Legislator Giurisprudenza & Legislazione
966/2024 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal because appellate court correctly considered claims not formally restated by appellant's proposals.

Numero d'incarto 966/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final judgment. The appellant argued the appellate court improperly considered the respondent's substantive claims regarding marital property without them being formally restated in the respondent's written proposals. The court ruled that since the respondent had appealed the first-instance rejection of those claims, the appellate court was automatically bound to examine them as the basis of the appeal, rendering the formal restatement requirement inapplicable.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 240, Art. 522, Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; When an appeal is filed by the appellant against a first-instance rejection of their claim, the appellate court must examine the claim's basis automatically, and the requirement to formally restate claims via proposals does not apply.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal admissibility marital property claims written proposals automatic examination Code of Civil Procedure contributo straordinario in denaro tenore di vita matrimoniale ripartizione della rendita per coniugi

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 240 of the Code of Civil Procedure
Art. 522 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 966 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 966/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Η., κατοίκου Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντωνιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Β. Α. του Α., κατοίκου Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Κουτσούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14259/2018 μη οριστική, 8608/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-6-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 10/6/2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 297/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε την από 7/10/2020 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ.υπ'αριθμ.808/2020 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την από 10-12-2010 αγωγή της για αξίωση συμμετοχής της στα αποκτήματα του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος συζύγου της κατά το άρθρο 1400 ΑΚ και αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.

Με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 προστέθηκε τέταρτη παράγραφος στο άρθρο 495 ΚΠολΔ, με την οποία ορίστηκε για πρώτη φορά ότι εκείνος που ασκεί τα ένδικα μέσα της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης υποχρεούται, με ποινή απαραδέκτου του ενδίκου μέσου, να καταθέσει και παράβολο αντίστοιχου ποσού 200, 300 και 400 ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση του ενδίκου μέσου, που συντάσσει ο γραμματέας αλλά και ότι η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 663, 667 και 681 Β' ΚΠολΔ.

Οι αναφερόμενες στο ήδη καταργηθέν με τον Ν. 4335/2015 άρθρο 681 Β' ΚΠολΔ διαφορές, που αφορούσαν διαφορές σχετικά με την διατροφή και την επιμέλεια των τέκνων δεν περιελάμβαναν και την περιουσιακή διαφορά, που γεννάται κατά το άρθρο 1400 ΑΚ από την αξίωση συμμετοχής ενός συζύγου στα αποκτήματα του άλλου συζύγου κατά την διάρκεια του γάμου, εφ'όσον ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή συμπληρωθεί τριετής διάσταση αυτών και συνεπώς για τις διαφορές αυτές δεν είχε εφαρμογή η ανωτέρω εξαίρεση και υπήρχε υποχρέωση καταβολής παραβόλου, κατά την άσκηση ενδίκου μέσου.

Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, το οποίο κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού ισχύει για τα κατατιθέμενα από 1/1/2016 και εφεξής ένδικα μέσα, τροποποιήθηκε το άρθρο 495 ΚΠολΔ και ορίστηκε ότι η υποχρέωση κατάθεσης παράβολου δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ. 1 και 3 ΚΠολΔ.

Το τελευταίο αυτό άρθρο, το οποίο επίσης τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, καθιερώνει την εισαχθείσα με τον νόμο αυτό νέα ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, κατά την οποία δικάζονται οι γαμικές διαφορές, οι διαφορές από την ελεύθερη συμβίωση, οι διαφορές από την σχέση γονέων και τέκνων και οι λοιπές οικογενειακές διαφορές, που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου αυτού, μεταξύ των οποίων, κατά το εδάφιο δ' της παρ. 3, περιλαμβάνεται και "κάθε άλλη περιουσιακού δικαίου διαφορά, που απορρέει από την σχέση των συζύγων ή των γονέων και τέκνων".

Από την γενικότητα της διατύπωσης του εδαφίου αυτού, συνδυαζόμενη και προς την βούληση του νομοθέτη να καθιερώσει νέα ειδική διαδικασία, στην οποία θα υπάγονται όλες οι οικογενειακές διαφορές, συνάγεται ότι στις διαφορές που δικάζονται κατά την νέα αυτή διαδικασία, περιλαμβάνεται και η ανωτέρω από το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, γιατί πρόκειται για περιουσιακή διαφορά, που απορρέει αμέσως από την σχέση των συζύγων και συνεπώς, αφού η αξίωση αυτή περιλαμβάνεται στις αναφερόμενες στο άρθρο 592 αρ. 3 ΚΠολΔ διαφορές, συνάγεται ότι για διαφορές σχετικές με την αξίωση αυτή δεν υπάρχει υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την άσκηση ένδικου μέσου, αν δε κατατεθεί πρέπει να διαταχθεί η απόδοσή του, γιατί καταβλήθηκε αχρεωστήτως. (ΑΠ 587/2023, ΑΠ 1548/2022) Στην προκειμένη περίπτωση, επί της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως επί διαφοράς εκ του άρθρου 1400 ΑΚ, ο αναιρεσείων κατέθεσε παράβολο ποσού 450 ευρώ.

