Legislator Giurisprudenza & Legislazione
967/2009 Generato dall'IA

Employer's refusal to accept workers' resignation is valid unless abusive under Greek Civil Code.

Numero d'incarto 967/2009
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court partially allowed the appeal regarding the employer's refusal to accept the workers' resignation. The court found the first ground of appeal valid, overturning the lower court's rejection of the claim for severance pay. However, the remaining grounds were dismissed because the employer's actions were not abusive and the workers' delay in filing claims did not justify the refusal.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 648, 652, 653, 656, 281 of the Civil Code; The employer's initial right to refuse employment does not create a duty to accept, but such refusal becomes unlawful if it exceeds reasonable criteria and constitutes abuse.

Parole chiave

Generato dall'IA
Employer's Right to Refuse Abuse of Rights Severance Pay Claim Civil Code Provisions Labor Dispute Resolution licenziamento per motivi economici percepzione indebita di disoccupazione ore supplementari

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 648, 652, 653, 656, 361 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 57 of the Civil Code
Article 59 of the Civil Code
Article 914 of the Civil Code
Article 919 of the Civil Code
Article 669 of the Civil Code
Article 23 paragraph 2 of Law 1264/1982
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 967 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 967/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΙΛΙΠΠΟΥ-ΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κυράτση.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)..., κατοίκου ..., 2)..., κατοίκου ..., 3)..., κατοίκου ..., 4)..., κατοίκου ..., 5)..., κατοίκου ..., 6)..., κατοίκου ..., 7)...., κατοίκου ..., 8)..., κατοίκου ..., 9)..., κατοίκου ..., 10)..., 11)...., κατοίκου .... Ο 10ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μπιτσάκη, ο οποίος δήλωσε ότι ο 10ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 21-10-2007 και την βιαίως διακοπή της δίκης συνεχίζουν οι κληρονόμοι του α)..., και β)...., κατοίκων ... και εκπροσωπούνται από αυτόν τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4-10-2001 δύο αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4032/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 135/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 14-3-2006 έκθεση του, του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως του για την επίτευξη των σκοπών της δεν έχει καταρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερομένων υπηρεσιών αυτού δεν έχει κατά τις εν λόγω διατάξεις άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του.

Η καταρχήν όμως νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητας του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ' αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, περιστατικά, τα οποία πρέπει να κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ν. 1264/1982 που επιβάλλει στον εργοδότη, με απειλή ποινικών κυρώσεων, την υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυση του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση. Ωστόσο, και στη περίπτωση αυτή η υποχρέωση του εργοδότη για αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, αλλά με την συνδρομή των παραπάνω περιστάσεων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο.

Ανωτέρα βία, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, συνιστά το τυχαίο και τοσούτο απρόβλεπτο γεγονός, που δεν μπορεί να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Ακολουθεί ότι δεν συνιστά τοιούτο γεγονός, χωρίς τη συνδρομή άλλης περιστάσεως, η κακή οικονομική κατάστασης της επιχείρησης, αφού είναι γεγονός προβλέψιμο, με καταβολή της συνήθους επιμέλειας, κείμενο εντός του συνήθους επιχειρηματικού κινδύνου.

Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται αν η άσκηση του υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Η αναιρεσείουσα διατηρεί στη Θεσσαλονίκη μονάδα παραγωγής και διαθέσεως δομικών υλικών και για τις ανάγκες της επιχείρησης της, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσέλαβε τους αναιρεσιβλήτους, πριν το έτος 1994, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με διάφορες ειδικότητες (χειριστή μηχανής αυτομάτου πακεταδόρου, ψήστη τούβλων κλπ).

Οι αναιρεσίβλητοι απασχολήθηκαν στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, μέχρι τις 12-3-19997 οι τρεις πρώτοι, μέχρι τις 8-4-1997 ο τέταρτος, μέχρι τις 3-3-1997 ο πέμπτος, μέχρι τις 22-4-1997 ο έκτος, έβδομος και ένατος, μέχρι τις 14-4-1997 ο δέκατος και μέχρι τις 20-2-1997 ο ενδέκατος, όταν η αναιρεσείουσα κατήγγειλε τη σύμβαση τους.

Με τις 3048/1998, 3049/1998 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης καθώς και τη 22244/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με τη 1084/2001 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των αναιρεσιβλήτων, υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτούς μισθούς υπερημερίας, επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης στους αναιρεσιβλήτους και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να αποδέχεται, όπως και πριν την εργασία των αναιρεσιβλήτων, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης κατά του εκπροσώπου της.

Κατά τη διάρκεια των ετών 1996 έως 2000 απολύθηκαν ή αποχώρησαν από την επιχείρηση της αναιρεσείουσας 83 εργαζόμενοι, με αποτέλεσμα η επιχείρηση να έχει σταματήσει την παραγωγή της και να απασχολεί μόνον 8 εργαζόμενους. Και τούτο διότι από το έτος1996 και μετέπειτα η αναιρεσείουσα αντιμετώπισε ιδιαίτερα προβλήματα οικονομικά, συνεπεία της γενικότερης κρίσης στον κλάδο των δομικών υλικών την οποία δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει.

