Supreme Court annuls first instance judgment on public employment contracts and remands case for dismissal of lawsuit.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court annulled the first-instance judgment regarding the conversion of fixed-term public employment contracts to indefinite ones. The plaintiffs argued for indefinite contracts despite permanent public needs, while the defendant organization maintained legal restrictions on such conversions. The court ruled that the first instance failed to apply the relevant statutory provisions correctly, leading to the annulment and remand of the case for the dismissal of the lawsuit.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 296, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a first-instance judgment where the court failed to apply the statutory provisions prohibiting the conversion of fixed-term public employment contracts to indefinite ones when permanent needs exist, and remands the case for the dismissal of the lawsuit.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 966 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 966/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …, ως διάδοχος του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων" και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ιωάννας Μαραγκού, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Φ., 2, Α. Χ. 3 Α. Ε., 4 Α. Μ., 5 Δ. Δ., 6 Δ. Χ., 7 Δ. Μ., 8 Ε. Β., 9. Ζ. Α., 10 Ί. Π., 11 Κ. Φ., 12 Κ. Μ., 13 Κ. Ε., 14 Κ. Π. Ι., 15 Κ. Λ.,16 Κ. Α., 17. Λ. Σ. 18 Μ. Ε., 19 Μ. Ε., 20 Μ. Φ., 21 Ξ. Α., 22. Π. Α., 23 Π. Ε., 24 Π. Χ., 25. Π. Λ., 26 Ρ. Μ. 27 Σ. Α., 28 Σ. Κ., 29 Σ. Ε., 30. Σ. Ι., 31 Σ. Α., 32 Τ. Ε., 33 Τ. Π., 34 Μ. Ι., 35 Χ. Π., 36 Χ. Δ., 37. Α. Σ., 38 Γ. Ε., 39 Γ. Ι., 40 Λ. Δ., 41. Λ. Μ., 42 Μ. Ι., 43 Ξ. Ι. 44 Π. Κ., 45Σ. Κ., 46 Τ. Α., 47 Φ. Σ., 48 Α. Ν., 49 Α. Λ., 50 Α. Γ., 51. Β. Θ., 52 Β., 53 Γ. Κ., 54 Δ. Α., 55 Ζ. Β., 56 Κ. Χ., 57 Κ. Α., 58 Κ. Σ., 59Μ. Π., 60 Μ. Ι., 61.Ν. Ι., 62 Σ. Α., 63 Σ. Χ., 64 Σ. Ε., 65 Τ. Α., 66. Τ. Ν., 67 Τ. Γ., 68 Φ. Δ., 69 Χ. Θ., 70 Χ. Ν., 71 Χ. Χ., 72 Α. Π., 73 Χ. Κ., 74. Γ. Λ., 75 Ν. Π., 76 Β. Μ., 77 Δ. Δ., 78. Π. Ζ., 79 Π. Χ., 80 Γ. Π., 81 Κ. Κ., 82 Φ. Μ., 83 Π. Α., 84. Μ. Κ., 85 Ξ. Κ., 86 Τ. Μ., 87 Κ. Π., 88 Γ. Κ., 89 Τ. Α., 90 Η. Π., 91 Μ. Π., 92 Δ. Π., 93 Λ. Α., 94. Π. Κ., 95 Μ. Ε., 96Μ. Β. και 97 Κ. Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, εκτός των με α/α 6η, 32η, 41η των ανωτέρω, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Σωτηρακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 395/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-7-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 5-11-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, οι οποίες, κατ'εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 573 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από την αναίρεση κατά της εκδοθείσας σε βάρος του αποφάσεως του ουσιαστικού δικαστηρίου.
Η περί της παραιτήσεως από το ένδικο μέσο, της αναίρεσης σχετική δήλωση του αναιρεσείοντος γίνεται κατά τους τύπους του άρθρου 297 ΚΠολΔ, δηλαδή ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, οπότε ο Άρειος Πάγος αποφαίνεται κατηργημένη την δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον, με την από 6-6-2017 δήλωση, παραίτησης από το δικόγραφο της αναίρεσης κατά της υπ'αριθ.395/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τους κατωτέρω αναιρεσιβλήτους και συγκεκριμένα 1η, 2η, 3η, 5η, 7η, 8η, 10η, 11η, 12η, 13η, 14η, 15η, 16η, 18η, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28ο, 29η, 30η, 31η, 33η, 34ο, 35η, 36η, 37η, 38ο, 39ο, 40ο, 42ο, 44ο, 45ο, 46η, 47ο, 48ο, 49ο, 51ο, 52ο, 53ο, 54ο, 55ο, 56ο, 58ο, 59ο, 60ο, 61ο, 62ο, 63ο, 64ο, 65η, 66ο, 67ο, 68ο, 69ο, 70ο, 71ο, 73ο, 74ο, 76η, 78ο, 79ο, 81η, 82η, 83η, 84η, 85η, 87ο, 89ο, 90ο, 91ο, 92ο, 93ο, 94ο, 96η, 97ο, η ως άνω δε δήλωση παραίτησης επιδόθηκε σ'αυτούς νομίμως μετά από έγγραφη, παραγγελία των δικηγόρων Αθηνών Ιωάννας Μαραγκού και Ευγενίας Δημητροπούλου, ως πληρεξουσίων δικηγόρων του αναιρεσείοντος δυνάμει του υπ'αριθ..../1-6-2017 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.
Κ.Κ., όπως τούτο προκύπτει από τις προσαγόμενες υπ'αριθ..../9-6-2017, .../9-6-2017, ...9-6-2017, …9-6-2017, ...9-6-2017, .../9-6-2017, ...9-6-2017, .../9-6-2017, .../9-6-2017, ./9-6-2017, ./9-6-2017, ./9-6-2017, ./9-6-2017, ./9-6-2017, .9-6-2017, ./9-6-2017, .9-6-2017, ./9-6-2017, ./9-6-2017, …/9-6-2017, …/9-6-2017, ./9-6-2017, …/9-6-2017, …/9-6-2017,…./9-6-2017, …/9-6-2017, ./9-6-2017, ./9-6-./9-6-2017, .9-6-2017, …1/9-6-2017, …/9-6-2017, …/9-6-2017, …/9-6-2017, …/9-6-2017, …9-6-2017, ….9-6-2017, …/9-6-2017, …/9-6-2017, …/9-6-2017, …/9-6-2017, εκθέσεις επιδόσεως αντίστοιχα του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Χ.
Ν.Κ. Επίσης, το αναιρεσείον με την από 19-12-2017 δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της αναίρεσης κατά της αυτής ως άνω υπ'αριθ.395/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς τους κατωτέρω αναιρεσιβλήτους και συγκεκριμένα 80ο (Γ. Π.) και 88α (Γ.
Κ.), η ως άνω δε δήλωση παραίτησης επιδόθηκε σ'αυτούς νομίμως μετά από έγγραφη παραγγελία της δικηγόρου Αθηνών Ιωάννας Μαραγκού ως πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος δυνάμει του υπ'αριθ.../8-12-2017 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Κ.Κ., όπως τούτο προκύπτει από τις προσαγόμενες υπ'αριθ..../21-12-2017 και .../21-12-2017 εκθέσεις επιδόσεως αντίστοιχα του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Χ.