Σύμφωνα με την μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, λόγω της φύσεως της επίδικης διαφοράς, ως αφορώσας συμμετοχή στα αποκτήματα (υπαγομένης στην διάταξη του άρθρου 592 παρ.3 ΚΠολΔ), δεν υπήρχε υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου, από τον αναιρεσείοντα στο δημόσιο ταμείο για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου, αφού η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την 1/1/2016 και αφορά διαφορά από το άρθρο 1400 ΑΚ.

Συνακόλουθα ο αναιρεσείων ο οποίος κατέβαλε κατά την καταβολής αυτού και πρέπει να του αποδοθεί, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης (ΑΕΔ 3/2014, ΑΕΔ 4/2014, ΑΠ 319/2017). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 14/6/2022 στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλομένης αποφάσεως (ΟλΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 11/2/2022, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 14/6/2022, δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω διετία.

Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν.1329/1983), το οποίο εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν.1329/1983 (άρθ.12 ν.1649/1986), "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή", κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου: "η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια". Η από το άρθρο 1400 ΑΚ απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση (ΟλΑΠ 28/1996, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 1143/2022, ΑΠ 87/2022, ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 182/2021).

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση τις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου 1400 του ΑΚ (τελική περιουσία).

Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή επαύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα (ΑΠ 587/2023, ΑΠ 1143/2022, ΑΠ 955/2022). Για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν (ΑΠ 1254/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020), κρίσιμος χρόνος είναι, στη μεν περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), ο χρόνος της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (ΑΠ 1548/2022, ΑΠ 1284/2021, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 825/2015), στη δε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη AΠ 1451/2022).

Για την περαιτέρω αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, δηλαδή για την εξεύρεση της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος, σε κάθε περίπτωση, είναι ο χρόνος παροχής της έννομης προστασίας και ειδικότερα εκείνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 1143/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 182/2021 ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1284/2021, ΑΠ 526/20215). Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής, κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 1451/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020).

Κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 182/2021). Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, με την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται είτε στην παροχή κεφαλαίων με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή από αυτόν υπηρεσιών, αποτιμώμενων σε χρήμα, όπως αυτές που παρέχονται στον συζυγικό οίκο, για την λειτουργία του και την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, μόνο, όμως, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο (μέτρο) ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης σχετικής υποχρέωσής του και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 421/2022, ΑΠ 87/2022, ΑΠ 235/2022, ΑΠ 143/2022, 588/2020).

Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους, και την περιουσία τους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγουμένου άρθρου περιλαμβάνονται ειδικότερα η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.

Το μέτρο της υποχρεώσεως προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (ΑΠ 1541/2022, ΑΠ 87/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 182/2021). Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος (δικαιούχου συζύγου), με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής (ΑΠ 955/2022, ΑΠ 421/2022, 87/2022, ΑΠ 235/2022, ΑΠ 101/2020).

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμηση τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 955/2022, ΑΠ 235/2022, ΑΠ 1092/2021).

Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 955/2022, ΑΠ 421/2022, ΑΠ 588/2020). Από το ανωτέρω άρθρο 1400 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι:

α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αξία της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου, η αξία της τελικής περιουσίας αυτού και η προκύπτουσα μεταξύ των οικονομικών αυτών μεγεθών διαφορά, από την οποία να προκύπτει αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο και δ) η αιτιώδης σχέση μεταξύ της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου συζύγου και της συμβολής του ενάγοντος δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 587/2023, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 235/2022, ΑΠ 804/2020).

Η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα είναι δυνατόν να στηρίζεται, στον πραγματικό υπολογισμό, είτε (κυρίως ή και επικουρικά) και στην τεκμαρτή συμβολή από την παρ. 1 εδ. β του άρθρου 1400 ΑΚ, δηλαδή στο νόμιμο τεκμήριο του 1/3. Όταν ο ενάγων δεν περιορίζεται στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β του ΑΚ και στον καθιερούμενο με αυτό τεκμαρτό προσδιορισμό της συμβολής και του μεγέθους της στο 1/3, αλλά θεμελιώνει την αγωγή του στον πραγματικό υπολογισμό και επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου, με παροχές, οι οποίες συνιστούν ιδιαίτερους τρόπους εκπλήρωσης της υποχρέωσής του για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, τότε για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του, με την οποία ζητεί από τον εναγόμενο να του αποδώσει το μέρος της αύξησης της περιουσίας της που προέρχεται από τη δική του συμβολή, πρέπει, να αποτιμά τις παροχές του καθόλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έγιναν και να καθορίζει, το πέραν της, από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 του ΑΚ, αναλογούσας υποχρεωτικής συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ποσό της συμβολής του στην επικαλούμενη επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου (ΑΠ 421/2022).

