Legislator Giurisprudenza & Legislazione
965/2023 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive error regarding civil code interpretation rules.

Numero d'incarto 965/2023
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision on fees for labor services. The appellant argued that the appellate court violated civil code interpretation rules and mischaracterized documentary evidence regarding VAT and third-party deductions. The court rejected these claims, finding no violation of the cited articles and deeming the second ground inadmissible due to lack of specificity.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The appellate court is not precluded from reaching the same conclusion as the lower court when applying interpretation rules, and vague appeals regarding document distortion are inadmissible without explicit reference to the specific content and distortion.

Parole chiave

Generato dall'IA
cassation appeal civil code interpretation procedural error document distortion labor service fees inadmissible appeal legal reasoning convenzione circa l'eredità devoluta

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 677-681 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 614 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Decision 176/2018 of the Supreme Court
Decision 2246/2017 of the Athens Court of First Instance
Decision 197/2015 of the Athens Court of First Instance
Decision 473/2020 of the Athens Court of First Instance
Decision 965/2023 of the Supreme Court
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 965 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 965/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κλεισούρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: υπό εκκαθάριση δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "Γ..Κ.. Σ. & Σ.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ. Σ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτης εταιρίας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την προφορικά ασκηθείσα ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 197/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2246/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 12-6-2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 176/2018 του Αρείου Πάγου που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή. Κατόπιν της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η 473/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-7-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 14-7-2021 και με αριθ. κατ. 5590/731/14-7- 2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677-681 ΚΠολΔ) με αριθ. 473/22-1-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της με αριθ. 176/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατόπιν μερικής παραδοχής της από 12-6- 2017 και με αριθ. κατ. 357/13-6-2017 αίτησης αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος αναιρέθηκε για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και για έλλειψη νόμιμης βάσης η προηγούμενη με αριθ. 2246/9-5-2017 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 23-10-2015 και με αριθ. κατ. 6252/2015 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθ. 197/16-9-2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει στο σύνολο της δεκτή η εναντίον του από 29-6-2012 και με αριθ. κατ. 117438/293/2-7- 2012 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρίας και είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η με τις πρωτόδικες προτάσεις ασκηθείσα ανταγωγή του εναγομένου-αντενάγοντος.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 29-6-2012 αγωγή, η ενάγουσα δικηγορική εταιρία, που ήδη τελεί υπό εκκαθάριση, ισχυρίσθηκε ότι κατόπιν εντολής του εναγομένου, ο οποίος ήταν κύριος του συνόλου των μετοχών της εξωχώριας εταιρίας με την επωνυμία "O.

M. S..A..", κυρίας ακινήτου μεγάλης αξίας, κειμένου στην …. Αττικής, ανέλαβε, εκπροσωπουμένη από το μέλος αυτής Γ. Σ., την ανεύρεση της πλέον συμφέρουσας για τον οικογενειακό προγραμματισμό του εναγομένου νομικής λύσης, σε σχέση με το εν λόγω ακίνητο, ενόψει της ισχύος του ν. 3842/2010, δυνάμει του οποίου αυξήθηκε ο ειδικός φόρος διατήρησης ακινήτων εξωχωρίων εταιριών σε ποσοστό 15%.

Ότι η λύση που υποδείχθηκε και επιλέχθηκε ως συμφέρουσα, σύμφωνα με το άρθρο 58 του, ως άνω, νόμου, ήταν η μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του ακινήτου στο υιό του εναγομένου και η παρακράτηση της επικαρπίας από τον εναγόμενο και τη σύζυγο του. Ότι για τον όλο "σχεδιασμό, σύλληψη και εκτέλεση της ρύθμισης" συμφωνήθηκε καθαρή αμοιβή 1% επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, ανερχομένης στο αναγραφόμενο στο συμβόλαιο που καταρτίσθηκε ποσό των 5.890.732,06 ευρώ, οπότε η αμοιβή της ενάγουσας ανήλθε στο ποσό των 58.907 ευρώ πλέον του αναλογούντος (23%) Φ.Π.Α., ποσού 13.548 ευρώ, δηλαδή συνολικά στο ποσό των 72.455 ευρώ.

