Legislator Giurisprudenza & Legislazione
967/2019 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's refusal to consider a loan contract as evidence.

Numero d'incarto 967/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of First Instance's final judgment. The appellant argued that the appellate court failed to consider a loan contract submitted as evidence, violating procedural rules. The court found that the appellate decision explicitly stated it had examined and weighed all documents, including the contract, rendering the appeal inadmissible and baseless.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(11)(c) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging failure to consider evidence is inadmissible if the appellate court explicitly states it weighed all submitted documents, and the alleged omission does not affect the outcome.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal admissibility evidence consideration appellate court review loan contract evidence procedural error substantive judgment court of first instance assegno turistico

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court of Greece, Case No. 1051/2010
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 967 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 967/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικός διάδοχος της αρχικά ενάγουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Καρατζά και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολική διάδοχος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου - Δεληγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 2969/2010 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5604/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 5227/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/3/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5227/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 22-4-2015 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ερήμην αυτής εκδοθείσας 5604/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 19-5-2008 αγωγή της (αναιρεσείουσας), την οποία εξαφάνισε, ακολούθως δε κράτησε και δίκασε την ανωτέρω αγωγή, την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αυτοτελείς αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό της, εφόσον οι πρώτες αιτιολογίες από αυτές δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ άρθρα 566 παρ 1 και 577 παρ 3 του ΚΠολΔ, όσο απευθύνεται κατά των πλεοναστικών αιτιολογιών, εφ όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.

Πλεοναστικές είναι οι αιτολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, Ολ.

ΑΠ 25/1994, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1991/2017, ΑΠ 551/2017 ΑΠ 1051/2010). Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 10/2011, Ολ. ΑΠ 2/2011 ). Αν το Δικαστήριο έκρινε κατ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και της υπαγωγής τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση(ΑΠ 1299/2009).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ 1 του Ν.Δ 1313/1972 << Μέτρα ενίσχυσης της τουριστικής ανάπτυξης>>, << Η διαφορά μεταξύ του εκάστοτε ισχύοντος βασικού επιτοκίου μακροπροθέσμων τραπεζικών τουριστικών δανείων και του κατά περίπτωσιν οριζομένου, δι αποφάσεων του Κυβερνητικού Πολιτικού Συμβουλίου ή ετέρου αρμοδίου Συλλογικού οργάνου, δια την χρηματοδότησιν επενδύσεων εις τουριστικάς εγκαταστάσεις πάσης κατηγορίας, βαρύνει το Ελληνικόν Δημόσον και καταβάλλεται εξ ειδικής πιστώσεως εγγραφομένης εις τον προϋπολογισμόν Δημοσίων Επενδύσεων >>.

Σε εκτέλεση της ανωτέρω διάταξης εκδόθηκαν οι 25982/Κ/502/13-9-973 κοινή απόφαση των Υπουργών Προγραμματισμού και Κυβερνητικής Πολιτικής και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και ΣΤ.457/1977 κοινή απόφαση των Υπουργών Συντονισμού Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Οικονομικών . Στις Υπουργικές αυτές αποφάσεις ρυθμίζεται η διαδικασία καταβολής της διαφοράς αυτής του επιτοκίου στον αντίστοιχο πιστωτικό φορέα μέσω του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ),ορίζεται δε ότι αν ο ΕΟΤ δεν εξοφλήσει τους τόκους αυτούς εντός της εκεί οριζόμενης προθεσμίας, ο αντίστοιχος πιστωτικός φορέας μπορεί με έγγραφό του προς την Τράπεζα Ελλάδος, κοινοποιουμένου και στον ΕΟΤ, να ζητήσει την απευθείας εξόφληση των απαιτήσεών του εκ του λογαριασμού << Ε.Δ -Συγκέντρωσις Εισπράξεων και Πληρωμών>>.

