Legislator Giurisprudenza & Legislazione
965/2024 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis due to rejection of claim as inadmissible.

Numero d'incarto 965/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's rejection of the plaintiffs' claim for liability. The plaintiffs argued the lower court failed to provide a legal basis for its decision, but the Court found the claim was rejected as inadmissible and ill-founded. Consequently, the Court held that the lower court did not examine the merits, making the appeal's arguments regarding lack of legal basis inadmissible.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(1), 559(11) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on lack of legal basis is inadmissible if the lower court rejected the claim as inadmissible or ill-founded without examining the merits.

Parole chiave

Generato dall'IA
lack of legal basis inadmissible claim appeal dismissal merits examination Code of Civil Procedure

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 965 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 965/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Λ., 2) Γ. Κ. του Δ., 3) Ε. Κ. του Γ. και 4) Δ. Χ. του Γ., απάντων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σκιαδιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Παπαϊωάννου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10148/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2833/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-9-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 30/9/2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 2833/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 10148/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 14/6/2016 αγωγή τους, ως προς τη θεμελιούμενη στις διατάξεις των Ν.2198/1994, Ν.3607/07, Ν.2251/1944 ,822 ΑΚ, 197,198, 288 και 914 ΑΚ βάση της περί ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης (αναιρεσίβλητης), ως αόριστη και με επάλληλη αιτιολογία ως μη νόμιμη, ως προς δε τη στηριζόμενη στην ΑΚ 288 βάση της περί αδικοπρακτικής και προσυμβατικής ευθύνης της, ως ουσία αβάσιμη, και αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή, στο σύνολό της, ως νόμω αβάσιμη.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 30/9/2020, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2018), και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 29/4/2020, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών (και θα έληγε κανονικά στις 30/4/2022) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 30/9/2020, δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία (διετία).

Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟΛΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023).

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1871/2022).

Σύμφωνα με τους "Κανόνες Συμπεριφοράς ΕΠΕΥ" που θεσπίστηκαν με την υπ'αριθμ.1/452/1.11.2007 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και αντικατέστησαν τον μέχρι τότε ισχύοντα "Κώδικα Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ" ορίζεται ότι: Άρθρο 5: "1.Η ΕΠΕΥ ενημερώνει τους νέους και τους υφιστάμενους πελάτες της ότι προέβη στην κατάταξή τους στην κατηγορία των ιδιωτών ή των επαγγελματιών πελατών ή των επιλέξιμων αντισυμβαλλομένων....".

Άρθρο 6 : "1.Η ΕΠΕΥ παρέχει σε ιδιώτες πελάτες, σε εύθετο χρόνο, είτε πριν από τη σύναψη σύμβασης παροχής επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών, είτε πριν από την παροχή σε αυτούς των υπηρεσιών αυτών, όποιο από τα ανωτέρω προηγείται χρονικά, τους όρους της σύμβασης και τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 7 και αφορούν την εν λόγω σύμβαση και τις εν λόγω επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες. 2..3..., 4.

Η ΕΠΕΥ μπορεί, κατ εξαίρεση της παρ.1 και της περίπτωσης(α) της παρ. 2, να παρέχει σε ιδιώτη πελάτη τις πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1, αμέσως, μόλις ο πελάτης αυτός συνάψει σύμβαση παροχής επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών, καθώς και τις πληροφορίες που προβλέπονται στην περίπτωση (α) της παραγράφου 2, αμέσως με την έναρξη της παροχής της υπηρεσίας:

όταν... ....". 'Αρθρο 8: "1. Η ΕΠΕΥ παρέχει στους πελάτες της γενική περιγραφή της φύσης και των κινδύνων που ενέχουν τα χρηματοπιστωτικά μέσα, λαμβάνοντας υπόψη ειδικότερα την κατηγοριοποίηση του πελάτη ως ιδιώτη ή επαγγελματία. Η περιγραφή αυτή εξηγεί τη φύση του χρηματοπιστωτικού μέσου και τους συγκεκριμένους κινδύνους που αυτό ενέχει, με επαρκείς λεπτομέρειες, ώστε ο πελάτης να μπορεί να λαμβάνει εμπεριστατωμένες επενδυτικές αποφάσεις. 2.

Η περιγραφή των κινδύνων περιλαμβάνει, ανάλογα με το είδος του χρηματοπιστωτικού μέσου, την κατηγορία και το επίπεδο γνώσης του πελάτη, τα ακόλουθα στοιχεία: α)...β...γ)..δ)....". Άρθρο 13: "1.Η ΕΠΕΥ, στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών συμβουλών, ή της διαχείρισης χαρτοφυλακίων λαμβάνει, από τους πελάτες, τις πληροφορίες οι οποίες είναι απαραίτητες προκειμένου να κατανοήσει τα βασικά δεδομένα του πελάτη και να σχηματίσει εύλογα την πεποίθηση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και την έκταση της παρεχόμενης επενδυτικής υπηρεσίας, ότι η συγκεκριμένη συναλλαγή, που προτείνει στο πλαίσιο παροχής επενδυτικών συμβουλών, ή που καταρτίζει στο πλαίσιο της διαχείρισης χαρτοφυλακίου, πληροί τα ακόλουθα κριτήρια: (α).. (β) ..(γ).... 2.

Η πληροφόρηση, αναφορικά με τους επενδυτικούς στόχους του πελάτη περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, στοιχεία σχετικά:(α) με το χρονικό διάστημα για το οποίο ο πελάτης επιθυμεί να διατηρήσει την επένδυση, (β) με τις προτιμήσεις του όσον αφορά την ανάληψη κινδύνου, (γ) με το επενδυτικό του προφίλ και (δ) με τους σκοπούς της επένδυσης". 'Αρθρο 16: "1.

Η ΕΠΕΥ, η οποία πρόκειται να παράσχει σε νέο ιδιώτη πελάτη επενδυτικές υπηρεσίες συνάπτει εγγράφως σύμβαση με τον πελάτη, σε έγχαρτη μορφή ή μέσω άλλου σταθερού μέσου, η οποία καθορίζει τα ουσιώδη δικαιώματα και υποχρεώσεις της ΕΠΕΥ και του πελάτη αντίστοιχα....". Συναφές με τις ανωτέρω διατάξεις περιεχόμενο έχει ο Ν.3606/2007, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό, νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MΙFΙD, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 354/2022) και ορίζει ότι:

Άρθρο 3 : "Ο νόμος εφαρμόζεται και στα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες" 'Αρθρο 4: "1. Ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες νοούνται α) Η λήψη και διαβίβαση εντολών, πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα. (β) Η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών.

γ)... (δ) Η διαχείριση χαρτοφυλακίων, η οποία συνίσταται στη διαχείριση, κατά τη διακριτική ευχέρεια της ΕΠΕΥ, χαρτοφυλακίων πελατών, στο πλαίσιο εντολής τους, που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα (ε) Η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία συνίσταται στην παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεως του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα 2.

Ως παρεπόμενες υπηρεσίες νοούνται η φύλαξη και διοικητική διαχείριση χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών, περιλαμβανομένης της παροχής υπηρεσιών θεματοφύλακα και παροχής συναφών υπηρεσιών όπως η διαχείριση χρηματικών διαθεσίμων ή παρεχόμενων ασφαλειών". 'Αρθρο 25 : "1.Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2.

Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες. 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης. 4.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας) 5.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας).

Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά του ιδιώτη επενδυτή- ώστε αυτός να λαμβάνει, τεκμηριωμένα, τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης".

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4, 4α και 8 του Ν.2251/1994, καθιερώνεται υποχρέωση του παρέχοντος υπηρεσίες (προμηθευτή) ο οποίος μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του αντισυμβαλλόμενου πελάτη της, -αφού ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 2251/1994 - για ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή" για να μην παραπλανάται, δηλαδή αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία, διαφορετικά, δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει.

Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017, ΑΠ 1028/2015). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 536/2019).

Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/ προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.

Σύμφωνα, επομένως, με τις παραπάνω διατάξεις, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), καταρχήν η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο, εύλογα, κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή, για το αντικείμενο της επενδύσεως.

Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως. Η παράλειψη εκπλήρωσης των παραπάνω υποχρεώσεων, που τάσσονται για να είναι σε θέση ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα, συνιστά παρανομία (914 ΑΚ) και θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1354/2022, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018).

Περαιτέρω, ο Ν.2198/1994 "Άυλοι Τίτλοι Δημοσίου", ρυθμίζει τον δανεισμό του κράτους από τους ιδιώτες μέσω της έκδοσης ομολογιών, οι οποίες θεωρούνται έγγραφα με αξιογραφικό χαρακτήρα και ενσωματώνουν τις απαιτήσεις του ευρέος κοινού στο οποίο έχει προσφύγει η κρατική αρχή για δανεισμό. Στον παραπάνω Νόμο ορίζεται ότι: 'Aρθρο. 5 : "1.

Το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να δανείζεται κατά τις διατάξεις του παρόντος και άνευ εκδόσεως αξιογράφων (ομολόγων, εντόκων γραμματίων κ.λπ.) από φυσικά ή νομικά πρόσωπα και από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, τα οποία έχουν κατά το νόμο την ευχέρεια να ασκούν ανάλογες εργασίες. 2. Εξουσιοδοτείται ο Υπουργός των Οικονομικών να συνάπτει για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου δάνεια της παραγράφου (1).

Τα δάνεια και οι υποδιαιρέσεις τους (τίτλοι) παρακολουθούνται λογιστικών εγγραφών στο Σύστημα Λογιστικής Παρακολούθησης Συναλλαγών (το Σύστημα), που συνιστάται με το παρόν άρθρο και του οποίου διαχειριστής είναι η Τράπεζα της Ελλάδος. Επίσης δια εγγραφών στο Σύστημα παρακολουθούνται τα τοκομερίδια των τίτλων, εφ'ης αποτελέσουν αντικείμενο αυτοτελούς συναλλαγής, εφαρμοζομένων αναλόγως των λοιπών διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ενεργεί τις εγγραφές λήξεως, εξυπηρετήσεως και αποπληρωμής των δανείων για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου. 3. Οι όροι των δανείων αυτών καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών". 'Αρθρο 6 "1. Στο Σύστημα μετέχουν πλην του Ελληνικού Δημοσίου και της Τράπεζας της Ελλάδος ως διαχειριστού, νομικά ή φυσικά πρόσωπα (οι φορείς) οριζόμενα είτε κατά κατηγορίες είτε ονομαστικά με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.

Με όμοιες πράξεις καθορίζεται η διαδικασία επιλογής των φορέων και ειδικότεροι όροι και περιορισμοί και οι απαιτούμενες υπέρ των επενδυτών ασφάλειες κατά κατηγορίες φορέων. 2. Οι τίτλοι δύνανται να μεταβιβάζονται σε τρίτους (επενδυτές). Η μεταβίβαση ενεργεί μεταξύ των μερών και δεν παράγει αποτελέσματα εις όφελος ή εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή της Τράπεζας της Ελλάδος. 3.

Το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να αποκτά τίτλους από τους φορείς και να τους διαθέτει εκ νέου προ της λήξεώς τους. 4. Η μεταβίβαση του τίτλου ολοκληρώνεται με μεταφορά (πίστωση) του αντίστοιχου ποσού στο λογαριασμό του δικαιούχου. Περιορισμοί ή λεπτομερέστερες ρυθμίσεις των συναλλαγών επί των τίτλων μπορούν να θεσπίζονται με πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. 5.

Οι λογαριασμοί των φορέων τηρούνται στο Σύστημα. Οι λογαριασμοί των επενδυτών τηρούνται στους φορείς. 6. Οι λογαριασμοί και στο Σύστημα και στους φορείς τηρούνται χωριστά κατά κατηγορία τίτλων με κοινά χαρακτηριστικά. 7. Στο Σύστημα τηρούνται για κάθε φορέα χωριστοί λογαριασμοί αφ` ενός μεν για τους τίτλους ιδίου χαρτοφυλακίου, αφ` ετέρου δε για εκείνους του χαρτοφυλακίου επενδυτών πελατών του.

Ο λογαριασμός χαρτοφυλακίου επενδυτών κάθε φορέα τηρείται συγκεντρωτικά για όλους τους επενδυτές του φορέα. 8....9......10. Οι τίτλοι μπορούν να αποτελούν αντικείμενο δανεισμού, εφαρμοζομένου αναλόγως του άρθρου 806 του Α.Κ". Άρθρο 7 : "1. Απαγορεύεται στο φορέα η άνευ της συναινέσεως του δικαιούχου επενδυτή διάθεση του τίτλου.

Η έλλειψη συναινέσεως δεν αντιτάσσεται κατά των καλής πίστεως τρίτων. Άρθρο 8: "1. Οι φορείς που αναλαμβάνουν να επενδύσουν κεφάλαια σε τίτλους του Δημοσίου, για λογαριασμό πελατών τους, υποχρεούνται να επενδύουν αμέσως τα κεφάλαια αυτά σε τίτλους της επιλογής των επενδυτών. 2. Ο επενδυτής έχει αξίωση επί του τίτλου του, στρεφόμενη μόνο κατά του φορέα, στον οποίο τηρείται ο λογαριασμός του.

Εάν το Δημόσιο δεν έχει εκπληρώσει τις κατά την παρ. 6 του παρόντος άρθρου υποχρεώσεις του, ο επενδυτής έχει αξίωση εκ του τίτλου μόνο κατά του Δημοσίου. 3. Εάν το χαρτοφυλάκιο επενδυτών του φορέα δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του επενδυτή, ούτος ικανοποιείται προνομιακώς εκ του ιδίου χαρτοφυλακίου του φορέα.

Εάν και το ίδιο χαρτοφυλάκιο του φορέα δεν επαρκεί, τότε οι δικαιούχοι ικανοποιούνται συμμέτρως. 4. Ως ίδιο χαρτοφυλάκιο του φορέα για τις ανάγκες της προηγούμενης παραγράφου νοείται και το χαρτοφυλάκιο του φορέα, ως επενδυτή άλλου φορέα. Ως χαρτοφυλάκιο, εκ του οποίου ικανοποιούνται συμμέτρως οι δικαιούχοι, νοείται το χαρτοφυλάκιο μόνο των τίτλων της αυτής κατηγορίας. 5.

