Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding statute of limitations in bankruptcy proceedings.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment that rejected its claim for seizure. The state argued that service of a bankruptcy announcement to the bankruptcy court clerk interrupted the ten-year statute of limitations, but the lower courts found this ineffective due to the bankruptcy's suspended status. The court upheld the lower courts' reasoning, ruling that such service does not interrupt the limitation period when the bankruptcy proceedings are suspended and the debtor manages their assets.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 88 of Law 2362/1995; Articles 89(1)(a) and 2(a) of Law 321/1969; Article 264(2) and 266 of the Civil Code: Service of a bankruptcy announcement to the bankruptcy court clerk does not interrupt the statute of limitations when the bankruptcy proceedings are suspended and the debtor is managing their assets.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 968 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 968/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6691/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1651/2017 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/4/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1,2,4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύτηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004).
Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα , η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της 1651/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης , επισπεύθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το οποίο, προς το σκοπό αυτό, επέδωσε νομότυπα στην αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης( βλ.
την ….45/11-9-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης Η. Χ.). Κατά τη δικάσιμο αυτή , η αναιρεσίβλητη δεν παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Σημειώνεται , ότι η εσφαλμένη αναγραφή του αριθμού της προσβαλλόμενης απόφασης στην ανωτέρω αναφερόμενη έκθεση επίδοσης (1451/2017 αντί του ορθού 1651/2017 ) δεν δημιουργεί αμφιβολίες περί του ότι επιδόθηκε η κρινόμενη αίτησης αναίρεσης , ενόψει του ότι συμπίπτουν όλα τα λοιπά στοιχεία αυτής (άρθρο 139 παρ 1β ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1651/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης , που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ ουσίαν την από 19-4-2011 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 6691/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης , που δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 8-7-2009 ανακοπή της αναιρεσίβλητης , κατά το μέρος με το οποίο η τελευταία ζητούσε να ακυρωθεί η ….20/8-12-2008 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ν.
Ρ. και οι αναφερόμενες ταμειακές βεβαιώσεις του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ... .
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Απ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, ολ ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 10/2011, ολ ΑΠ 2/2011 ). Αν το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση ,η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και της υπαγωγής τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 1299/2009).Η μη αναφορά του προσήκοντος κανόνα δικαίου ή αναφορά μη εφαρμοστέων κανόνων και γενικά κάθε ατέλεια στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν θεμελιώνει τον παρόντα λόγο αναίρεσης ,αν η πλημμέλεια αυτή δεν θίγει την ορθότητα του διατακτικού της απόφασης και δεν αλλοιώνει την υφή του δεδικασμένου της.
Αρκεί να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επάγεται τις έννομες συνέπειες που αυτό δέχθηκε (άρθρο 578 ΚΠολΔ ) ( ΑΠ 684/2013, ΑΠ 1126/2006 ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 87 παρ 1 εδ α του ν.δ 321/1969 << περί κώδικος δημοσίου λογιστικού >>, κάθε χρέος προς το Δημόσιο παραγράφεται ,εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μετά πάροδο πέντε ετών από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε στο δημόσιο ταμείο (βεβαίωση εν στενή εννοία) . Κατά την παρ. 2 περ.
γ' του ίδιου άρθρου χρέη προς το Δημόσιο από συμβάσεις υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή, αρχόμενη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν στο δημόσιο ταμείο, ενώ, κατά την παρ. 4 αυτού, τα προς το Δημόσιο χρέη, τα οποία προέρχονται από απαιτήσεις τρίτων, που περιήλθαν σ' αυτό από οποιαδήποτε αιτία και δεν είχαν παραγραφεί στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου μέχρι τη μεταβίβασή τους στο δημόσιο παραγράφονται μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν στο δημόσιο ταμείο (βεβαίωση εν στενή εννοία ).