Ότι για την έκδοση γραμματίων προείσπραξης προς σύνταξη του σχετικού αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, πέραν της έκδοσης δύο επιταγών ποσών 24.405,70 ευρώ και 32.337,74 ευρώ, αντίστοιχα, στην οποία προέβη ο εναγόμενος, απαιτήθηκε προς συμπλήρωση το ποσό των 2.983,01 ευρώ, το οποίο κατέβαλε εξ ιδίων η ενάγουσα δικηγορική εταιρία, δανείζοντας κατόπιν αιτήματος του τον εναγόμενο και προς εξυπηρέτησή του, με το ποσό αυτό.

Ότι ο Δ.Σ.Α., με τις από 4-1- 2011 δύο τραπεζικές επιταγές, της κατέβαλε το ποσό των 42.716,87 ευρώ, από το οποίο το ποσό των 31.552,25 ευρώ αποτελεί την αμοιβή της, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 11.164,64 ευρώ αποτελεί Φ.Π.Α., ότι στις 11-11- 2010 είχε εισπράξει ως προκαταβολή το ποσό των 20.000 ευρώ, ενώ τον αναλογούντα σ' αυτό Φ.Π.Α, ποσού 4.600 ευρώ κατέβαλε η ίδια (ενάγουσα) και ότι έτσι έχει εισπράξει ως αμοιβή της μόνο το ποσό των 51.552,25 ευρώ, οπότε απομένει υπόλοιπο οφειλόμενης αμοιβής ποσού 7.354,75 ευρώ, βαρυνόμενη με τον αναλογούντα Φ.Π.Α.

ποσού 1.691,59 ευρώ. Ότι ο εναγόμενος της οφείλει επιπλέον και το ποσό των 4.600 ευρώ, που αφορά τον αναλογούντα Φ.Π.Α στο προκαταβληθέν ποσό των 20.000 ευρώ. Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 13.646,54 ευρώ για υπόλοιπο αμοιβής και οφειλόμενο Φ.Π.Α. καθώς και το ποσό των 2.983,01 ευρώ, λόγω δανείου με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Εξάλλου, ο εναγόμενος, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του άσκησε ανταγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η ενάγουσα-αντεναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 4.286,69 ευρώ, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, η τελευταία εισέπραξε αχρεωστήτως, λαμβάνοντας ως αμοιβή αυτής πλέον Φ.Π.Α. 23% μεγαλύτερο του οφειλομένου ποσού.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 197/2015 οριστική απόφαση, αφού συνεκδίκασε τις, ως άνω, αγωγή και ανταγωγή, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ανταγωγή και δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή. Ειδικότερα υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 10.337,76 ευρώ (7.354,75 ευρώ υπόλοιπο δικηγορικής αμοιβής και 2.983,01 ευρώ οφειλή από δάνειο) και επιπλέον το ποσό των 6.291,59 ευρώ για οφειλόμενο ΦΠΑ.

Κατά της απόφασης αυτής, η εναγομένη άσκησε την από 23-10-2015 και με αριθ. κατ. 6252/2015 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 2246/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο εναγόμενος άσκησε την από 12-6- 2017 και με αριθ.

κατ. 357/13-6-2017 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 176/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή, αναιρέθηκε η, ως άνω, με αριθ. 2246/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά ένα μέρος και, ειδικότερα, κατά το κεφάλαιο που αφορά επιδίκαση ποσού 7.354,75 ευρώ, ως υπόλοιπο οφειλόμενης δικηγορικής αμοιβής πλέον οφειλής Φ.Π.Α., ύψους 6.291,59 ευρώ, για τους λόγους ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφενός μεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους παρέλειψε να εφαρμόσει, παρόλο που εμμέσως διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας ως προς την έννοια του συνομολογηθέντος όρου ότι η δικηγορική αμοιβή θα είναι "καθαρή" (λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), αφετέρου δε, ως προς το ζήτημα αυτό, που αφορά την περί δικηγορικής αμοιβής συμφωνία, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες (αριθμός 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ).

