποκλειστικά από δική του συμβολή, ζητούσε την απόδοση των ως άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών με τον πλήρη εξοπλισμό τους και την καταδίκη της εναγομένης σε δήλωση βουλήσεως προς μεταβίβαση σ' αυτόν των επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών.

Επικουρικά δε ζητούσε να του καταβάλει η τελευταία το ποσό των 490.000 ευρώ, στο οποίο αποτιμάτο η αξία των παραπάνω, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, νομιμότοκα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1331/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερήμην της εναγομένης, που δέχθηκε την αγωγή στο σύνολό της.

Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης άσκησε έφεση η ερημοδικασθείσα εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και το Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 2033/2013 απόφασή του, έκανε δεκτή, τυπικά και κατ' ουσίαν, την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, και, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας στην ουσία την αγωγή, την έκανε δεκτή, στο σύνολό της, κατά την κύρια αυτής βάση, και καταδίκασε την εκκαλούσα, που ηττήθηκε στη δίκη στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου της εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία όρισε στο ποσό των 20.000 ευρώ.

Ακολούθως, με την 1499/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναιρέθηκε με αίτηση της αναιρεσείουσας η 2033/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με τον μοναδικό εκ του άρθρου 559 αρ. 14 και 8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, επειδή κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή ήταν αόριστη. Στη συνέχεια, ο Άρειος Πάγος, κράτησε και δίκασε την ένδικη έφεση της αναιρεσείουσας, και κατά παραδοχή της, εξαφάνισε την εκκαλουμένη 1333/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και επαναδικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν λόγω αοριστίας της, ενώ, εκ παραδρομής, στο μεν σκεπτικό της διελήφθη, εσφαλμένα, ότι "Δικαστικά έξοδα για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και για την αναιρετική δίκη δεν επιδικάζονται εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσίβλητου, καθόσον η αναιρεσείουσα, που νίκησε, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα", στο δε διατακτικό της δεν διελήφθη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, παρά το ότι τόσο στο από 15-11-2013 αναιρετήριο, όσο και στο δικόγραφο της από 6-7-2011 ένδικης έφεσης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή -επισκόπηση των οικείων δικογράφων, είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα επιδίκασης στην αναιρεσείουσα και εκκαλούσα, αντίστοιχα, δικαστικής δαπάνης σε βάρος του αντιδίκου της αναιρεσίβλητου και εφεσίβλητου, αντίστοιχα.

Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση διορθώσεως της ως άνω αποφάσεως, και πρέπει, το σκεπτικό της, αντί των εσφαλμένων φράσεων "Δικαστικά έξοδα για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και για την αναιρετική δίκη δεν επιδικάζονται εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσίβλητου, καθόσον η αναιρεσείουσα, που νίκησε, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα", να διορθωθεί με τις φράσεις "Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ενάγοντος-εφεσίβλητου, εφόσον η εναγομένη-εκκαλούσα υπέβαλε σχετικό αίτημα με την έφεση και τις προτάσεις της, και ακόμη να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα, για την παρούσα αναιρετική δίκη, της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του σχετικού της αιτήματος, που υπέβαλε με το αναιρετήριο και τις προτάσεις της (άρθρ.176, 183 και 191 παρ.2),όπως ορίζεται στο διατακτικό" και, περαιτέρω, να περιληφθούν αντίστοιχες σχετικές διατάξεις και στο διατακτικό της, δοθέντος, άλλωστε, ότι ο καθού-αναιρεσίβλητος δεν προκύπτει ότι αντιτείνει στην εν λόγω διατασσόμενη διόρθωση και συμπλήρωση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΟΡΘΩΝΕΙ την 1499/2021 απόφαση του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου στο σκεπτικό αυτής και δη στη σελίδα 8 αυτής, όγδοη σειρά, στο οποίο διατάσσει την αναγραφή, αντί των εσφαλμένων φράσεων "Δικαστικά έξοδα για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και για την αναιρετική δίκη δεν επιδικάζονται εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσίβλητου, καθόσον η αναιρεσείουσα, που νίκησε, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα", των ορθών "Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ενάγοντος-εφεσίβλητου, εφόσον η εναγομένη-εκκαλούσα υπέβαλε σχετικό αίτημα με την έφεση και τις προτάσεις της, και ακόμη να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα, για την παρούσα αναιρετική δίκη, της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή του σχετικού της αιτήματος, που υπέβαλε με το αναιρετήριο και τις προτάσεις της (άρθρ.176, 183 και 191 παρ.2),όπως ορίζεται στο διατακτικό", και περαιτέρω διατάσσει τη συμπλήρωση του διατακτικού αυτής με την προσθήκη, στο τέλος, των φράσεων "

Καταδικάζει τον εφεσίβλητο-ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας-εναγομένης, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ".

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