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι κάθε αξίωση του Δημοσίου από απαιτήσεις τρίτων, που περιήλθαν σ' αυτό από οποιαδήποτε αιτία, άρα και από ειδική διαδοχή συνεπεία εκχωρήσεως (άρθρα 455 επ. ΑΚ), υπόκειται σε πενταετή και όχι σε εικοσαετή παραγραφή, η οποία ισχύει μόνο στην περίπτωση απαιτήσεων, που πηγάζουν ευθέως από σύμβαση, στην οποία το δημόσιο ήταν συμβαλλόμενο (ΑΠ 139/2004, ΝοΒ 2004, 1555).
Περαιτέρω απαιτήσεις τρίτων που περιήλθαν στο Δημόσιο από οποιαδήποτε αιτία, κατά την έννοια της παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου 87 του ιδίου νομοθετικού διατάγματος, αποτελούν και οι έναντι των εκ δανείου πρωτοφειλετών και των υπέρ αυτών εγγυητών απαιτήσεις των τραπεζών, από τη χορήγηση δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά τις, κατ' εξουσιοδότηση του ΑΝ 747/1945 και ΑΝ 9/1967, εκδοθείσες αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, οπότε με τη μη εξόφληση του δανείου και την εκ του λόγου τούτου και μόνο βεβαίωση της οφειλής από το εγγυηθέν Δημόσιο, αυτό υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα της δανείστριας Τράπεζας κατά του πρωτοφειλέτη και του εγγυητή.
Με το άρθρο 113 του Ν 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού", καταργήθηκε το ΝΔ 321/1969. Κατά το άρθρο 65 παρ. 5 του ανωτέρω ν. 2362/1995, που ισχύει από 1.1.1996: "Απαιτήσεις του Δημοσίου ως εγγυητή που υποκαταστάθηκε πλήρως στα δικαιώματα του δανειστή ή πιστωτή κατά του οφειλέτη, κατά του εγγυητή και κατά των λοιπών συνυποχρέων, οι οποίες βεβαιώνονται εν στενή έννοια από της ισχύος του νόμου αυτού στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ), παραγράφονται μετά την παρέλευση δέκα (10) ετών από του τέλους του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο μετά την εν στενή έννοια βεβαίωση τους κατέστησαν ληξιπρόθεσμες.
Οι απαιτήσεις του Δημοσίου από την ίδια ως άνω αιτία που έχουν βεβαιωθεί στις ΔΟΥ μέχρι την ημέρα έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού (1.1.1996) παραγράφονται μετά την παρέλευση δέκα (10) ετών από τη λήξη του έτους δημοσίευσής του". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι απαιτήσεις του Δημοσίου από την παροχή εγγύησης σε πιστωτική σύμβαση, λόγω υποκατάστασής του στα δικαιώματα του πιστωτή, υπόκεινται από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (1.1.1996) σε δεκαετή παραγραφή, η οποία καταλαμβάνει και τις απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του, κατ' απόκλιση από τη γενική διάταξη του άρθρου 107 παρ. 1 εδ.
α' του Ν. 2362/1995, εφόσον όμως δεν είχαν υποκύψει σε παραγραφή υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, υπό την ισχύ του οποίου η παραγραφή ήταν πενταετής για το Δημόσιο ( ΑΠ 1712/2013, ΑΠ 266/2013, ΑΠ 747/2012, ΑΠ 915/2004 ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 107 παρ 1 του ν. 2362/1995 ,οι διατάξεις του νόμου αυτού που αφορούν την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί πριν από την ισχύ αυτού (1-1-1996), εάν τα επαγόμενα την αναστολή ή διακοπή γεγονότα έχουν συντελεσθεί μετά την ισχύ αυτού, κατά δε το άρθρο 88 παρ 1 του ίδιου νόμου << Την παραγραφή χρηματικής απαιτήσεως του Δημοσίου διακόπτει :
α.. β.. γ. Η αναγγελία προς επαλήθευση στην πτώχευση είτε του οφειλέτη είτε φυσικού ή νομικού προσώπου μετ` αυτού συνυποχρέου ή για τα χρέη του οποίου ευθύνεται αυτό. Η αναγγελία στην πτώχευση επάγεται τη διακοπή, εφόσον κοινοποιείται είτε στο γραμματέα του πτωχευτικού δικαστηρίου είτε στο σύνδικο της πτωχεύσεως.
