Legislator Giurisprudenza & Legislazione
967/2025 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on perjury conviction, rejecting claim of post-crime good conduct mitigation.

Numero d'incarto 967/2025
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for false deposition, upholding the lower court's refusal to recognize post-crime good conduct as a mitigating circumstance. The appellant argued for leniency based on subsequent behavior, but the court found no specific instances of good conduct were cited, rendering the claim unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to bear the procedural costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 224, 84 of the Penal Code; The court must reject a claim for mitigation based on post-crime good conduct if the accused fails to cite specific instances of such behavior demonstrating awareness of the crime's consequences and abstinence from further misconduct.

Parole chiave

Generato dall'IA
false deposition post-crime good conduct mitigating circumstance appeal dismissal procedural costs specific instances required penal code provisions capacità di subire la carcerazione

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 224 of the Penal Code
Article 84 of the Penal Code
Articles 473, 474 of the Code of Criminal Procedure
Articles 464, 504, 505, 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 578 of the Code of Criminal Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court Case 1425/2023
Supreme Court Case 1097/2023
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 967 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 967/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό-Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Μαντά, για αναίρεση της αποφάσεως 4236/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 823/29-1-2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 155/2025.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 29-1-2025 αίτηση του Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4236/2024 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων της αξιόποινης πράξης της ψευδούς κατάθεσης, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ [8] μηνών με τριετή αναστολή, ασκήθηκε:

α] νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 823/29-1-2025 σχετική έκθεση [άρθρο 474 παρ. 2 Α και 4 ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 13-1-2025 και η δήλωση έγινε στις 29-1-2025, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 504, 505 παρ. 1 α', 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠΔ]. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ [ψευδής κατάθεση], <<1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή>>.

Για τη θεμελίωση του άνω εγκλήματος, για το οποίο προβλέπεται ευμενέστερη ποινική μεταχείριση του κατηγορούμενου έναντι της αντίστοιχης διάταξης [224 παρ. 2 - 1] του προηγούμενου ΠΚ, όπου έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 [ψευδορκία] και 225 [ψευδής ανωμοτί κατάθεση] του προηγούμενου ΠΚ απαιτείται: α] ο μάρτυρας να καταθέτει ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β]τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε, να είναι ψευδή και γ] να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.

Η κατάθεση του δράστη αυτού του εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς αναληθή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε. Θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό που κατατίθεται, όχι μόνο όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε.

Εκτός από τα στοιχεία αυτά, που συγκροτούν την αντικειμενική του υπόσταση, απαιτείται υποκειμενικώς άμεσος δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση αυτού, ότι τα στοιχεία, που κατέθεσε σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση, είναι ψευδή ή έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει [ΑΠ 1121/2024, ΑΠ 939/2024, ΑΠ 533/2024].

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους [μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.], χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης, είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού [έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης], ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, όπως συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της ψευδούς κατάθεσης.

Όμως, υπάρχει η αιτιολογία του δόλου, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, το ψευδές των κατατεθέντων θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του δράστη ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών.

Εξάλλου, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται ανεπίτρεπτα η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας [ΑΠ 1121/2024, ΑΠ 533/2024, ΑΠ 211/2024].

Στην προκειμένη περίπτωση, το Β' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4236/2024 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν, επί λέξει, τα ακόλουθα: <<Από τις 30-1-2017 έως και τις 2-3-2017, με τη μεσολάβηση αρκετών λοιπών συνεδριάσεων, διεξήχθη ενώπιον του Β' ΜΟΔ Αθηνών ποινική υπόθεση με κατηγορούμενο τον [εδώ μη διάδικο] Θ.

Μ. για το αδίκημα του εμπρησμού από πρόθεση από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο. Ειδικότερα το αμέσως ως άνω [και εδώ μη επίδικο] αδίκημα, κατά το εκεί κατηγορητήριο, είχε λάβει χώρα στις 12-11-2011 περί ώρα 20.15' μμ σε βάρος της ακίνητης ιδιοκτησίας της οικογένειας Σ. [ήτοι του 1 ου και της 2 ης των εδώ μαρτύρων κατηγορίας, που βρίσκεται στην Αρτέμιδα Αττικής.