Ενώ, όταν ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρόμενου ποσοστού των αποκτημάτων (άρθρ.1400 παρ.1εδ.β) ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, στο οποίο και τεκμαίρεται ότι ανέρχεται η συμβολή του, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, με την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 101/2020, ΑΠ 235/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 182/2021).

Στην περίπτωση αυτή η εκ του άρθρου 1440 ΑΚ αξίωση του ενάγοντος μοναδική προϋπόθεση έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγομένου και την τελική, κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή την συμπλήρωση της τριετούς διάστασης, περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε η συμβολή του τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 της περιουσιακής επαύξησης, που προκύπτει με την αφαίρεση της αρχικής περιουσίας από την τελική, ενώ δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη, ούτε της συμβολής το καθ' εαυτήν, ούτε του ποσοστού της, ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγομένου (ΑΠ 955/2022, ΑΠ 235/2022, ΑΠ 235/2022, ΑΠ 87/2022, ΑΠ 101/2020).

Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή (ΑΠ 235/2022, ΑΠ 955/2022).

Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεστεί και αποδείξει, ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 235/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 804/2020, ΑΠ 101/2020).

Δηλαδή, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β' ως άνω μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή (ΑΠ 955/2022, ΑΠ 235/2022,ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 101/2020).

Στον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγόμενου συζύγου περί μηδενικής συμβολής, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, εμπεριέχεται και ο ισχυρισμός ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου ήταν κάτω από το 1/3, αφού ο τελευταίος ισχυρισμός είναι λιγότερο επωφελής για τον εναγόμενο από τον ισχυρισμό του για μηδενική συμβολή του ενάγοντος (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020).

Με την παραπάνω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 955/2022, ΑΠ 235/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 101/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως εσφαλμένη ερμηνεία είτε ως εσφαλμένη εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟΛΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023).

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2019). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση (ΑΠ 312/2023 Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο ερεύνησε την ουσία της διαφοράς, η παραβίαση ή μη κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών παραδοχών της απόφασης, βάσει δηλαδή των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν τον εφάρμοσε παρότι τα περιστατικά αυτά αρκούσαν για την εφαρμογή του (ερμηνευτικό σφάλμα), καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών αυτών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (υπαγωγικό σφάλμα) (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 534/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 29/4/1984. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάστηκε οριστικά στις 19/7/2009, ενώ δεν προκύπτει ότι ο γάμος τους έχει εισέτι λυθεί.

Κατά τη διάρκεια του γάμου τους οι διάδικοι δεν επέλεξαν για τις μεταξύ τους σχέσεις του σύστημα της κοινοκτημοσύνης. Κατά τον χρόνο τέλεσης του γ γάμου τους ο εναγόμενος διέθετε τα εξής ακίνητα : {ακολουθεί η περιγραφή 5 ακινήτων και η αξία τους) Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων ο εναγόμενος απέκτησε τα εξής ακίνητα : {ακολουθεί η περιγραφή 8 ακινήτων και η αξία τους }...... ....Η εμπορική αξία της τελικής περιουσίας του εναγόμενου κατά το χρόνο της συμπλήρωσης τριετούς διάστασης των διαδίκων, που ταυτίζεται με την αξία της κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανέρχεται σε: 510.000 Ευρώ αξία αρχικής περιουσίας - 50.000 αξία μεταβιβασθέντος δικαιώματος στον υιό τους = 460.000 ευρώ, + 1.0330 ευρώ, αξία αποκτηθείσας περιουσίας (200.000 + 55.000 + 500.000 + 93.000 + 50.000 + 20.000 + 65.000 + 50.000) = 1.493.000 ευρώ.

Επομένως, η επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης ανήλθε σε 1.493.000 αξία τελικής περιουσίας -510.000 αξία αρχικής, κατά την τέλεση του γάμου, περιουσίας = 983.000 ευρώ... Mε την αγωγή της η ενάγουσα αιτήθηκε το 1/3 της ανωτέρω περιουσιακής επαύξησης, επικαλούμενη αντίστοιχη συμβολή της σε αυτήν κατά τον τεκμαρτό υπολογισμό του άρθρου 1400 εδ.β ΑΚ.

Αποδεικνύεται ωστόσο ότι τα ανωτέρω ακίνητα εξοφλήθηκαν κατά το πλείστον με χρήματα που ο εναγόμενος διέθετε από τα υψηλά εισοδήματα που είχε τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια του γάμου, προεχόμενα από τις επαγγελματικές του δραστηριότητες και δη από την εργασία του ως υπαλλήλου της Εμπορικής Τράπεζας έως το έτος 1982 και, κυρίως, από την εκμετάλλευση αλυσίδας φροντιστηρίων ξένων γλωσσών υπό την επωνυμία "ΣΒΑΡΝΑ" που διατηρούσε προ του γάμου του ακόμη και ήταν ιδιαιτέρως προσοδοφόρα, επίσης από την αποκλειστική διάθεση στους μαθητές τούτων αγγλικών βιβλίων που χρησιμοποιούσαν για την εκμάθηση της γλώσσας στα φροντιστήριά του και από τα μισθώματα που εισέπραττε από την εκμίσθωση ακινήτων του.