Ειδικά, επί των μη προνομιακών απαιτήσεων του Δημοσίου, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες από της επιμελεία του οφειλέτη κοινοποιήσεως με δικαστικό επιμελητή στον αρμόδιο προιστάμενο Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας ή Τελωνείου της τελεσίδικης αποφάσεως περί επικυρώσεως του πτωχευτικού συμβιβασμού.
Η ένωση των πιστωτών ή η αποκατάσταση του πτωχού καθώς και η ανάκληση της περί κηρύξεως της πτωχεύσεως δικαστικής αποφάσεως ή η ακύρωση ή διάρρηξη του πτωχευτικού συμβιβασμού δεν επάγονται έναρξη εκ νέου της διακοπείσας με την αναγγελία παραγραφής>>, ενώ κατά την παρ 4 του ίδιου άρθρου << με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου οι κατά τις γενικές διατάξεις λόγοι διακοπής της παραγραφής ισχύουν και για τις απαιτήσεις του Δημοσίου>>.
Tέλος ,σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180, 181 και 182§§1 και 2 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007), από την έναρξη ισχύος του, στις 16.9.2007, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα άρθρα 525-707 του Εμπορικού Νόμου (ΕμπΝ), τα οποία όμως εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται στις εκκρεμείς διαδικασίες, ενώ αντίθετα στις διαδικασίες που άρχισαν μετά την ως άνω θέση σε ισχύ του Πτωχευτικού Κώδικα εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του.
Προκειμένου έτσι για διαδικασία πτώχευσης πριν από τις 16.9.2007 , η κατά το άρθρο 637 του ΕμπΝ κήρυξη από το Δικαστήριο παύσης των εργασιών της πτώχευσης για έλλειψη ενεργητικού , έχει ως αποτέλεσμα ότι η πτώχευση εξακολουθεί να υπάρχει ,είναι, όμως, σε αδράνεια, οι δε πιστωτές αναλαμβάνουν κάθε καταδιωκτικό μέτρο κατά του πτωχεύσαντος οφειλέτη ,ενεργούντες προσωπικώς κατ αυτού, ο οποίος αναλαμβάνει τη διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας και όχι κατά του συνδίκου που ορίστηκε με την απόφαση που κήρυξε την πτώχευση ,το λειτούργημα του οποίου παύει κατά το διάστημα της ως άνω αδράνειας και συνεπώς η προς αυτόν ,μετά την κήρυξη της παύσης των εργασιών της πτώχευσης ,γενόμενη αναγγελία χρέους δεν επιφέρει διακοπή της παραγραφής .Για τον ίδιο λόγο δεν επιφέρει διακοπή της παραγραφής η αναγγελία του χρέους προς το γραμματέα του πτωχευτικού Δικαστηρίου (ΟλΑΠ 395/1980, ΑΠ 684/2013, ΑΠ 535/1998, ΣτΕ 399/2012 , ΣτΕ 3199/2011).
Ήδη, κατά το άρθρο 164 του νέου ΠτΚ (ν. 3588/2007), η παύση των εργασιών της πτώχευσης αποτελεί τρόπο περάτωσης της πτώχευσης με μορφή οριστική.
Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα : << Με τις με αριθμό 342/9-5-1985, 342/1/6-6-1985, 342/2/31-1-1986, 342/3/7-5-1986, 342/4/8-7-1986, 342/5/18-8-1986, 342/6/19-9-1986, 342/7/13-3-1987, 342/8/16-7-1987, 342/9/4-3-1988 και 342/10/7-4-1988 συμβάσεις πίστωσης μέσω ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της πρώην Τράπεζας ...
