Legislator Giurisprudenza & Legislazione
967/2010 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to properly raise land subdivision claim in prior appeal.

Numero d'incarto 967/2010
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the monastery's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding land subdivision. The monastery argued that the lower court violated agricultural laws by allowing the division of inheritance plots, but failed to specify this claim in its appeal petition. The court ruled that an appeal argument must be clearly stated in the petition to be admissible, and since the subdivision claim was not properly raised in the Court of Appeal, it cannot be introduced for the first time in the Supreme Court.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument must be clearly stated in the petition to be admissible, and failure to raise a claim in the lower court renders it inadmissible in the Supreme Court.

Parole chiave

Generato dall'IA
admissibility of appeal clear statement requirement land subdivision prohibition inheritance plot division agricultural law violation procedural default Code of Civil Procedure diritto acquisito

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 967 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 967/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ιεράς Μονής Οσίου Μελετίου Κιθαιρώνος (ν.π.δ.δ.) που εδρεύει στην Μάνδρα Δυτικής Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τζεμπελίκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχάηλη Τριαλώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1835/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 3223/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-10-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 4-2-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης και δεν αποκλείεται η εφαρμογή της και όταν ασκείται δικαίωμα που πηγάζει επίσης από διατάξεις δημόσιας τάξης (Ολ.ΑΠ 33/2005, Ολ.ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την από το άρθρο 281 ΑΚ επικουρική ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής της αντιδίκου τους, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η Ιερά Μονή Οσίου Μελετίου Κιθαιρώνος (ενάγουσα), η οποία υφίσταται από τον 12ο μ.Χ.

αιώνα, είχε στην απόλυτη νομή της, τουλάχιστον από της συστάσεως του Ελληνικού Κράτους και εντεύθεν μέχρι και το 1925, μία έκταση 8.100 στρεμμάτων, συγκείμενη από δάσος, λειβάδια και αγρούς ανάμικτα, ευρισκομένη νοτιοανατολικά των εγκαταστάσεων της μέσα στα όρια της κτηματικής περιφερείας του σημερινού Δήμου Μάνδρας Αττικής και πλησίον της βορειοανατολικής οριογραμμής αυτού με τον Δήμο Δερβενοχωρίων Βοιωτίας.

Επί της εκτάσεως αυτής ασκούσε, με καλή πίστη, ήτοι με την, πεποίθηση ότι δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα άλλων, τις προσήκουσες σε κάθε τμήμα της πράξεις νομής, δια των οργάνων της και των προστηθέντων από αυτήν μοναχών ή τρίτων, ειδικότερα δε εκμίσθωνε τους αγρούς προς καλλιέργεια, τα δάση προς ρητίνευση και τα λειβάδια προς βόσκηση ζώων, καλλιεργούσε ελαιόδενδρα και επέβλεπε τα όρια της όλης εκτάσεως φυλάσσοντας αυτά από παραβιάσεις καταπατητών.

Επομένως είχε καταστεί κυρία της όλης εκτάσεως με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Με την υπ' αριθ. 101737/3-9-1925 Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Γεωργίας κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής εκτάσεως 1.500 στρεμμάτων προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών της περιοχής Μαζίου (Οινόης) του Νομού Αττικής, οι οποίοι συνέστησαν τον Συνεταιρισμό Αποκαταστάσεως Ακτημόνων Καλλιεργητών Μαζίου (ΣΑΑΚ), προκειμένου να διενεργηθεί μέσω αυτού η διανομή των κληροτεμαχίων του απαλλοτριωθέντος σε ένα έκαστο εξ αυτών.

Προκειμένου για την προαναφερθείσα έκταση της ενάγουσας Ι. Μονής εκδόθηκε το από 25-1-1933 π.δ. που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' της 14-2-1933 αριθ. 29, με το οποίο ορίσθηκε ως διατηρητέα υπέρ της Μονής έκταση 6.600 στρεμμάτων από την όλη αρχική έκταση των 8.100 στρ., δηλαδή όση είχε εξαιρεθεί από την προαναφερθείσα απαλλοτρίωση.

Με την Υ.Α. υπ' αριθ. 170.101/8-12-1938 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β' της 30-12-1938, αριθ. 289, εγκρίθηκαν οι οριστικές διανομές που είχαν γίνει από την αρμόδια ειδική επιτροπή προς τους ακτήμονες καλλιεργητές του ΣΑΑΚ Μαζίου/Οινόης των κληροτεμαχίων από την απαλλοτριωθείσα έκταση των 1.500 στρεμμάτων που ανήκαν προηγουμένως στην ενάγουσα Μονή.