Από τις εν λόγω πηγές ο εναγόμενος αποκόμισε, συμφώνως προς τα προσκομιζόμενα από μέρους του με επίκληση εκκαθαριστικά του σημειώματα, τα ακόλουθα εισοδήματα: {ακολουθεί η αναφορά των εισοδημάτων του εναγομένου κατά τα έτη 1984 έως και 2009}. Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος είχε εισοδήματα και από τόκους κεφαλαίων υψηλών καταθέσεων ήτοι.....

ενώ στις 12-10-1999 κατείχε χαρτοφυλάκιο μετοχών αποτιμώμενο στο συνολικό ποσό των 205.000.000 δρχ. περίπου. Η ενάγουσα εξάλλου είχε εισοδήματα από την εκμίσθωση ακινήτων που διέθετε προ της τελέσεως του γάμου τους και συγκεκριμένα από ένα αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα ισογείου ορόφου εμβαδού 90 τ.μ. και έναν υπόγειο χώρο εμβαδού 50 τ.μ.

από μία οικοδομή ευρισκόμενη στον οικισμό του Δήμου .... Από τα ακίνητα αυτά εισέπραξε από την τέλεση του γάμου των διαδίκων μέχρι και το έτος 1990 μισθώματα συνολικού ύψους 1.136.500 δρχ. ή 3.335,28 ευρώ, όπως αυτό προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από μέρους της, από 10-12-1986, ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της μίσθωσης του ισογείου διαμερίσματος διάρκειας από 1-9-1983 έως 30-7-1987 με μηνιαίο αναγραφόμενο μίσθωμα ύψους 16.000 δρχ.

και, από 15-4-1989, ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης του ισογείου διαμερίσματος διετούς διάρκειας, από 15-4-1989 έως 15-4-1991, με μηνιαίο αναγραφόμενο μίσθωμα ύψους 25.000 δρχ., εκ των οποίων αποδεικνύεται η εκμίσθωση του ανωτέρω διαμερίσματος της για τα αντίστοιχα διαστήματα και με το αντίστοιχο για εκάστη μισθωτική σύμβαση εισπραττόμενο μίσθωμα.

Η είσπραξη των ανωτέρω μισθωμάτων δεν αναιρείται από το γεγονός ότι δεν δηλώθηκαν στην εφορία και δεν εμφανίζονται στα εκκαθαριστικά εισοδήματα της ενάγουσας των αντιστοίχων ετών, συνεπώς εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε υπό το σκεπτικό αυτό τον σχετικό αγωγικό ισχυρισμό με την εκκαλουμένη απόφαση, κατά τα εν μέρει βασίμως προβαλλόμενα συναφώς από την εκκαλούσα - ενάγουσα με την υπό κρίση έφεσή της, ενώ δεν προέκυψε αντιθέτως η είσπραξη κατά το παραπάνω διάστημα των επικαλουμένων με την αγωγή, επιπλέον του άνω ολικού ποσού, μισθωμάτων, καθώς η σχετική αναλυτική και σε πλήρη ταύτιση με τα παρατιθέμενα στην αγωγή επί μέρους ποσά αναφορά της μάρτυρος Μ.

Σ. στην προσκομιζομένη ως άνω ένορκη βεβαίωσή της δεν επιβεβαιώνεται από αντίστοιχα έγγραφα και δη μισθωτήρια συμβόλαια ή αποδείξεις καταβολής μισθωμάτων. Κατά τα επόμενα έτη η ενάγουσα εισέπραξε από μισθώματα των άνω ακινήτων της, το έτος 1991 το ποσό των 432.000 δρχ. (1.267,80 ευρώ), το έτος 1992 το ποσό των 518.400 δρχ. (1.521,34ευρώ), το έτος 1993 το ποσό των 527.501 δρχ. (1.548,06 ευρώ),το έτος 1994 το ποσό των 489.326 δρχ. (1.436,26 ευρώ), το έτος 1995 το ποσό των 468.504 δρχ. (1.374,92 ευρώ), το έτος 1996 το ποσό των 541.382δρχ. (1.588,79 ευρώ), το έτος 1997 το ποσό των 563.940 δρχ. (1.654,99 ευρώ), το έτος 1998 το ποσό των 378.000 δρχ. (1.109,32 ευρώ), το έτος 1999 το ποσό των 364.392 δρχ. (1.069,38 ευρώ), το έτος 2000 το ποσό των 132.309 δρχ. (388,29 ευρώ), το έτος 2001 το ποσό των 1.040.220 δρχ.(3.052,74 ευρώ), το έτος 2002 το ποσό των 3.055,41 ευρώ, το έτος 2003 το ποσό των 3.166,52 ευρώ, το έτος 2004 το ποσό των 3.048,30 ευρώ, το έτος2005 το ποσό των 930,15 ευρώ, το έτος 2006 το ποσό των 3.096 ευρώ, το έτος 2007 το ποσό των 3.762 ευρώ, το έτος 2008 το ποσό των 3.902,22 ευρώ, το έτος 2009 το ποσό των 3.306 ευρώ (βλ.εκκαθαριστικά σημειώματα ετών 1992-2010), ενώ έκτοτε επήλθε η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, τα ανωτέρω δε ποσά μισθωμάτων η ενάγουσα συνεισέφερε στο σύνολο τους για την κάλυψη των οικογενειακών δαπανών.