Ν.Κ. Επομένως, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους, η αναίρεση πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2; 498 παρ. 1. 568 παρ. 1, 2 και 4 και 576 παρ.1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ* αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 241/2015, ΑΠ 1061/2010).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1 και γ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του τυχόν απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά,, την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράσταση του χωρίς εναντίωση του καλύφθηκε η τυχόν, ακυρότητα της κλήτευσης του για την αρχική δικάσιμο, διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον για τους 4η (Μ. Α.), 9η (Α. Ζ.), 17η (Σ. Λ.), 19η (Ε. Μ.), 43 (Ι. Ξ.), 50ο (Γ. Α.), 57ο (Α. Κ.), 72η (Π. Α.), 77ο (Δ. Δ.), 86η (Μ. Τ.) και 95η (Ε. Μ.) αναιρεσίβλητους υπ'αριθ..../21-5-2018, .../21-5-2018, ...21-5-2018, .../21-5-2018, .../21-5-2018, .../21-5-2018, ...15-5-2018, .../21-5-2018, ...21-5-2018, .../22-5-2018 και .../22-6-2018 εκθέσεις επιδόσεως αντίστοιχα του δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Χ.Κ., η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ'αριθ.395/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επισπεύσθηκε με φροντίδα του αναιρεσείοντος, το οποίο προς τον σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στην γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Β1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 12 την δικάσιμο της 6-11-2018, κατά την οποία οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν να παραστούν νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ.122 παρ.1, 123, 126 παρ.1 περ.α, 128 παρ.1-3, 230 παρ.2, 498 παρ.1 και 2, 568 ΚΠολΔ).
Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 17-9-2019, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία οι ανωτέρω νομοτύπως κλητευθέντες αναιρεσίβλητοι οφείλουν να παραστούν χωρίς, άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχαν νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής τους για τη νέα δικάσιμο.
Όμως οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι'αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (αρθ.576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, ως προς τον απολειπόμενο 75ο αναιρεσίβλητο (Π. Ν.) πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, δεδομένου ότι δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού (αρθ.576 παρ.2 ΚΠολΔ), αφού το επισπεύδον την συζήτηση αναιρεσείον δεν προσκομίζει έκθεση επιδόσεως ακριβούς αντιγράφου του, δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και κλήση αυτού για να παραστεί κατά την συζήτηση αυτής κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο της 6-11-2018 ή κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 599 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2020, 6/2019, 7/2006, 4/2005).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει, να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεώς της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως (ΑΠ 217/2017 ΑΠ 104/2016 ΑΠ 509/2016). Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.Α.Π. 18/2006). Εξ άλλου/κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ.
α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3).
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας η δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.
Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ.
α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχολήσεως, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ.
και πειθαρχικά. Εξ άλλου, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.
Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατυπώσεως του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παρατάσεως της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα.
Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα.
Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4.
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ.
α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ.
α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.
Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ, α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4- 2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτιμήσεως των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι εκθέτουν ότι προσελήφθησαν από το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον, με συμβάσεις έργου και συγκεκριμένα η Μ.
Α. (4η) την 10-10-2005 η Δ. Χ. (6η) την 22-10-2007, η Α. Ζ. (9η), την 10-10-2005, η Σ. Λ. (17η), την 10-10-2005, η Ε. Μ. (19η) την 10-10-2005, η Ε. Τ. (32η) την 18-10-2005, η Μ. Λ. (41η), την 8-11-2005, ο Ι. Ξ. (43ος) την 22-10-2007, ο Γ. Α. (50ος) την 20-7-2005, ο Α. Κ. (57ος) την 11-9-2006, η Π. Α. (72η) την 10-10-2005, ο Δ. Δ. (77ος) την 11-9-2006, η Μ. Τ. (86η) την 4-5-2005 και η Ε. Μ. (95η) την 22-10-2007, μετά δε την λήξη των συμβάσεων αυτών δυνάμει αλλεπάλληλων διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου, απασχολήθηκαν με την αναφερόμενη για τον κάθε ένα ειδικότητα στην υπηρεσία του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, μέχρι την 5-10-2010, 22-10-2008, 5-10-2010, 5-10-2010, 5-10-2010, 18-10-2006, 4-9-2007, 19-10-2008, 5-10-2010, 5-10-2010, 5-10-2010, 26-9-2010, 5-10-2010, και 26-9-2010 αντίστοιχα.
Ότι στην πραγματικότητα οι ανωτέρω συμβάσεις είχαν εξ αρχής τον χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ζήτησαν δε με την αγωγή τους αυτή να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί το τελευταίο, να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με την ειδικότητα και στην ίδια θέση που απασχολήθηκαν μέχρι τις προαναφερθείσες ημερομηνίες και να καταβάλει στον κάθε ένα τις προβλεπόμενες από το νόμο αποδοχές.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την ήδη προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε την εν λόγω αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη κατ'ουσίαν και αφού αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υποχρέωσε αυτό να τους απασχολεί στις θέσεις που απασχολούντο μέχρι την λήξη της τελευταίας συμβάσεως καθενός εξ αυτών και να τους καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: "Οι 97 ενάγοντες κατά τα έτη από 2002 μέχρι 2009 συνήψαν με το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων" (ΟΠΑΝΔΑ) συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες χαρακτηρίσθηκαν "συμβάσεις μίσθωσης έργου", προκειμένου να προσφέρουν σε αυτό (εναγόμενο ΝΠΔΔ) τις υπηρεσίες τους με τις ειδικότητες του "ΥΕ (εργάτη καθαριότητας)", "ΔΕ φύλακα", "ΔΕ τεχνίτη", "καθαρίστριας", "οδηγού" κλπ.
Οι συμβάσεις αυτές, μετά τη λήξη τους, ανανεώνονταν με διαδοχικές συμβάσεις τους, ορισμένου χρόνου, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ομοίως ως "συμβάσεις μίσθωσης έργου". Τα καθήκοντα των εναγόντων συνίσταντο, ανάλογα με την ειδικότητα του καθενός, στη φύλαξη, συντήρηση, καθαρισμό κλπ. των ανοιχτών αθλητικών κέντρων και των παιδικών χαρών του εναγομένου ΝΠΔΔ, στη στελέχωση των διαφόρων τεχνικών συνεργείων, στην οδήγηση οχημάτων (κλειστών φορτηγών) του εναγομένου ΝΠΔΔ κλπ.
Οι τελευταίες συμβάσεις των εναγόντων έληξαν το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του έτους 2010, οπότε και το εναγόμενο ΝΠΔΔ έπαυσε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, προβαίνοντας με αυτόν τον τρόπο στην απόλυσή τους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες για την παροχή της εργασίας τους τελούσαν σε προσωπική και νομική εξάρτηση από το εναγόμενο ΝΠΔΔ.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του εναγομένου ΝΠΔΔ να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία ως προς τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της από τους ενάγοντες και με την υποχρέωση των τελευταίων να συμμορφώνονται στις αναγκαίες εντολές και οδηγίες του (βλ.
και όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας). Επομένως, οι προαναφερόμενες συμβάσεις, με τις οποίες απασχολήθηκαν οι ενάγοντες, ονομάστηκαν "κατ' επίφαση" συμβάσεις μίσθωσης έργου, καθόσον στην πραγματικότητα αποτελούσαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Άλλωστε, όπως εκτέθηκε και στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Δικαστήριο κρίνει μια σχέση, κατά τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της, ως "σχέση εξαρτημένης εργασίας" μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων και, ιδίως, με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα ή το όνομα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη σχέση που τα συνδέει.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν από το εναγόμενο ΝΠΔΔ για την κάλυψη συνήθων, τρεχουσών, απολύτως τακτικών, προβλέψιμων και υπαρχουσών αναγκών αυτού, μόνιμης, πάγιας και διαρκούς προοπτικής, συναρτημένες και σχετικές προς τις ανάγκες που εξυπηρετεί παράλληλα και το μόνιμο προσωπικό των υπηρεσιών του.
