Supreme Court dismisses appeal against bank judgment, ruling procedural objection inadmissible due to lack of execution proceedings.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a guarantee dispute. The State argued the appeal was admissible, but the Court found the objection regarding the lack of compulsory execution proceedings inadmissible because the lower court correctly rejected it. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 527, 559, 559(14) of the Code of Civil Procedure; An objection to compulsory execution proceedings is inadmissible if the lower court correctly rejects it based on the absence of such proceedings, rendering subsequent appeals on that ground inadmissible.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 964 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 964/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Λαυρέντιο Παππά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Της αναιρεσιβλήτου - καλούσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη.
Της καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "COVITA ΑΕ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΕΡΑΣΙΩΝ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ", που εδρεύει στα Γιαννιτσά, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 365/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6642/2020 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 793/2023 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης από 1-3-2022 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 6642/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 17-7-2023 κλήση της καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 1/3/2022 αίτηση αναιρέσεως, που εισάγεται προς συζήτηση, κατόπιν της από 17/7/2023 κλήσης της αναιρεσίβλητης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 6642/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 6/6/2018 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ'αριθ.365/2028 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 2/11/2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης περί επιδικάσεως του ποσού της καταπεσούσης σε βάρος του εγγυήσεως, υπό την οποία χορηγήθηκε δάνειο στη (μη διάδικο) εταιρεία "COVITA AE" κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.
Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 3/3/2022 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ τριακονθήμερης προθεσμίας, αφού από την επομένη ημέρα της επίδοσης της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρ.5 ΚΔ της 26/6-10/7/1944) στις 3/2/2022 μέχρι την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στις 3/3/2022 δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία των τριάντα ημερών.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο λόγων της (άρθρ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ), αφού για το παραδεκτό της συζητήσεώς της έχει κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα η προσθέτως παρεμβάσα στο Εφετείο, υπέρ του (τότε) εκκαλούντος και ήδη αναιρεσειοντος Ελληνικού Δημοσίου, ανώνυμη εταιρεία "COVITA AE".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟΛΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023).
Έτσι με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2019). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση (ΑΠ 312/2023).
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του (ερμηνευτικό σφάλμα), καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών αυτών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (υπαγωγικό σφάλμα) (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 534/2022).
Κατά την ίδια διάταξη (559 παρ.1 εδαφ.β) η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ερμηνεία με βάση αυτά κανόνων δικαίου, ιδίως όταν αυτοί περιέχουν νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019), τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 10/2005).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου, για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη ή ορθή, έννοια που προκύπτει, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ1215/2021, ΑΠ 1011/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 350/2022), κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα δικαίου που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 831/2022, ΑΠ 55/2022).
Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν η έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπάρχουν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δηλαδή στις παραδοχές του δικαστηρίου, που ανάγονται στο πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε ή που έπρεπε να εφαρμοστεί και όχι στην ερμηνεία του νόμου και υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών, αφού την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ελέγχει πάντοτε ο Άρειος Πάγος βάσει του άρθρου 559 αριθ.1 σε συνδυασμό με το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 1192/2013).
Με τις διατάξεις του Ν.2322/1995, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω χρόνο, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 του Ν.4549/2018, ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και ο όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Κατά τις διατάξεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να παρέχει την εγγύησή του για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων που χορηγούν οι τράπεζες προς ιδιωτικές επιχειρήσεις και επαγγελματίες.
Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (άρθρ. 1), η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρ.12), εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής που συνιστάται με το άρθρο 5 αυτού και επικουρείται από την υπό του άρθρο 6 παρ.1 του ανωτέρω νόμου Υποεπτροπή.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του παραπάνω νόμου "επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου στα αναφερόμενα στο άρθρο αυτό πιστωτικά ιδρύματα (όπως ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες κλπ.) για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων που αυτά χορηγούν μεταξύ άλλων, σε ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων (άρθρ.1 παρ.1ββ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 παρ. 1, 4 και 5 του αυτού ως άνω νόμου: "1. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που έχει παράσχει μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος που χορήγησε το δάνειο, τόσο κατά των πρωτοφειλετών όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2......3..... 4.
Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά, με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων - και Αξιών - (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5.
Τα αναγκαία δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ-Δ25) βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών".
Η πιο πάνω διάταξη (11 παρ.4) είναι ομοίου περιεχομένου με την διάταξη του 126 παρ.4 του ν. 4270/2014 (Δημόσιο Λογιστικό, ΦΕΚ A' 143/28-6-2014), η οποία ορίζει ότι εάν η εγγύηση δεν χορηγήθηκε έγκυρα λόγω πταίσματος του δανειστή ή πιστωτή, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά, με μέριμνα της αρμόδιας Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.