Για το υπόλοιπο της απαιτήσεώς τους οι επενδυτές ικανοποιούνται προνομιακώς εκ της λοιπής περιουσίας του φορέα, κατατασσόμενοι ως προνομιούχοι πριν από τη σειρά των απαιτήσεων, που ορίζεται στην περίπτωση 3 του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ.. όπως ισχύει μετά το άρθρο 3 του ν. 1545/1985 και πριν από τη διαίρεση κατά το άρθρο 977 του ΚΠολΔ. 6.

Η καταβολή των ληξιπρόθεσμων τόκων και κεφαλαίων των τίτλων από το Δημόσιο στην Τράπεζα της Ελλάδος επιφέρει την απόσβεση των υποχρεώσεων του Δημοσίου. Η Τράπεζα της Ελλάδος αποδίδει στον κάθε φορέα τους τόκους και το κεφάλαιο των οφειλόμενων τίτλων κατά τη λήξη του δανείου. Η κατά τα ανωτέρω καταβολή επιφέρει την απόσβεση των υποχρεώσεων της Τράπεζας της Ελλάδος. 7.

Για την ικανοποίηση των εκ των τίτλων απαιτήσεών τους κατά του φορέα κατά κεφάλαιο και τόκους, οι επενδυτές κατατάσσονται ως προνομιούχοι πριν από τη σειρά των απαιτήσεων, που ορίζεται περίπτωση 3 του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά το άρθρο 3 του ν. 1545/1985 και πριν από τη διαίρεση κατά το άρθρο 977 του ΚΠολΔ".

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των παρ.1 και 4 του άρθρου 14α του Ν.3429/2005 (Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί Δ.Ε.Κ.Ο) το οποίο προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 40 του Ν.3710/2008 "1. Δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες σωρευτικά: α) αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα ή προβλήματα στη διάρθρωση της δομής των ιδίων κεφαλαίων τους ή παρουσιάζουν έκδηλη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους ή έχουν ίδια κεφάλαια τα οποία με βάση τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό έχουν απομειωθεί τόσο ώστε να συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 του Ν. 2190/1920, και β) έχουν λάβει στο παρελθόν κρατικές ενισχύσεις με αποτέλεσμα η περαιτέρω ενίσχυση τους από το Ελληνικό Δημόσιο να αντίκειται στις διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, είναι δυνατόν να τεθούν υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.

Στην περίπτωση αυτή διορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να είναι οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο υποδείξουν οι αιτούντες την εκκαθάριση, οι οποίοι συνυποβάλλουν στο αρμόδιο κατά την επόμενη παράγραφο δικαστήριο δήλωση του προτεινόμενου εκκαθαριστή ότι αποδέχεται την υπόδειξη του ως εκκαθαριστή. .......4.

Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση δεν αποτελεί λόγο λύσεως της εταιρείας, δεν συνεπάγεται διακοπή της λειτουργίας της και δεν επιφέρει τη λύση των πάσης φύσεως συμβάσεων της ούτε αποτελεί λόγο λύσεως αυτών. Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση συνιστά πάντως σε κάθε περίπτωση, για τον εκκαθαριστή και μόνο, σπουδαίο λόγο για την καταγγελία οποιασδήποτε συμβάσεως της επιχείρησης.

Ο εκκαθαριστής διοικεί, διαχειρίζεται και εκπροσωπεί την επιχείρηση. Ο εκκαθαριστής μπορεί να αποφασίζει την άμεση διακοπή ή το σταδιακό περιορισμό ή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, όπως και τη διατήρηση ή μη των πάσης φύσεως συμβάσεων της επιχείρησης. Ειδικά οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που συνδέεται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, καθώς και με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων ή νομικών συμβούλων, μπορούν, όλες ή μερικές από αυτές, μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Εφετείου, κατά την κρίση του εκκαθαριστή και με αποφάσεις του εκκαθαριστή λαμβανόμενες προς το συμφέρον και τις ανάγκες της εκκαθάρισης, να λύονται με καταγγελία, ή και να αναστέλλονται, αζημίως για την επιχείρηση.

Στις περιπτώσεις αυτές προϋποτίθεται ότι θα υιοθετηθούν μέτρα, όπως τα όσα στο επόμενο εδάφιο αναφέρονται. Οι Υπουργοί Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών και ο εποπτεύων την επιχείρηση Υπουργός, με αποφάσεις τους οφείλουν να θεσπίζουν μέτρα κοινωνικής προστασίας, όπως ιδίως προγράμματα επιδότησης κατά της ανεργίας, παροχές για απώλεια εισοδήματος, εφάπαξ παροχές ή βοηθήματα, προγράμματα επιμόρφωσης, επανακατάρτισης και επανένταξης στην αγορά εργασίας, μεταφορά σε φορείς και υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μοριοδότηση προς πρόσληψη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, υπέρ των εργαζομένων που συνδέονται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και υπέρ των εμμίσθων δικηγόρων ή νομικών συμβούλων της επιχείρησης, των οποίων οι συμβάσεις λύονται ή αναστέλλονται κατά τα ανωτέρω, πλην περιπτώσεων καταγγελίας συμβάσεως για τέλεση ποινικού αδικήματος ή συνεπεία τελέσεως σοβαρής παραβιάσεως συμβατικής υποχρεώσεως.

Οι εν λόγω υπουργικές αποφάσεις μπορούν να θεσπίζουν τα ίδια μέτρα και για συμβάσεις οι οποίες λύθηκαν ή ανεστάλησαν σύμφωνα με τα παραπάνω έως και έξι μήνες πριν από τη θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση". Περαιτέρω, ενόψει του ότι το ψηφισθέν τον Ιούνιο 2011 μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα για την χρηματοδότηση της χώρας από τον κοινό μηχανισμό στήριξης (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) δεν απέδωσε, οι διεθνείς εταίροι έθεσαν ως προϋπόθεση για τη συνέχιση της χρηματοδότησης την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους με τη συμμετοχή του "ιδιωτικού τομέα", οπότε κλήθηκαν οι ιδιώτες δανειστές προκειμένου να συναινέσουν σε μια εθελοντική αναδιάρθωση του χρέους.

Ακολούθως, στα πλαίσια της επικείμενης χρεοκοπίας της χώρας συνήφθη μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), και του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας η "Σύμβαση Διευκόλυνσης Διαχείρισης Υποχρεώσεων Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα" (εφεξής χάριν συντομίας PSI). Με το PSI προωθήθηκε η διαδικασία ανταλλαγής των ελληνικών ομολόγων, η οποία είχε ως στόχο την αναχρηματοδότηση και την ουσιώδη μείωση του ανεξοφλήτου κεφαλαίου των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, δεδομένου ότι η προσφυγή στις αγορές για την χρηματοδότηση της χώρας με τρόπο βιώσιμο είχε πλέον καταστεί αδύνατη.

Το P.S.I. υλοποιήθηκε στις 23/2/2012 με την ψήφιση του Ν.4050/2012 ("Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Δημοσίου με συμφωνία των Ομολογιούχων), ο οποίος έθεσε το βασικό πλαίσιο για την τροποποίηση των υφισταμένων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου με την αναδρομική εισαγωγή της λεγόμενης Ρήτρας Συλλογικής Δράσης, η οποία διασφαλίζει ότι με απόφαση συγκεκριμένης απαρτίας και πλειοψηφίας των ομολογιούχων είναι δυνατή η λήψη απόφασης για την τροποποίηση των τίτλων και την αντικατάστασή τους με νέους, οι οποίοι δεσμεύουν όλους τους ομολογιούχους ακόμη και τους μη συμμετέχοντες και τους μη συναινούντες.