Με την προσβαλλόμενη με αριθ. 473/2020 απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την κρινόμενη από 14-7-2021 αίτηση αναίρεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναίρεσης, διότι η τύχη της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Επίσης, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει, ομοίως, να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά, αλλά με πληρότητα και σαφήνεια οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση, δηλαδή να εκτίθενται σαφώς τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1038/2020, ΑΠ 109/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδ, α' ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν και κατά το άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό. Αντιθέτως τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση άλλωστε είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1465/2017, ΑΠ 421/2015).

Έτσι, αν αναιρέθηκε η απόφαση λόγω μη εφαρμογής των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν κωλύεται το δικαστήριο της παραπομπής, εφαρμόζοντας τα άρθρα αυτά, να καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα με την αναιρεθείσα απόφαση (ΑΠ 715/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση αυτού (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που το έγγραφο αυτό περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση αναφερόμενη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 720/2019).

Τέλος, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο, ως άνω αναιρετικός λόγος, πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης, μεταξύ άλλων, το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου (ΑΠ 867/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της παραπομπής δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα: " Η ενάγουσα-αντεναγομένη και ήδη εκκαλούσα είναι δικηγορική εταιρία, εγγεγραμμένη στα τηρούμενα βιβλία των δικηγορικών εταιριών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Δ.Σ.Α.), ενώ ο Γ.

Σ. είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και μέλος τους εγκριθέντος με την από 18-9-2000 απόφαση του Δ.Σ. καταστατικού σύστασης της ενάγουσας δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Δ.-Γ..Κ.. Σ. και Σ." και ήδη λυθείσης κατά τη συνεδρίαση της 29-7-2015 του Δ. Σ του Δ.Σ.Α. σύμφωνα με το από 14-7-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των εταίρων της ως άνω δικηγορικής εταιρίας....Το καλοκαίρι του 2010 ο εναγόμενος- αντενάγων συνάντησε τον παραπάνω εταίρο δικηγόρο της ενάγουσας, Γ.

Σ., προκειμένου ο τελευταίος να του δώσει τις αναγκαίες νομικές συμβουλές, ενόψει ισχύος του ν. 3842/2010 βάσει του οποίου, κατ' άρθρο 57 αυτού, ο ειδικός φόρος διατήρησης ακινήτων επ' ονόματι εξωχώριων εταιριών (off shore) αυξήθηκε στο 15%, γιατί ο εναγόμενος ήταν κύριος του συνόλου των μετοχών της εξωχώριας εταιρίας O.

M. S..A.., η οποία (εταιρία) ήταν κυρία ακινήτου στην ……. Τελικά ενόψει του άρθρου 58 του Ν. 3842/2010 η ενάγουσα δικηγορική εταιρία, διά του ως άνω εταίρου της πρότεινε στον εναγόμενο την πλέον συμφέρουσα λύση για την τακτοποίηση των συγκεκριμένων περιουσιακών του στοιχείων και μάλιστα τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου στον υιό του Θ.

Π. και την παρακράτηση της επικαρπίας απ' αυτόν και τη σύζυγό του Ζ. Π.. Ως αμοιβή της ενάγουσας δικηγορικής εταιρίας συμφωνήθηκε να λάβει το ποσοστό 1% επί της αντικειμενικής κατ' εκτίμηση αξίας του ακινήτου, αναγραφόμενη στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας της πλήρους κυριότητας ακινήτου και όχι την πραγματική και ως προκαταβολή της αμοιβής αυτής, λόγω και των μέχρι τούδε (Νοέμβριο 2010) απασχολήσεων της (εταιρίας) το ποσό των 20.000 ευρώ.

Ειδικότερα συμφωνήθηκε, όπως η συμφωνηθείσα ανωτέρω αμοιβή να είναι "καθαρή", απαλλαγμένη δηλαδή φόρου. Το γεγονός ότι η ως άνω αμοιβή της ενάγουσας είχε συμφωνηθεί καθαρή ενισχύεται και από την από 4.11.2010 επιστολή της προς τον εναγόμενο και τον ως άνω υιό του, όπου μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά σε συζήτησή τους "...Σας επιβεβαιώσαμε η δια του παρόντος αιτουμένη προκαταβολή θα εκπεσθεί από την τελική αμοιβή μας.