και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...ΕΠΕ" και διακριτικό τίτλο "... ΕΠΕ" ανοίχθηκε στην παραπάνω τράπεζα ανοικτός αλληλόχρεος λογαριασμός υπέρ της παραπάνω ΕΠΕ για ανάληψη κεφαλαίων συνολικού ύψους 82.400.000 δραχμών (ήδη 241.819,52 €). Οι αλληλόχρεοι λογαριασμοί έκλεισαν με την από 14-12-1988 εξώδικη δήλωση της παραπάνω τράπεζας και κατέστη απαιτητό το συνολικό ποσόν των 86.321.435,00 δραχμών (ήδη 253.327,76 €).
Επειδή οι εν λόγω συμβάσεις είχαν, χαρακτηριζόμενες ως βιοτεχνικά δάνεια, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, το εκκαλούν-καθ' ου η ανακοπή, κατέβαλε, στις αρχές του έτους 1989, μέρος της παραπάνω οφειλής, ύψους 41.138.921,28 δραχμών και ήδη 120.730,51 £ προς την πρώην Τράπεζα .... Την 26-1-1993 βεβαιώθηκαν ταμειακώς τα ποσά των 7.609.496,11, 21.988.934,84, 10.140.317,92 και 1.400.172,42 δραχμών (ήδη 22.331,61, 64.530,99, 29.758,82 και 4.109,09 €) σε βάρος της πρωτοφειλέτριας εταιρίας αλλά και της εφεσίβλητης-ανακόπτουσας, με τις υπ' αριθ.
…16/26-1-1993, …17/26-1-1993, …19/26-1-1993 και …56/16-2-1993 ταμειακές βεβαιώσεις της ΔΟΥ .... Συγκεκριμένα, με τη με αριθμό …17/26-1-1993 ταμειακή βεβαίωση βεβαιώθηκε το ποσό των 21.998.936 δραχμών (64.530,99 €) , με τη με αριθμό …19/26-1-1993 το ποσό των 10.140.319 δραχμών (29.758,82 € - 4.990,36 €), με τη με αριθμό ….56/16-2-1993 ταμειακή βεβαίωση το ποσό των 1.400.174 δραχμών (4.109,09 €) και με τη με αριθμό …684/30.12.1993 ταμειακή βεβαίωση το ποσό των 1.700.464 δραχμών (4.990,36 €).
Με την υπ' αριθ. 1497/10-10-2008 ατομική ειδοποίηση ληξιπρόθεσμων χρεών η εφεσίβλητη-ανακόπτουσα κλήθηκε, ως εγγυήτρια ορισμένων από τις ανωτέρω συμβάσεις, να καταβάλει προς το εκκαλούν-καθ' ου η ανακοπή το ποσόν των 98.398,90 € για καταβληθέν κεφάλαιο του δανείου και τέλη χαρτοσήμου, πλέον προσαυξήσεων του άρθρου 6 ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) ύψους, κατά το χρονικό σημείο έκδοσης της ατομικής ειδοποίησης, 260.462,98 €, ήτοι συνολικώς 358,861,88 €, επιβλήθηκε δε, κατά της ακίνητης περιουσίας της, ήτοι σε μια κατοικία στο Δήμο ..., στην οδό ..., αναγκαστική κατάσχεση δυνάμει της υπ' αριθ.
….20/8-12-2008 έκθεσης κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ν. Ρ.. Κατά τον παραπάνω χρόνο βεβαίωσης των χρεών (26-1-1993 και 16-2-1993) δεν είχε τεθεί σε ισχύ ο ν. 2362/1995, πλην όμως τα χρέη δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή, κατά το τότε ισχύον νομοθετικό καθεστώς και, κατά συνέπεια, κατ' εφαρμογή του άρθρου 65 παρ. 5 β' ν. 2362/1995, τα χρέη υπόκειντο πλέον σε δεκαετή παραγραφή που άρχιζε από 1-1-1996 και έληγε στις 31-12-2005.