Κατ' εξουσιοδότηση του Ν.2322/1995 εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 2/478/0025/04.01.2006 (ΦΕΚ 16/13.1.2006, τεύχ. Β'), απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία ορίσθηκαν τα αναγκαία έγγραφα δικαιολογητικά τα οποία οι τράπεζες όφειλαν να υποβάλουν στο οικείο Υπουργείο για την κατάπτωση υπέρ τους της χορηγηθείσας εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και οριοθετήθηκαν τα στάδια της σχετικής διαδικασίας κατά τα ακόλουθα: "1.
Ο πλήρης φάκελος με τα δικαιολογητικά αποστέλλεται από τα πιστωτικά ιδρύματα στην αρμόδια 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών εις διπλούν. 2. Η 25η Διεύθυνση, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, διενεργεί έλεγχο των δικαιολογητικών και αποστέλλει πλήρη φάκελο, με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., η οποία.
προβαίνει, εντός προθεσμίας ενός μηνός, στην εν στενή βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, στο λογαριασμό "Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων ή εγγυήσει του Ελληνικού Δημοσίου" και σε βάρος των υπόχρεων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Διεύθυνση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης. 3.
Η 25η Διεύθυνση, ακολούθως, προβαίνει στην πληρωμή της βεβαιωμένης εγγυημένης οφειλής, μέσω του Ειδικού Λογαριασμού "Γ.Λ.Κ Δ25-Κεφάλαιο Ασφαλίσεως Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων ή Εγγυήσει του Ελληνικού Δημοσίου. 4....5...... 6. Στις περιπτώσεις που έστω και εκ των υστέρων κριθεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του άρθρο 11 του ν.2322/1995, δηλαδή διαπιστωθεί ότι από υπαιτιότητα του δανειστή ή του πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και η 25η Διεύθυνση ανακαλεί την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, προβαίνει στη σύνταξη ΑΦΕΚ την διαγραφή της βεβαιωμένης απαίτησης και τυχόν εντολές πληρωμής λόγω κατάπτωσης της εγγύησης ανακαλούνται.
Η πράξη της ανάκλησης κοινοποιείται και στον πρωτοφειλέτη ...".
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ....2006 (ΦΕΚ Β 1697) Υ.Α, με την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου προς τις τράπεζες μέχρι ποσοστό 80% κατ' ανώτατο όριο, για τη ρύθμιση των υφιστάμενων μέχρι 30.06.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών, οι οποίες προέρχονταν από δάνεια που είχαν χορηγηθεί, για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης, σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, εκμεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που ήταν εγκατεστημένες και λειτουργούσαν, στους νομούς Πέλλας - Σερρών.
Η παραπάνω υπουργική απόφαση προέβλεψε τα εξής : α) η ρύθμιση των οφειλών γίνεται με την κατάρτιση νέου δανείου, στο οποίο θα συμπεριλαμβάνονται και οι τόκοι για το διάστημα από 01.01.2006 έως 30.09.2006 και το οποίο θα εξοφλείτο σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα την 30.06.2008 και τελευταία την 31.12.2016, οι δε τόκοι της περιόδου χάριτος θα κεφαλαιοποιούνταν την 31.12.2007, β) σε κάθε περίπτωση, το ύψος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δεν μπορεί να υπερβεί το 80% των υφιστάμενων μέχρι την 30.09.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης προς πιστωτικά ιδρύματα, γ) στην περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν δύο συνεχόμενες τοκοχρεολυτικές δόσεις της ρύθμισης και μέσα σε ένα τρίμηνο από τη λήξη της δεύτερης- ανεξόφλητης δόσης θα καθίστατο θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μόνο ολόκληρο το ποσό των ρυθμισθεισών οφειλών, δ) οι τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν οι απαιτήσεις τους από το εγγυηθέν Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ' αρ. 2/478/0025/04.01.2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ.