Σημειωτέον ότι ο προαναφερθείς Θ. Μ. τελεσίδικα [βλ. υπ' αριθ. 377, 424/12-7-2019 οριστική απόφαση του Β' ΜΟΕ Αθηνών] και ήδη αμετάκλητα, κρίθηκε ένοχος για την προαναφερθείσα άδικη πράξη και [μετά την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ] του επιβλήθηκε στερητική της ελευθερίας ποινή φυλακίσεως 4 ετών, η εκτέλεση της οποία3 ανεστάλη υπό τον όρο της επιμέλειας και επιτήρησής του από Επιμελητή Κοινωνικής Αρωγής, καθώς και της εμφάνισής του στο οικείο ΑΤ άπαξ μηνιαίως.

Στην μετά τη διακοπή δικάσιμο της 17-2-2017 [του προαναφερθέντος ΜΟΔ] οι εδώ τρεις κατηγορούμενοι αναληθώς [και εν γνώσει της αναλήθειας των καταθέσεων τους] κατέθεσαν ενόρκως τα όσα [εδώ] κατηγορούνται. Ήτοι αυτοί εν γνώσει τους αναληθώς προέβησαν στις καταθέσεις αυτές και δη στις καταθέσεις που λεπτομερώς αναφέροντα στο από 21-7-2021 επίδικο κατηγορητήριο, καθώς και στο διατακτικό της παρούσας, κατά τα παρακάτω αναφερόμενα.

Οι καταθέσεις τους αυτές όμως δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια ήτοι γεγονός που οι ίδιοι εξαρχής γνώριζαν πλην όμως εσκεμμένα προέβησαν στις επίδικες αυτές αναληθείς καταθέσεις τους και οι οποίες [καταθέσεις] έλαβαν χώρα με αποκλειστικό σκοπό την αθώωση [από το Β' ΜΟΔ] του ως άνω Θ. Μ. και δη σκόπευαν να παραπλανήσουν [όλους] τους Δικαστές του ως άνω Β' ΜΟΔ ως προς τα εκεί κρίσιμα επίδικα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι ο Θ.

Μ., κατά τον τότε κρίσιμο χρόνο [περί ώρα 20.15' μμ της 12-11-2017, που έλαβε χώρα η έναρξη του εμπρησμού] δεν ήταν στην Αρτέμιδα [προξενώντας αυτόν τον εμπρησμό], αλλά στην οικία του εδώ 1 ου εκκαλούντα - κατηγορουμένου Δ. Δ., που βρίσκεται στην Αθήνα. Σημειωτέον, ειρήσθω εν παρόδω, ότι ο εδώ 1 ος κατηγορούμενος δεν ήταν παρών ούτε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και κατ' επέκτασιν ουδέποτε αυτοπροσώπως απολογήθηκε ενώπιον αρμόδιου δικαιοδοτικού οργάνου [Δικαστηρίου] ούτε βέβαια του υπεβλήθησαν σχετικές ερωτήσεις από την έδρα του Δικαστηρίου.

Συνεπώς οι όποιοι ισχυρισμοί του και δη αυτοί που προέβαλε κατά την προδικασία ουδέποτε διασταυρώθηκαν, άλλως ουδέποτε επαληθεύθηκαν από τον ίδιο. Περαιτέρω, κατά τη σημερινή δικάσιμο, απολογούμενος ο εδώ [παρών] 2 ος κατηγορούμενος ουδεμία πειστική απάντηση έδωσε έναντι των άνω ερωτήσεων που του υπεβλήθησαν [από το παρόν Δικαστήριο]. Βέβαια αυτός συνεχίζει να ισχυρίζεται ότι τα όσα είχε καταθέσεις στις 12-2-2017 είναι και τα αληθή, πλην όμως αφενός μεν αυτός ουδένα αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε ή έστω επικαλέστηκε [προς τυχόν επαλήθευση των ισχυρισμών του] αφετέρου όμως δεν διέψευσε, ούτε έστω αμφισβήτησε τις καταθέσεις των, κατά τη σημερινή δικάσιμο, εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας και ειδικότερα αυτή της 2ης μάρτυρα Α. Σ...