Ειδικότερα, ο Ν.4050/2021 όρισε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Ως "τίτλος" νοείται ομόλογο, ομολογιακό δάνειο ή άλλος τίτλος δανεισμού, σε φυσική ή άυλη μορφή, που διέπεται από το ελληνικό δίκαιο και του οποίου: αα) εκδότης ή εγγυητής είναι το Ελληνικό Δημόσιο, ββ) η αρχική διάρκεια κατά το χρόνο πρώτης έκδοσης του υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες και γγ) η ημερομηνία εκδόσεως είναι προγενέστερη της 31ης Δεκεμβρίου 2011" (άρθρο πρώτο παρ.1α.) Το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών, αποφασίζει την έναρξη της διαδικασίας τροποποίησης επιλέξιμων τίτλων από τους Ομολογιούχους, προσδιορίζει τους επιλέξιμους τίτλους και επί ανταλλαγής ορίζει το κεφάλαιο ή το ονομαστικό ποσό, το επιτόκιο ή την απόδοση, τη διάρκεια, το αγγλικό ή άλλο δίκαιο που θα διέπει τους νέους τίτλους που θα εκδοθούν από το Ελληνικό Δημόσιο και εξουσιοδοτεί τον ΟΔΔΗΧ να εκδώσει μία ή περισσότερες προσκλήσεις εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου.

Με την πρόσκληση καλούνται οι Ομολογιούχοι των επιλέξιμων τίτλων που ορίζονται σε αυτήν να αποφασίσουν, μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία, αν δέχονται την τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων, όπως προτείνεται από το Ελληνικό Δημόσιο και σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου" (παρ.2). Η συμμετοχή Ομολογιούχου στη διαδικασία λήψεως αποφάσεως του παρόντος άρθρου θεωρείται, όσον αφορά τον Διαχειριστή της Διαδικασίας, το Ελληνικό Δημόσιο, τον ΟΔΔΗΧ, τους εντολοδόχους τους, ότι διενεργείται σύμφωνα με τις οδηγίες και με τη συναίνεση του επενδυτή.

Οι ανωτέρω δεν ευθύνονται έναντι του επενδυτή, του Ομολογιούχου και οποιουδήποτε τρίτου αν Ομολογιούχος συμμετείχε στη διαδικασία χωρίς τη συναίνεση του επενδυτή ή κατά παράβαση των οδηγιών του (παρ.7). Από τη δημοσίευση της εγκριτικής αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η απόφαση των Ομολογιούχων, όπως βεβαιώθηκε από τον Διαχειριστή της Διαδικασίας, ισχύει έναντι πάντων, δεσμεύει το σύνολο των Ομολογιούχων και των επενδυτών των επιλέξιμων τίτλων και υπερισχύει οποιασδήποτε τυχόν αντίθετης, γενικής ή ειδικής, διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης ή συμφωνίας.

Σε περίπτωση ανταλλαγής των επιλέξιμων τίτλων, με την καταχώριση στο Σύστημα των νέων τίτλων επέρχεται αυτοδικαίως ακύρωση των επιλέξιμων τίτλων που ανταλλάσσονται με νέους τίτλους και κάθε δικαίωμα ή υποχρέωση που απορρέει από αυτούς, συμπεριλαμβανομένων και όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που οποιαδήποτε στιγμή αποτελούσαν μέρος αυτών, αποσβέννυται" (παρ.9) Η έκδοση των νέων τίτλων διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (παρ.10) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου αποσκοπούν στην προστασία υπέρτατου δημοσίου συμφέροντος, αποτελούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου και άμεσης εφαρμογής, υπερισχύουν οποιασδήποτε τυχόν αντίθετης, γενικής ή ειδικής, διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης ή συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των διατάξεων του Ν. 3156/2003 και η εφαρμογή τους δεν γεννά, ούτε ενεργοποιεί οποιοδήποτε συμβατικό ή εκ του νόμου δικαίωμα υπέρ Ομολογιούχου ή επενδυτή, ούτε οποιαδήποτε συμβατική ή εκ του νόμου υποχρέωση σε βάρος του εκδότη ή του εγγυητή των τίτλων, πλην των όσων ρητά προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου (παρ.11).

Κατ' εφαρμογήν του Ν.4050/2012 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού Υπουργικών αποφάσεων, τα ομόλογα εκδόσεως ή εγγυήσεως Ελληνικού Δημοσίου προ της 31.12.2011 αντικαταστάθηκαν με νέα ελαττωμένης ονομαστικής αξίας κατά 53,5% και μεγαλύτερης διάρκειας, με λήξη από το έτος 2023 έως και το έτος 2042, τα δε ομόλογα που αντικαταστάθηκαν ακυρώθηκαν αυτοδικαίως.

Η αντικατάσταση αυτή έλαβε χώρα με τη διαδικασία που ορίζεται στον ανωτέρω νόμο και στις εκδοθείσες προς τούτο υπουργικές αποφάσεις, ήταν δε υποχρεωτική κατόπιν λήψης απόφασης κατά τη διεξαχθείσα ψηφοφορία από την ενισχυμένη πλειοψηφία των ομολογιούχων αναφορικά με την τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων.

Περαιτέρω, με τη θέση της εταιρείας "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ" σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο14 Α του Ν.3429/2005 και προκειμένου να αντισταθμιστεί το γεγονός ότι η ορισθείσα ειδική εκκαθαρίστρια "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", κατήγγειλε αζημίως, ήτοι άνευ καταβολής αποζημιώσεως τις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της, δημοσιεύθηκε ο Ν.3717/2008 "Κοινωνικές Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους στις εταιρείες Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ, Ολυμπιακή Αεροπορία-Υπηρεσίες ΑΕ και Ολυμπιακή Αεροπλοΐα ΑΕ και άλλες διατάξεις", (ΦΕΚ Α' 239/26-11-2008) ο οποίος, κατά την αιτιολογική του έκθεση, "εντάσσεται στο πλαίσιο του σχεδίου αποκρατικοποίησης για την Ολυμπιακή και στόχο έχει την ενίσχυση, τη μεταβατική υποστήριξη και την εργασιακή αποκατάσταση των εργαζομένων στις εταιρείες Ολυμπιακές Αερογραμμές ΑΕ, Ολυμπιακή Αεροπορία-Υπηρεσίες ΑΕ και Ολυμπιακή Αεροπλοΐα ΑΕ".

Με τον νόμο αυτό θεσπίσθηκαν "κοινωνικές ρυθμίσεις" για τους εργαζομένους στις ως άνω εταιρείες. Στο Κεφάλαιο Β' αυτού (υπό τον τίτλο "Μέτρα κοινωνικής στήριξης") και, ειδικότερα, στο άρθρο 4, προβλέπεται ότι στους ανήκοντες στο τακτικό και στο εποχικό προσωπικό των εν λόγω εταιρειών, των οποίων οι συμβάσεις λύονται ή καταγγέλλονται μετά την θέση των εταιρειών αυτών σε καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 14Α του Ν. 3429/2005 (όπως ισχύει), καταβάλλεται "εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης", ως αντιστάθμισμα, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, της οικονομικής αδυναμίας των εταιρειών τούτων να καλύψουν τις αποζημιώσεις του ανωτέρω προσωπικού τους, παρότι έχουν αποκτήσει την ευχέρεια να λύουν τις συμβάσεις αζημίως (ΑΠ 1116/2020, ΑΠ 1560/2021, ΑΠ 1463/2019, ΑΠ 580/2020).