Στην οικογένεια των εναγομένων διανεμήθηκε το κληροτεμάχιο με τον αριθμό ... του οικείου κτηματολογικού χάρτη, εκτάσεως 6 στρεμμάτων και 5 τ.μ., που βρίσκεται στην θέση "Κανάκη" και σε επαφή προς βορρά με το νότιο όριο της εκτάσεως που παρέμεινε στην ιδιοκτησία της ενάγουσας Μονής. Ο σύζυγος εν ζωή της πρώτης εναγομένης και πατέρας των λοιπών δύο ΑΑ αποκαταστάθηκε οριστικά στον προαναφερθέντα κλήρο με τις αποφάσεις της Επιτροπής Απαλλοτριώσεως Αθηνών υπ' αριθμούς .../1969 και .../1971, εξοφλήσας την αντίστοιχη οφειλή του προς την ΑΤΕ στις 13-5-1975.

Σχετικώς εκδόθηκε υπέρ αυτού το υπ' αριθ. .../1974 παραχωρητήριο το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στο αρμόδιο Υποθ/κείο Ελευσίνας στον τόμο ...με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 319. Επομένως ως προς το υπόψη κληροτεμάχιο η Μονή αποξενώθηκε των δικαιωμάτων της, δια της ανωτέρω απαλλοτριώσεως, έκτοτε δε περιήλθε αυτό στο Δημόσιο, ενώ από την προαναφερθείσα οριστική διανομή περιήλθε η νομή του ιδίου κλήρου στον ΑΑ και από της μεταγραφής του παραχωρητηρίου περιήλθε σε αυτόν και τυπικά η κυριότητα.

Στις 9-3-1999 απεβίωσε ο ΑΑ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την πρώτη εναγομένη εν ζωή σύζυγο του κατά τα 2/8 και από τα δύο τέκνα του, δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, κατά τα 3/8 ο καθένας τους. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομία με την πράξη αποδοχής υπ' αριθ. .../28-6-1999 της Συμβ/φου Ελευσίνας Αικατερίνης Κολοβέντζου - Συμπάρδη, μεταγραφείσα νόμιμα στον τόμο ...

και με αύξοντα αριθμό 75 από 19-7-1999 στο Υποθ/κείο Ελευσίνας, στην οποία (αποδοχή) έχουν συμπεριλάβει και το υπόψη κληροτεμάχιο. Επομένως έχουν καταστεί κύριοι αυτού. Το 1969 με υπόδειξη αρμοδίων υπαλλήλων του Υπουργείου Γεωργίας ο αποκατασταθείς κληρούχος και δικαιοπάροχος των εναγομένων ΑΑ οριοθέτησε και περιέφραξε ως ανήκουσα στο παραχωρηθέν προς αυτόν κληροτεμάχιο μία έκταση, η οποία συνολικά έχει εμβαδόν, όχι 6.005 τ.μ., αλλά σύμφωνα με καταμέτρηση του 1993, 6.450 τ.μ.

και ήδη μετά από νεότερη καταμέτρηση του έτους 2005, 6.632 τ.μ. και εμφαίνεται υπό τα στοιχεία ΕΚΙΘΗΖΛΜ στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα από Νοεμβρίου 2005 που έχει συντάξει ο δασολόγος ... και προσαρτάται στην προαναφερθείσα έκθεση του. Για την εργασία αυτή χρησιμοποίησε ως σταθερό σημείο ένα πάσσαλο που βρίσκεται στην νοτιοδυτική άκρη του περιφραχθέντος εδαφοτεμαχίου.

Από τότε ασκούσε στο περιφραχθέν εδαφικό τμήμα όλες τις προσιδιάζουσες στην χρήση του πράξεις νομής με την πεποίθηση ότι αυτό ταυτίζεται με το κληροτεμάχιο αριθ. ... που του είχε παραχωρηθεί. Ειδικότερα μέχρι το 1975 είχε φυτέψει πολλές ελιές, επίσης ανήγειρε εντός αυτού πρόχειρο αγροτικό κατάλυμα - αποθήκη, ανόρυξε γεώτρηση για ύδρευση των καλλιεργειών και ενίσχυσε περαιτέρω την αρχική περίφραξη με σύρμα και σιδηρούς πασσάλους.

Το ότι η αρχική περίφραξη περιλάμβανε σημαντικά μικρότερου εμβαδού εδαφοτεμάχιο και ότι αυτή επεκτάθηκε σταδιακά έκτοτε ώστε τελικά να συμπεριλάβει το σημερινό συνολικό εμβαδόν δεν αποδείχθηκε. Μετά τον θάνατό του οι εναγόμενοι κληρονόμοι του συνέχισαν να ασκούν τις ίδιες πράξεις νομής στο περιφραγμένο εδαφοτεμάχιο μέχρι σήμερα.