Συνεπώς οι όποιοι ισχυρισμοί του ελέγχονται ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, ενώ σημειωτέον ότι δεν φέρεται και να αποστερήθηκε της δυνατότητας της επό μέρους του επικλήσεως και προσκομιδής μαρτύρων υπερασπίσεως [κατά την απολογία του άλλωστε επισημανθέντα από το Δικαστήριο]. Επανέλαβε δε αυτός και τον πρωτόδικα από μέρους του ισχυρισμό ότι [κατ' εκτίμηση] δεν γνωρίζει για κάτι τυχόν διαφορές μεταξύ του [εδώ μη διαδίκου] Θ.. Μ. και της οικογένειας Σ.. Ήτοι εν κατακλείδει [και από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας] επισημαίνεται ότι εν τοις πράγμασι ήταν αδύνατον [να προσεγγιστεί η τυχόν - αόριστη από μέρους του 2 ου κατηγορουμένου - άποψη ότι] ο ως άνω Θ. Μ. θα ήταν δυνατόν να βρισκόταν ταυτοχρόνως σε δύο διαφορετικά τοπικά σημεία απέχοντας μεταξύ τους χρονικά περίπου 1,5 ώρα και μάλιστα με την ρήση οχήματος.

Συνεπώς επαναλαμβάνεται ότι οι όποιοι ισχυρισμοί του παραμένουν αναπόδεικτοι. Ομοίως αναφορικά με τον εδώ 3 ο κατηγορούμενο, ούτε αυτός απέδειξε τους [κατ' ουσίαν πρωτόδικους] επίδικους ισχυρισμούς του με τη χρήση κάθε νόμιμου αποδεικτικού μέσου [ήτοι πέραν του ότι αυτός μισθώνει οικία ιδιοκτησίας του Θ..

Μ., γεγονός που προκύπτει από προσκομισθέν μισθωτήριο, νομίμως θεωρημένο από την αρμόδια ΔΥΟ] ότι ο εκμισθωτής στις 12-11-2011, οικογενειακώς, φέρεται να τον επισκέφθηκε και ότι εισέπραξε μηνιαίο μίσθωμα, ενώ δεν φέρεται [ ο 3 ος κατηγορούμενος] να στερήθηκε την προσκομιδή και χρήση αποδεικτικών μέσων και ειδικά την προσκομιδή έγγραφης απόδειξης καταβολής μισθώματος άλλως ουδέποτε φέρεται να επικαλέστηκε την μαρτυρία τυχόν συγγενών του Θ.

Μ., που, όπως άρτι προαναφέρθηκε, ισχυρίζεται ότι είδε στο όχημά του καθ' ον χρόνο αυτός του παρέδιδε το μίσθωμα. Πρέπει λοιπόν οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι όπως και πρωτόδικα, ενώ όλοι οι τυχόν αντίθετοι ισχυρισμοί τους ελέγχονται ως αβάσιμοι κατ' ουσία και απορριπτέοι. Σημειωτέον ότι στον 2 ο και 3 ο κατά σειρά των κατηγορουμένων πρέπει να αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ που τους έχει αναγνωριστεί και πρωτόδικα ήτοι αυτό του προτέρου συννόμου βίου>>.

Ακολούθως το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα και, μετά την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης οκτώ [8] μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο, επί λέξει, διατακτικό: <<...

Β] Ο κατηγορούμενος Ε. Μ., στην Αθήνα, στις 17-2-2017, με πρόθεση ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του κατέθεσε ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή συγκεκριμένα, ενώπιον του Δεύτερου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών κατέθεσε για τον κατηγορούμενο για το αδίκημα του εμπρησμού από πρόθεση από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, Μ.

Θ. τα εξής: <<Εγώ δεν ξέρω κάτι για το συμβάν. Στις 12-11-2011 ήταν ημέρα Σάββατο και ήμουν στο σπίτι του κ. Δ. στα Κάτω Πατήσια, στην οδό .... Πήγα στις 8.15 περίπου, και έμεινα μέχρι τις 12.30. Ήταν εκεί και ο κατηγορούμενος με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Με τον κατηγορούμενο φύγαμε την ίδια ώρα. Στις 12-11-2011 είχαμε κανονίσει να βρεθούμε.

Το είχαμε κανονίσει από την προηγούμενη εβδομάδα. Είχαμε πιάσει ψάρια και θα μαζευόμαστε να τα φάμε. Είμαι απόλυτα σίγουρος και για την ημέρα και την ώρα. Μαζί με τον κατηγορούμενο ήταν η γυναίκα του η κόρη του και ο γιός του. Μείναμε μέχρι τις 12.30 περίπου ... Για την μάζωξη της 12-11-2011 είχαμε συνεννοηθεί από την προηγούμενη εβδομάδα.