Σύμφωνα δε ειδικότερα με τις παρ..2, 3 και 4 του ως άνω άρθρου 4 του Ν. 3717/2008 ορίζονται τα εξής: "2. Για την καταβολή του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να υποβάλουν σχετική αίτηση εντός διμήνου από τη λύση ή καταγγελία της σύμβασης στην αρμόδια υπηρεσία παροχών του ΟΑΕΔ του τόπου κατοικίας τους.

Με την αίτηση συνυποβάλλονται η καταγγελία ή λύση της σύμβασης και βεβαίωση από τον εκκαθαριστή περί του ύψους του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης που δικαιούται ο εργαζόμενος, όπου αναγράφεται αναλυτικά ο τρόπος υπολογισμού του ποσού αυτού. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. 4.

Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή της διάταξης του παρόντος άρθρου καλύπτονται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό και καταβάλλονται από τον ΟΑΕΔ μετά από τη μεταφορά των σχετικών κονδυλίων". Στο ως άνω άρθρο 4 του Ν. 3717/2008 προστέθηκε, με το άρθρο 49 § 4 του Ν. 3871/2010, παράγραφος 5, η οποία ορίζει τα εξής: "Η καταβολή του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης στους δικαιούχους του άρθρου αυτού μπορεί να γίνει εν όλω ή εν μέρει με την έκδοση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται το ύψος των ομολόγων που θα εκδοθούν, οι όροι και η διαδικασία έκδοσής τους. Κατά την εξουσιοδότηση της παρ.5 του άρθρου 4 του ν. 3717/2008, εκδόθηκε η κοινή απόφαση 14360/583/13-7-2010 των Υφυπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΕΚ Β' 1062/13-7-2010), με την οποία αποφασίσθηκε η, εντός διμήνου από τη δημοσίευση αυτής, καταβολή στους δικαιούχους για το έτος 2010, εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης, που δεν υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ακολούθως δε, με την κοινή απόφαση 925/54/17-3-2011 των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΕΚ Β' 439/18-3-2011), αποφασίσθηκε η, εντός διμήνου από τη δημοσίευση αυτής, καταβολή για το έτος 2011 του υπολειπομένου εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης, εφόσον δεν υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ.

Στο μεταξύ, με την απόφαση 2/10210/0023Α/31-1-2011 του Υφυπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 241/11-2-2011), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ.5 του άρθρου 4 του ν.3717/2008, αποφασίσθηκε η έκδοση ειδικού ομολογιακού δανείου, συνολικής αξίας 139.430.089,87 ευρώ, με σκοπό την "... εξόφληση οφειλών του Ελληνικού Δημοσίου προς τους απολυόμενους του ομίλου Ολυμπιακή Αεροπορία, του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 3717/2008 και εκδίδεται βάσει του άρθρου 49 παρ. 4 του ν. 3871/2010" (Ολομ.

ΣτΕ 2112/2014, σκέψη 5). Κατά τους ειδικότερους όρους της ανωτέρω αποφάσεως του Υφυπουργού Οικονομικών, τα ομόλογα "... θα είναι ετήσιας διάρκειας, σταθερού επιτοκίου 1% ετησίως" (παρ. 3), "... θα εκδοθούν σε άυλη μορφή, με κωδικό αριθμό (ISIN) ..." (παρ. 4), "... ημερομηνία έκδοσης είναι η 31/1/2011 και ... ημερομηνία λήξης η 30/06/2012" (παρ. 5), η εξόφληση των τίτλων "...

θα γίνει στην ονομαστική τους αξία ..." (παρ. 10), ενώ οι τίτλοι του ομολογιακού δανείου "... θα διατεθούν στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., η οποία θα τους διανείμει στους δικαιούχους" (παρ. 12). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι δι' αυτών θεσπίστηκε ένα πλέγμα προστατευτικών ρυθμίσεων για τους εργαζόμενους του ομίλου της Ολυμπιακής Αεροπορίας, η οποία πριν την ιδιωτικοποίηση της ανήκε στον ελεγχόμενο από το Ελληνικό Δημόσιο όμιλο εταιρειών της Ολυμπιακής Αεροπορίας, από τη στιγμή που οι εντασσόμενες σε αυτόν εταιρείες θα τεθούν στο προβλεπόμενο καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, προς το σκοπό της θέσης σε εφαρμογή του σχεδίου αποκρατικοποίησης (του ομίλου) της εταιρείας αυτής, ώστε, κατά τα αναγραφόμενα στην αιτιολογική έκθεση του προπαρατεθέντος Ν. 3717/2008, να αποτραπεί η περαιτέρω επιβάρυνση των Ελλήνων φορολογουμένων, έχοντας, όμως, ληφθεί επαρκής κοινωνική μέριμνα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των απολυόμενων.

Στο πλαίσιο αυτό, προβλέφθηκε η ενίσχυση, υποστήριξη και εργασιακή αποκατάσταση του προσωπικού των εν λόγω εταιρειών, κατόπιν αντιστοίχως θεσπιζόμενης ειδικής διοικητικής διαδικασίας, η οποία, όσον αφορά την καταβολή σε αυτούς εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης, ως αντιστάθμισμα για την κάλυψη των αζημίως καταγγελθεισών συμβάσεων εργασίας, απαιτεί την υποβολή σχετικής αίτησης, μετά των συνημμένων νόμιμων δικαιολογητικών, στην αρμόδια υπηρεσία (του τόπου κατοικίας του δικαιούχου) παροχών του ΟΑΕΔ, ο οποίος επιφορτίστηκε με την οικεία καταβολή, μετά τη μεταφορά προς τούτο σχετικών κονδυλίων από τον κρατικό προϋπολογισμό στον ΟΑΕΔ και, ακολούθως, τη δυνατότητα έκδοσης ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και την έκδοση συναφών υπουργικών αποφάσεων για τη ρύθμιση των ειδικότερων ζητημάτων που ανακύπτουν από την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων (ΑΠ 580/2020).