Το γεγονός αυτό δεν αίρει την υπερημερία της αναιρεσείουσας ως προς την αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας των αναιρεσιβλήτων. Και τούτο διότι η οικονομική δυσπραγία της επιχείρησης της, η οποία λειτουργεί ακόμη έστω με μικρό αριθμό εργαζομένων, δεν συνιστά ανωτέρα βία. Οι αναιρεσίβλητοι μετά την άκυρη καταγγελία της συμβάσεως τους προσλήφθηκαν και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σε άλλες επιχειρήσεις για ένα μέρος του επιδίκου χρονικού διαστήματος και έτσι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει σ' αυτούς μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα, που έμειναν άνεργοι.

Η αναιρεσείουσα εξακολούθησε να μην αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες των αναιρεσιβλήτων, παρά το ότι υποχρεώθηκε τελεσίδικα προς τούτο. Με τον τρόπο αυτό ενήργησαν παράνομα, υπαίτια και αντισυμβατικά, καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, θίγοντας την προσωπικότητα των αναιρεσιβλήτων, ως εργαζομένων στην εκδήλωση της επαγγελματικής τους αξίας και υπόληψης και εκθέτοντας τους στους συναδέλφους τους και στο κοινωνικό τους περιβάλλον, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν σ' αυτούς ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να λάβουν ο καθένας ως χρηματική ικανοποίηση 200.000 δραχμές.

Δεν αποδείχθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να αξιώσουν μισθούς υπερημερίας υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι, κατά το χρονικό διάστημα των δύο ετών από την απόλυση τους από οκνηρία και κακοβουλία απέφυγαν να επιδιώξουν να ανεύρουν εργασία σε άλλο εργοδότη.

Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε μακροχρόνια αδράνεια των αναιρεσιβλήτων στην άσκηση του επιδίκου δικαιώματος. Αντίθετα, λόγω της αντιπαλότητας με την εργοδοσία, έντονα προέβησαν στην άσκηση του. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, αφού κρίθηκε ως απορριπτέα η ένσταση της αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων καθώς και η ένσταση της ότι η αποδοχή της εργασίας των αναιρεσιβλήτων είναι αδύνατη από λόγους που οφείλονται σε ανώτερη βία, επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχαν επιδικασθεί στους αναιρεσιβλήτους μισθοί υπερημερίας για ένα μέρος του επιδίκου χρονικού διαστήματος και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της άρνησης της αναιρεσείουσας να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης στους αναιρεσιβλήτους, συνεπεία της μη επαναπρόσληψής τους, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται το Εφετείο ότι, η αναιρεσείουσα είχε οικονομικά προβλήματα και είχε μειώσει τη δραστηριότητα της, οι δε αναιρεσίβλητοι είχαν αρχίσει να εργάζονται σε άλλους εργοδότες, με συνέπεια να τους επιδικασθεί ένα μικρό μέρος των μισθών υπερημερίας, που ζητούσαν, δεν διευκρινίζεται στην απόφαση, γιατί μειώθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσωπικότητα των αναιρεσιβλήτων στο επαγγελματικό και κοινωνικό τους περιβάλλον, ώστε να πρέπει να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, που επικαλείται η αναιρεσείουσα), με τον οποίο προβάλλεται εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 919 648, 652, 669ΑΚ και 23 παρ. 2 του ν. 1264/1982, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Αντίθετα, ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 656, 281 και 288 ΑΚ, ως προς την απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για πληρωμή μισθών υπερημερίας σ' αυτούς καθώς και η ένσταση ότι η μη αποδοχή της εργασίας των αναιρεσιβλήτων οφείλεται σε ανώτερη βία, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι.

Η οικονομική αδυναμία της αναιρεσείουσας δεν αίρει την υποχρέωση της να καταβάλει μισθούς υπερημερίας στους αναιρεσιβλήτους, ούτε καθιστά καταχρηστική την άσκηση του σχετικού δικαιώματος των εργαζομένων, όπως ισχυρίζεται με την ένσταση της η αναιρεσείουσα. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, κατά τον οποίο είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, επειδή αυτοί τέλεσαν αδικήματα σε βάρος των εκπροσώπων της και ήλθαν σε ρήξη με τους συναδέλφους τους, με αποτέλεσμα να τεθεί σε κίνδυνο η πορεία της επιχείρησης.

Επίσης, η καθυστέρηση των αναιρεσιβλήτων για ένα χρονικό διάστημα να ασκήσουν τις ένδικες αξιώσεις δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος τους, ούτε δημιούργησε την πεποίθηση στην αναιρεσείουσα, ότι δεν θα ασκηθούν οι αξιώσεις αυτές, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι οι αναιρεσίβλητοι βρίσκονταν σε συνεχή αντιδικία με την αναιρεσείουσα.

Τέλος, όπως δέχθηκε το Εφετείο οι αναιρεσίβλητοι δεν απέφυγαν από κακοβουλία και οκνηρία να ανεύρουν άλλη εργασία, όπως ισχυρίσθηκε η αναιρεσείουσα. Το Εφετείο, ως προς την απόρριψη των ενστάσεων αυτών της αναιρεσείουσας, δεν παρεβίασε τις πιο πάνω διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλόμενη επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή, μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, μόνο κατά τον ως άνω, περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγο αυτής και να απορριφθεί ως προς τους λοιπούς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι στη μερική δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 135|2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας,

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη μερική δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, εκ πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 28 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