Είχαν βρεθεί ο Δ. με τον κατηγορούμενο και το είχαν κανονίσει. Μετά μου τηλεφώνησαν και εμένα. Το προηγούμενο Σάββατο είχαμε ψαρέψει και είχαμε ψάρια και από προηγούμενες ψαριές. Ο Δ. μου τηλεφώνησε. Από εκείνο το βράδυ έχουμε και φωτογραφίες. Δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο που μαζευτήκαμε εκείνο το βράδυ. Ήταν κάτι που το κάναμε συχνά.

Επιδεικνύεται η υπ' αριθ. 7 φωτογραφία της υπεράσπισης και ο μάρτυρας επιβεβαιώνει ότι η φωτογραφία είναι από εκείνο το βράδυ. Τα ψάρια δεν φαίνονται στη φωτογραφία επειδή οι φωτογραφίες βγήκανε αφού είχαμε φάει και τρώγαμε το γλυκό. Στις φωτογραφίες φαίνεται ο κατηγορούμενος και είναι ανάμεσά μας ... Εκείνη την ημέρα 12-11-2011, δεν γιορτάζαμε κάτι συγκεκριμένο.

Δεν είχε κάποιος γενέθλια. Κάποιος από εμάς έφερε τούρτα στο σπίτι, και την κόψαμε να την φάμε Και πάλι σας λέω ότι εκείνο το βράδυ π κατηγορούμενος ήταν από τις 8.30 έως τις 12.30 το βράδυ στο σπίτι του Δ. και ήμουν και εγώ εκεί>>. Ωστόσο όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί εκ μέρους του κατηγορουμένου τυγχάνουν ψευδείς, καθώς ο Μ.

Θ. δεν ήταν στις 12-11-2011 στα Πατήσια, στο σπίτι του κατηγορουμένου, Δ. Δ. αλλά ήταν στην Αρτέμιδα Αττικής και περί ώρα 20.15 με πρόθεση προξένησε πυρκαγιά από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, γεγονός για το οποίο καταδικάστηκε με την υπ' αριθ. 377, 424/2019 απόφαση του Β' ΜΟΕ Αθηνών και εκείνος τα κατέθεσε, τελώντας σε γνώση του ψεύδους τους>>.

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 α', 27, 224 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε αυτήν νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα: α] έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση και οδήγησαν στην καταδικαστική του κρίση, β] όλα τα αποδεικτικά μέσα αξιολογήθηκαν, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από καθένα από αυτά, ενώ δεν ήταν απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση των διάφορων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, γ] δεν προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει αιτιολογία γιατί οδηγήθηκε σε διαφορετικά συμπεράσματα από αυτά που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δ] αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο τελέστηκε η πράξη της ψευδούς κατάθεσης και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων, εξεταζόμενος ένορκα στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, στις 17-2-2017, κατά την εκδίκαση υπόθεσης με κατηγορούμενο τον Θ.

Μ. για το αδίκημα του εμπρησμού με πρόθεση από τον οποίο μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, που αυτός τέλεσε στην Αρτέμιδα Αττικής, στις 12-11-2011 και περί ώρα 20.15, κατέθεσε εν γνώσει του [αφού τα κατατεθέντα ανάγονταν σε προσωπική αντίληψη του ιδίου], ψευδώς ότι δήθεν στις 12-11-2011 βρισκόταν στα Κάτω Πατήσια στο σπίτι του Δ.