Η επίμαχη κοινωνική ενίσχυση έχει το χαρακτήρα κοινωνικής παροχής, που δόθηκε από το Κράτος, ως αντιστάθμισμα της αποζημίωσης, την οποία δικαιούνταν για την πρόωρη λύση των συμβάσεων εργασίας τους οι εργαζόμενοι του ως άνω ομίλου, αλλά δεν έλαβαν, λόγω της αδυναμίας των εταιριών να την καταβάλουν (ΟλΣτΕ 3006/2014, σκέψη 29), ενώ για τη χορήγηση της παροχής αυτής θεσπίσθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ειδική διαδικασία (ΑΠ 735/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με την από 14/6/2012 αγωγή τους, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, επικαλέστηκαν τα εξής: "Ότι είναι δικαιούχοι του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης του άρθρου 4 του ν. 3717/2008, ως αζημίως απολυμένοι εργαζόμενοι των εταιρειών του ομίλου της πρώην Ολυμπιακής Αεροπορίας, οι οποίες τέθηκαν στο, κατ' άρθρο 14Α του ν. 3429/2005, καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, με ορισθείσα ειδική εκκαθαρίστρια την εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", η οποία κατήγγειλε, τον Δεκέμβριο του 2009, τις συμβάσεις τους παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι καίτοι έκαστος αυτών είχε υποβάλει, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αίτηση στο κατά τόπον αρμόδιο κατάστημα του Ο.Α.Ε.Δ, προκειμένου να λάβει, εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή της αίτησης, το αντίστοιχο ποσό της εφάπαξ κοινωνικής ενίσχυσης που δικαιούταν, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του ν. 3717/2008, κι ενώ είχε ήδη παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, αποφασίστηκε, μονομερώς και θεσπίστηκε η δυνατότητα του ελληνικού κράτους να καταβάλει το οφειλόμενο σε αυτούς ποσό της εφάπαξ κοινωνικής ενίσχυσης με έκδοση ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, δυνάμει του άρθρου 49 παρ. 4 του ν. 3871/2010, δια του οποίου προστέθηκε πέμπτη παράγραφος στο άρθρο 4 του ν. 3717/2008.

Ότι, κατόπιν της νομοθετικής αυτής τροποποίησης και δυνάμει της Υ.Α 2/10210/0023Α που εκδόθηκε, κατ' εξουσιοδότηση και σε εφαρμογή της παρ.5 του ν. 3717/2008, εκδόθηκε από το ελληνικό κράτος ομολογιακό δάνειο, ετήσιας διάρκειας, σταθερού επιτοκίου 1%, συνολικής ονομαστικής αξίας ποσού 139.430.089,78 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 31/1/2011 και ημερομηνία λήξεως την 30/6/2012 και ορίστηκε ότι οι σχετικοί τίτλοι θα εκδοθούν σε άυλη μορφή στο άρτιο, δηλαδή στο 100% της ονομαστικής αξίας τους, με κωδικό (ΙSΙN) GR 106003792, ότι θα εξοφληθούν στο άρτιο και ότι η διανομή τους στους δικαιούχους θα γίνει από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη) τράπεζα με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ".

Ότι, σε υλοποίηση των ανωτέρω κρατικών αποφάσεων, έκαστος των εναγόντων έλαβε ομολογιακούς τίτλους, συνολικής αξίας αντίστοιχης προς το οφειλόμενο από το ελληνικό κράτος, σε καθέναν από αυτούς, ποσό εφάπαξ κοινωνικής ενίσχυσης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι μετά την κατά τα ανωτέρω διάθεση σε αυτούς ομολογιακών τίτλων και πριν από τη λήξη τους, μεσολάβησε η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους με την διαδικασία του P.S.I που θεσπίστηκε με τις διατάξεις του νόμου 4050/2012 και των εκδοθέντων, κατ' εξουσιοδότηση αυτού, Πράξεων του Υπουργικού Συμβουλίου, στην οποία συμμετείχε εθελοντικά, κατόπιν ομόφωνης απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της, και η εναγομένη τράπεζα (αναιρεσίβλητη), διά του συνόλου των ομολόγων που κατείχε ως φορέας, με συνέπεια την ανταλλαγή και αντικατάσταση των αρχικών ομολογιακών τίτλων, τους οποίους το ελληνικό κράτος είχε διαθέσει σε αυτούς, μέσω της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, κατ'εφαρμογήν της, κατά το άρθρο 4 παρ.5 του ν. 3717/2008, δυνατότητάς του με σκοπό την εξόφληση, κατά τη λήξη τους στις 30/6/2012, του οφειλομένου ποσού εφάπαξ κοινωνικής ενίσχυσης, με άλλους ομολογιακούς τίτλους μικρότερης ονομαστικής αξίας κατά ποσοστό 53,5% επί της ονομαστικής αξίας των αρχικών τίτλων, και μεγαλύτερης διάρκειας.

Ότι λόγω της κατά τα ανωτέρω απόκτησης από αυτούς των αρχικών ομολογιακών τίτλων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. παρ. 5 του ν. 3717/ 2008, καθώς και της εν συνεχεία αντικατάστασης αυτών με άλλους μικρότερης ονομαστικής αξίας κατά την διαδικασία του P.S.I, υπέστησαν υλική ζημία, συνιστάμενη κυρίως μεν στο ποσό της διαφοράς της ονομαστικής αξίας των αρχικών ομολογιακών τίτλων και εκείνης των ομολογιακών τίτλων που αντικατέστησαν τους αρχικούς, όπως τα αντίστοιχα ποσά εξειδικεύονται και αναφέρονται στην αγωγή για έκαστο των εναγόντων, επικουρικά δε στην μη προεξόφληση των αρχικών ομολόγων τον Ιανουάριο του 2011.

Ότι η ως άνω ζημία τους οφείλεται στην προσυμβατική και ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης τράπεζας, που συνιστά ταυτόχρονα και αδικοπρακτική της ευθύνη, διότι αυτή, κατά τη διάθεση των αρχικών ομολογιακών τίτλων, δεν τους παρείχε ενημέρωση για τον επενδυτικό κίνδυνο που ανέλαβαν, καθώς και για τη μηδαμινή διαπραγματευτική αξία των ελληνικών ομολόγων, τα οποία κατά τον ως άνω χρόνο είχαν ήδη αξιολογηθεί και χαρακτηρισθεί ως "αδιαβάθμητα", δηλαδή "ακατάλληλα" επενδυτικά προϊόντα ("σκουπίδια", "junk") ούτε προέβη σε έλεγχο της καταλληλότητας και συμβατότητας ενός εκάστου ενάγοντα με την συγκεκριμένη επένδυση ούτε τήρησε τις υποχρεώσεις της, οι οποίες απέρρεαν από την παρεπόμενη της κύριας σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, σύμβαση θεματοφυλακής, για πίστη, αλήθεια, πληροφόρηση, διαφύλαξη και προστασία των ομολογιακών τίτλων, καθόσον με τη συμμετοχή της στη διαδικασία του P.S.I, συναίνεσε στην απόσβεση των, εκ των αρχικών ομολογιακών τίτλων, δικαιωμάτων τους έναντι του εκδότη ελληνικού κράτους, γνωρίζοντας και αποδεχόμενη ότι κατ' αυτόν τον τρόπο θα τους προκαλέσει ζημία.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό και επικαλούμενοι σωρευτικά τις διατάξεις των άρθρων α) 6 και 7 παρ. 1, 2 ν. 2198/1994, β) 3, 4, 8, 12, - 15, 25 - 30 ν. 3606/2007, γ) 5 παρ.1, 6 παρ. 5, 8 παρ. 1 και 2, 13, 16 της υπ' αριθ. ...-2007 Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (κανόνες συμπεριφοράς ΕΠΕ), της υπ' αριθ. ... Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 197-198, 288 και 914 επ.