Περαιτέρω προέκυψε ότι η εκκαλούσα - ενάγουσα, η οποία είχε ήδη πριν τη σύναψη του γάμου της με τον εναγόμενο διακόψει την εργασία της ως οδοντοτεχνίτρια, κατά την διάρκεια του εγγάμου βίου παρείχε αμισθί τις υπηρεσίες της στην αλυσίδα φροντιστηρίων ξένων γλωσσών που διατηρούσε ο εναγόμενος σύζυγος της, περιστασιακά κατά τα περισσότερα έτη και συστηματικά μόνον κατά τα τελευταία έτη της εννόμου συμβιώσεως, από το 2005 έως 2009.

Στην κρίση του αυτή καταλήγει το δικαστήριο από την εκτίμηση του συνόλου των μαρτυρικών καταθέσεων σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις.......... Από τον συνδυασμό και την αντιπαραβολή όλων των ανωτέρω καταθέσεων σαφώς προκύπτει ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε μόνον στο επί της οδού ... στη Θεσσαλονίκη φροντιστήριο του εναγομένου και όχι και στα λοιπά φροντιστήριά του, η απασχόλησή της δε αυτή ήταν συστηματική μόνον κατά τα έτη 2005-2009 ενώ όλα τα προηγούμενα έτη ήταν εντελώς περιστασιακή.........

Η μέχρι του έτους 2005 απασχόληση της ενάγουσας ήταν, ως εκτέθηκε, περιστασιακή και αφορούσε κυρίως υπηρεσίες τακτικής γραμματειακής υποστήριξης επ' αφορμή προσωρινών κενών που ανέκυπταν λόγω απουσίας ή παραιτήσεως υπαλλήλων, αλλά και άλλες εργασίες που άπτονταν της ομαλής λειτουργίας του φροντιστηρίου (πληρωμές λογαριασμών, κατάρτιση προγράμματος μαθημάτων, ενημέρωση γονέων κλπ.).

Για την απασχόλησή της αυτή, μη υπερβαίνουσα, κατ' ορθή εκτίμηση των άνω καταθέσεων και με βάση την κοινή πείρα, τις 1-2 ώρες ημερησίως κατά μέσο όρο, η ενάγουσα δεν ελάμβανε αμοιβή. Εάν ο εναγόμενος απασχολούσε τρίτο άτομο στη θέση της θα κατέβαλε για αντίστοιχα παρεχόμενη εργασία αμοιβή ύψους, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας 200 ευρώ κατά μήνα και συνολικώς για 9 μήνες εκάστου σχολικού έτους, κατά τους οποίους λειτουργούν τα φροντιστήρια,1.800 ευρώ...., συνεπώς από την αμισθί παροχή της εργασίας της συζύγου του μέχρι το έτος 2001, κατά το οποίο, ως εκτέθηκε, είχε ήδη ολοκληρωθεί η από μέρους του από μέρους του απόκτηση όλων των κτηθέντων μετά την τέλεση του γάμου ακινήτων του, εξοικονόμησε δαπάνη συνολικού ποσού 30.600 ευρώ (1.800 ευρώ Χ 17 έτη).

Εξάλλου, καθόλα τα έτη της εγγάμου συμβιώσεως των διαδίκων η ενάγουσα παρείχε τις συνήθεις υπηρεσίες για τη φροντίδα του συζυγικού οίκου και για την περιποίηση του συζύγου της και του κοινού τους τέκνου, συνεπικουρούμενη, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από μέρους της, από οικιακές βοηθούς που σε τακτά διαστήματα προσλαμβάνονταν για την καθαριότητα και τις λοιπές οικιακές εργασίες......Οι κατά τα άνω παρεχόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας για την φροντίδα της οικίας και της οικογενείας των διαδίκων αποτιμώνται στο ποσό των 300 ευρώ κατά μήνα, όπως δέχθηκε και η υπ' αριθμ. 1196/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που έκρινε σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα στα πλαίσια εκδίκασης αγωγής διατροφής της και νυν ενάγουσας, μη αποδεικνυομένου εξ ουδενός στοιχείου του αγωγικού ισχυρισμού της περί παροχής υπηρεσιών της υπέρτερων των ανωτέρω και αποτιμωμένων σε 1000 ευρώ κατά μήνα.