Αυτή καθαρή, απαλλαγμένη δηλαδή φόρου, ανέρχεται σε 1% επί της κατά το συμβόλαιο αξίας (όχι δηλαδή, της πραγματικής) της όλης διευθέτησης κατά ψιλή κυριότητα και επικαρπία. Ως προκαταβολή δε ενόψει των μέχρι σήμερα απασχολήσεων μας αιτούμεθα να μας καταβάλετε 20.000 ευρώ". επίσης με προηγούμενη επιστολής της στις 10-10-2010, μέσω fax η ενάγουσα διευκρινίζει, αναφέροντας επί λέξει : "...

Όπως είχα υποσχεθεί διαβιβάζω, αναλυτική, επισήμανση δικηγορικών αμοιβών και επιβαρύνσεων. Τονίζω. Ό,τι καταβάλατε στον Δικηγορικό Σύλλογο είναι ουσιαστικά φόρος υπέρ τρίτων. Οι αμοιβές δικηγόρων είναι μικρές. Άρα η ανάμειξη περισσοτέρων δικηγόροι (αν κατάλαβα καλά σχετική σου σκέψη), επιβάρυνση εγκυμονεί.

Όχι ελάφρυνση. Πιστεύω ότι η δομή της) σύμβασης που. πρότεινα και ακολουθείς ανταποκρίνεται πληρέστερα από. ο,τιδήποτε άλλο στις ανάγκες της οικογένειας σου} υπό τις παρούσες συνθήκες. Άλλωστε στην λύση αυτή θα επικεντρωθεί και η αμοιβή μου. Όχι δηλαδή σε παρακρατούμενους φόρους. Τους φόρους τους παραθέτω για να γνωρίζεις τι πληρώνεις.

Ανάλογη ανάλυση ακολουθεί και για τα συμβολαιογραφικά δαπανήματα". Της επιστολής ακολουθεί δεύτερο φύλλο με αναλυτικό πίνακα για τις επιβαρύνσεις-παρακρατήσεις των δικηγορικών γραμματίων του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών (φόρος, κρατήσεις υπέρ τρίτων, ΦΠΑ) καθώς και δεύτερος πίνακας με όμοια ανάλυση για τα συμβολαιογραφικά έξοδα.

Ο εναγόμενος εάν δεν συμφωνούσε, θα είχε προβάλλει αντιρρήσεις προς απάντηση στις παραπάνω επιστολές ή θα αντιπρότεινε κάποιον άλλον τρόπο πληρωμής και θα περιοριζόταν στην καταβολή της προκαταβολής προς εξόφληση των μέχρι εκείνη την περίοδο γενομένων νομικών ενεργειών, πολύ δε περισσότερο δεν θα δεχόταν την συνδρομή της ενάγουσας κατά την υπογραφή, του.

παρακάτω, αναφερομένου, συμβολαίου, προς ολοκλήρωση και υλοποίηση της προταθείσας υπό της τελευταίας συμφέρουσας λύσης, σύμφωνα με τον N. 3842/2010, κατά τα προαναφερθέντα Αντιθέτως ο εναγόμενος, συμμορφούμενος προς τα ανωτέρω, δια του υιού του Θ. Π., κατέβαλε στην ενάγουσα στις 11.11.2010 το ποσό της προκαταβολής της αμοιβής της από 20.000 ευρώ και συνεπώς, αν δεν είχε αποδεχθεί την προαναφερθείσα συμφωνία και μάλιστα ότι.

η συμφωνηθείσα αμοιβή, της ενάγουσας θα ήταν "καθαρή οπωσδήποτε δεν θα είχε καταβάλει ο εναγόμενος το ποσό αυτό ως προκαταβολή της αμοιβής της. Επί πλέον στην από 21.12.2010 επιστολή της ενάγουσας προς τον εναγόμενο συνεχίζεται να επαναλαμβάνεται το συμφωνηθέν υπό των διαδίκων περί καθαρής αμοιβής, Ειδικότερα αναφέρεται "...