του ΑΚ, καθώς και εν γένει των διατάξεων του νόμου 2251/1994 και δ) 822 επ. του ΑΚ, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα για καθένα ποσά, ως αποζημίωση για την ζημία που υπέστησαν, κυρίως λόγω της μειωμένης αξίας των ομολόγων που έλαβαν μετά τη διαδικασία του P.S.I και επικουρικά λόγω της μη προεξόφλησης των αρχικών ομολόγων που έλαβαν, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του ν. 3717/2008, στην οποία προεξόφληση αυτοί θα προέβαιναν εάν η αναιρεσίβλητη τους είχε ενημερώσει για τη μηδαμινή αξία των ομολόγων.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 10148/2017 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την ερειδόμενη στις διατάξεις των Ν.3606/2007, Ν.2251/94, Ν.2198/1994 και 822 ΑΚ αγωγική βάση ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης κυρίως ως αόριστη και επικουρικά ως μη νόμιμη, ενώ την ερειδόμενη στην ΑΚ 288 βάση αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομενης, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2833/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η αγωγή, υπό τα ως άνω διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της, περιστατικά, παρίσταται στο σύνολο της, ήτοι ως προς όλες τις συμπλεκτικά σωρευόμενες βάσεις της, περί προσυμβατικής, ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης, μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι διάδικοι δεν είναι φορείς οι μεν ενάγοντες του επίδικου δικαιώματος, η δε εναγομένη της αντίστοιχης υποχρέωσης, προς αποζημίωση.

τούτο διότι, υπό τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, ουδέποτε καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας οι ενάγοντες απέκτησαν τους αρχικούς ομολογιακούς τίτλους του ελληνικού δημοσίου, οι οποίοι, εν συνεχεία, αντικαταστάθηκαν, μέσω της διαδικασίας του P.S.I, με άλλους μικρότερης ονομαστικής αξίας και μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας.

Αντιθέτως, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ενάγοντες αποτελούν ειδική κατηγορία κατόχων κρατικών ομολόγων, καθόσον απέκτησαν αυτά, όχι αυτοβούλως, διά ελεύθερης επενδυτικής επιλογής, με ανάθεση σχετικής εντολής αγοράς και επένδυσης στην εναγομένη και με καταβολή αντίστοιχου τιμήματος απόκτησης, αλλά κατόπιν μονομερούς κρατικής ενέργειας, χάριν καταβολής της έναντι αυτών οφειλής του ελληνικού κράτους για την καταβολή του εφάπαξ ποσού κοινωνικής ενίσχυσης, υποχρέωση που το ελληνικό κράτος ανέλαβε δυνάμει του άρθρου 4 του ν. 3717/2008, προκειμένου να νομιμοποιηθούν οι άνευ καταβολής αποζημίωσης καταγγελίες των εργασιακών σχέσεων των εναγόντων με τις εταιρείες του ομίλου της πρώην Ολυμπιακής Αεροπορίας, λόγω της θέσης τους σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης.

Η μονομερής κρατική ενέργεια συνίσταται, πάντοτε κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στην εκ των υστέρων, δηλαδή μετά την θέσπιση του νόμου 3717/2008, νομοθετική τροποποίηση του νόμου αυτού, δια της προσθήκης στο άρθρο 4 αυτού, με το άρθρο 49 παρ. 4 του ν. 3771/2010, της παρ. 5, με την οποία δόθηκε στο ελληνικό κράτος - οφειλέτη η δυνατότητα να καταβάλει την οφειλή του είτε με μετρητά είτε με έκδοση ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, όπερ και έπραξε.

Όπως δε προκύπτει από τις σχετικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις,..., η διάθεση των ομολόγων εκ μέρους της εναγομένης τράπεζας έγινε κατά μονομερή επιλογή της από τους εκπροσώπους του ελληνικού κράτους και η διαμεσολάβησή της εξαντλήθηκε στην διανομή τους στους ενάγοντες, χωρίς οι τελευταίοι να επικαλούνται το αντίθετο και δη ότι η εναγομένη είχε ρόλο διαπραγματευτή ή ότι τους υπέδειξε το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν ως συμφέρον και ανταποκρινόμενο στις ανάγκες τους και στο επενδυτικό προφίλ τους.

Άλλωστε, ενόψει των... νομοθετικών και κανονιστικών ρυθμίσεων, αναφορικά με την ρύθμιση του τρόπου καταβολής στους απολυμένους εργαζομένους του ομίλου της πρώην Ολυμπιακής Αεροπορίας του εφάπαξ ποσού της κοινωνικής ενίσχυσης, δεν θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί, από άποψη νομικής θεμελίωσης, ότι η εναγομένη τράπεζα συνδέθηκε με τους ενάγοντες διά έννομης σχέσης που συνιστά σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Επιπροσθέτως, το εν λόγω ομολογιακό δάνειο, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 ν. 3717/2008, δεν αποσκοπούσε στη χρηματοδότηση των υποχρεώσεων και των εν γένει επενδυτικών ή άλλων οικονομικών σκοπών και αναγκών του ελληνικού δημοσίου, αλλά, αντιθέτως, εκδόθηκε χάριν καταβολής των παραπάνω οφειλών του έναντι των απολυμένων εργαζομένων της πρώην Ολυμπιακής Αεροπορίας (άρθρο 421 ΑΚ) και συνεπώς, δεν μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί, από νομικής απόψεως, ότι διέπεται, αυστηρά δογματικά, από τις διατάξεις του Ν.2198/1994, υπό την έννοια ότι, ιδρύεται ευθύνη της εναγομένης ως φορέα έναντι των εναγόντων, κατόχων των ομολογιακών τίτλων, βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του 2198/1994.

Ακολούθως, ενόψει των ανωτέρω, δεν καταλείπεται, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, πεδίο εφαρμογής των διατάξεων περί προσυμβατικής και ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης, καθόσον καμία συμβατική σχέση δεν υφίσταται μεταξύ των διαδίκων, κατά νομική δε αναγκαιότητα, δεν στοιχειοθετείται η αδικοπρακτική ευθύνη αυτής, διά της επικλήσεως από τους ενάγοντες της παράβασης του συνόλου των διατάξεων του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου που ρυθμίζει την έννομη σχέση της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από τις τράπεζες.

Περαιτέρω, για τους ίδιους λόγους (έλλειψη συμβατικής σχέσης) και υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί νομικά προσυμβατική, συμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης λόγω της συμμετοχής της στη διαδικασία του P.S.I., συνεπεία της οποίας αντικαταστάθηκαν οι αρχικοί ομολογιακοί τίτλοι που είχαν λάβει οι ενάγοντες, με άλλους μειωμένης αξίας και μεγαλύτερης διάρκειας, διά της επικαλούμενης από τους τελευταίους, παράβασης της υποχρέωσης της αντιδίκου τους να φυλάττει τους τίτλους αυτών και να μην επιφέρει, άνευ συναίνεσής τους, οποιαδήποτε αλλοίωση.......Επιπροσθέτως, δεν μπορεί νομικά να θεμελιωθεί ευθύνη της εναγομένης τράπεζας από τη συμμετοχή της στην διαδικασία του P.S.I, συνεπεία παραβίασης της γενικής υποχρέωσης της εκ του άρθρου 288 του ΑΚ και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η αντικατάσταση των επίδικων ομολόγων έγινε με νομοθετική παρέμβαση, διά των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του ν. 4050/2012, οι οποίες είναι σαφές ότι επηρέασαν όλες τις σχέσεις των εμπλεκομένων μερών και δη εκδότη, φορέων και κατόχων, καθόσον διά αυτών τροποποιήθηκε, μονομερώς το περιεχόμενο των σχετικών, αλληλοεξαρτώμενων, ενοχικών σχέσεων.