Από το τοπογραφικό διάγραμμα υπό ημερομηνία Απρίλιος 1993 του πολιτικού υπομηχανικού ΕΜΠ ... και την από Νοεμβρίου 2005 έκθεση του δασολόγου ... με τα περιεχόμενα σε αυτήν τοπογραφικά σχεδιαγράμματα, χάρτες και ορθοφωτοχάρτες, σε συνδυασμό με τον από 2-12-1943 χάρτη διανομής της απαλλοτριωθείσας κατά τα ανωτέρω έκτασης του Υπουργείου Γεωργίας, τις φωτοτυπικές διαφάνειες αεροφωτογραφιών της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού του έτους 1990 και τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων καθώς και όλα τα υπόλοιπα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα που δεν μνημονεύονται ειδικά, προκύπτει ότι το κατεχόμενο από τους εναγομένους και προηγουμένως από τον δικαιοπάροχό τους εδαφοτεμάχιο δεν συμπίπτει απόλυτα με εκείνο που τους έχει νόμιμα παραχωρηθεί ως κλήρος με αριθμό ..., αλλά βάσει του τελευταίου χρονικά σχεδιαγράμματος, ήτοι του από Νοεμβρίου 2005 του ...

καταλαμβάνει προς τα δυτικά μεν μέρος του κληροτεμαχίου ...(έκταση ΕΚΓΛΕ του ιδίου σχεδ/τος ) ενώ προς βορρά καταλαμβάνει διατηρηθείσα στην κυριότητα της Μονής έκταση υπό τα στοιχεία ΚΙΘΗΖΠΟΓΚ του ιδίου σχεδ/τος εμβαδού 3.632 τ.μ. Τούτο δε συμβαίνει κυρίως διότι η νότια με την δυτική πλευρά του περιφραχθέντος τμήματος σχηματίζουν οξυκόρυφη γωνία αντί να σχηματίζουν ορθή γωνία (90°).

Περαιτέρω όμως προέκυψαν και τα ακόλουθα. Η ενάγουσα Μονή μετά την διαπίστωση της παραβιάσεως της ιδιοκτησίας της το 1973 άσκησε κατά του δικαιοπαρόχου των ήδη εναγομένων την υπ' αριθμ. καταθέσεως 7/2002, 5208/10-6-1978 αγωγή προς απόδοση του επιδίκου εδαφοτεμαχίου, το οποίο τότε προσδιόριζε σε 2.250 τ.μ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3770/29-5-1979 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτό απέσχε ν' αποφανθεί οριστικά επί της υποθέσεως μέχρις ότου προσκομισθεί απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου της ενάγουσας για την έγερση της αγωγής και έγκριση αυτής από τον οικείο Μητροπολίτη.

Από τότε η αγωγή παρέμεινε εκκρεμής μέχρις ότου με την επιδοθείσα στις 2-3-2006 κρινόμενη αγωγή (βλ. τις επικαλούμενες εκθέσεις επιδόσεως υπ' αριθμούς ...-...-.../06 της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), η ενάγουσα παραιτήθηκε από την προηγούμενη αγωγή της προκειμένου να μην εμποδίζεται από την υπάρχουσα εκκρεμοδικία η εκδίκαση της τελευταίας αγωγής.

Στο μεσολαβήσαν διάστημα, ήτοι από 29-5-1979 μέχρι 2-3-2006 (26 έτη, 9 μήνες και 2 ημέρες), η ενάγουσα δεν έλαβε κανένα δικαστικό μέτρο κατά των αντιδίκων της και του δικαιοπαρόχου τους (όταν αυτός ήταν εν ζωή), ούτε και τους ενόχλησε με άλλον τρόπο. Αντίθετα εν γνώσει των οργάνων της και υπό τα όμματα αυτών, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, [εφόσον η γειτονική έκταση, που ανήκει και κατέχεται από την Μονή, καλλιεργείται κανονικά, ώστε πολλές εκ των μοναχών την επισκέπτονται τακτικά και έχουν οπτική επαφή με την κατεχόμενη από τους εναγομένους έκταση], η ενάγουσα ανεχόταν από το 1999 και εντεύθεν τους εναγομένους και προηγουμένως από το 1979 τον δικαιοπάροχό τους να νέμονται το επίδικο τμήμα καλλιεργώντας αυτό με ελιές, που είναι πυκνοφυτεμένες και ήδη πολλές έχουν ηλικία 20 - 30 ετών, δηλαδή είναι ιδιαίτερα πλέον παραγωγικές, να υδρεύουν αυτό από γεώτρηση, να ανεγείρουν σε αυτό αγροτικό οικίσκο και να επισκευάζουν και ενισχύουν την περίφραξή του, αναβαθμίζοντας σημαντικά (εικοσαπολλαπλασίασαν) την οικονομική του αξία, υποβαλλόμενοι σε σημαντικές δαπάνες, μόχθους και θυσίες.