Δ. και ότι εκεί βρισκόταν και ο κατηγορούμενος στην παραπάνω υπόθεση Θ. Μ. με τη σύζυγό του και τα τέκνα του, από ώρα 20.15 έως ώρα 00.30' της ίδιας μέρας, μολονότι η πραγματικότητα ήταν ότι ο Θ. Μ. στις 12-11-2011 και ώρα 20.15' δεν βρισκόταν εκεί αλλά στην Αρτέμιδα Αττικής, όπου με πρόθεση προξένησε πυρκαγιά, ε] η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί παράδοσης από τον Εισαγγελέα της έδρας στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου καταλόγου μαρτύρων προς υποστήριξη της κατηγορίας, αν και η υποστήριξη της κατηγορίας είχε αποβληθεί με την πρωτόδικη με αριθμό ΒΤ 857/30-3-2023 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι παντελώς αβάσιμη και στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η σχετική αναφορά στην απόφαση, ότι ο Εισαγγελέας <<παρέδωσε στον πρόεδρο τον κατάλογο με τα ονόματα των μαρτύρων που έχουν κλητευθεί για την υποστήριξη της κατηγορίας>>, αφορά τον κατάλογο των μαρτύρων κατηγορίας που κλητεύθηκαν για τη συγκεκριμένη υπόθεση, αντίγραφο του οποίου είχε επιδοθεί και στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, κατ' άρθρο 366 ΚΠΔ και όχι σε παρασταθέντες προς υποστήριξη της κατηγορίας, στ] οι υπόλοιπες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του, που, κατά την άποψη του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και οι αιτιάσεις περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου και αποτελούν απλώς υπερασπιστικά επιχειρήματα και αμφισβήτηση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης και προβάλλονται απαραδέκτως, αφού με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ζ] ως αντίφαση, η οποία συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης νοείται η προκύπτουσα είτε μεταξύ των εκτιθέμενων στο σκεπτικό της απόφασης, είτε μεταξύ των τελευταίων και εκείνων που αναφέρονται στο διατακτικό αυτής και όχι η τυχόν αντίθεση ορισμένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της απόφασης, καθόσον το τελευταίο ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά και στην προκειμένη περίπτωση ουδόλως υφίστανται αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του σκεπτικού με αυτές του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι αβάσιμοι.

Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.

Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Προϋπόθεση, όμως, της δυνατότητας αξιολόγησης και, σε περίπτωση ευδοκίμησής τους, της επέλευσης του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή και με προφορική ανάπτυξή τους, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής τους, άλλως το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους [ολΑΠ 2/2005, ΑΠ 661/2023, ΑΠ 565/2021].

Κατά το άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. ε' ΠΚ, θεωρείται ως ελαφρυντική περίσταση το ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ακόμη και κατά την κράτησή του. Για να συντρέξει αυτή η περίσταση, πρέπει η συμπεριφορά του υπαιτίου να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη.

Η αναγνώριση, δηλαδή, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' ΠΚ προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμη και κατά την κράτησή του.

Ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θέσπισης της οικείας διάταξης, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξης, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνο έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν του, άλλαξε τρόπο ζωής και μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξης του και απέχοντας μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιασδήποτε φύσης επιλήψιμη ενέργεια και συμπεριφορά, ακόμη και υπό συνθήκες κράτησης, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα [ΑΠ 1024/2024, ΑΠ 914/2024, ΑΠ 807/2024, ΑΠ 739/2024].

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ζήτησε να του αναγνωριστεί και η ελαφρυντική περίσταση ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του [άρθρο 84 παρ. 2 ε' ΠΚ], εκθέτοντας, επί λέξει, τα εξής: <<Εν προκειμένω ο κατηγορούμενος, έχοντας πλέον ολοκληρώσει μία αξιέπαινη επαγγελματική πορεία στο σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας, εδώ και τέσσερα ήδη έτη, έχει συνταξιοδοτηθεί και πλέον, εργάζεται περιστασιακά, ως επαγγελματίας οδηγός σε μεταφορική εταιρία , επιδιώκοντας την εξασφάλιση των προς το ζην για την οικογένειά του.

Καίτοι θα μπορούσε -άμα τη συνταξιοδοτήσει του - να απολαύσει τους κόπους τόσων ετών αφοσίωσης στο Σώμα, ο ίδιος επιλέγει να παραμένει αεικίνητος και ακούραστος, στο μέτρο του δυνατού, προκειμένου να καλύπτει τις -αν μη τι άλλο αυξημένες - ανάγκες της οικογενείας του. Περαιτέρω, μνείας χρήζει το γεγονός πως η σύζυγος του κατηγορουμένου, αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια, σοβαρότατο πρόβλημα υγείας, το οποίο δεν της επιτρέπει να εργάζεται.