σου. θυμίσω, ότι διευκρινίσθηκε ήδη, στο. από. 4/11 fax μας για να καταθέσεις την προκαταβολή των ευρώ 20.000. Ότι δηλαδή η αμοιβή νοείται ... καθαρή, απαλλαγμένη δηλαδή φόρου 1% επί της κατά το συμβόλαιο αξίας...". Αλλά και κατ'ουσίαν: Το 1% που θα εισπραχθεί υπόκειται, ούτως ή άλλως σε φόρο εισοδήματος. Αν επιπλέον μου, επιρριφθεί και ο ΦΠΑ η εταιρεία μου για όλες ης απασχολήσεις μας, ουσιαστικά δεν παίρνει τίποτα.

Αλλ'ακόμη: Κατά νόμο ο ΦΠΑ επιβαρύνει πάντα τον πελάτη". Πράγματι επακολούθησε, με βάση σχέδιο συνταχθέν από την ενάγουσα και ως τέτοιο νοείται η συνολική ολοκλήρωση - τελική μελέτη και επεξεργασία των στοιχείων της υπόθεσης, ο συνδυασμός τους, η καταγραφή, καθώς και η εξ ολοκλήρου διαμόρφωση του συμβολαίου μεταβίβασης ακινήτου, η κατάρτιση και η υπογραφή στις 27.12.2010 του συμβολαιογραφικού με αριθ....

αγοραπωλητηρίου συμβολαίου αξίας, κατά τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο, 5.890.732,22 ευρώ, του συμβολαιογράφου … Αττικής Α. Κ., δυνάμει του οποίου, η, εξωχώρια εταιρεία με την επωνυμία "O. M. S..A..", της οποίας πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και κύριος του συνόλου των μετοχών της ήταν ο εναγόμενος, ενεργώντας για λογαριασμό της, το ακίνητο κυριότητάς της που βρίσκεται στην ….Αττικής, πώλησε κατά ψιλή κυριότητα στον υιό του εναγομένου Θ.

Π., ενώ την επικαρπία κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον εναγόμενο και τη σύζυγο του Ζ. Π.. Ο εναγόμενος για τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου κατέβαλε στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών με δύο τραπεζικές επιταγές της τράπεζας Eurobank EFG, με αριθμούς ... τα ποσά των 24.405,79 και 32.337,74 ευρώ. αντίστοιχα, με ημερομηνία έκδοσης 27.12.2010, για την έκδοση των απαιτουμένων γραμματίων του ΔΣΑ, που αποτελούσε προϋπόθεση για την υπογραφή του συμβολαίου, ενώ για την πωλήτρια εταιρεία παραστάθηκε η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία και για τους λοιπούς συμβαλλομένους η συνεργάτιδα της ενάγουσας Ε.

Σ.. Για την έκδοση όμως των παραπάνω γραμματίων υπολειπόταν το ποσό των 2.983,01 ευρώ, το οποίο για λογαριασμό ίου εναγόμενου κατέβαλε η ενάγουσα, εκδίδοντας, ισόποση, επιταγή της Τράπεζας Eurobank EFG στις 27.12.2010 σε διαταγή του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, δανείζοντας έτσι το ποσό αυτό στον εναγόμενο, που σημειωτέον συνομολογεί ο εναγόμενος.

Ήτοι συνολικά ποσό 59.726,54 ευρώ. Ακολούθως ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών αφού. παρακράτησε κρατήσεις υπέρ. τρίτων 3.5.%. ήτοι ποσό 9.194,12 ευρώ (6.567,23 ΤΑ 25%+2.626,89 ΤΝ 10%] και 7.795,55 ευρώ (5.568,26 ευρώ ΤΑ 25% + 2.227,30 ΤΝ 10%) με τις με αριθ... τραπεζικές επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, με ημερομηνία έκδοσης 4.1.2011, ποσού 23.116.63 και 19.6.00,24 ευρώ κατέβαλε στην ενάγουσα τα ποσά των 23,116,63 και 19.600,24 ευρώ και συνολικά 42.716,87 ευρώ, εκ του οποίου το συνολικό ποσό των 11.164.64 ευρώ, αποτελούσε ΦΠΑ (δηλαδή 5.122,79 και 6.041,85 ευρώ αντίστοιχα - βλ.