Η ... αναλαμβάνει από τον ανωτέρω λογαριασμό το απαιτούμενο χρηματικό ποσό και πιστώνει αντιστοίχως τον πιστωτικό φορέα. Περαιτέρω, κατά το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 22 του ν. 1116/1981, περί ιδιωτικών επενδύσεων, που δημοσιεύθηκε στις 14-1-1981, << Από τη δημοσίευση αυτού του νόμου, δεν υπάγονται νέες επενδύσεις στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του Ν.Δ 1313/1972, ούτε εγκρίνονται αιτήσεις που εκκρεμούν>>.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι από 14-1-1981 έπαυσε να ισχύει η προβλεπόμενη από το άρθρο 13 παρ 1 του Ν.Δ 1313/1972 επιδότηση από το Ελληνικό Δημόσιο της διαφοράς επιτοκίου των μακροπρόθεσμων τουριστικών δανείων και συνεπώς τα μακροπρόθεσμα τουριστικά δάνεια που καταρτίστηκαν μετά τις 14-1-1981 δεν δικαιούνται επιδότησης επιτοκίου .

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 19-5-2008 αγωγής, προκύπτει ότι σ αυτή εκτίθεται ότι η αναιρεσείουσα, ως καθολική διάδοχος της αρχικής ενάγουσας ΑΕ με την επωνυμία << ... ΑΕ>>, ισχυρίζεται ότι με σύμβαση ενυπόθηκου τοκοχρεωλυτικού δανείου που καταρτίστηκε μεταξύ της ΕΠΕ με την επωνυμία << ...

ΕΠΕ>>,η οποία μετετράπη στη συνέχεια στην ενάγουσα ανώνυμη εταιρία και της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία << ... ... >> στη δικονομική και ουσιαστική θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος η εναγόμενη, η πρώτη έλαβε το ποσό των 100.000.000 δρχ, με επιτόκιο 16,5 %,για την ανέγερση ξενοδοχειακού συγκροτήματος.

Ότι συμφωνήθηκε πως τη διαφορά μεταξύ του ως άνω επιτοκίου και του εκάστοτε επιτοκίου που καθοριζόταν με αποφάσεις της Νομισματικής Επιτροπής θα κατέβαλλε το Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και ότι εάν το Ελληνικό Δημόσιο δεν καταβάλλει τη διαφορά του επιτοκίου, αυτή θα καταβάλλεται από την οφειλέτρια ανά εξάμηνο με την τοκοχρεωλυτική δόση του δανείου.

Ότι, ενώ είχε εξοφλήσει το δάνειο, η << ... ... >> με την από 21-1-1997 επιστολή της απαίτησε την καταβολή του ποσού των 18.294.719 δρχ., ως διαφορά επιτοκίου, την οποία δεν είχε καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο, ποσό το οποίο και κατέβαλε στις 29-10- 1997.Ότι ο ανωτέρω όρος περί υποχρέωσής της καταβολής της διαφοράς του επιτοκίου είναι άκυρος, επειδή αντίκειται στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 13 του ν.δ 1313/1972 και συνεπώς η εναγόμενη έχει εισπράξει χωρίς νόμιμη αιτία το ποσό των 18.294.719 δρχ, που αντιστοιχούν σε 53.688,68 ευρώ, άλλως ότι το εισέπραξε καθ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, διότι, ενώ είχε τη δυνατότητα να το εισπράξει πρώτα από τον κύριο οφειλέτη και να στραφεί κατ αυτής μόνο σε περίπτωση αποτυχίας, δεν το έπραξε.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζητά να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 53.688,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 29-10-1997, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 5227/2017 απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα:<υπ αριθμ. ...84/13-5-1981 συμβόλαιο του συμ/φου Ι.