Β' 16/13.01.2006), ε) το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των απαιτήσεων των τραπεζών που είχε εγγυηθεί, κατά το ύψος του ανεξόφλητου, εγγυηθέντος κατά τα ανωτέρω, ποσού κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) μέχρι ενός τρίμηνου και τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας και κλεισίματος λογαριασμού, ε) οι τράπεζες οφείλουν, στον ανωτέρω χρόνο των τριών μηνών κάλυψης από το Δημόσιο των τόκων υπερημερίας από τη λήξη της δεύτερης ληξιπρόθεσμης δόσης, να επιδιώκουν την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των δόσεων που καλύπτονταν από την εγγύηση με την ίδια επιμέλεια που έδειχναν και για τα δάνεια που δεν καλύπτονταν από κρατική εγγύηση στ) οι τράπεζες προκειμένου να ικανοποιηθούν από το Δημόσιο εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλλουν τα προβλεπόμενα στην υπ' αριθμ. ....2006 υπουργική απόφαση δικαιολογητικά".
Η παραπάνω Υ.Α τροποποιήθηκε με την υπ. αριθ. ....2009 Υ.Α ως προς την καταβολή των δόσεων του δανείου, οριζομένου ότι η πρώτη δόση είναι καταβλητέα την 30.6.2009 αντί της 30.6.2008 ενώ η τελευταία παραμένει την 31.12.2016 και επίσης ορίστηκε ότι οι τόκοι της περιόδου χάριτος που αφορούν στο χρονικό διάστημα μέχρι 31.12.2007 κεφαλαιοποιούνται την 31.12.20007 ενώ οι τόκοι που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.12.2008 δεν κεφαλαιοποιούνται και η καταβολή τους βαρύνει αποκλειστικά τις επιχειρήσεις.
Η ίδια απόφαση (υπ' αριθμ. ....2006) τροποποιήθηκε, εκ νέου, με την υπ' αριθμ. ....2009 Υ.Α (ΦΕΚΒ'1298), η οποία όρισε ότι τα εξής: "α) Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου προς τις τράπεζες, σε ποσοστό 80%, για τη ρύθμιση των υφιστάμενων μέχρι την 30.6.2009, ήδη εγγυημένων από το Δημόσιο, δυνάμει της υπ' αριθμ. ....2006 Υ.Α., ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών, που προέρχονταν από δάνεια που είχαν χορηγηθεί στις επιχειρήσεις των Νομών Πέλλας και Σερρών, σε ένα ενιαίο με τρέχον δάνειο, συμπεριλαμβανομένου και του 80% των οφειλόμενων τόκων από 1.1.2008 έως 30.6.2009.
Το νέο αυτό δάνειο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές ή τοκοχρεολυτικές δόσεις με πρώτη καταβλητέα δόση την 31.12.2010 και τελευταία την 31.12.2018. β) Λόγω της παρεχόμενης εγγύησης καταβάλλεται στο Ελληνικό Δημόσιο εξαμηνιαία και μέχρι τη λήξη του δανείου από έκαστο δανειολήπτη προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4% επί του ανεξόφλητου κάθε φορά υπολοίπου του δανείου.
Η πρώτη καταβολή γίνεται με την υπογραφή της νέας δανειακής σύμβασης. γ) Οι επιχειρήσεις, με την υπογραφή της δανειακής σύμβασης, υποχρεούνται να καταβάλουν το 20% των οφειλόμενων τόκων που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 30.6.2009, καθώς και την ανωτέρω προμήθεια ασφαλείας σε ποσοστό 0,4%. δ) Σε περίπτωση που κατά την 31.12.2010, και μέσα στο επόμενο τρίμηνο από τη λήξη της πρώτης χρεωλυτικής, με τους αναλογούντες τόκους, ή τοκοχρεωλυτικής δόσης, οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν τη δόση αυτή και κάθε άλλη οφειλή απορρέουσα από τις προηγούμενες εξαμηνιαίες υποχρεώσεις καταβολής της προμήθειας 0,4% και του 20% των τόκων περιόδου, ολόκληρο το ποσό των οφειλών καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής και κάθε επόμενης χρεωλυτικής ή τοκοχρεωλυτικής δόσης. Τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ' αριθμ. ....2006 (ΦΕΚ Β' 16/13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.
ε) Τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών, για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύηση του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες της ληξιπρόθεσμης εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο δόσης, με την ίδια επιμέλεια που επιδεικνύουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου.
στ) Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τα έξοδα της αναγγελίας κλεισίματος του λογαριασμού.
ζ) Ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας απόφασης, καθώς και η αντιμετώπιση στο πλαίσιο αυτής των προβλημάτων που θα ανακύπτουν κατά την υλοποίηση, ανατίθεται στη Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ. Δ.25 - Τμήμα Δ')". Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω η προαναφερόμενη εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου διέπεται καταρχήν από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν.2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που διέπουν την εγγύηση (ΑΚ 847επ.) εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν.2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (ΑΠ 173/2024, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 738/2023, ΑΠ 1254/2023, ΑΠ 1903/2022).