Όπως προκύπτει από την σύγκριση των άνω οικονομικών δυνάμεων των διαδίκων, η κατά νόμο (άρθρ. 1389 Α.Κ.) υποχρέωση της ενάγουσας νια συνεισφορά της στις οικογενειακές ανάγκες, ανερχόμενες σε 3.500 ευρώ κατά μήνα, ποσό στο οποίο προσδιορίστηκαν και υπό της εκκαλουμένης αποφάσεως και δεν αμφισβητείται με την ένδικη έφεση, εξαντλούνταν με την παροχή των αποτιμωμένων στο παραπάνω ποσό υπηρεσιών της στον συζυγικό οίκο και στην φροντίδα της οικογενείας της, ενώ η παρεχόμενη επιπρόσθετα και άνευ αμοιβής εργασία της στο ανωτέρω φροντιστήριο του εναγομένου όπως και η διάθεση για τις οικογενειακές ανάγκες και των ανωτέρω μισθωμάτων που εισέπραττε από τα ακίνητά της κείνται εκτός του οριζομένου από την ανωτέρω διάταξη μέτρου, δεδομένων των πολλαπλάσιων εισοδημάτων του εναγομένου σε σχέση με τα δικά της.

Μέχρι και το έτος 2001, οπότε αποκτήθηκε και το τελευταίο ακίνητο από τον εναγόμενο με την εξόφληση του τιμήματος κατά την υπογραφή του προσυμφώνου αγοράς του, η ενάγουσα συνεισέφερε το συνολικό ποσό των 19.347,17 ευρώ από εισπραχθέντα μισθώματα ακινήτων της (3.335,28 + 1.267,80 + 1.521,34 + 1.548,06 + 1.436,26 + 1.374,92 + 1.588,79 + 1.654,99 + 1.109,32 + 1.069,38 + 388,29 + 3.052,74) και την αμισθί εργασία της στην επιχείρηση του εναγομένου με αντίστοιχη εξοικονόμηση δαπάνης από μέρους του ύψους, κατά τα προαναφερόμενα, 30.000ευρώ, και συνολικά συνεισέφερε καθ' υπέρβαση της σχετικής υποχρέωσής της το ποσό των 49.947,17 ευρώ (19.347,17 + 30.600), το οποίο συνιστά την συμβολή της στην ανωτέρω περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου συζύγου της, που πρέπει να της αποδοθεί, μη αποδεικνυομένου βάσιμου του ισχυρισμού του τελευταίου περί μηδενικής συμβολής της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή της αναιρεσίβλητης δεχόμενο μηδενική συμβολή αυτής στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος και, ακολούθως, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, επιδικάζοντας υπέρ της αναιρεσίβλητης, ως συμμετοχή της στα κατά τη διάρκεια του γάμου αποκτήματα του αναιρεσείοντος συζύγου της, το ποσό των 49.947,17 ευρώ (μικρότερο του τεμαιρόμενου ποσοστού του 1/3), κατά μερική παραδοχή της προταθείσας πρωτοδίκως και επαναφερθείσας στο Εφετείο σχετικής ένστασης του αναιρεσείοντος, από το άρθρο 1400 παρ. 1 εδ.

β ΑΚ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 και 1400 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η αναιρεσίβλητη συνεισέφερε προς αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών περισσότερα από όσα κατ' αναλογία των δυνάμεων αυτής και του αναιρεσείοντος συζύγου της είχε υποχρέωση να συνεισφέρει και συνέβαλε έτσι στην περιουσιακή επαύξηση του συζύγου της κατά το ως άνω, μικρότερο του τεκμηρίου του άρθρου 1400 ΑΚ, ποσό, δεδομένου ότι, ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ η υποχρέωσή της για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες, ανερχόμενες σε 3.500 ευρώ κατά μήνα, εξαντλείτο, ενόψει των πολλαπλάσιων εισοδημάτων του αναιρεσείοντος σε σχέση με τα δικά της εισοδήματα, με την παροχή των αποτιμωμένων στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως υπηρεσιών της στον συζυγικό οίκο, η αναιρεσίβλητη συνεισέφερε για την αντιμετώπιση των πιο πάνω αναγκών, καθ' υπέρβαση της σχετικής υποχρέωσής της, με τα εισπραττόμενα μισθώματα και τις παρεχόμενες υπηρεσίες στην επαγγελματική δραστηριότητα του συζύγου της, και το ποσό των 49.947,17 ευρώ, κατά το οποίο συνέβαλε στην ανωτέρω περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου συζύγου της, ώστε να δικαιολογείται η παραδοχή κατά ένα μέρος της αγωγής κατά το αντίστοιχο αίτημά της.