Άλλωστε, θα ήταν οξύμωρο και ανακόλουθο,... να προβλέπεται, χωρίς καμία διάκριση, η απόσβεση των δικαιωμάτων και αξιώσεων, που απορρέουν από τους επιλέξιμους τίτλους, που αντικαταστάθηκαν και εντέλει ακυρώθηκαν και ειδικότερα, έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και εκδότη των εν λόγω τίτλων, η μη ενεργοποίηση οποιοσδήποτε ενοχικής υποχρέωσης του ίδιου του εκδότη του τίτλου ή ενοχικού δικαιώματος ομολογιούχου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και να παραμένουν ως έχουν οι ενοχικές υποχρεώσεις των φορέων σε ό,τι αφορά την εκπλήρωση των δικών τους υποχρεώσεων έναντι των κατόχων.

Ενόψει, λοιπόν, του κατά τα ανωτέρω αναγκαστικού χαρακτήρα της διαδικασίας του P.S.I, στην προκείμενη κρισιολογούμενη περίπτωση, που αφορά την ως άνω μονομερή μείωση των υποχρεώσεων του ελληνικού κράτους από την έκδοση του ειδικού ομολογιακού δανείου χάριν καταβολής των οφειλομένων εφάπαξ ποσών κοινωνικής ενίσχυσης στους απολυμένους της Ολυμπιακής Αεροπορίας, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, δεν συνιστά κοινό ομολογιακό δάνειο, ούτε και αποτέλεσε επένδυση εκ μέρους των εναγόντων, τυχόν ευθύνη της εναγομένης θα μπορούσε να θεμελιωθεί σε παραβάσεις ως προς την διαδικασία συμμετοχής της και παροχής συναίνεσης από τους κατόχους των ομολόγων, υπό την αυτονόητη και αναγκαία, για την στοιχειοθέτηση αιτιώδους συνάφειας, προϋπόθεση ότι το ποσοστό συμμετοχής των εναγόντων ήταν τέτοιο που θα επηρέαζε τον σχηματισμό απαρτίας και πλειοψηφίας.

Τέτοια, όμως, περιστατικά, ουδόλως - έστω και εν σπέρματι - διαλαμβάνονται στην αγωγή. Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή εν μέρει, με επάλληλη αιτιολογία, ως αόριστη και ως μη νόμιμη και εν μέρει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ έδει να την απορρίψει συνολικά ως νόμω αβάσιμη, έσφαλε κατά την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και δη ως προς τις προαναφερόμενες στο υπό στοιχείο II κεφάλαιο της παρούσας διατάξεις.

Πρέπει, επομένως, να εξαφανισθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς όλες τις απορριπτικές διατάξεις της και στη συνέχεια αφού κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση πρέπει να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 7 παρ. 1, 2 ν. 2198/1994, 3, 4, 8, 12, - 15, 25 - 30 ν. 3606/2007, 5 παρ.1, 6 παρ. 5, 8 παρ. 1 και 2, 13, 16 της υπ'αριθ. ...-2007 Απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (κανόνες συμπεριφοράς ΕΠΕ), του ν.2251/1994 και τις διατάξεις των άρθρων 197-198, 288, 822, 914 επ.

ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η αγορά των επίδικων ομολόγων από τους αναιρεσείοντες δεν έγινε κατόπιν διαπραγμάτευσης με την αναιρεσίβλητη και εκτέλεσης από αυτή σχετικής εντολής αγοράς τους, ύστερα από προηγηθείσα πληροφόρηση και ενημέρωση εκ μέρους της των αναιρεσειόντων, ούτε δυνάμει καταρτισθείσας μεταξύ τους έγγραφης ή προφορικής σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και συμβουλών ή διαχείρισης χαρτοφυλακίου με καταβολή αντίστοιχου τιμήματος, αλλά έγινε στο πλαίσιο της παρασχεθείσας δυνατότητας του Ελληνικού Δημοσίου (αρ.4 παρ.5β Ν.3717/2008) να εξοφλήσει την οφειλόμενη στους αναιρεσείοντες ειδική αποζημίωση του ως άνω άρθρου με την έκδοση ομολόγων, τα οποία απέκτησαν έτσι οι αναιρεσείοντες κατόπιν μονομερούς κρατικής ενέργειας, χάριν καταβολής του ποσού της κοινωνικής ενίσχυσης που τους όφειλε το Ελληνικό Κράτος, ενώ η εναγομένη (αναιρεσιβλητη) επελέγη μονομερώς από το Ελληνικό Δημόσιο για τη διανομή και μόνον των ομολόγων, στην οποία διανομή και περιορίστηκε η συμμετοχή της, ακολούθως δε, η αντικατάσταση των επίδικων ομολόγων έγινε με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 4050/2012 και την αναγκαστικού χαρακτήρα διαδικασίας του P.S.I., με συνέπεια, λόγω της έλλειψης σταδίου διαπραγμάτευσης και οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, να μην υπέχει η αναιρεσίβλητη, κατά τον χρόνο που διέθεσε τα ομόλογα αλλά και μετά την διάθεσή τους, προσυμβατικές και συμβατικές υποχρεώσεις, για ενημέρωση και πλήρη διαφώτιση των αναιρεσειόντων αναφορικά με τα χαρακτηριστικά των ομολόγων, την ασφάλεια και τους κινδύνους αυτών, όπως επιβάλλεται από τις προστατευτικές των συμφερόντων του επενδυτή διατάξεις του ΚΔΕΠΕΥ, του Ν. 2251/1994, την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 288) και την παρεπόμενη της κύριας σύμβασης σύμβαση θεματοφυλακής και, ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται αντίστοιχη ευθύνη της αναιρεσίβλητης και, συνακόλουθα, ούτε και αδικοπρακτική ευθύνη αυτής, λόγω δήθεν παράβασης των διατάξεων του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου που ρυθμίζει την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από τις τράπεζες και της επακολουθήσασας συμμετοχής της στη διαδικασία του P.S.I., συνεπεία της οποίας αντικαταστάθηκαν οι αρχικοί ομολογιακοί τίτλοι που είχαν λάβει οι αναρεσείοντες, με άλλους μειωμένης αξίας και μεγαλύτερης διάρκειας.

Επομένως ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006).

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο, οπότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 193/2019, ΑΠ 924/2018).

Ομοίως, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων αλλά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ.

Α.Π. 3/1997, ΑΠ 2121/2017, ΑΠ 684/17, ΑΠ 729/15, ΑΠ 524/2014). Κατά συνέπεια, ο ως άνω πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, καθώς και ο υπό στοιχείο Δ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα σχετικά με την υποβάθμιση των επίδικων ομολόγων, είναι απαράδεκτοι, εφόσον η ένδικη αγωγή απερρίφθη ως μη νόμιμη και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, ώστε να στοιχειοθετούνται οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι.

Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30/9/2020 αίτηση των 1) Α. Κ., 2) Γ. Κ. 3) Ε. Κ. και 4) Χ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2833/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