Με την υπ' αριθμ. 19 Ν/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε σε πτώχευση η πρωτοφειλέτρια εταιρία και κατόπιν, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1306/22-11-1991 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου, κηρύχθηκε η παύση εργασιών της πτώχευσης, ελλείψει ενεργητικού. Την 23-1-1997, ήτοι ενώ ήδη είχε κηρυχθεί η παύση των εργασιών της πτώχευσης, το εκκαλούν-καθ' ου η ανακοπή, Ελληνικό Δημόσιο επέδωσε στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και στο σύνδικο της πτώχευσης στις 25-1-1997 και 28-1-1997, αντίστοιχα την υπ' αριθμ.
πρωτ. 1396/23-1-1997 αναγγελία στην πτώχευση. Κατά τα αναλυτικά δε διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, διαρκούσης της παύσεως των εργασιών της πτωχεύσεως, η κοινοποίηση της αναγγελίας δεν δύναται να γίνει νομίμως προς τον μη έχοντα εξουσία εκπροσωπήσεως σύνδικο πτωχεύσεως και στον Γραμματέα του πτωχευτικού δικαστηρίου, η κοινοποίηση δε αυτή δεν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, ως προς την οποία έπρεπε να λάβει χώρα, και, συνεπώς, η αναγγελία δεν επέφερε τη διακοπή της δεκαετούς παραγραφής.
Επομένως, όταν στις 8-12-2008 έλαβε χώρα η κατάσχεση σε βάρος της ανακόπτουσας και επειδή η φερόμενη ως αναγγελία στην, σε παύση, πτώχευση, δεν διέκοψε το χρόνο της παραγραφής, η απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου είχε ήδη υποπέσει σε παραγραφή >> .Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές ,το Εφετείο έκρινε ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και για τους ίδιους λόγους, ως προς την παραγραφή της ένδικης αξίωσης του αναιρεσείοντος και συνακολούθως την ακυρότητα της βάσει της αξίωσης αυτής επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης , ορθώς ερμήνευσε κι εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και απέρριψε την έφεση στο σύνολο της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Δεχόμενο το Εφετείο ότι , ενώ είχε κηρυχθεί παύση των εργασιών της πτώχευσης από 22-11-1991 , το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επέδωσε στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και στο σύνδικο της πτώχευσης στις 25-1-1997 και 28- 1-1997 αντίστοιχα την υπ' αριθμ. πρωτ. 1396/23-1-1997 αναγγελία στην πτώχευση, η οποία λόγω της αδράνειας της πτώχευσης και της ανάληψης της διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας από την πτωχεύσασα πρωτοφειλέτρια εταιρία δεν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι της τελευταίας και ως εκ τούτου η αναγγελία αυτή δεν επέφερε τη διακοπή της δεκαετούς παραγραφής που άρχιζε από 1-1-1996 και έληγε στις 31-12-2005 και συνεπώς στις 8-12-2008 που έλαβε χώρα η κατάσχεση σε βάρος της αναιρεσίβλητης η απαίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου είχε ήδη υποπέσει σε παραγραφή , σωστά εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 88 του ν.2362/1995, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η επίδοση στο γραμματέα του πτωχευτικού Δικαστηρίου αναγγελίας σε πτώχευση ,σε χρόνο κατά τον οποίο έχει κηρυχθεί παύση των εργασιών της πτώχευσης , δεν επιφέρει διακοπή της παραγραφής .
Σημειώνεται ότι μη αναφορά στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 88 παρ 1 του ν. 2362/1995 ,αλλά των συναφούς περιεχομένου διατάξεων των άρθρων 89 παρ 1 εδ α και 2 εδ α του ν.δ 321/1969 , 264 παρ 2 και 266 ΑΚ , δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.
Δ ,καθόσον δεν θίγεται η ορθότητα του διατακτικού αυτής και δεν αλλοιώνεται η υφή του δεδικασμένου της.
Συνεπώς, όσα υποστηρίζονται από το αναιρεσείον με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ. Δ ,περί εσφαλμένης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 88 του ν.2362/1995, λόγω διακοπής της παραγραφής με την επίδοση της αναγγελίας προς το γραμματέα του πτωχευτικού Δικαστηρίου, κρίνονται αβάσιμα. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-4-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 1651/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