Επίσης, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ'αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390, 1400 ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα περί συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, και ειδικότερα της συμβολής της αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος, με την παροχή εκ μέρους της χρημάτων και υπηρεσιών, πέραν του μέτρου της εκ των άρθρων 1389, 1390 ΑΚ νόμιμης υποχρέωσής της για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες, με τις επιστηρίζουσες το πόρισμα αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:

α) ότι η ενάγουσα είχε εισοδήματα από την εκμίσθωση ακινήτων που διέθετε και τα ανωτέρω ποσά μισθωμάτων συνεισέφερε στο σύνολο τους για την κάλυψη των οικογενειακών δαπανών. β) η ενάγουσα, κατά την διάρκεια του εγγάμου βίου παρείχε αμισθί τις υπηρεσίες της σε φροντιστήριο της αλυσίδας φροντιστηρίων ξένων γλωσσών που διατηρούσε ο εναγόμενος σύζυγος της, περιστασιακά κατά τα περισσότερα έτη και συστηματικά κατά τα τελευταία έτη της εννόμου συμβιώσεως, από το 2005 έως 2009, γ) εάν ο εναγόμενος απασχολούσε στη θέση αυτή τρίτο άτομο θα κατέβαλε για αντίστοιχα παρεχόμενη εργασία αμοιβή ύψους 200 ευρώ κατά μήνα, δ) από την αμισθί παροχή της εργασίας της, ενάγουσας ο εναγόμενος εξοικονόμησε δαπάνη 30.600 ευρώ, ε) μέχρι το έτος 2001, οπότε αποκτήθηκε και το τελευταίο ακίνητο από τον εναγόμενο, η ενάγουσα συνεισέφερε το συνολικό ποσό των 19.347,17 ευρώ από εισπραχθέντα μισθώματα ακινήτων της, και στ) από τη σύγκριση των άνω οικονομικών δυνάμεων των διαδίκων, η κατά νόμο (άρθρ. 1389 Α.Κ.) υποχρέωση της ενάγουσας νια συνεισφορά της στις οικογενειακές ανάγκες, ανερχόμενες σε 3.500 ευρώ κατά μήνα, εξαντλούνταν με την παροχή των αποτιμωμένων στο παραπάνω ποσό υπηρεσιών της στον συζυγικό οίκο και στην φροντίδα της οικογενείας της, ενώ η παρεχόμενη επιπρόσθετα και άνευ αμοιβής εργασία της στο ανωτέρω φροντιστήριο του εναγομένου όπως και η διάθεση για τις οικογενειακές ανάγκες και των ανωτέρω μισθωμάτων που εισέπραττε από τα ακίνητά της κείνται εκτός του οριζομένου από την ανωτέρω διάταξη μέτρου, δεδομένων των πολλαπλάσιων εισοδημάτων του εναγομένου σε σχέση με τα δικά της.

Η ως άνω δε παραδοχή ότι "η ενάγουσα συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου" δεν αντιφάσκει προς την έτερη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "τα ανωτέρω ακίνητα εξοφλήθηκαν κατά το πλείστον με χρήματα που ο εναγόμενος διέθετε από τα υψηλά εισοδήματα που είχε". Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1400 του ΑΚ και για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών είναι αβάσιμοι.

Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του αναφορικά με την βασιμότητα ή μη των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι με τις προτάσεις τους.

Αν έγινε επίκληση και ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν ήταν νόμιμη, θα πρέπει επίσης να αναφέρει το λόγο για τον οποίο δεν ήταν νόμιμη, καθώς και ότι προέβαλε στο δικαστήριο τον περί απαραδέκτου της προσκόμισης του αποδεικτικού μέσου ισχυρισμό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του 562 ΚΠολΔ, που επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο: α) να αναφέρεται ο ισχυρισμός, προς απόδειξη ή αναταπόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη το αποδεικτικό μέσο και η επίδρασή του στο διατακτικό, β) να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του, γ) να καθορίζεται το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού, δ) να εξειδικεύεται ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ε) να παρατίθεται οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 246/2022, ΑΠ 1638/2022).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.11 περ.β πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του α) το από 10.12.1986 συμφωνητικό λύσης της μίσθωσης και το από 15/04/1989 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, τα οποία η αναιρεσίβλητη δεν είχε επικαλεσθεί με τις ενώπιον του Εφετείου από 02.09.2021 προτάσεις της και β) πέντε σελίδες με φωτογραφίες τις οποίες η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε απαραδέκτως, καθόσον τις επικαλέσθηκε με την από 6/9/2021 Προσθήκη-Αντίκρουση και όχι με τις Προτάσεις της.