Το Δημόσιο, ως εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις, που αφορά η εγγύησή του, εφόσον οι οφειλόμενες από τον πρωτοφειλέτη δόσεις του χορηγηθέντος δανείου γίνουν ληξιπρόθεσμες. Σε αυτή την περίπτωση η δανείστρια τράπεζα προβαίνει σε καταγγελία, καθιστώντας ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και εν συνεχεία ζητά την κατάπτωση της εγγυήσεως του Δημοσίου (δηλαδή την εκ μέρους του Δημοσίου εξόφληση των εγγυημένων οφειλών σε εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του από την εγγύηση) υποβάλλοντας στην αρμόδια υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο.
Η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπρόθεσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 173/2024, ΑΠ 738/2023, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 181/2021).
Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που δανείστρια τράπεζα απευθυνθεί στο Δημόσιο για την εξόφληση επικαλούμενης απαίτησής της συνεπεία κατάπτωσης εγγύησης του Δημοσίου, για δάνειο που αυτή χορήγησε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2322/1995, το Δημόσιο δια των αρμοδίων οργάνων του κρίνει, εν πρώτοις, αν όντως συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησής του, πριν δώσει την εντολή για την εξόφληση της σχετικής απαίτησης.
Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου εξετάζεται (άρθρα 1 § 7 και 11 § 4 του ν. 2322/1995 καθώς και παρ. Α,6 της Υ.Α ....2006), αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι νόμιμες προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης (άρθρο 11 § 4 του ν. 2322/1995) ή αν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 862 ΑΚ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται στην συγκεκριμένη περίπτωση από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (ΑΠ 173/2024, ΑΠ 783/2023, ΑΠ 797/20230.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι κατά τον Ν.2322/1995, οι προϋποθέσεις για την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγύηση, είναι: α) να χορηγήθηκε έγκυρα και να είναι σε ισχύ η εγγύηση του Δημοσίου, β) εξαρχής να μη συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων να εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, γ) να συντρέχει υπαιτιότητα της δανείστριας τράπεζας και δ) να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια, συνιστάμενη στο ότι η εξαρχής ή μεταγενέστερη μη συνδρομή μίας ή περισσοτέρων από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της εγγύησης του Δημοσίου οφείλεται σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις της δανείστριας Τράπεζας.
Ως υπαιτιότητα νοείται εν προκειμένω όχι μόνον ο δόλος και η βαριά αμέλεια, αλλά και η ελαφρά αμέλεια του δανειστή ή πιστωτή ως προς την εκτέλεση των όρων της σύμβασης, χωρίς, βεβαίως, να αποκλείονται περιστατικά που στοιχειοθετούν καταχρηστική άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων (άρθ. 281 ΑΚ και άρθ. 862, 914 ΑΚ).
Η διαπίστωση της μη τήρησης των όρων γίνεται από την 25η Δ/νση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Υπουργείου Οικονομικών, που είναι αρμόδια, κατά την παρ. 5 του Ν. 2322/1995, για τη βεβαίωση της πλήρωσης των όρων αυτών και την επακόλουθη πλήρη υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα έναντι του οφειλέτη δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠ 1903/2022).
Αντιθέτως, σε περίπτωση υποβολής από τη δανείστρια τράπεζα, μετά τη συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης, ελλιπών δικαιολογητικών, για τη βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο αυτό έχει εγγυηθεί, το Δημόσιο δεν ελευθερώνεται, αλλά απλώς η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα.
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι μετά την εισαγωγή του Ν.2322/1995 το Δημόσιο ελευθερώνεται από την εγγυητική του ευθύνη εφόσον συντρέχουν οι όροι της διάταξης του άρθρου 11 παρ.4 ν. 2322/1995, δηλαδή εάν δεν συνέτρεχαν εξαρχής ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης. Η δε η υποχρέωση των τραπεζών να επιδιώκουν μέσα στον οριζόμενο στις κατ' εξουσιοδότηση του Ν.2322/1995 εκδοθείσες υπ'αριθ. ....2006 και υπ'αριθμ. ....2009 Αποφάσεις του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, χρόνο των τριών (3) μηνών από τη λήξη της δεύτερης ληξιπρόθεσμη δόσης, (για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας), την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων με την ίδια επιμέλεια που δείχνουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου, δεν αποτελεί προϋπόθεση/όρο για την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη, καθόσον ούτε το άρθρο 11 παρ.4 ν.2322/1995, ούτε οι προαναφερόμενες Υ.Α, ορίζουν ως συνέπεια (κύρωση) της παραβίασης της παραπάνω υποχρέωσης την ελευθέρωση του Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη, αλλά η παραβίαση της εν λόγω υποχρέωσης μπορεί να θεμελιώσει, εφόσον συντρέξουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, αξίωση του Δημοσίου προς αποζημίωση (ΑΠ 797/2023).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 862 ΑΚ ο εγγυητής ελευθερώνεται εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με την διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας ελευθερώσεως του εγγυητή εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη.
Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες-πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Ειδικότερα στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος, ή υπαιτίως δεν αποδέχεται την εγκύρως προσφερόμενη κυρία οφειλή ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη ή παρατείνει την προθεσμία εξοφλήσεως, εν αγνοία του εγγυητή, καθίσται δε μετά ταύτα ο πρωτοφειλέτης αναξιόχρεος, ή αν ο δανειστής μολονότι μπορούσε να διενεργήσει ταμειακό έλεγχο από τον οποίο ήταν δυνατόν να αποδειχθεί αύξηση της οφειλής παρέλειψε να προβεί σ'αυτόν.
Την υπαίτια αυτή συμπεριφορά του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής, ο οποίος για την απαλλαγή του προβάλλει ισχυρισμό ελευθερώσεως (ΑΠ 173/2024, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1226/2019, ΑΠ 1296/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2006 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ ...-2006) το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο παρείχε εγγύηση προς τις Τράπεζες για τις υφιστάμενες μέχρι 30-09-2006 ληξιπρόθεσμες, και μη, οφειλές - που προέρχονται από δάνεια που χορηγήθηκαν σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στους Νομούς Πέλλας και Σερρών, σε ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων, για το διάστημα από 01-01-2006 έως 30-09-2006, το οποίο θα εξοφλείτο σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα την 30-06- 2008 και τελευταία την 31-12-2016.
Οι τόκοι της περιόδου χάριτος θα κεφαλαιοποιούντο την 31-12-2007. Σε κάθε περίπτωση το ύψος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 80% των υφιστάμενων μέχρι 30-09-2006 ληξιπρόθεσμών, και μη, οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης προς πιστωτικά ιδρύματα. Επίσης, το ανώτατο όριο παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για κάθε επιχείρηση δεν θα υπερέβαινε σωρευτικό το ποσό των 20.000.000,00 ευρώ για την τελευταία πενταετία.
Στην ως άνω Υπουργική Απόφαση προβλεπόταν ότι σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν δύο συνεχόμενες τοκοχρεολυτικές δόσεις που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση, και μέσα σε ένα τρίμηνο από τη λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης, ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ' αριθμ. ...-2006 (ΦΕΚ ...-2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Οι προαναφερόμενες Τράπεζες θα πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων με την ίδια επιμέλεια που δείχνουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου.
Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι υφίστατο και η δυνατότητα ελευθερώσεως του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύσης, κατά το άρθρο 11 παρ.4 ν.2322/1995, η οποία... ως ειδικότερη ρύθμιση υπερισχύει των διατάξεων του ΑΚ και τυγχάνει εφαρμογής.......
Η εδρεύουσα στο Δήμο Γιαννιτσών Πέλλας (2ο χιλ. Γιαννιτσών - Εδέσσης) εταιρία με την επωνυμία "COVITA ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΕΡΑΣΙΩΝ - ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ" δια της από 20-04-2007 αίτησής της αιτήθηκε την υπαγωγή της στις διατάξεις της υπ' αριθμ. ...-2006 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, προκειμένου να λάβει αναχρηματοδότηση με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία έγινε δεκτή και το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν παρείχε την εγγύησή του, σε ποσοστό 80%, για την αναχρηματοδότηση της εταιρείας από την ενάγουσα, προς κάλυψη των υφιστάμενων οφειλών της έως την 30-09-2006 (υπ' αριθμ.
πρωτ. ...-2007, ...-2010 και ...-2010 επιστολές της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους,- προς την εταιρεία "COVITA ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΕΡΑΣΙΩΝ-ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ" και την ενάγουσα. Κατόπιν αυτών υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας με την επωνυμία "COVITA ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΕΡΑΣΙΩΝ- ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ" η υπ' αριθμ. ...-2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου εκ ποσού 7.641.458,56 ευρώ, με την εγγύηση των A.