τα με αριθ. … και … εντάλματα πληρωμής του ΔΣΑ). Ενόψει του ότι η αμοιβή, της ενάγουσας συμφωνήθηκε "καθαρή", με την επεξηγηματική, της λέξης αυτής φράση "απαλλαγμένη δηλαδή φόρου" (και όχι κάποια από τις φράσεις απαλλαγμένη δηλαδή φόρων ή οποιουδήποτε φόρου ή/και λοιπών ή παντός είδους κρατήσεων], οι διάδικοι ερίζουν για τον τρόπο υπολογισμού της "καθαρής" αμοιβής της ενάγουσας και συγκεκριμένα με το εάν α όρος αυτός έχει την έννοια ότι ο εναγόμενος- εντολέας βαρύνεται ή όχι και με τις αναλογούσες κρατήσεις υπέρ τρίτων και λοιπούς φόρους [πλην του κατά τη σχετική νομοθεσία επιρριπτομένου στον λήπτη των δικηγορικών υπηρεσιών φόρου προστιθέμενης αξίας].

Έτσι, η μεν ενάγουσα ισχυρίζεται ότι με την αγωγή της ότι ως "καθαρή, αμοιβή" νοείται τα ποσό. απαλλαγμένο από φόρους και κρατήσεις υπέρ τρίτων από ενώ ο εναγόμενος ισχυρίζεται το αντίθετο. Ο ανωτέρω όρος αποτέλεσε και τον λόγο της αναίρεσης της με αριθ. 2246/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών από τον Άρειο Πάγο.

Ο όρος αυτός της σύμβασης, λόγω της διατύπωσής του και ενόψει της διαφοράς που. υπάρχει από τις διάδικες πλευρές ως προς την έννοιά του, παρουσιάζει ασάφεια, δημιουργεί αμφιβολία ως προς την έννοια της δήλωσης της βούλησης των δικαιοπρακτούντων και χρήζει ερμηνείας με αναδρομή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Από την ερμηνεία, λοιπόν, του ως άνω όρου, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, συνεκτιμωμένων και των προαναφερόμενων ειδικών συνθηκών και περιστάσεων των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν, προκύπτει από τη χρήση της λέξης "καθαρή", η ενάγουσα η οποία γνώριζε περί της παρακράτησης του φόρου και άλλων κρατήσεων υπέρ τρίτων που αναγράφονται επί των γραμματίων και ενταλμάτων πληρωμής του οικείου ΔΣΑ, επιδίωκε να λάβει για το σύνολο, των παρεχόμενων υπηρεσιών αμοιβή, απαλλαγμένης από οιοδήποτε βάρος, ήτοι καθαρής με αφαίρεση όλων των επιβαρύνσεων μεταξύ αυτών και των κρατήσεων υπέρ τρίτου, που αναγράφονται στα γραμμάτια για παράσταση σε συμβόλαια (35% για τον Δ.Σ.Α.), και τα οποία αποτελούν έξοδα, καταχωρίζονται στο σκέλος των εξόδων του Βιβλίου Εσόδων - Εξόδων με παραστατικό, το γραμμάτιο προκαταβολής και εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα, όπως διευκρινίζεται με την ΠΟΛ.

…/26.1.2012. Η έννοια της καθαρής αμοιβής ταυτίζεται με αυτή του καθαρού εισοδήματος που προσδιορίζεται μετά την αφαίρεση από το ακαθάριστο όλων των δαπανών και εξόδων, μεταξύ αυτών, και των κρατήσεων υπέρ. τρίτων. Τα ανωτέρω ενισχύονται από το περιεχόμενο της από 21-12-2010 επιστολής της ενάγουσας όπου η ενάγουσα εκφράζει τη βούληση της η αμοιβή να υπόκειται μόνο σε φόρο εισοδήματος, (ο οποίος υπολογίζεται επί καθαρού εισοδήματος) χωρίς περαιτέρω επιβαρύνσεις, που απομυζούσαν την αμοιβή της για την οποία προσέφερε τις υπηρεσίες της επί πολλούς μήνες.