Συγκεκριμένα, πάσχει από διαχωριστικό ανεύρυσμα της θωρακικής αορτής, για την αντιμετώπιση του οποίου, μάλιστα υπεβλήθη προ πενταετίας σε επέμβαση τοποθέτησης STENT - GRAFT στον επεμβατικό αγγειογράφο. Η σοβαρότητα της ως άνω πάθησης και οι κίνδυνοι που αυτή επισύρει σε περίπτωση επιπλοκών, καθιστά αδύνατη όχι μόνο την απασχόλησή της σε οποιαδήποτε εργασία, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, αλλά και την ενεργή και ουσιαστική ενασχόλησή της μετά των τέκνων της, καθώς η εν λόγω πάθηση έχει συμβάλλει αποφασιστικά στη διαμόρφωση, επί τα χείρω, της ψυχολογικής της κατάστασης.

Ως εκ τούτο, ο κατηγορούμενος είναι ο μοναδικός ο οποίος κυριολεκτικά στηρίζει την οικογένειά του, τόσο από οικονομικής, όσο και από ψυχολογικής απόψεως, παραμένοντας σταθερός στον καθημερινό αγώνα της επιβίωσης, μετερχόμενος προς τούτο παν νόμιμο και αξιοπρεπές μέσο. Μετά ταύτα, η υπεράσπιση φρονεί ότι το Αξιότιμο Δικαστήριό Σας, θα αξιολογήσει αυτή τη συμπεριφορά του, τόσο την προ της εμπλοκής του στην αξιόποινη πράξη, για την οποία φέρεται κατηγορούμενος, όσο και τη μετά από την πράξη αυτή, η οποία δε, συνίσταται σε ειδικές και συγκεκριμένες ενέργειες άρσης ή μείωσης των συνεπειών των πράξεών του και δεν εξαντλείται σε απλώς παθητική συμπεριφορά, δηλαδή σε μη κακή διαγωγή του ...

Ο έντιμος βίος, η σταθερή επαγγελματική δραστηριότητά του και η έντονη κοινωνική του παρουσία συνεχίζονται ήδη σχεδόν επτά [7] χρόνια από την εν λόγω υπόθεση, καταδεικνύοντας ένα μακρό χρονικό διάστημα καλής συμπεριφοράς από την φερόμενη αξιόποινη πράξη. Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω εκ των οποίων αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας, η καλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου μετά την πράξη του και δη υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις τις οποίες ο νόμος ορίζει, θα πρέπει το Δικαστήριό σας να προχωρήσει σε αναγνώριση στο πρόσωπό του, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ>>.

Το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, με το ακόλουθο επί λέξει, σκεπτικό: <<Περαιτέρω, και αναφορικά με το αίτημα αναγνωρίσεως σε όλους τους εδώ κατηγορουμένους και του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ κρίνεται ότι δεν πρέπει να τους αναγνωριστεί το αιτηθέν ελαφρυντικό.

Ειδικότερα για να ερευνηθεί η βασιμότητα αυτού του ελαφρυντικού για το παραδεκτό του σχετικού ισχυρισμού απαιτείται η επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών καλής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση της πράξεως και μάλιστα έχοντας αυτός αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιοποίνου πράξεως ενώ αυτός πρέπει και να απέχει από κάθε επιλήψιμη ενέργεια και συμπεριφορά [ΑΠ 1425/2023 ΝΟΜΟΣ], ενώ εν προκειμένω δεν λαμβάνει χώρα τέτοιου είδους επίκληση, συνεπώς υπάρχει αδυναμία διερεύνησης του σχετικού αιτήματος.

Περαιτέρω, μόνο η τυχόν έλλειψη παραβατικότητάς μεταγενέστερης της επιδίκου πράξεως αδυνατεί να θεμελιώσει την ελαφρυντική αυτή περίσταση [ΑΠ 1097/2023 ΝΟΜΟΣ]>>. Με τις παραπάνω παραδοχές του, το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν υποχρεούτο να αιτιολογήσει την απόφασή του για την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της παραπάνω ελαφρυντικής περίστασης, ο οποίος όπως προβλήθηκε, χωρίς επίκληση των θεμελιούντων την συνδρομή του πραγματικών περιστατικών δεν είναι ορισμένος, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ως εκ περισσού, απάντησε και τον απέρριψε ως αόριστο με την παραπάνω ορθή και επαρκή αιτιολογία, αφού, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι η έλλειψη παραβατικότητας μετά την τέλεση της πράξης δεν μπορεί να θεμελιώσει την εν λόγω ελαφρυντική περίσταση.

Επομένως ο σχετικός τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας [άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 Ν.5090/2024], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από29-1-2025 αίτηση του Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4236/2024 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης