Legislator Giurisprudenza & Legislazione
966/2019 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on trademark infringement, upholding lower court's finding of unfair competition.

Numero d'incarto 966/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court of Athens' final judgment regarding trademark infringement. The appellant argued that the respondent's actions constituted unfair competition by leveraging the appellant's brand reputation, while the respondent maintained their defense was legally sound. The court rejected the appeal because the lower court's reasoning was logically complete and did not violate the relevant trademark and unfair competition statutes.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 16, 26 of Law 2239/1994; Articles 125, 150 of Law 4072/2012; Article 4 paragraph 1 gamma of Law 2239/1994; Article 124 paragraph 1 gamma of Law 4072/2012: A court decision is not subject to appeal if it correctly applies statutory provisions to establish that a party used a famous trademark to mislead consumers into believing an economic or organizational link exists with the trademark owner.

Parole chiave

Generato dall'IA
trademark infringement unfair competition famous trademark consumer confusion appeal dismissal legal reasoning statutory violation etichettatura e immissione sul mercato

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 16, 26 of Law 2239/1994
Articles 125, 150 of Law 4072/2012
Article 4 paragraph 1 gamma of Law 2239/1994
Article 124 paragraph 1 gamma of Law 4072/2012
Article 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 57 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 966 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 966/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... A.E.", που εδρεύει στον Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Πετρόγλου και Άλκηστη-Ειρήνη Μαλάμη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Σαριδάκη που διόρισε τους παρόντες δικηγόρους Δημήτριο Τζουγανάτο και Χρήστο Χρυσάνθη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1385/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/8/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1385/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας. Η αναιρεσίβλητη με την από 5-12-2013 αγωγή της,κατά της αναιρεσείουσας και κατά της Ε.Π.Ε με την επωνυμία ...,επικαλούμενη προσβολή των περιγραφόμενων δύο σημάτων της από τις εναγόμενες, ζήτησε την παροχή έννομης προστασίας κατά τις διατάξεις περί σημάτων. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η 105/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ανέστειλε την εκδίκαση της αγωγής ως προς τη δεύτερη εναγόμενη και απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 10-9-2015 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1385/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών,η οποία δέχτηκε τυπικά και κατ ουσίαν την έφεση,εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ακολούθως δε κράτησε και δίκασε την ανωτέρω αγωγή, την οποία δέχτηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη.

Ήδη η εν μέρει ηττηθείσα αναιρεσείουσα, ζητεί με την από 16-8-2016 κρινόμενη αίτησή της την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του περί νομικής επάρκειας της αγωγής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Ειδικότερα, αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης.

Αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε, όμως, περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός ( Ολ ΑΠ 112/2008,ΑΠ 8/2017).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., άλλως από τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου άρθρου, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της περί αοριστίας του αγωγικού ισχυρισμού για το χαρακτήρα των σημάτων της ενάγουσας, ως σημάτων φήμης και της προσβολής αυτών, τον οποίο είχε παραδεκτώς προβάλλει ως εναγόμενη στην πρωτοβάθμια δίκη, προς απόκρουση της αγωγικής αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης .

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, πρότεινε ισχυρισμό περί αοριστίας της ανωτέρω αγωγής μόνο ως προς το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για το λόγο ότι <<η ενάγουσα δεν επικαλείται στην υπό κρίση αγωγή της τα αναγκαία περιστατικά στον κανόνα δικαίου,δεν εξηγεί πως και γιατί υφίσταται υπαιτιότητα εκ μέρους μας,η οποία είναι προϋπόθεση από το νόμο και δεν εξηγεί πως υπολογίζει το ύψος της αιτούμενης αποζημίωσης>>.

Συνεπώς,αφού περιστατικά περί αοριστίας του αγωγικού ισχυρισμού για το χαρακτήρα των σημάτων της ενάγουσας, ως σημάτων φήμης και προσβολής αυτών, στα οποία η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, δεν προτάθηκαν με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 121, 122, 124, 125, 134, 135, 139, 145 παρ. 1, 147 παρ. 1 και 2, 148 παρ. 1 και 2 και 150 του Ν. 4072/2012 "Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέα εταιρική μορφή - Σήματα - Μεσίτες ακινήτων - Ρύθμιση θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις", καθώς και εκείνες των άρθρων 1, 3, 4, 6, 8 παρ. 1, 14, 15, 18 και 26 του προισχύσαντος Ν. 2239/1994 "περί σημάτων", ερμηνευόμενες σύμφωνα με την οδηγία 89/104/Ε.Κ της 21-12-1988, οι οποίες εφαρμόζονται στην προκείμενη υπόθεση, κατά τα άρθρα 2 ΑΚ και 24 ΕισΝΑΚ, λόγω του χρόνου που έγινε δεκτό ότι έλαβε χώρα η προσβολή των σημάτων της αναιρεσίβλητης (Μάρτιος 2012 και Ιούλιος 2013 ) προκύπτουν τα εξής :

α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο επιδεκτικό παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης, από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, τέτοιο δε σημείο είναι και η απεικόνιση του σχήματος του προϊόντος ή της συσκευασίας αυτού, ιδίως όταν πρόκειται για εντελώς πρωτότυπη και ιδιόμορφη συσκευασία ή σχήμα .

β) Με την καταχώριση του σήματος στο μητρώο σημάτων (άρθρα 122, 147 Ν. 4072/2012 και άρθρα 6 επ. του Ν. 2239/1994) παρέχεται στον καταθέτη το απόλυτο δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του σήματος (μέχρι να διαγραφεί κατά τη νόμιμη διαδικασία) στα προϊόντα ή εμπορεύματα, για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται,όποιος δε χρησιμοποιεί, χωρίς τη θέληση του δικαιούχου και κατά τρόπο που προσήκει μόνο στον τελευταίο, σημείο το οποίο προσβάλλει το σήμα του δικαιούχου,μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο.

γ) Η απαγόρευση προσβολής προγενέστερου σήματος διαβαθμίζεται σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία το μεταγενέστερο σημείο ταυτίζεται με το προγενέστερο σήμα και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που επίσης ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα (ταύτιση σήματος - σημείου και προϊόντων).

Στο δεύτερο επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία, είτε το μεταγενέστερο σημείο ταυτίζεται με το προγενέστερο σήμα και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα όμοια με εκείνα που διακρίνει το τελευταίο είτε το μεταγενέστερο σημείο ομοιάζει με το προγενέστερο σήμα και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που ταυτίζονται με εκείνα που διακρίνει επίσης το τελευταίο (ταυτότητα σήματος - σημείου και ομοιότητα προϊόντων ή ταυτότητα προϊόντων και ομοιότητα σήματος -σημείου).

Στην πρώτη περίπτωση της ταυτότητας σήματος - σημείου και προϊόντων η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου σύγχυσης, ο οποίος θεωρείται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει, αφού το σήμα δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία του, που είναι να διακρίνει στην αγορά την προέλευση του προϊόντος από ορισμένη επιχείρηση (βλ.

ΔΕΚ υπόθεση C- 206/2001, απόφαση από 12-11-2002, Arsenal, σκέψη 50). Στη δεύτερη περίπτωση η προστασία του προγενεστέρου σήματος είναι σχετική και απαιτείται ως πρόσθετο στοιχείο κίνδυνος σύγχυσης ή συσχέτισης του σήματος και του σημείου .δ) Εκείνος που έχει καταθέσει νομίμως για ορισμένο προϊόν ή αντικείμενο εμπορίας σήμα,εγκεκριμένο τελεσίδικα από το αρμόδιο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο,δικαιούται από την κατάθεση αυτού και εφεξής για όσο χρόνο δεν διαγράφεται νομίμως,να ζητήσει από κάθε τρίτο,που χρησιμοποιεί σε όμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του αυτούσιο το σήμα,ή που χρησιμοποιεί σε όμοια ή παρόμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του το σήμα κατά παραποίηση ή απομίμηση,να παραλείπει τη χρήση ή να αποκαταστήσει τη σχετική ζημιά,ή και τα δύο .

Τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν ούτε παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής του σήματος (άρθρο 158 του ν. 4072/20102 και 32 του προϊσχύσαντος ν. 2239/1994) και δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν τη νόμιμη προστασία του έστω και αν υποπέσει στην αντίληψη τους ύπαρξη λόγου μη έγκρισης ή διαγραφής του (ΑΠ 575/2017,ΑΠ 1731/2014, ΑΠ 344/2013, ΑΠ 62/2013) .

Τέλος, ιδιαίτερη κατηγορία σημάτων αποτελούν τα "σήματα φήμης" (άρθρο 4 παρ. 1γ του προϊσχύσαντος ν. 2239/1994 και 124 παρ. 1γ' του ν. 4072/2012). Στα σήματα αυτά ο νομοθέτης παρέχει διευρυμένη νομική προστασία, πέραν της προβλεπόμενης για τα κοινά διακριτικά γνωρίσματα, προς τον σκοπό αφ' ενός της αποτροπής του παρασιτικού ανταγωνισμού από τρίτους, πλην του δικαιούχου, συνισταμένου στην εμπορική αξιοποίηση της φήμης του σήματος προς το ίδιο αθέμιτο όφελος και αφ' ετέρου του κινδύνου υπονόμευσης της ιδιαίτερης διακριτικής δύναμης των σημάτων αυτών Η έννοια του << σήματος φήμης >>,μη προσδιοριζόμενη από το νομοθέτη,δύναται να καθοριστεί με βάση ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια,όπως, α) αυξημένος βαθμός καθιέρωσης του σήματος στις συναλλαγές, με την έννοια ότι η ανταγωνιστική δύναμη της ένδειξης να εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό,να έγινε δηλαδή γνωστή πέρα από το σχετικό κύκλο των καταναλωτών, β) μοναδικότητα του σήματος, με την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, γ) η ιδιοτυπία στην εν γένει εμφάνιση και στην εκφραστική του δύναμη, δ) η ύπαρξη μια ιδιαίτερα θετικής εκτίμησης καταναλωτικού του κοινού (παραστάσεις ποιότητας) σχετικά με τα προϊόντα που διακρίνει, ε) το καλυπτόμενο από το σήμα σημαντικό μερίδιο αγοράς, η χρονική διάρκεια της χρησιμοποίησης του, στ) το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την προβολή του, ζ) η γεωγραφική έκταση,εντός της οποίας το σήμα χαίρει φήμης (ΔΕΚ,υπόθεση C- 375/97, General Motors ).

Αν πρόκειται περί σήματος φήμης, η χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου σημείου- σήματος είναι απαγορευμένη, αν θα προσπόριζε στο χρήστη αυτού, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος. Επί ενός τέτοιου σήματος δεν είναι απαραίτητο να δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης ( ΔΕΚ,υπόθεση C -252/2007, ΑΠ 575/2017, ΑΠ 486/2015 ).

Αρκεί ότι η χρήση του θα βλάψει τον διακριτικό χαρακτήρα ή την φήμη του σήματος φήμης ή θα προσπορίσει χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος στον μεταγενέστερο μη δικαιούχο. Ειδικότερα, ενόψει της ανωτέρω διευρυμένης νομικής προστασίας του σήματος φήμης, η προστασία του έναντι του κινδύνου της υπόσκαψης, δεν συναρτάται οπωσδήποτε από την διαπίστωση τέτοιου βαθμού ομοιότητος μεταξύ του φημισμένου σήματος και του υπό του μη δικαιούχου χρησιμοποιημένου σημείου, ώστε να υφίσταται κίνδυνος συγχύσής τους από το ενδιαφερόμενο κοινό.

Αρκεί η ύπαρξη, για την προστασία του σήματος φήμης, κάποιου βαθμού ομοιότητος μεταξύ των δύο σημάτων, ώστε να είναι δυνατή υπό του καταναλωτικού κοινού συνειρμική διασύνδεση του υπό του μη σηματούχου χρησιμοποιουμένου σημείου και του σήματος φήμης. Αθέμιτο δε όφελος προσπορίζεται ο τρίτος, όταν, χρησιμοποιώντας το ξένο σήμα φήμης, μεταφέρει στα προϊόντα που παράγει ή εμπορεύματα ή υπηρεσίες που προσφέρει την καλή εντύπωση που έχουν για το σήμα οι συναλλαγές, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ο δικαιούχος του σήματος φήμης βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με τον τρίτο ή ότι επεξέτεινε τη δραστηριότητά του και στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του τρίτου και εφόσον αυτός ο (τρίτος) καρπώνεται χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια του σηματούχου να καθιερώσει το σήμα του στην αγορά.

Βλάβη του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος φήμης επέρχεται, κυρίως, όταν αυτό χάνει την ελκτική του δύναμη. Το τελευταίο επέρχεται ακόμη και όταν το διακριτικό γνώρισμα του τρίτου χρησιμοποιείται σε ανόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες. Παρά δε την γραμματική διατύπωση των διατάξεων του εδαφίου γ του άρθρου 4 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Ν. 2239/1994 και 124 παρ 1γ του Ν. 4072/2012, στις οποίες γίνεται μνεία περί μη παρομοίων προϊόντων ή υπηρεσιών, οι διατάξεις αυτές, τελολογικώς ερμηνευομένες πρέπει να ερμηνευθούν διασταλτικώς, καταλαμβάνουσες και τις περιπτώσεις που το προγενέστερο σήμα φήμης χρησιμοποιείται από τον μη δικαιούχο προς διάκριση πανομοιότυπων ή παρομοίων προϊόντων ή υπηρεσιών.

Τούτο δε, γιατί η ανωτέρω μνεία έχει ως σκοπό μόνο να υπογραμμίσει, ότι οι κανόνες αυτοί έχουν εφαρμογή και όταν δεν είναι παρόμοια τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες (βλ. Απόφαση ΔΕΚ στην υπόθεση C- 408/01 ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5§2 της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, που είναι ταυτόσημο με τις προαναφερόμενες διατάξεις, ΑΠ 575/2017, Α.Π.1030/2008).

Στην περίπτωση χρήσης του προγενέστερου ξένου σήματος φήμης από μη δικαιούχο σε πανομοιότυπα προϊόντα του,ο κίνδυνος άντλησης αθέμιτου οφέλους είναι αυταπόδεικτος . Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον στην προκείμενη υπόθεση μέρος της, τα ακόλουθα : << Η ενάγουσα ιδρύθηκε το έτος 1922 και έκτοτε ασχολείται με την παραγωγή μπισκότων και συναφών ειδών, ενώ είναι δικαιούχος των υπ' αριθμ. ...030 και ...031 σημάτων, τα οποία έγιναν δεκτά με την υπ' αριθμ. 3681/1997 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών το πρώτο και με την υπ' αριθμ. 4846/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών το δεύτερο, έχουν δε καταστεί αμετάκλητα και καταχωρήθηκαν στις 19-4-1999 και 17-3-2004 αντίστοιχα στο ειδικό βιβλίο σημάτων και έκτοτε κατόπιν νομίμων ανανεώσεων ισχύουν μέχρι τις 29-4-2023.

Το πρώτο σήμα με αριθμό ...030 έχει διασχηματισμό μακρόστενου κυλίνδρου (πούρου) που σχηματίζεται με τύλιγμα λεπτού φύλλου γκοφρέτας (με προορισμό γεμιστές γκοφρέτες κλάσης 30) το δε δεύτερο σήμα με αριθμό ...031 έχει διασχηματισμό όρθιου κυλινδρικού μεταλλικού κουτιού (με προορισμό συσκευασίας για γεμιστές γκοφρέτες, κλάσης 30).

Από το έτος 1978, πριν τα ως άνω σήματα καταχωρηθούν, μέχρι σήμερα, η ενάγουσα παράγει και κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά το άνω προϊόν της (γεμιστή γκοφρέτα) με την ονομασία "...", συνδυάζει δε και τα δύο σήματα της που είναι τρισδιάστατα, ήτοι τόσο το σχήμα του προϊόντος γκοφρέτα σε σχήμα πούρου, όσο και το σχήμα του κουτιού συσκευασίας (όρθιο κυλινδρικό κουτί).

Το ένδικο προϊόν της ενάγουσας έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: είναι μια μακρόστενη κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου, συσκευασμένη σε όρθιο μεταλλικό κυλινδρικό κουτί ύψους 14,5 εκατοστών και διαμέτρου 10 εκατοστών περίπου ως προς την συσκευασία των 400 γραμμαρίων και 11 εκατοστών και διαμέτρου 7 εκατοστών περίπου ως προς τη συσκευασία των 115 γραμμαρίων, της οποίας (συσκευασίας) η επάνω βάση είναι διασκευασμένη με ειδικό άνοιγμα ασφαλείας μιας χρήσης και λειτουργεί με πίεση της- κατάλληλα διαρρυθμισμένης - οπής υποδοχής του δακτύλου του χρήστη και έλξης του μεταλλικού τμήματος, μετά την απόσπαση του οποίου η εν λόγω επάνω βάση καλύπτεται με πλαστικό κυλινδρικό πώμα (καπάκι) επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό την διατήρηση αναλλοίωτου του προϊόντος μέχρι την ολοσχερή κατανάλωσή του.

Το προϊόν αυτό κυκλοφορεί σε τρεις γεύσεις: α) καφέ, με γέμιση κρέμας φουντουκιού και κακάο σκουρότερου χρώματος καφέ για τη γεύση της πραλίνας, β) μπεζ και καφέ με γέμιση χρώματος καφέ για την γεύση καπουτσίνο και γ) άσπρο και καφέ με γέμιση άσπρου χρώματος για την γεύση βανίλιας και σε τρεις διαστάσεις των 400, 250 και 115 γραμμαρίων.

Η πλέον διαδεδομένη στην αγορά είναι η γεύση κρέμας φουντουκιού με κακάο που κυκλοφορεί συσκευασμένη στον προεπριγραφόμενο τύπο κουτιού, με λευκό και κόκκινο φόντο. Στην εξωτερική επιφάνεια του κουτιού υπάρχει συνδυασμός λεκτικών και οπτικών απεικονίσεων και συγκεκριμένα απεικονίζονται επί αυτού κατά τα 2/3 περίπου του μήκους τους στο κέντρο μία δέσμη γκοφρετών με λοξό άνοιγμα προς τα επάνω, ήτοι όρθιες γεμιστές κυλινδρικές γκοφρέτες (πουράκια) με το περίβλημα τους σε χρώμα καφέ και σκουρότερο καφέ η γέμιση τους.

Στο επάνω μέρος των δύο όψεων του κουτιού αναγράφεται με λευκά γράμματα σε κόκκινο φόντο και μέσα σε λευκό κύκλο το γράμμα "Π", στο επάνω μέρος του οποίου υπάρχει βασιλικό στέμμα, κάτω δε από το δεξιό σκέλος του αναγράφεται ο αριθμός 1922 που είναι η χρονολογία έναρξης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ενάγουσας.

Στη συνέχεια του γράμματος αυτού ακολουθεί σε ερυθρή ταινία - πλαίσιο με λευκό περίγραμμα η λέξη "..." (με ελληνικούς χαρακτήρες) που είναι και η επωνυμία της ενάγουσας και στην άλλη όψη του κουτιού με λατινικούς χαρακτήρες η ίδια λέξη "...", ενώ κάτω από την λέξη αυτή και στο κέντρο της συσκευασίας αναγράφεται με λευκά μεγάλα καλλιγραφικά γράμματα και λατινικούς χαρακτήρες, σε κόκκινο φόντο η λέξη "..." υπογραμμισμένη με λευκή παχειά γραμμή, που ομοίως είναι σήμα της ενάγουσας.

Στο λευκό πλαστικό καπάκι του κουτιού αναγράφεται επίσης η λέξη "..." ενώ πάνω από αυτήν υπάρχει μέσα σε κύκλο το γράμμα "Π", στην κεφαλή του οποίου είναι σχεδιασμένο όπως προαναφέρθηκε βασιλικό στέμμα και κάτω από το αριστερό σκέλος του αναγράφεται ο αριθμός 1922. Το άνω αναφερθέν σχήμα της μακρόστενης κυλινδρικής γκοφρέτας σε σχήμα πούρου έχει έντονο διακριτικό χαρακτήρα, αφού ήταν ασύνηθες στον χώρο των γεμιστών γκοφρετών, μέχρι την υιοθέτηση του από την ενάγουσα κατά τα έτος 1978, όπως επιβεβαιώνεται και από την υπ' αριθμ. 3681/1997 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ως προς τον διακριτικό χαρακτήρα του ...030 σήματος τα εξής: "...το προϊόν που διακρίνει το ανωτέρω σήμα δεν είναι πούρο, αλλά γκοφρέτες γεμιστές σε σχήμα πούρου, ήτοι σχήμα που δεν είναι συνηθισμένο στις συναλλαγές για το συγκεκριμένο προϊόν".

Αντίστοιχα, σχετικά με το σχήμα της συσκευασίας του εν λόγω προϊόντος της ενάγουσας η υπ' αριθμόν 4846/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών δέχθηκε ως προς τον διακριτικό χαρακτήρα του συνδεομένου με αυτό με αριθμό ...031 σήματος τα ακόλουθα: "...το επίμαχο σήμα δύναται πράγματι να εξατομικεύσει το προϊόν της εκκαλούσας επιχειρήσεως για το οποίο κατατέθηκε (γκοφρέτα γεμιστή της κλάσεως 30), δεδομένου μάλιστα ότι η διάδοση του προϊόντος στο ευρύ καταναλωτικό κοινό επί σειρά ετών πριν από την κατάθεση του εν λόγω σήματος συνέδεσε το συγκεκριμένο σχήμα της συσκευασίας με το προϊόν που περιέχει και έτσι απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα, ώστε να αναγνωρίζεται το συγκεκριμένο προϊόν από το αγοραστικό κοινό".

Οι προαναφερθείσες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο για την κρίση τους περί διακριτικότητας των ενδίκων σημάτων κατ' άρθρο 158 παρ. 2 ν. 4072/2012 και 32 παρ. 2 του ν. 2239/1994. Τα τρισδιάστατα αυτά σήματα που προϊόντος της ενάγουσας, λόγω της ιδιομορφίας και συσκευασίας τους, κατέχουν σημαντικό ποσοστό (8%) στο σύνολο της αγοράς του μπισκότου και λόγω της διαρκούς και συστηματικής διαφήμισης τους, χαίρουν μεγάλης φήμης στο οικείο καταναλωτικό κοινό, το οποίο - δεδομένου ότι τα καλυπτόμενα από αυτά (σήματα) προϊόντα (γεμιστές γκοφρέτες) απευθύνονται στο σύνολο των καταναλωτών - αποτελείται από τον μέσο καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο προαναφερόμενος μέσος καταναλωτής αναζητεί και αναγνωρίζει τις γεμιστές αυτές γκοφρέτες στην αγορά ως "πουράκια" και όχι με την ονομασία "..." λόγω δε της πολυετούς κυκλοφορίας του στην ελληνική αγορά, συνδέθηκε συνειρμικά στη συνείδηση του καταναλωτή με την παραγωγό αυτού (προϊόντος) ενάγουσα εταιρεία και ταυτίσθηκε με αυτήν.

Τα ίδια ισχύουν και για το κυλινδρικό σχήμα της ως άνω συσκευασίας, με την οποία διαθέτει το προϊόν της η ενάγουσα στην αγορά από το έτος 1978 που κυκλοφόρησε, η οποία (συσκευασία) είχε συνδεθεί στη συνείδηση του κοινού με το συγκεκριμένο είδος γεμιστής γκοφρέτας. Λαμβανομένων δε υπόψη των ανωτέρω, ήτοι της θετικής εκτίμησης του καταναλωτικού κοινού σταθερά επί μακρό χρονικό διάστημα για το εν λόγω προϊόν, τον αυξημένο βαθμό καθιέρωσης του στις συναλλαγές καλύπτοντας σημαντικό μερίδιο στην αγορά και της αναζητήσεως του από το μέσο καταναλωτή ως προϊόντος προερχόμενου από την ενάγουσα με την οποία το ταυτίζει, τα ένδικα σήματα της τελευταίας αποτελούν σήματα φήμης.

Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη έχει αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας την αντιπροσώπευση, διανομή και εμπορία ειδών διατροφής και λοιπών καταναλωτικών προϊόντων. Περί τις αρχές Μαρτίου 2012 και ακολούθως περί τα τέλη Ιουλίου 2013 η πρώτη εναγομένη άρχισε να διαθέτει μεταξύ άλλων και σε καταστήματα των Αθηνών, ως προϊόν ιδιωτικής ετικέτας, κυλινδρικές γεμιστές γκοφρέτες με την ονομασία "..." και την ένδειξη "κρέμα φουντούκι - κακάο", σε κυλινδρική συσκευασία κουτιού χρώματος κόκκινου σκούρου - καφέ των 125 γραμμαρίων και των 400 γραμμαρίων αντίστοιχα.

Το προϊόν αυτό που ανήκει στην κατηγορία "γκοφρέτα ...", το παρήγαγε και το συσκεύαζε για λογαριασμό της η δεύτερη εναγόμενη, μη διάδικος στην παρούσα δίκη. Ειδικότερα πρόκειται για μακρόστενη κυλινδρική γκοφρέτα με γέμιση πραλίνα, συσκευασμένη σε κυλινδρικό μεταλλικό κουτί ύψους 13,5 εκατοστών και διαμέτρου 10 εκατοστών περίπου για την συσκευασία των 400 γραμμαρίων και ύψους 11 εκατοστών και διαμέτρου 7 εκατοστών περίπου για τη συσκευασία των 125 γραμμαρίων.

Η συσκευασία αυτή έχει αποχρώσεις κόκκινου σκούρου χρώματος, στο επάνω μέρος σε δύο όψεις συνεχόμενες αναγράφεται με καφέ σκούρα μεγάλα γράμματα η λέξη "...", που έχουν λευκό περίγραμμα και μετά απ' αυτό καφέ και κίτρινο περίγραμμα. Από κάτω, με μικρότερα γράμματα κίτρινου χρώματος αναγράφονται οι λέξεις "κρέμα φουντούκι - κακάο".

Επίσης επί της συσκευασίας αυτής σε δύο όψεις συνεχόμενες κάτω από τα γράμματα, απεικονίζονται 13 όρθιες κυλινδρικές γεμιστές γκοφρέτες (πουράκια) κατά τα 2/3 περίπου του μήκους τους σε διάταξη σχεδόν ακτινωτή, αριστερά των οποίων υπάρχουν τρία φουντούκια, ενώ το πλαστικό καπάκι έχει χρώμα κόκκινο σκούρο (κεραμιδί).

Από την σύγκριση των άνω προϊόντων και των συσκευασιών των διαδίκων εταιρειών προκύπτει ότι υπάρχει ομοιότητα ως προς το σχήμα της παραγόμενης γκοφρέτας (κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου), ως προς το είδος και το σχήμα της συσκευασίας (όρθιο μεταλλικό κυλινδρικό κουτί που κλείνει αεροστεγώς και ανοίγει κατά τον τρόπο που ανωτέρω αναφέρθηκε).

Λόγω αυτού του πανομοιότυπου χαρακτήρα των σχημάτων των προϊόντων των διαδίκων (γκοφρέτας και συσκευασίας), της ισχυρής φήμης των ενδίκων σημάτων της ενάγουσας, αλλά και του έντονου διακριτικού χαρακτήρα τους, είτε εγγενούς είτε αποκτηθέντος με την χρήση τους στην αγορά, θα είναι δυνατή από τον μέσο καταναλωτή συνειρμική διασύνδεση του προϊόντος της μη σηματούχου εναγομένης και των τρισδιάστατων σημάτων φήμης που συνιστούν το προϊόν της ενάγουσας, τούτο δε, ανεξαρτήτως της χρήσεως διαφορετικών χρωμάτων και απεικονίσεων στις συσκευασίες κάθε προϊόντος, καθόσον δεν πρόκειται για σύνθετο σήμα, το οποίο αποτελείται από λεκτικές ενδείξεις και απεικονίσεις, ώστε να προσφέρεται προς σύγκριση με τις ενδείξεις που χρησιμοποιεί η εναγομένη, αλλά συνίσταται αποκλειστικά στην ορθή κυλινδρική συσκευασία χωρίς απεικόνιση, χρώμα ή λέξεις, η δε γεμιστή κυλινδρική γκοφρέτα στο σχήμα του πούρου, με τα οποία ταυτίζονται τα άνω σήματα της ενάγουσας.

Πιο συγκεκριμένα αφ' ενός λόγω του έντονου διακριτικού χαρακτήρα των σημάτων της ενάγουσας, τα οποία κατά το χρόνο κατοχύρωσης τους αποτελούσαν πρωτοτυπία στην ελληνική αγορά και αφ' ετέρου της διαχρονικής σταθερής χρήσης και προτίμησης τους από τους καταναλωτές ως εγγυημένα προϊόντα, έχοντας την εύλογη προσδοκία ότι το σήμα που φέρουν αποτελεί εγγύηση προσφοράς της ίδιας πάντοτε ποιότητας, - καθόσον τα πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα που διατέθηκαν από ανταγωνιστικές επιχειρήσεις συγχρόνως ή και μετά την κατάθεση των σημάτων της ενάγουσας δεν είχαν την ίδια σταθερή πορεία και προτίμηση -υφίσταται ο κίνδυνος συσχέτισης που τυχόν πραγματοποιεί ο καταναλωτής ανάμεσα στα σήματα της ενάγουσας και τα σημεία της εναγομένης και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, όπως και στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, σε περίπτωση ταυτότητας σήματος και σημείου, όπως εν προκειμένω, θεωρείται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι υφίσταται ο κίνδυνος σύγχυσης.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι σημασία έχει η συνολική εντύπωση που δίνουν τα προϊόντα - και εν προκειμένω αυτού της ιδίας με την ονομασία "..." και αυτού της ενάγουσας με την ονομασία "..." - και ότι δεν πρέπει να συγκρίνονται μεμονωμένα στοιχεία που υπάρχουν σ' αυτά, δεν είναι λυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί, αφού πρόκειται για προσβολή σημάτων, όπως αυτά κατατέθηκαν, έγιναν δεκτά και κατοχυρώθηκαν υπέρ της ενάγουσας χωρίς το συνολικό διασχηματισμό του προϊόντος με απεικονίσεις και λεκτικές ενδείξεις ως προς τους οποίους (διασχηματισμούς) δεν είναι επιτρεπτό στην περίπτωση αυτή να χωρίσει σύγκριση.

Οι προαναφερόμενες διαφορές στην εξωτερική εμφάνιση των δύο συσκευασιών ως προς το χρώμα, τις απεικονίσεις και τις λεκτικές ενδείξεις, δεν ασκούν επιρροή, αφού γίνεται σύγκριση μόνο μεταξύ των τρισδιάστατων σημάτων της, όπως αυτά έχουν κατοχυρωθεί και των αντίστοιχων τρισδιάστατων σημείων της εναγομένης, όπως χρησιμοποιούνται αυτά καθεαυτά χωρίς τις εξωτερικές απεικονίσεις της συσκευασίας, δεδομένου ότι το σήμα της ενάγουσας που αναφέρεται στη συσκευασία δεν είναι σύνθετο σήμα, ώστε να προσφέρεται προς σύγκριση με τις ενδείξεις που χρησιμοποιεί η εναγόμενη, αλλά συνίσταται αποκλειστικά στην όρθια κυλινδρική μεταλλική συσκευασία, χωρίς οποιαδήποτε απεικόνιση, χρώμα ή λέξεις.

Ούτε εξ άλλου η χρήση των ενδίκων σημάτων της από την ενάγουσα με τους διασχηματισμούς που ανωτέρω αναφέρθηκαν, ήτοι τις εξωτερικές απεικονίσεις και λεκτικές ενδείξεις (που επίσης έχουν καταχωρηθεί ως σήματα της), διαστέλλει ή διευρύνει το χαρακτήρα του σήματος σε σχέση με αυτό που κατατέθηκε και αναγνωρίσθηκε δικαιούχος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη, αφού δεν αλλάζει η ιδιοτυπία του σήματος και ο προορισμός του, αλλά τα χρησιμοποιεί με τον διασχηματισμό που τα έχει καταθέσει....

Εξάλλου, κατά τη χρήση των ως άνω σημάτων της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή ως προς την προέλευση του προϊόντος της, καθ' όσον είναι δεδομένη η διακριτική ικανότητα των διασχηματισμών που η ενάγουσα έχει κατοχυρώσει ως σήματα, η οποία δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί ή ερευνηθεί ούτε παρεμπιπτόντως ενώπιον του παρόντος πολιτικού δικαστηρίου που κρίνει το ζήτημα της προστασίας των ενδίκων σημάτων, αφού ο δικαιούχος του σήματος προστατεύεται πλήρως μέχρι την αμετάκλητη διαγραφή του σήματος.

Άλλωστε, στην περίπτωση προσβολής των σημάτων φήμης, δεν απαιτείται οπωσδήποτε ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης ο οποίος όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, στην ταυτότητα σημάτων και σημείων, θεωρείται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει. Επιπλέον η χρήση των επίμαχων σημάτων της ενάγουσας η οποία γίνεται εν είδει σήματος στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας που διαθέτει η εναγομένη στην αγορά τροφίμων, δεν συνάδει προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στο εμπόριο, καθ'όσον δημιουργείται πράγματι όπως αναφέρθηκε, ο κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο άπειρο καταναλωτή, ο οποίος ερχόμενος σε επαφή με τη συσκευασία ή το προϊόν της εναγομένης, θα ανακαλέσει συνειρμικά στη μνήμη του τα επίδικα σήματα της ενάγουσας και δύναται ευλόγως να του δημιουργηθεί η εντύπωση ότι μεταξύ των επιχειρήσεων της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης υπάρχει εμπορική σχέση ή οικονομικός δεσμός και δη ότι το προϊόν της τελευταίας παρασκευάζεται για λογαριασμό της από την ενάγουσα με τις ίδιες προδιαγραφές και την ποιότητα που διακρίνει το ταυτόσημο προϊόν εκείνης, το οποίο μάλιστα διατίθεται σε υψηλότερη τιμή από αυτή του προϊόντος ιδιωτικής ετικέτας της εναγομένης.

Εν όψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εναγομένη με την ως άνω ενέργεια της επεδίωξε να επωφεληθεί από την έλξη, την φήμη και το κύρος των επιδίκων σημάτων προς απόσπαση πελατείας, χρησιμοποιώντας τα σήματα φήμης της ενάγουσας, μεταφέροντας στο διατιθέμενο εκ μέρους της προϊόν την καλή εντύπωση που έχουν για τα σήματα της ενάγουσας οι συναλλασσόμενοι, δημιουργώντας συνειρμικά την εντύπωση ότι η τελευταία βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με την εναγομένη ή επεξέτεινε την εμπορική δραστηριότητα της και στο άνω προϊόν της, καρπούμενη χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια της ενάγουσας επί σειρά ετών να οικοδομήσει και εδραιώσει την φήμη της και να καθιερώσει τα επίμαχα σήματα της στην αγορά >> Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές,το Εφετείο δέχτηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη, κράτησε και δίκασε την αγωγή,την οποία δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, πλην του αιτήματος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε την ένδικη αγωγή δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 18 και 26 του Ν. 2239/1994 και 125,150 του Ν.4072/2012 . Ειδικότερα, την εφαρμογή των διατάξεων αυτών δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι : 1) η αναιρεσίβλητη, είναι δικαιούχος των υπ' αριθμούς ...030 και ...031 σημάτων, από τα οποία το πρώτο έχει διασχηματισμό πούρου με προορισμό να διακρίνει γεμιστές γκοφρέτες, ενώ το δεύτερο έχει διασχηματισμό όρθιου κυλινδρικού κουτιού, το οποίο επίσης προορίζεται να διακρίνει γεμιστές γκοφρέτες, από το έτος δε 1978,πριν τα ανωτέρω σήματα καταχωρισθούν,παράγει και κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά το προϊόν της ..., στο οποίο συνδυάζει τα δύο αυτά τρισδιάστατα σήματά της, ήτοι γεμιστή γκοφρέτα σε σχήμα πούρου, συσκευασμένη σε όρθιο κυλινδρικό κουτί, 2) το σχήμα του πούρου, ήτοι μακρόστενη κυλινδρική γκοφρέτα, που ήταν ασύνηθες μέχρι την υιοθέτησή του από την αναιρεσίβλητη, καθώς επίσης η κυλινδρική συσκευασία του ανωτέρω προϊόντος, έχουν έντονο διακριτικό χαρακτήρα, όπως αντίστοιχα δέχθηκαν το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμόν 3681/1997 απόφασή του και το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με την 4846/2001 απόφασή του, 3) η αναιρεσείουσα περί τις αρχές Μαρτίου 2012 και περί τα τέλη Ιουλίου 2013 άρχισε να διαθέτει κυλινδρικές γεμιστές γκοφρέτες σε σχήμα πούρου, που τις συσκευάζει σε όρθιο κυλινδρικό κουτί, 4) από τη σύγκριση των άνω προϊόντων και των συσκευασιών των διαδίκων εταιριών προκύπτει ότι η εναγόμενη χρησιμοποιεί αυτούσια τα δύο επίμαχα σήματα της ενάγουσας (διασχηματισμό προϊόντος και συσκευασίας ) σε ταυτιζόμενα προϊόντα,δηλαδή ότι υπάρχει ταυτότητα των εκατέρωθεν ενδείξεων και ταυτότητα των εκατέρωθεν προϊόντων και ως εκ τούτου υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης, κατ αμάχητο τεκμήριο, 5) οι διαφορές στην εξωτερική εμφάνιση των δύο συσκευασιών ως προς το χρώμα,τις απεικονίσεις και τις λεκτικές ενδείξεις,δεν ασκούν έννομη επιρροή,αφού γίνεται σύγκριση μόνο μεταξύ των τρισδιάστατων σημάτων της αναιρεσίβλητης,όπως αυτά έχουν κατοχυρωθεί και των αντίστοιχων τρισδιάστατων σημείων της αναιρεσείουσας,όπως χρησιμοποιούνται αυτά καθεαυτά χωρίς τις εξωτερικές απεικονίσεις της συσκευασίας.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης,κατά το ένα μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και συγκεκριμένα της παραβίασης των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 18 και 26 του Ν. 2239/1994 και 125,150 του Ν.4072/2012, για το λόγο ότι προβαίνει σε κρίσεις άλλοτε περί ομοιότητας των σημάτων της αναιρεσίβλητης και του προϊόντος της (αναιρεσείουσας) και εξετάζει τη συνδρομή του κινδύνου σύγχυσης και άλλοτε περί ταυτότητας των εκατέρωθεν ενδείξεων και των εκατέρωθεν προϊόντων .

Από τις προαναφερόμενες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε την ύπαρξη ταυτότητας των σημάτων της αναιρεσίβλητης - με τα σημεία που χρησιμοποιεί η αναιρεσείουσα σε ταυτιζόμενα προϊόντα (ταύτιση σήματος - σημείου και προϊόντων) και την απόλυτη προστασία του προγενέστερου σήματος της αναιρεσίβλητης, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου σύγχυσης.

Μόνο σε ένα σημείο της απόφασης χρησιμοποιήθηκε η όρος <<ομοιότητα >> συγκεκριμένα δε έγινε δεκτό ότι <<Από την σύγκριση των άνω προϊόντων και των συσκευασιών των διαδίκων εταιρειών προκύπτει ότι υπάρχει ομοιότητα ως προς το σχήμα της παραγόμενης γκοφρέτας (κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου), ως προς το είδος και το σχήμα της συσκευασίας (όρθιο μεταλλικό κυλινδρικό κουτί που κλείνει αεροστεγώς και ανοίγει κατά τον τρόπο που ανωτέρω αναφέρθηκε).

Λόγω αυτού του πανομοιότυπου χαρακτήρα των σχημάτων των προϊόντων των διαδίκων (γκοφρέτας και συσκευασίας)...>> . Από τη διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε,σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, συνάγεται με σαφήνεια ότι ο όρος << ομοιότητα >> χρησιμοποιήθηκε με την έννοια της ταυτότητας των εκατέρωθεν ενδείξεων και των εκατέρωθεν προϊόντων των διαδίκων, ενώ οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί κινδύνου σύγχυσης είναι πλεοναστικές, αφού οι προαναφερόμενες παραδοχές στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της.

Συνεπώς ο λόγος αυτός, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο της αίτησης αναίρεσης,κατά το άλλο μέρος του, προβάλλονται ισχυρισμοί περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα ίδια ανωτέρω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης . Ο λόγος αυτός,από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,είναι απορριπτέος ως αβάσιμος,γιατί από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς τη χρήση από την αναιρεσείουσα αυτούσιων των επίμαχων σημάτων της αναιρεσίβλητης σε προϊόντα που ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία το σήμα έχει καταχωρισθεί, που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία,γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια,χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εδώ εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 18 και 26 του Ν. 2239/1994 και 125,150 του Ν.4072/2012, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το ένα μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και συγκεκριμένα της παραβίασης των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 4 παρ 1γ του Ν. 2239/1994 και 124 παρ 1γ του Ν.4072/2012, για το λόγο ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι τα ως άνω σήματα της αναιρεσίβλητης αποτελούν σήματα φήμης,εξετάζοντας μόνο κάποιους από τους έξι παράγοντες που απαιτούνται και όχι όλους,κατά δε το άλλο μέρος του, πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,για το λόγο ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι τα σήματα της αναιρεσίβλητης αποτελούν σήματα φήμης .

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι τα σήματα της αναιρεσίβλητης αποτελούν σήματα φήμης, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ 1γ του Ν. 2239/1994 και 124 παρ 1γ του Ν.4072/2012 . Ειδικότερα, την εφαρμογή των διατάξεων αυτών δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι τα επίμαχα σήματα- προϊόντα της αναιρεσίβλητης:

α) κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά από το έτος 1978 και απευθύνονται στο σύνολο των καταναλωτών επί σειρά ετών, δηλαδή υπάρχει αυξημένος βαθμός καθιέρωσης, β) δεν έχουν φθαρεί, ενώ παρόμοια προϊόντα δεν είχαν την ίδια σταθερή πορεία και εκτίμηση, γ) έχουν έντονο διακριτικό χαρακτήρα,αφού το καταναλωτικό κοινό αναγνωρίζει το προϊόν με βάση τα ένδικα τρισδιάστατα σήματα ως <<πουράκια>> και όχι με την ονομασία <<...>>, δ)προτιμώνται σταθερά από τους καταναλωτές ως εγγυημένο προϊόν, τα δε ένδικα σήματα αποτελούν εγγύηση προσφοράς της ίδιας πάντοτε ποιότητας,δηλαδή υπάρχει θετική εκτίμηση του κοινού, ε ) απευθύνονται στο σύνολο των καταναλωτών επί σειρά ετών και έχουν σημαντικό μερίδιο της αγοράς, στ ) καθιερώθηκαν στην αγορά από την επί σειρά ετών προσπάθεια της αναιρεσίβλητης να οικοδομήσει και να εδραιώσει τη φήμη τους και της διαρκούς και συστηματικής διαφήμισής τους.

Από τις προαναφερόμενες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι τα ανωτέρω σήματα της αναιρεσίβλητης αποτελούν σήματα φήμης εξετάζοντας όλα τα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια που απαιτούνται .

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης,κατά το άλλο μέρος του, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος,γιατί από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ζήτημα των σημάτων της αναιρεσίβλητης ως σημάτων φήμης,που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια,χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εδώ εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 4 παρ 1γ του Ν. 2239/1994 και 124 παρ 1γ του Ν.4072/2012, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης,κατά το ένα μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και συγκεκριμένα της παραβίασης των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 16,26 του ν. 2239/1994 και 125,150 του ν. 4072/2012 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 4 παρ 1γ του Ν. 2239/1994 και 124 παρ 1γ του Ν.4072/2012, για το λόγο ότι το Εφετείο για τη διαπίστωση της συνδρομής του κινδύνου συνειρμικής διασύνδεσης μεταξύ των σημάτων της αναιρεσίβλητης και δικού της του σημείου- προϊόντος δεν αξιολόγησε τη συνολική εντύπωση που δημιουργεί το δικό της προϊόν, λαμβάνοντας υπόψη τα διαφορετικά λεκτικά και εικαστικά στοιχεία στις συσκευασίες των εκατέρωθεν προϊόντων,κατά δε το άλλο μέρος του, πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει αιτιολογίες για το ανωτέρω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης .

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι υπήρξε προσβολή των σημάτων φήμης της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 16,26 του ν. 2239/1994 και 125,150 του ν. 4072/2012 σε συνδυασμό με αυτές 4 παρ 1γ του Ν. 2239/1994 και 124 παρ 1γ του Ν.4072/2012 . Ειδικότερα, την εφαρμογή των διατάξεων αυτών δικαιολογούσαν οι ακόλουθες παραδοχές της πρσβαλλόμενης απόφασης : << Λόγω αυτού του πανομοιότυπου χαρακτήρα των σχημάτων των προϊόντων των διαδίκων (γκοφρέτας και συσκευασίας), της ισχυρής φήμης των ενδίκων σημάτων της ενάγουσας, αλλά και του έντονου διακριτικού χαρακτήρα τους, είτε εγγενούς είτε αποκτηθέντος με την χρήση τους στην αγορά, θα είναι δυνατή από τον μέσο καταναλωτή συνειρμική διασύνδεση του προϊόντος της μη σηματούχου εναγομένης και των τρισδιάστατων σημάτων φήμης που συνιστούν το προϊόν της ενάγουσας, τούτο δε, ανεξαρτήτως της χρήσεως διαφορετικών χρωμάτων και απεικονίσεων στις συσκευασίες κάθε προϊόντος, καθόσον δεν πρόκειται για σύνθετο σήμα, το οποίο αποτελείται από λεκτικές ενδείξεις και απεικονίσεις, ώστε να προσφέρεται προς σύγκριση με τις ενδείξεις που χρησιμοποιεί η εναγομένη, αλλά συνίσταται αποκλειστικά στην ορθή κυλινδρική συσκευασία χωρίς απεικόνιση, χρώμα ή λέξεις, η δε γεμιστή κυλινδρική γκοφρέτα στο σχήμα του πούρου, με τα οποία ταυτίζονται τα άνω σήματα της ενάγουσας.

Πιο συγκεκριμένα αφ' ενός λόγω του έντονου διακριτικού χαρακτήρα των σημάτων της ενάγουσας, τα οποία κατά το χρόνο κατοχύρωσης τους αποτελούσαν πρωτοτυπία στην ελληνική αγορά και αφ' ετέρου της διαχρονικής σταθερής χρήσης και προτίμησης τους από τους καταναλωτές ως εγγυημένα προϊόντα, έχοντας την εύλογη προσδοκία ότι το σήμα που φέρουν αποτελεί εγγύηση προσφοράς της ίδιας πάντοτε ποιότητας, - καθόσον τα πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα που διατέθηκαν από ανταγωνιστικές επιχειρήσεις συγχρόνως ή και μετά την κατάθεση των σημάτων της ενάγουσας δεν είχαν την ίδια σταθερή πορεία και προτίμηση -υφίσταται ο κίνδυνος συσχέτισης που τυχόν πραγματοποιεί ο καταναλωτής ανάμεσα στα σήματα της ενάγουσας και τα σημεία της εναγομένης και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, όπως και στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, σε περίπτωση ταυτότητας σήματος και σημείου, όπως εν προκειμένω, θεωρείται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι υφίσταται ο κίνδυνος σύγχυσης.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι σημασία έχει η συνολική εντύπωση που δίνουν τα προϊόντα - και εν προκειμένω αυτού της ιδίας με την ονομασία "..." και αυτού της ενάγουσας με την ονομασία "..." - και ότι δεν πρέπει να συγκρίνονται μεμονωμένα στοιχεία που υπάρχουν σ' αυτά, δεν είναι λυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί, αφού πρόκειται για προσβολή σημάτων, όπως αυτά κατατέθηκαν, έγιναν δεκτά και κατοχυρώθηκαν υπέρ της ενάγουσας χωρίς το συνολικό διασχηματισμό του προϊόντος με απεικονίσεις και λεκτικές ενδείξεις ως προς τους οποίους (διασχηματισμούς) δεν είναι επιτρεπτό στην περίπτωση αυτή να χωρίσει σύγκριση.

Οι προαναφερόμενες διαφορές στην εξωτερική εμφάνιση των δύο συσκευασιών ως προς το χρώμα, τις απεικονίσεις και τις λεκτικές ενδείξεις, δεν ασκούν επιρροή, αφού γίνεται σύγκριση μόνο μεταξύ των τρισδιάστατων σημάτων της, όπως αυτά έχουν κατοχυρωθεί και των αντίστοιχων τρισδιάστατων σημείων της εναγομένης, όπως χρησιμοποιούνται αυτά καθεαυτά χωρίς τις εξωτερικές απεικονίσεις της συσκευασίας, δεδομένου ότι το σήμα της ενάγουσας που αναφέρεται στη συσκευασία δεν είναι σύνθετο σήμα, ώστε να προσφέρεται προς σύγκριση με τις ενδείξεις που χρησιμοποιεί η εναγόμενη, αλλά συνίσταται αποκλειστικά στην όρθια κυλινδρική μεταλλική συσκευασία, χωρίς οποιαδήποτε απεικόνιση, χρώμα ή λέξεις.

Ούτε εξ άλλου η χρήση των ενδίκων σημάτων της από την ενάγουσα με τους διασχηματισμούς που ανωτέρω αναφέρθηκαν, ήτοι τις εξωτερικές απεικονίσεις και λεκτικές ενδείξεις (που επίσης έχουν καταχωρηθεί ως σήματα της), διαστέλλει ή διευρύνει το χαρακτήρα του σήματος σε σχέση με αυτό που κατατέθηκε και αναγνωρίσθηκε δικαιούχος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη, αφού δεν αλλάζει η ιδιοτυπία του σήματος και ο προορισμός του, αλλά τα χρησιμοποιεί με τον διασχηματισμό που τα έχει καταθέσει....

Επιπλέον η χρήση των επίμαχων σημάτων της ενάγουσας η οποία γίνεται εν είδει σήματος στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας που διαθέτει η εναγομένη στην αγορά τροφίμων, δεν συνάδει προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στο εμπόριο, καθ' όσον δημιουργείται πράγματι όπως αναφέρθηκε, ο κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο άπειρο καταναλωτή, ο οποίος ερχόμενος σε επαφή με τη συσκευασία ή το προϊόν της εναγομένης, θα ανακαλέσει συνειρμικά στη μνήμη του τα επίδικα σήματα της ενάγουσας και δύναται ευλόγως να του δημιουργηθεί η εντύπωση ότι μεταξύ των επιχειρήσεων της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης υπάρχει εμπορική σχέση ή οικονομικός δεσμός και δη ότι το προϊόν της τελευταίας παρασκευάζεται για λογαριασμό της από την ενάγουσα με τις ίδιες προδιαγραφές και την ποιότητα που διακρίνει το ταυτόσημο προϊόν εκείνης, το οποίο μάλιστα διατίθεται σε υψηλότερη τιμή από αυτή του προϊόντος ιδιωτικής ετικέτας της εναγομένης.

Εν όψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εναγομένη με την ως άνω ενέργεια της επεδίωξε να επωφεληθεί από την έλξη, την φήμη και το κύρος των επιδίκων σημάτων προς απόσπαση πελατείας, χρησιμοποιώντας τα σήματα φήμης της ενάγουσας, μεταφέροντας στο διατιθέμενο εκ μέρους της προϊόν την καλή εντύπωση που έχουν για τα σήματα της ενάγουσας οι συναλλασσόμενοι, δημιουργώντας συνειρμικά την εντύπωση ότι η τελευταία βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με την εναγομένη ή επεξέτεινε την εμπορική δραστηριότητα της και στο άνω προϊόν της, καρπούμενη χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια της ενάγουσας επί σειρά ετών να οικοδομήσει και εδραιώσει την φήμη της και να καθιερώσει τα επίμαχα σήματα της στην αγορά >>.

Η μη αξιολόγηση από το Εφετείο των διαφορετικών λεκτικών και εικαστικών στοιχείων στις συσκευασίες των εκατέρωθεν προϊόντων, για τη διαπίστωση της συνδρομής του κινδύνου συνειρμικής διασύνδεσης μεταξύ των σημάτων της αναιρεσίβλητης και των σημείων της αναιρεσείουσας,είναι ορθή,καθόσον, πλέον όσων στις ανωτέρω αιτιολογίες γίνονται δεκτά,πρέπει να αναφερθεί ότι, στην περίπτωση που λαμβανόταν υπόψη και τα διαφορετικά λεκτικά και εικαστικά στοιχεία στις συσκευασίες των εκατέρωθεν προϊόντων,η προστασία θα << μετατοπιζόταν >> από το τρισδιάστατο σήμα στην ονομασία του προϊόντος και έτσι θα ακυρωνόταν η προστασία και τελικά ο λόγος αυτοτελούς ύπαρξης των τρισδιάστατων σημάτων.

Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης,κατά το άλλο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος,γιατί από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ζήτημα της σύγκρισης και συνολικής εντύπωσης μεταξύ των σημάτων φήμης -προϊόντος της αναιρεσίβλητης και των σημείων - προϊόντος της αναιρεσείουσας,που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια,χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εδώ εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 16,26 του ν. 2239/1994 και 125,150 του ν. 4072/2012 σε συνδυασμό με αυτές 4 παρ 1γ του Ν. 2239/1994 και 124 παρ 1γ του Ν.4072/2012, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με έλλειψη αιτιολογιών.

Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το ένα μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και συγκεκριμένα της παραβίασης των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 16,26 του ν. 2239/1994 και 125,150 του ν. 4072/2012 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 4 παρ 1γ του Ν. 2239/1994 και 124 παρ 1γ του Ν.4072/2012, για το λόγο ότι το Εφετείο για την παραδοχή της προσβολής των σημάτων της αναιρεσίβλητης διέγνωσε μόνο πρόθεση της αναιρεσείουσας για άντληση αθέμιτου οφέλους από τη φήμη των σημάτων της, όχι όμως και άντληση τέτοιου αθέμιτου οφέλους ή κίνδυνο άντλησης τέτοιου αθέμιτου οφέλους,κατά δε το άλλο μέρος του, πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,για το λόγο ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι υπήρξε προσβολή των σημάτων φήμης της αναιρεσίβλητης .

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι υπήρξε προσβολή των σημάτων της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 16,26 του ν. 2239/1994 και 125,150 του ν. 4072/2012 σε συνδυασμό με αυτές 4 παρ 1γ του Ν. 2239/1994 και 124 παρ 1γ του Ν.4072/2012 . Ειδικότερα, την εφαρμογή των διατάξεων αυτών δικαιολογούσαν οι ακόλουθες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης : << Επιπλέον η χρήση των επίμαχων σημάτων της ενάγουσας η οποία γίνεται εν είδει σήματος στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας που διαθέτει η εναγομένη στην αγορά τροφίμων, δεν συνάδει προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στο εμπόριο, καθ' όσον δημιουργείται πράγματι όπως αναφέρθηκε, ο κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο άπειρο καταναλωτή, ο οποίος ερχόμενος σε επαφή με τη συσκευασία ή το προϊόν της εναγομένης, θα ανακαλέσει συνειρμικά στη μνήμη του τα επίδικα σήματα της ενάγουσας και δύναται ευλόγως να του δημιουργηθεί η εντύπωση ότι μεταξύ των επιχειρήσεων της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης υπάρχει εμπορική σχέση ή οικονομικός δεσμός και δη ότι το προϊόν της τελευταίας παρασκευάζεται για λογαριασμό της από την ενάγουσα με τις ίδιες προδιαγραφές και την ποιότητα που διακρίνει το ταυτόσημο προϊόν εκείνης, το οποίο μάλιστα διατίθεται σε υψηλότερη τιμή από αυτή του προϊόντος ιδιωτικής ετικέτας της εναγομένης.

Εν όψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εναγομένη με την ως άνω ενέργεια της επεδίωξε να επωφεληθεί από την έλξη, την φήμη και το κύρος των επιδίκων σημάτων προς απόσπαση πελατείας, χρησιμοποιώντας τα σήματα φήμης της ενάγουσας, μεταφέροντας στο διατιθέμενο εκ μέρους της προϊόν την καλή εντύπωση που έχουν για τα σήματα της ενάγουσας οι συναλλασσόμενοι, δημιουργώντας συνειρμικά την εντύπωση ότι η τελευταία βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με την εναγομένη ή επεξέτεινε την εμπορική δραστηριότητα της και στο άνω προϊόν της, καρπούμενη χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια της ενάγουσας επί σειρά ετών να οικοδομήσει και εδραιώσει την φήμη της και να καθιερώσει τα επίμαχα σήματα της στην αγορά >>.

Εξέταση του ζητήματος της άντλησης αθέμιτου οφέλους ή του κινδύνου άντλησης τέτοιου αθέμιτου οφέλους δεν απαιτείτο, καθόσον,σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, στην περίπτωση χρήσης του προγενέστερου ξένου σήματος φήμης σε ταυτόσημα - πανομοιότυπα προϊόντα από μη δικαιούχο, όπως στην προκείμενη περίπτωση, ο κίνδυνος άντλησης αθέμιτου οφέλους είναι αυταπόδεικτος.

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της προσβολής των των σημάτων φήμης της αναιρεσίβλητης, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια,χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εδώ εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 16,26 του ν. 2239/1994 και 125,150 του ν. 4072/2012 σε συνδυασμό με αυτές 4 παρ 1γ του Ν. 2239/1994 και 124 παρ 1γ του Ν.4072/2012, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183, 189,191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-8-2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ... για αναίρεση της 1385/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