Άλλωστε η ενάγουσα με τις επιστολές που απέστειλε μέσω fax επεσήμανε πάντοτε τον όρο καθαρή αμοιβή και ενημέρωσε τον εναγόμενο για τις επιπλέον επιβαρύνσεις-κρατήσεις υπέρ τρίτων των γραμματίων προείσπραξης. Εξάλλου ο εναγόμενος, ο. οποίος έχει έντονη, επιχειρηματική, δραστηριότητα στο χώρο της ναυτιλίας και μεγάλη πείρα σε οικονομικές συναλλαγές αποδέχθηκε την περί καθαρής αμοιβής συμφωνία, χωρίς να διατυπώσει κάποια επιφύλαξη ή διευκρίνιση σχετική με λοιπούς φόρους ή κρατήσεις υπέρ τρίτων για τις οποίες είχε ενημερωθεί με την από 14-10-2010 επιστολή της ενάγουσας, με την συμπεριφορά του.

δε αυτή καθ' όλη. την διάρκεια των συνομιλιών για το ύψος τη αμοιβής δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση στην ενάγουσα ότι συμφωνούσε με τον ως άνω όρο όπως αυτός είχε διευκρινιστεί από την ίδια. Ενόψει δε της ρητής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων περί απαλλαγής της αμοιβής της δικηγορικής εταιρίας από οποιοδήποτε φόρο στην οποία εμπεριέχεται και η απαλλαγή της από κρατήσεις υπέρ τρίτων πρέπει ακολούθως το παρακρατηθέν ποσό υπέρ τρίτων να καταβληθεί από τον εναγόμενο στην ενάγουσα, εφόσον κατά το ποσό αυτό (παρακρατηθέν) πρέπει να συμπληρωθεί η αιτουμένη συμφωνηθείσα αμοιβή της.

Βάσει των ανωτέρω, η συμφωνηθείσα αμοιβή της ενάγουσας δικηγορικής εταιρίας ανερχόταν στο καθαρό ποσό των 58.907 ευρώ (1% επί της αξίας του παραπάνω ακινήτου, ύψους 5.890.732,22 ευρώ) πλέον Φ.Π.Α. 23%, ποσού 13.548 ευρώ. Η ενάγουσα είχε λάβει συνολικά για τη συμφωνηθείσα καθαρή αμοιβή της το συνολικό ποσό των 51.552,25 ευρώ (31.552,25 και 20.000 ευρώ), συνεπώς απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο της αμοιβής αυτής, ποσό 7.354,75 ευρώ (δηλαδή 58.907-51.552,25 ευρώ), ενώ αφενός μεν στο ποσό των 7.354,75 ευρώ καταλογίζεται και το ποσό των 4.600 ευρώ για Φ.Π.Α. 23%, για τα οποία ποσά (των 7.354,75 ευρώ και 4.600 ευρώ είχε εκδοθεί ήδη η με αριθ…/11-11-2010 διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών).

Επομένως, η ενάγουσα δικηγορική εταιρία δικαιούται το οφειλόμενο υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής της από 7.354,75 ευρώ και το συνολικό ποσό των 6.291,59 ευρώ για Φ.Π.Α. 23% ...". Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, καθώς με τους δεύτερο και τρίτο αναιρετικούς λόγους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή τους και εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το περιεχόμενο και την ερμηνεία της περί δικηγορικής αμοιβής συμφωνίας.

Στην αίτηση αναίρεσης εκτίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που αφορούν το συμπέρασμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου όσον αφορά την ερμηνεία της συμφωνίας των διαδίκων περί της δικηγορικής αμοιβής και ειδικότερα του όρου αυτής "καθαρή" (δικηγορική αμοιβή), το οποίο (ερμηνευτικό συμπέρασμα), όπως αναφέρεται κατά λέξη στην προσβαλλόμενη απόφαση διαμόρφωσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο " σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, συνεκτιμωμένων και των προαναφερόμενων ειδικών συνθηκών και περιστάσεων και των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν".