Από την κατ`άρθρ 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των από 02.09.2021 Προτάσεων της αναιρεσίβλητης, και την επ'αυτών από 6/9/2021 Προσθήκη-Αντίκρουση, που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση της εφέσεώς της, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε, με τις ως άνω προτάσεις της, ως σχετικό 117 το από 10.12.1986 μισθωτήριο συμβόλαιο και ως σχετικό 112 πέντε χειρόγραφα μισθωτήρια συμβόλαια μεταξύ των οποίων και το από 15/4/1989 ιδιωτικό συμφωνητικό, σημειουμένου ότι το από 10.12.1986 μισθωτήριο συμβόλαιο που επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη είναι το ίδιο έγγραφο με αυτό που αναφέρεται στην απόφαση ως συμφωνητικό λύσης μίσθωσης, χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για την ταύτιση των παραπάνω εγγράφων, λόγω του ότι στις μεν προτάσεις αναφέρεται ως μισθωτήριο στην δε απόφαση ως συμφωνητικό λύσης.

Επομένως, ο ως άνω τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.11 περ.β είναι αβάσιμος. Εξάλλου, όσον αφορά τις φωτογραφίες, οι οποίες, κατά τον αναιρεσείοντα δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο για την απόδειξη της εργασίας της αναιρεσίβλητης στην αλυσίδα φροντιστηρίων ξενών γλωσσών που αυτός διατηρούσε, διότι η αναιρεσείουσα τις επικαλέσθηκε με την Προσθήκη-Αντίκρουση και όχι με τις Προτάσεις, ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι προέβαλε στο δικαστήριο τον ως άνω περί απαραδέκτου της προσκόμισης του παραπάνω αποδεικτικού μέσου ισχυρισμό και, σε κάθε περίπτωση, διότι ελλείπει και το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την προβολή του οικείου λόγου αναίρεσης σχετικά με το παραπάνω αποδεικτικό μέσο, καθόσον το δικαστήριο απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το εν λόγω αποδεικτικό μέσο και δεν κατέληξε σε βλαπτικό για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, αφού σαφώς διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "η ενάγουσα απασχολήθηκε μόνον στο επί της οδού ...

στη Θεσσαλονίκη φροντιστήριο του εναγομένου και όχι και στα λοιπά φροντιστήριά του", γεγονός το οποίο δέχθηκε ως αποδειχθέν κυρίως από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και δευτερευόντως από τις επικαλούμενες φωτογραφίες. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" των οποίων η μη λήψη υπόψη , καίτοι νομίμως προταθέντων ή αντίθετα η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων θεμελιώνει τον από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης, όπως και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών και θεμελιώνουν παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 323/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 302/2023).

Με μη προταθέντες ισχυρισμούς εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν απαραδέκτως (ΑΠ 1382/2011, ΑΠ 728/2010, ΑΠ 130/2004), όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο προταθείς ισχυρισμός δεν είχε επαναφερθεί με νόμιμο τρόπο (άρθρ. 240 του ΚΠολΔ) στο Εφετείο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του, τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 302/2023, ΑΠΑ 312/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 40/2022, ΑΠ 50/2020) είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 49/2022) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π 2/1989).

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 240 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι η επιβαλλόμενη με την διάταξη αυτή ρύθμιση της επαναφοράς προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων, αφορά τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις όχι δε και εκείνους που περιέχονται στην αγωγή.

Συνεπώς για την από το Εφετείο λήψη υπόψη των αγωγικών ισχυρισμών δεν είναι αναγκαίο να επαναφέρονται αυτοί, κατά τα οριζόμενα στην προαναφερθείσα διάταξη (ΑΠ 433/1998, ΑΠ 128/2008). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Εφετείο κατά τα καθοριζόμενα με αυτήν όρια, και επομένως στην περίπτωση που η αγωγή απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την άσκηση έφεσης από τον ενάγοντα που ηττήθηκε, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Εφετείο αυτοδικαίως ως προς την αγωγική της βάση για την οποία προβάλλονται παράπονα με την έφεση.

Στην περίπτωση αυτή, η αγωγική βάση, που αποτελεί κατά τα προαναφερθέντα "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον κανόνα του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, για την επαναφορά των ισχυρισμών που την συγκροτούν με την επανυποβολή τους με τις προτάσεις του ενάγοντος (ως εκκαλούντος) που θα κατατεθούν στο Εφετείο (ΑΠ 1328/2008, ΑΠ 433/ 1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 8α (κατ' εκτίμηση) και όχι από τον αρ.8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη του, τους ασκούντας ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) που θεμελιώνουν την ένδικη περί αποκτημάτων αγωγή της, παρά το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν επαναφέρθηκαν νόμιμα στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις της, σύμφωνα με το άρθρ.240 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η ένδικη αγωγή η οποία απορρίφθηκε πρωτοδίκως, μεταβίβασθηκε στο Εφετείο, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) και δεν απαιτείτο σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη αμέσως πιο πάνω μείζονα σκέψη επαναφορά των αγωγικών ισχυρισμών, με τις ενώπιον του Εφετείου Προτάσεις αυτής.

Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση από 10/6/2022 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του αχρεωστήτως καταβληθέντος παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10/6/2022 αίτηση του Α. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 297/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του αχρεωστήτως καταβληθέντος από αυτόν παραβόλου της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