A. F. του A. και Β. Μ., καθώς και του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 80%. Το εν λόγω δάνειο είχε διάρκεια 10 ετών και θα εξοφλείτο δια εξαμηνιαίων διαδοχικών τοκοχρεωλυτικών δόσεων, τη πρώτης καταβλητέας την 30-06-2008, καθώς χορηγηθηκε περίοδος χάριτος έως την 31-12-2007 (βλ. άρθρο 3ο της σύμβασης δανείου).
Εν συνεχεία, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2008 πρόσθετης πράξης, η προαναφερόμενη σύμβαση τροποποιήθηκε, ως προς την ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης αποπληρωμής του δανείου, ορισθείσας ως τέτοιας την 31-12-2009 και της τελευταίας ορισθείσας την 31-12-2016 (βλ. άρθρο 3.2 της πρόσθετης πράξης). Τέλος, δυνάμει της υπ'αριθμ. ...-2010 πρόσθετης πράξης, επί της αρχικής σύμβασης δανείου, η οποία ομοίως υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης και της εταιρείας με την επωνυμία "COVITA ΕΜΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΕΡΑΣΙΩΝ - ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ" και τιτλοφορείται "Σύμβαση αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής", συμφωνήθηκε ότι οι οφειλές της πιστούχου εταιρείας προς την ενάγουσα μαζί με τους τόκους μέχρι 30-06- 2009 κεφαλαιοποιούνται και αποτελούν μια ενιαία οφειλή, ενώ ρυθμίσθηκαν και τα σχετικό με την τοκοφορία της απαίτησης της ενάγουσας ζητήματα.
Προς εξασφάλιση των ανωτέρω απαιτήσεων. εκχωρήθηκε στην ενάγουσα-εφεσίβλητο τραπεζική από την πιστούχο εταιρεία "COVITA Α.Ε." το υπό στοιχεία ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο η τελευταία, είχε συνάψει με την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", προς κάλυψη της επιχείρησης της, εκ ποσού 1.204.800 ευρώ, το οποίο εν συνεχεία αντικαταστάθηκε με το υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστήριο της ΑΤΕ Ασφαλιστικής (βλ. την 02-10-2014 ενημερωτική επιστολή της ενάγουσας προς το εναγόμενο). Επίσης, προς εξασφάλιση των ανωτέρω, απαιτήσεων ενεγράφησαν υπέρ της ενάγουσας προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 1.528.291,71- ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1170/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών και μέχρι του ποσού, των 682.000 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1171/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, επί ακινήτων της πιστούχου και ειδικότερα τριών όμορων και συνεχόμενων αγροτεμαχίων, τα οποία αποτελούν ένα ενιαίο ακίνητο, κειμένων στα Γιαννιτσά, επιφάνειας 12.446 τ.μ., 11.331 τ.μ.
και 11.235 τ.μ, αντίστοιχα, και, επί των οποίων βρίσκονταν οι κτηριακές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις της πιστούχου εταιρείας (βλ. υπ' αριθμ. 5312 και 5313/25-10-2007 πιστοποιητικό εγγραφής του Υποθηκοφυλακείου Γιαννιτσών). Περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...-2007 πράξης συναινετικής εγγραφής υποθήκης, εκ ποσού 6.113.166,85 ευρώ του Συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Κωνσταντίνου Δεληγιάννη και της υπ' αριθμ. ...-2007 πράξης συναινετικής εγγραφής υποθήκης, εκ ποσού 2.728.000 ευρώ του ίδιου Συμβολαιογράφου ενεγράφησαν υποθήκες υπέρ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου επί των ιδίων ως άνω περιγραφομένων τριών.
όμορων και συνεχόμενων αγροτεμαχίων επί των οποίων βρίσκονταν οι κτηριακές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις της πιστούχου εταιρείας (βλ. υπ' αριθμ. ... και ...-2007 πιστοποιητικό εγγραφής του Υποθηκοφυλακείου Γιαννιτσών). Ωστόσο, η οφειλέτρια εταιρεία, αν και κατέβαλε την 01-07-2008, την πρώτη δόση εξόφλησης του χορηγηθέντος σε αυτή δανείου εκ ποσού 615.918,74 ευρώ, εν συνεχεία αποπλήρωσε μόνο τους τόκους του δανείου της και δεν κατέβαλε δυο συνεχόμενες δόσεις καταβλητέες την 31-12-2010 και την 30-06-2011, εκ ποσού 557.897,38 και 620.601,88 ευρώ, αντίστοιχα (βλ.
καρτέλα δανείου επ' ονόματι της πιστούχου εταιρείας), με αποτέλεσμα να καταστεί η οφειλή της ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Κατόπιν αυτών η ενάγουσα απέστειλε στο εναγόμενο την από 13-12-2011 επιστολή της με την οποία του γνωστοποιούσε την μη καταβολή των δόσεων εκ μέρους της πιστούχου εταιρείας και το καλούσε, όπως της καταβάλει το ποσό των 7.046.667,87 ευρώ, προς κάλυψη της παρασχεθείσας εκ μέρους του εγγύησης.
Αποδεικνύεται επίσης ότι κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, η πιστούχος εταιρεία κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών την από 25-09-2011 αίτησή της, προς κήρυξη σε πτώχευση (αριθμ. εκθ. κατ. 1060/2011), δικάσιμος οποίας ορίσθηκε η 17-01-2012 και μετ' αναβολές η 18- 09-2012, χωρίς ωστόσο να προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας η έκδοση απόφασης επ' αυτής.
Επίσης, κατέθεσε ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, την από 29-09-2011 αίτηση αναστολής εκτέλεσης (αριθμ. εκθ. κατ. 1061/2011) δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 08-11-2011, ενώ την 29-09-2011 της χορηγήθηκε και προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης, εκδοθείσας της υπ' αριθμ. 538/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, δυνάμει της οποίας ανεστάλη, έως την έκδοση απόφασης επί της από 25-09-2011 αίτησης της εταιρείας προς κήρυξη σε πτώχευση, κάθε ατομική και συλλογική δίωξη των πιστωτών της και απαγορεύθηκε η καταγγελία των αλληλόχρεων λογαριασμών της στην ενάγουσα.
Εν συνεχεία, η πιστούχος εταιρεία κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών την από 19-06-2013 αίτηση της για άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης και τη λήψη προληπτικών μέτρων (αριθμ. εκθ. κατ. 467/20-06-2013), επί της οποίας χορηγήθηκε αρχικώς προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης και τελικώς εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 80/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτή η αίτηση και διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης, οριζομένης προθεσμίας δύο μηνών προς ολοκλήρωσή της, ενώ ανέστειλε μέχρι την λήξη της διαδικασίας, κάθε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, λήψης ασφαλιστικού μέτρου ή διάθεσης περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας.
Η διαδικασία εξυγίανσης, ωστόσο, προέβη άκαρπη, επειδή η πλειοψηφία των πιστωτών δεν αποδέχθηκε το σχέδιο εξυγίανσης, όπως συνάγεται από την υπ' αριθμ. 18/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών. Το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν δια της υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2014 επιστολής του προς την ενάγουσα και σε απάντηση του από 13-2-2011 αιτήματος της προς κατάπτωση της παρασχεθείσας εκ μέρους του εγγύησης, ζήτησε ενημέρωση σχετικά με την πορεία της οφειλής της εταιρείας "COVITA Α.Ε." και της διαδικασίας εξυγίανσης και αποδεικτικά των εγγεγραμμένων κατ'αυτής βαρών, στοιχεία τα οποία έλαβε από την ενάγουσα-εφεσίβλητη δια της από 02-10-2014 επιστολής της.
Στη συνέχεια και κατόπιν ανταλλαγής αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων το εκκαλούν με το με αριθμ. πρωτ. ....2016 ζήτησε από την αντίδικο τράπεζα (εφεσίβλητη) συμπληρωματικά δικαιολογητικά, προκειμένου να προχωρήσει σε έλεγχο του αιτήματος κατάπτωσης της εγγύησης. Στο έγγραφο αυτό η εφεσίβλητη τράπεζα απάντησε με το από 13.2.2017 έγγραφο της με το οποίο την ενημέρωνε για όλα τα θέματα για τα οποία ζητούσε διευκρινίσεις...... ....Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη τράπεζα λόγω της ασυνέπειας της πιστούχου εταιρείας, ως προς τις δανειακές της υποχρεώσεις απέστειλε την 11-11-2016 εξώδικη δήλωση - γνωστοποίηση - πρόσκλησή της προς την πιστούχο εταιρεία και τον εναπομείναντα εγγυητή A.
A. F. του A. (βλ. υπ' αριθμ. ... και ...-2016 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών Χ. Ο.), καθώς ο έτερος εγγυητής Β. Μ. απεβίωσε την ... και οι κληρονόμοι του αποποιήθηκαν την κληρονομιά την 08-01-2015, δια της οποίας γνωστοποιούσε στην πιστούχο την καταγγελία της υπ' αριθμ. ...-2007 σύμβασης τοκοχρεωλυτι-κού δανείου, λόγω μη καταβολής των δόσεων του δανείου, με συνέπεια να καταστεί απαιτητό και ληξιπρόθεσμο το σύνολο αυτού, καλώντας την παράλληλα να προβεί σε άμεση εξόφληση των οφειλομένων υπ' αυτής ποσών.