Εξάλλου δεν προέκυψε ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα βρίσκονταν σε εξέλιξη μακρές διαπραγματεύσεις της Μονής με τον δικαιοπάροχο των αντιδίκων της και με τους ίδιους προκειμένου να επιτευχθεί συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Η μακρόχρονη αυτή αδράνεια της ενάγουσας και ιδιαίτερα η αντιφατική συμπεριφορά των οργάνων της δημιούργησαν την εύλογη πεποίθηση τόσο στους εναγομένους όσο και προηγουμένως στον δικαιοπάροχό τους, (που πίστευαν καλόπιστα ότι είχαν υλοποιήσει ορθά επί του εδάφους τα όρια της ιδιοκτησίας τους), ότι σε κάθε περίπτωση η Μονή δεν πρόκειται να ασκήσει την απορρέουσα από την ενδεχόμενη κυριότητά της αξίωση προς απόδοση του αμφισβητουμένου τμήματος του κληροτεμαχίου τους.

Αφετέρου, υπό το κράτος της πεποιθήσεως αυτής προέβησαν στις ανωτέρω επενέργειες επί του επιδίκου καταβάλλοντας σημαντικές δαπάνες και αναβαθμίζοντας σημαντικά τούτο από οικονομική άποψη. Η ανατροπή της υφισταμένης καταστάσεως, δηλαδή η αποκατάσταση των πραγματικών ορίων του κληροτεμαχίου των εναγομένων, θα σημάνει αφενός την απώλεια των καλλιεργειών και λοιπών επενδύσεων που έχουν κάνει οι εναγόμενοι στο επίδικο και περαιτέρω την μετακίνηση του κλήρου τους νότια σε βάρος άλλου κληροτεμαχίου, εκείνου δε σε βάρος άλλου νοτιότερου και ούτω καθεξής, με αποτέλεσμα να προκληθεί γενικότερη αναστάτωση μεταξύ των κληρούχων της περιοχής, με αντίστοιχη βλάβη όσων έχουν ανάλογες με τους εναγομένους οικονομικές επενδύσεις.

Δεδομένης της μικρής έκτασης των κλήρων της περιοχής (5-7 στρέμματα) η επαναοριοθέτηση αυτών κατά 3,5 στρέμματα περίπου θα επιφέρει αναλογικά σε καθένα από τους κληρούχους μεγαλύτερη βλάβη από εκείνη που θα επιφέρει στην Μονή η απώλεια 3,5 περίπου στρεμμάτων από την συνολική ιδιοκτησία της των 6.600 στρεμμάτων.

Με τα δεδομένα αυτά κρίνεται ότι το επίδικο δικαίωμα ασκείται καθ' υπέρβαση των ορίων που θέτει η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του, δηλαδή ασκείται καταχρηστικά κατ' άρθρο 281 ΑΚ". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος της αντιδίκου τους και απέρριψε την αγωγή της τελευταίας ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της επίμαχης ένστασης, γι' αυτό και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί μόνο, ότι η αδράνεια της διοίκησης της αναιρεσείουσας κατά το από το έτος 1979 μέχρι το έτος 2006 χρονικό διάστημα κατέστησε καταχρηστική την άσκηση του ένδικου δικαιώματός της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν δέχθηκε, ότι με την παραμονή των αναιρεσιβλήτων στις θέσεις που κατέλαβαν επέρχεται κατάτμηση των με αριθμούς 55 και 50, αντίστοιχα, κληροτεμαχίων, εμβαδού 3.959 και 954 τετρ.

μέτρων και, έτσι, ευθέως παραβίασε τις διατάξεις του αγροτικού νόμου περί της απαγόρευσης κατάτμησης των κληροτεμαχίων. Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι ο περί κατάτμησης των αμέσως πιο πάνω κληροτεμαχίων ισχυρισμός της αναιρεσείουσας προτάθηκε παραδεκτά από την ίδια στο Εφετείο, αλλιώς, ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της απορριπτικής σε βάρος της πρωτόδικης απόφασης, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν προτάθηκε νόμιμα στο Εφετείο, με σαφή και ορισμένο λόγο έφεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-10-2008 αίτηση της "ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΟΣΙΟΥ ΜΕΛΕΤΙΟΥ ΚΙΘΑΙΡΩΝΟΣ" για αναίρεση της 3223/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