Κ. η εταιρία με την επωνυμία << Ανώνυμος Εταιρία ... ... >> χορήγησε στην εδρεύουσα στην Αθήνα Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία << ... ΕΠΕ >> ενυπόθηκο δάνειο κεφαλαίου 100.000.000δρχ.,εξοφλητέο σε 27 ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις εκ δρχ.9.349.614 εκάστη, της πρώτης τούτων καταβλητέας την 1η Μαρτίου 1983 και της τελευταίας την 1η Μαρτίου 1996.Το δάνειο αυτό συνομολογήθηκε για την με δαπάνες της παραπάνω εταιρίας ανέγερση ξενοδοχειακού συγκροτήματος επί κτήματος στη θέση ...

της κτηματικής περιφέρειας της τότε Κοινότητας .... Στη συνέχεια η ως άνω οφειλέτρια μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία << ... Α.Ε>>, η δε εναγομένη... ΑΕ κατέστη καθολική διάδοχος της παραπάνω δανείστριας εταιρίας. Ο καταβλητέος τόκος συνομολογήθηκε προς επιτόκιο 16,5 % ετησίως και περιλαμβανόταν στις ως άνω τοκοχρεωλυτικές δόσεις .

Τη διαφορά μεταξύ του ως άνω επιτοκίου και του δι αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής εκάστοτε ισχύοντος βασικού επιτοκίου μακροπρόθεσμων τουριστικών δανείων υποχρεούτο να καταβάλει το Δημόσιο, δυνάμει του άρθρου 13 του Ν.Δ 1373 /1972 και των σε εκτέλεση αυτού εκδοθεισών υπ αριθμ.25982/Κ/13-9-1973 κοινής απόφασης των Υπουργών Προγραμματισμού και Κυβερνητικής Πολιτικής και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και ΣΤ .457/1977κοινής απόφασης των Υπουργών Συντονισμού, Προεδρίας της Κυβέρνησης και Οικονομικών Στις υπουργικές αυτές αποφάσεις ρυθμίζονται η διαδικασία καταβολής της διαφοράς αυτής του επιτοκίου στον αντίστοιχο πιστωτικό φορέα μέσω τα Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ) και επιπλέον ορίζεται ότι εάν ο ΕΟΤ δεν εξοφλήσει τους τόκους αυτούς εντός της εκεί οριζόμενης προθεσμίας, ο αντίστοιχος πιστωτικός φορέας μπορεί με έγγραφό του προς την ..., κοινοποιουμένου και στον ΕΟΤ, να ζητήσει απευθείας εξόφληση των απαιτήσεών του εκ του λογαριασμού << Ε.Δ -Συγκέντρωσις Εισπράξεων και Πληρωμών >>.

Η ... αναλαμβάνει από τον λογαριασμό << Ελληνικόν Δημόσιον - Συγκέντρωσις Εισπράξεων και Πληρωμών το απαιτούμενο χρηματικό ποσό και πιστώνει αντιστοίχως τον πιστωτικό φορέα. Αποδεικνύεται, επιπλέον, ότι στην ως άνω σύμβαση περιελήφθη ο υπ αριθμ. 3 όρος, κατά τον οποίο εάν το Ελληνικό Δημόσιο δεν ήθελε καταβάλει δι οιονδήποτε λόγο προς τη δανείστρια Τράπεζα την ανωτέρω διαφορά του επιτοκίου, τότε η διαφορά αυτή βαρύνει τον οφειλέτη, που υποχρεούται να καταβάλει κατ εξάμηνο μαζί με την επακολουθούσα τοκοχρεωλυτική δόση του δανείου.

Η αρχική οφειλέτρια κατέβαλε κανονικά τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις του δανείου, αλλά η δανείστρια ως άνω εταιρία απέστειλε στην πρώτη την από 21-1-1997 επιστολή, με την οποία την ενημέρωνε για οφειλή της ποσού 95.389.370 δρχ. από την ως άνω διαφορά μεταξύ του επιτοκίου που δεν είχε καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τον προαναφερθέντα συμφωνηθέντα όρο, καθώς και για τον τρόπο ρύθμισης των καταβολών του, μεταξύ των οποίων και την εφάπαξ εξόφλησή του με την καταβολή μέχρι 31-3-1997 ποσού 18.274.719 δρχ.