Δηλαδή οι ενάγοντες, απασχολούμενοι με τα προαναφερόμενα καθήκοντά τους, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ΝΠΔΔ, σε θέσεις μονίμων υπαλλήλων, υπό τις εντολές και οδηγίες του τελευταίου και των αρμοδίων οργάνων του, και ήταν υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται σε αυτά, δεχόμενοι τον έλεγχο τους για την επιμελή εκτέλεση της εργασίας τους, και να προσέρχονται στα καθήκοντά τους καθημερινά σε συγκεκριμένο ωράριο, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου.
Επιπροσθέτως, το εναγόμενο ΝΠΔΔ αποσκοπούσε σε αυτή καθεαυτή την απασχόληση των εναγόντων για την κάλυψη των παγίων και διαρκών αναγκών του, δεδομένου ότι το μόνιμο προσωπικό του δεν επαρκεί για την κάλυψη αυτών. Με βάση τα παραπάνω που αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενάγοντες συνδέονταν με το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την έννομη σχέση της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, με όλες τις περαιτέρω συνέπειες (μισθολογικές, ασφαλιστικές, συνταξιοδοτικές κλπ) του στοιχείου της εξάρτησης, και όχι δυνάμει συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου, οι οποίες καταρτίσθηκαν με πρόθεση καταστρατήγησης της διάταξης του άρθρ. 8 παρ. 3 Ν 2112/1920, που επιτελεί τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.
Συνεπώς, με βάση όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, οι αρχικές συμβάσεις των εναγόντων και οι ανανεώσεις τους δεν δύνανται να εξαιρεθούν από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ. Περαιτέρω, δεδομένου ότι η εργασία των εναγόντων παρεχόταν υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, και εφόσον στην πραγματικότητα οι ανάγκες που κάλυπταν ήταν πάγιες και διαρκείς, δεν υφίστατο αντικειμενικός λόγος για την ανανέωση των "ορισμένου χρόνου" συμβάσεων ή σχέσεων τους. Τέτοια, δε, χωρίς αντικειμενικό λόγο ανανέωση συνιστά κατάχρηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 5 ΠΔ 164/2004, καθόσον, εκτός του ότι συνήφθησαν πολλές διαδοχικές συμβάσεις χωρίς αντικειμενικό λόγο, η συνολική διάρκειά τους ήταν μεγάλη για όλους τους ενάγοντες (για πολλούς εξ αυτών υπερέβαινε κατά πολύ τους 24 μήνες). Εφόσον, λοιπόν, δυνάμει των προαναφερομένων διατάξεων, ακόμη και κατά την έννοια του ΠΔ 164/2004, σημειώθηκε για τους ενάγοντες κατάχρηση, πρέπει αυτή να εξαλειφθεί. Για την εξάλειψη της κατάχρησης αυτής, στην περίπτωση που λάβει χώρα παρά τις σχετικές απαγορεύσεις, δεν επαρκούν οι προβλεπόμενες στο άρθρ. 7 ΠΔ 164/2004 έννομες συνέπειες - κυρώσεις, αλλά θα πρέπει,
να τύχει εφαρμογής και το άρθρ. 8 παρ. 3 Ν 2112/1920, χωρίς την εφαρμογή του οποίου, ελλείψει άλλου αποτελεσματικού προς τούτο μέτρου, δεν είναι δυνατή η εν λόγω εξάλειψη. Όσα, δε, αντίθετα ισχυρίζεται το εναγόμενο ΝΠΔΔ με τις προτάσεις του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και, καταρχήν, να αναγνωρισθεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις των εναγόντων ήταν για καθέναν εξ αυτών εξαρχής μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων" με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Πρέπει, επίσης, να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ να απασχολεί τους ενάγοντες, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με τις ειδικότητες και στη θέση που απασχολούνταν πριν την απόλυση τους, καταβάλλοντάς τους τις αποδοχές που αντιστοιχούν, σύμφωνα με το νόμο, στα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα.....".