Ωστόσο δεν αναφέρονται στην αίτηση αναίρεση οι διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως άνω, ουσιαστικές παραδοχές, που αφορούν την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων ένδικη συμφωνία, τις συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες καταρτίσθηκε, καθώς και τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν αυτής, ειδικότερα σε σχέση με το ζήτημα του καθορισμού της δικηγορικής αμοιβής.

Οι, ως άνω, ελλείπουσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι κρίσιμες, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως προς το παραπάνω ζήτημα, ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στη διαμόρφωση του συμπεράσματος του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς την αληθή έννοια του ερμηνευόμενου όρου "καθαρή" δικηγορική αμοιβή.

Κατόπιν των παραπάνω οι, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι (πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, δεύτερος και τρίτος) είναι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, αόριστοι, αφού, ενώ η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν, δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι προαναφερόμενες κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης, αν οι αποδιδόμενες με τους, ως άνω, λόγους στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

Επομένως οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Περαιτέρω, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια, από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν συμμορφώθηκε στη με αριθ. 176/2018 αναιρετική απόφαση, καθόσον δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, άλλως τους εφάρμοσε εσφαλμένα, με το να δεχθεί ότι από τις αναφερόμενες από 4-11-2010 και από 21-12-2010 επιστολές της ενάγουσας προκύπτει η αληθής βούλησή της ότι η αμοιβή της θα είναι "καθαρή" υπό την έννοια ότι θα είναι απαλλαγμένη φόρων και κρατήσεων υπέρ τρίτων, παρότι τούτο δεν προκύπτει από τις, ως άνω, επιστολές, ούτε από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της παραπομπής διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας του, ως άνω, όρου της σύμβασης, που αφορούσε τη δικηγορική αμοιβή και, για την άρση αυτής, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ. Ενόψει αυτών, το δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε προς το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από τη με αριθ. 176/2018 αναιρετική απόφαση, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου έκρινε ότι το Εφετείο, με την αναιρεθείσα με αριθ. 2246/2017 απόφαση παραβίασε τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους παρέλειψε να εφαρμόσει, παρότι διαπίστωσε εμμέσως την ύπαρξη ασάφειας.

Σύμφωνα δε με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, το δικαστήριο της παραπομπής δεν κωλυόταν, εφαρμόζοντας τα άρθρα αυτά, να καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα με εκείνο της αναιρεθείσας απόφασης. Επομένως, το δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος, εξάλλου, δεν ιδρύεται από την επικουρικά επικαλούμενη για τη θεμελίωσή του εσφαλμένη εφαρμογή των εν λόγω ερμηνευτικών κανόνων.

Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Τέλος, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων και συγκεκριμένα των από 4-11-2010 και από 21- 12-2010 επιστολών της αναιρεσίβλητης, με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι από αυτές προκύπτει ότι καθαρή αμοιβή σημαίνει αμοιβή απαλλαγμένη από Φ.Π.Α.

και κρατήσεις υπέρ τρίτων, καθώς και ότι η αναιρεσίβλητη με τις επιστολές αυτές τον ενημέρωνε περί των κρατήσεων υπέρ τρίτων που θα προσαύξαναν την αμοιβή. Ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης αυτούσιο το περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων, καθώς και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που τους προσέδωσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου.

Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

Τέλος, ανεξαρτήτως της έκβασης της παρούσας αναιρετικής δίκης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου με αριθ. Α../2021, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, κατ' εφαρμογή του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, διότι οι από το άρθρο 614 αριθ. 3 και 5 ΚΠολΔ διαφορές, όπως στην προκειμένη περίπτωση, απαλλάσσονται της υποχρέωσης επισύναψης παραβόλου για την άσκηση ενδίκων μέσων (ΑΕΔ 3, 4/2014).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την επιστροφή του με αριθ. Α../2021 παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στον αναρεσείοντα.

Απορρίπτει την από 14-7-2021 και με αριθ. κατ. …/731/14-7- 2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 473/22-1-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Ιουνίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