Το ως άνω οφειλόμενο ποσό από τη διαφορά επιτοκίου που βάρυνε την ενάγουσα προήλθε, διότι το άρθρο 13 του Ν.Δ 1313/1972, που προέβλεπε τη διαφορά επιδότησης του επιτοκίου, είχε ήδη καταργηθεί κατά το χρόνο σύναψης του ως άνω δανειακού συμβολαίου (13-5-1981 ), με την παρ 1 του άρθρου 22 του ν. 1116/1981 που τέθηκε σε ισχύ από 14-1-1981,επηκολούθησε δε και η υπ αριθμ. 589/12-10-1983 εγκύκλιος της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία αναφέρει ότι δάνεια που συνομολογήθηκαν μετά την ισχύ του ν.1116/1981, με βάση τις διατάξεις της απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής 95/10/14-10-75 δεν δικαιούνται επιδότησης επιτοκίου, σύμφωνα με την παρ 1 του άρθρου 13 Ν.Δ 1313/24-12-1972.

Ο συμφωνηθείς όρος περί καταβολής της διαφοράς του επιτοκίου από την ενάγουσα, όταν το Ελληνικό Δημόσιο δεν καταβάλλει αυτήν, δεν αντιβαίνει σε καμία απαγορευτική διάταξη νόμου, έτσι ώστε να είναι άκυρος και να μην παράγει έννομες συνέπειες, ενόψει του ότι το άρθρο 13 του ν.δ 1313/1972 καταργήθηκε με άλλη διάταξη του ν. 1116/1981.

Έχει δε πλήρη ισχύ και ανταποκρίνεται, όπως συνάγεται από την αδιάστικτη διατύπωσή του, στην αληθινή βούληση των συμβαλλόμενων μερών και ιδίως της ενάγουσας κατά την κατάρτιση του δανειστικού συμβολαίου, η οποία ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής της επίδικης επιτοκιακής διαφοράς, ανεξάρτητα αν επρόκειτο για αδικαιολόγητη ή δικαιολογημένη άρνηση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει αυτήν, λόγω έλλειψης σχετικής υποχρέωσής του, δίχως να επηρεάζει σ αυτό το γεγονός ότι κατά τη σύναψη του ως άνω συμβολαίου περιελήφθη και το περιεχόμενο του άρθρου 13 του ν.δ 1313/1972 (βλ και Εφ Θράκης 272/1995προσκομ.) .

Τούτο επιρρωνύεται και από το ότι η οφειλέτρια εταιρία δραστηριοποιείται για πολλά χρόνια στις τουριστικές επιχειρήσεις και είχε λάβει πριν αλλά και μετά την ως άνω επίδικη δανειακή σύμβαση άλλα δύο δάνεια, το πρώτο το έτος 1980 με επιδοτούμενο επιτόκιο και το δεύτερο το έτος 1984 δίχως την επίδικη επιδότηση επιτοκίου και είχε γνώση των ισχυόντων νομοθετικών καθεστώτων.

Εξάλλου, σε απάντηση της ως άνω επιστολής της εναγομένης, η οφειλέτρια, ως προδήλως ανταποκρινόμενη στα συμφέροντά της δέχτηκε την καταβολή εφάπαξ του ποσού των 18.274.919 δρχ., το οποίο πράγματι κατέβαλε στις 29-10-1997 προς πλήρη εξόφληση της απαίτησης της εναγομένης εκ 95.389.370 δρχ. και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής ουδεμία επιφύλαξη διατύπωσε ως προς τη νομιμότητα της καταβολής αυτής.

Τα αναφερόμενα στις προτάσεις πραγματικά περιστατικά περί επίδειξης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων της εναγομένης, προς υποστήριξη αγωγής, συνισταμένης στην παράσταση από την εναγόμενη της εξακολούθησης της επιδότησης της διαφοράς επιτοκίου από το Ελληνικό Δημόσιο και στη δόλια αποσιώπηση της ως άνω νομοθετικής μεταβολής, συνιστούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης, κατ άρθρο 526 ΚΠολΔ.