Με τις κρίσεις του αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεχόμενο την ένδικη αγωγή ως νόμιμη, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 8 του Ν.2112/1920, 14 και 21 του Ν.2190/1994, 20 παρ.1 και 15 Ν.2639/1998, 648 επ. 4Κ, ΠΔ 164/2004, καθόσον, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή δεδομένα οι επίδικες συμβάσεις είχαν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (17-4-2001), σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύεται η μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού και η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και στην περίπτωση που οι εργαζόμενοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου.
Επίσης, δεν είναι δυνατή η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά την διαγνωστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού ο εργοδότης βάσει την ως άνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου.
Στις συμβάσεις αυτές υπό την ισχύ των παραπάνω διατάξεων δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του Ν.2112/1920, το οποίο ούτε κατ'επιταγή της προαναφερθείσας Οδηγίας έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής μέχρι την έναρξη της ισχύος του ΠΔ 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος του ΠΔ/τος αυτού.
Κατόπιν αυτών, ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω κριθέντος βασίμου δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ'αριθ.395/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί η αγωγή από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 580 παρ.3, αφού δεν χρειάζεται άλλη επί της ουσίας διευκρίνηση και να απορριφθεί αυτή (αγωγή) ως μη νόμιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας τους (αρθ.176, 183 ΚΠολΔ), τα οποία έξοδα, όμως, θα καθορισθούν μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ.2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.3463/2006.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει κατηργημένη την δίκη ως προς τους κατωτέρω αναιρεσίβλητους: 1)Α. Φ., 2)Α. Χ., 3)Α. Ε., 4)Δ. Δ., 5)Δ. Μ., 6)Ε. Β., 7)Ι. Π., 8)Κ. Φ., 9)Κ. Μ., 10)Κ. Ε., 11)Κ. Π., 12)Κ. Λ., 13)Κ. Α., 14)Μ. Ε., 15)Μ. Φ., 16)Ξ. Α., 17)Π. Α., 18)Π. Ε., 19)Π. Χ., 20)Π. Λ., 21)Ρ. Μ., 22)Σ. Α., 23)Σ. Κ., 24)Σ. Ε., 25)Σ. Ι. 26)Σ. Α., 27)Τ. Π., 28)Μ. Ι., 29)Χ. Π., 30)Χ. Δ., 31)Α. Σ., 32)Γ. Ε., 33)Γ. Ι., 34)Λ. Δ., 35)Μ. Ι., 36)Π. Κ., 37)Σ. Κ., 38) Τ. Α., 39)Φ. Σ., 40)Α. Ν., 41)Α. Λ., 42)Β. Θ., 43)Β. Σ., 44)Γ. Κ., 45)Δ. Α., 46)Ζ. Β., 47)Κ. Χ., 48)Κ. Σ., 49)Μ. Π., 50)Μ. Ι., 51)Ν. Ι., 52)Σ. Α., 53)Σ. Χ., 54)Σ. Ε., 55)Τ. Α., 56)Τ. Ν., 57)Τ. Γ., 58)Φ. Δ., 59)Χ. Θ., 60)Χ. Ν., 61)Χ. Χ., 62)Χ. Κ., 63)Γ. Λ., 64)Β. Μ., 65)Π. Ζ., 66)Π. Χ., 67)Γ. Π., 68)Κ. Κ., 69)Φ. Μ., 70)Π. Α., 71)Μ. Κ., 72)Ξ. Κ., 73)Κ. Π., 74)Γ. Κ., 75)Τ. Α., 76)Η. Π., 77)Μ. Π., 78)Δ. Π., 79)Λ. Α., 80)Π. Κ., 81)Μ. Β. και 82)Κ. Δ..
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της αναίρεσης ως προς τον αναιρεσίβλητο Ν. Π..
Αναιρεί την υπ'αριθ.395/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 4-4-2013 με αριθμό κατάθεσης 51394/2013 αγωγής αυτών.
Απορρίπτει την αγωγή και
Καταδικάζει τους αμέσως ανωτέρω αναιρεσίβλητους στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν πενήντα (1.150) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