Με βάση τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά ουδεμία αχρεώστητη καταβολή έλαβε χώρα από την πλευρά της ενάγουσας, αλλά το ποσό των18.274.719 δρχ. έλαβε χώρα σε εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσης >> .

Το Εφετείο με το να δεχτεί : α) ότι το καταβληθέν από την ενάγουσα στη δικαιοπάροχο της εναγόμενης, ποσό των 18.274.719 δρχ , οφειλόμενο στη διαφορά επιτοκίου που την βάρυνε, προήλθε, διότι το άρθρο 13 του Ν.Δ 1313/1972, που προέβλεπε την καταβολή από το Ελληνικό Δημόσιο της διαφοράς της επιδότησης του επιτοκίου είχε καταργηθεί κατά το χρόνο σύναψης του δανειακού συμβολαίου στις 13-5-1981, με την παρ 1 του άρθρου 22 του ν. 1116/1981 που τέθηκε σε ισχύ από 14-1- 1981,δηλαδή προγενέστερα από την κατάρτιση της σύμβασης , β) ότι ο συμφωνηθείς όρος περί καταβολής της διαφοράς του επιτοκίου από την ενάγουσα όταν το Ελληνικό Δημόσιο δεν καταβάλλει αυτήν, δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, έτσι ώστε να είναι άκυρος και να μην παράγει έννομες συνέπειες, ενόψει του ότι το άρθρο 13 του ν.δ 1313/1972 καταργήθηκε με άλλη διάταξη του ν. 1116/1981 γ) ότι ουδεμία αχρεώστητη καταβολή έλαβε χώρα και να απορρίψει την αγωγή, με τις ανωτέρω αυτοτελείς αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς το απορριπτικό για την αγωγή διατακτικό του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 13 του ν.δ 1313/1972 και 22 του ν. 1116/1981 .

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο , υπό τα στοιχεία β και γ αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια, ότι κατ εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 του ν.δ 1313/1972 και 22 του ν. 1116/1981, δέχτηκε ότι ο προαναφερόμενος όρος της σύμβασης δανείου δεν είναι άκυρος, εφαρμόζοντας αναδρομικά το ν.1116/1981, κρίνονται αβάσιμα και απορρριπτέα .

Περαιτέρω το Εφετείο με το να δεχτεί ότι ο ανωτέρω συμφωνηθείς όρος << έχει πλήρη ισχύ και ανταποκρίνεται, όπως συνάγεται από την αδιάστικτη διατύπωσή του, στη βούληση των συμβαλλόμενων μερών και ιδίως της ενάγουσας κατά την κατάρτιση του δανειστικού συμβολαίου, η οποία ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής της επίδικης επιτοκιακής διαφοράς, ανεξάρτητα αν επρόκειτο για αδικαιολόγητη ή δικαιολογημένη άρνηση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει αυτήν, λόγω έλλειψης σχετικής υποχρέωσής του, δίχως να επηρεάζει σ αυτό το γεγονός ότι κατά τη σύναψη του ως άνω συμβολαίου περιελήφθη και το περιεχόμενο του άρθρου 13 του ν.δ 1313/1972 >>, περιέλαβε πλεοναστικές αιτιολογίες, που στηρίζουν το ίδιο απορριπτικό διατακτικό, οι οποίες δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού , διότι δεν υπάρχει συναφής αγωγική βάση(αντικείμενο της αγωγής ήταν το αχρεώστητο της καταβολής λόγω της ακυρότητας του προαναφερόμενου όρου, επειδή αντίκειται στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 13 του ν.δ 1972) .

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, υπό τα στοιχεία α και δ αυτού,με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τον προαναφερόμενο όρο της σύμβασης, μετά την απόρριψη ως αβάσιμου του ίδιου λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττει τις κύριες αιτιολογίες της προβαλλόμενης απόφασης, αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί.

Ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμό 8 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστανσης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 120/2018 ).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003 ). Για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, επιπλέον δε πρέπει να αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός(ΑΠ 421/2009).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον πραγματικό ισχυρισμό, που προβλήθηκε με την έφεση ότι << ενώ καταβάλλαμε τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις και είχαμε εξοφλήσει το δάνειο, η τότε << ... ... ΑΕ >> αν και είχε εγκαίρως ειδοποιηθεί με την 589/1993 εγκύκλιο της Τράπεζας της Ελλάδος, την 21-1-1997, ήτοι 16 έτη αργότερα μας απέστειλε επιστολή όπου μεταξύ άλλων έθετε απειλητικό τελεσίγραφο, ότι δηλαδή μέχρι 28-2-1997, ήτοι ένα μήνα αργότερα εάν δεν ρυθμίσουμε την μέχρι τότε διαφορά επιτοκίου του δανείου μας που δεν κατεβλήθη από το Ελληνικό Δημόσιο, η Τράπεζα θα επιδιώξει την είσπραξη ολόκληρης της οφειλής των 95.389.370 δρχ με τις υπέρογκες επιβαρύνσεις υπερημερίας>>.

Ο λόγος αυτός έτσι διατυπούμενος είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται ότι είχε προβληθεί και με την αγωγή καθώς και ποια επίδραση είχε στην έκβαση της δίκης, γι αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω ισχυρισμός ήταν αλυσιτελής και δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, της οποίας όπως προαναφέρθηκε, αντικείμενο ήταν το αχρεώστητο της καταβολής λόγω ακυρότητας του προαναφερόμενου όρου, επειδή αντίκειται στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 13 του ν.δ 1313/ 1972 και συνεπώς το Εφετείο που παρέλειψε να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό περί καθυστερημένης απαίτησης του ποσού και απειλητικής συμπεριφοράς της εναγόμενης δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια.

Επίσης, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τελευταίο του μέρος, με το οποίο, κατ εκτίμηση, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1 της ίδιας διάταξης), ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του περί καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων της Τράπεζας, κατ άρθρο 281 ΑΚ, είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν εκτίθενται τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε καθορίζεται ο τρόπος της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Ανεξάρτητα, όμως από τα ανωτέρω και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι παραδεκτά προβάλλεται και πάλι είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον επικουρικά προβληθέντα με την αγωγή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων της Τράπεζας, ήτοι ότι, ενώ κατά το νόμο είχε τη δυνατότητα να εισπράξει το αιτούμενο ποσό από τον κύριο οφειλέτη το Δημόσιο και να στραφεί κατ αυτής μόνο σε περίπτωση αποτυχίας, δεν το έπραξε,καθόσον ο ισχυρισμός αυτός ήταν αόριστος, αφού τα εκτιθέμενα περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούσαν να θεμελιώσουν την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.

Βεβαία δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1051/2010 ).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη της, αποδεικτικό μέσο, ήτοι τη δανειακή σύμβαση, που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο αυτής, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά στη μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων καταρτισθείσα δανειακή σύμβαση, περαιτέρω δε εκτίθεται αναλυτικά το περιεχόμενό της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω έγγραφο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.

Εξάλλου, η προβαλλόμενη με τον ίδιο λόγο αιτίαση, ότι είναι συμπερασματική η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ενάγουσα γνώριζε την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 13 του ν.δ 1313/1972, πλήττει την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ), γι αυτό πρέπει ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, αφού υποβάλλεται το σχετικό νόμιμο αίτημα (άρθρα 176,183,189, 191 παρ 2 Κ.Πολ.Δ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 Κ.ΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-3-2018 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία <<... ΑΕ>> για αναίρεση της 5227/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1Η Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