Παράλληλα, υπέβαλε την από 02-03-2017 αίτηση της προς έκδοση διαταγής πληρωμής, εκδοθείσας της υπ' αριθμ. .../2017 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών. Κατά της διαταγής αυτής η πιστούχος εταιρία έχει ασκήσει την από 19.5.2017 ανακοπή και τους από 6.6.2018 (Αριθμ. καταθ. 248/2018) και 26.3.2019 (Αριθμ. καταθ. 150/2019) προσθέτους λόγους ανακοπής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, δικάσιμος για τη συζήτηση των οποίων ορίσθηκε η 26.7.217, 20.11218, και 16.4.2019..........
Ενόψει των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι πληρούνται οι όροι κατάπτωσης της εγγύησης του εκκαλούντος και εναγομένου Ελληνικού δημοσίου, όσον αφορά το αιτούμενο με την ένδικη αγωγή εγγυημένο ποσό. Με τον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσης, το εκκαλούν, εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απέρριψε την ερειδόμενη στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 11 του Ν. 2322/1995 ένσταση ελευθερώσεώς του από την παρασχεθείσα εγγύηση.
Ο λόγος αυτός της ένδικης έφεσης στο σύνολο του κατ' άρθρο 11 παρ. 4·του Ν. 2322/1995, βάσει όσων εκτίθενται σχετικά στην παραπάνω μείζονα σκέψη, κρίνεται απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν αποδεικνύεται υπαιτιότητα της εφεσίβλητης ως προς τις προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, ούτε υπαίτια καθυστέρηση της εφεσίβλητης, ενάγουσας τράπεζας, όσον αφορά στην επιδίωξη της πληρωμής της ένδικης απαίτησής της από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία και τους υπέρ αυτής συνεγγυηθέντες φυσικά πρόσωπα A.
A. F. και Β. Μ. δεδομένου ότι, αφενός, από τις εφαρμοζόμενες για την επίδικη εγγύηση υπουργικές αποφάσεις, δεν προκύπτει υποχρέωση της πιστώτριας τράπεζας να κηρύξει το επίμαχο δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, λόγω υπερημερίας στην καταβολή συγκεκριμένου αριθμού δόσεων, αφετέρου δε, προέκυψε, όπως προαναφέρεται, ότι η πιστούχος εταιρία κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών την από 25.9.2011 αίτησή της για κήρυξη σε πτώχευση καθώς και την από 29.9.2011 αίτηση αναστολής εκτέλεσης ενώ την ίδια ημέρα (29.9.2011) της χορηγήθηκε και προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης.
Επίσης αποδεικνύεται ότι στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμ. 538/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών με την οποία ανεστάλη κάθε ατομική και συλλογική δίωξη των πιστωτών της και απαγορεύθηκε η καταγγελία των αλληλόχρεων λογαριασμών της στην ενάγουσα-εφεσίβλητη. 'Ετσι η εφεσίβλητη δεν μπορούσε να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της πιστούχου.
Εξάλλου τα υπ'αυτής εγγεγραμμένα βάρη, επί του συνόλου των ακινήτων της οφειλέτριας εταιρίας ήταν Γ' και Δ' τάξης (βλ. με αριθμ. ....2007 πιστοποιητικά βαρών του Υποθηκοφυλακείου Γιαννιτσών) ώστε να μην δύναται να ικανοποιηθεί άμεσα από εκποίηση ακινήτων, ακόμη και σε ενδεχόμενη άρση της απαγόρευσης πλειστηριασμού τους.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι την 19.10.2012 ενεγράφη στον Τόμο ... και αριθμό ... των Βιβλίων Κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Γιαννιτσών (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης Γενικού Βιβλίου Εκθέσεων ...) η με αριθμό ....2012 διάταξη του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, με βάση την οποία απαγορεύθηκε η εκποίηση ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο μεταβίβαση του εμπραγμάτως εξασφαλισμένου επιχειρηματικού ακινήτου της πιστούχου, η οποία δεν έχει αρθεί μέχρι σήμερα και υφίσταται εγγεγραμμένη στα οικεία Βιβλία Κατασχέσεων του ανωτέρω Υποθ/κείου.
Τέλος ακόμη και επί δεσμευμένης υπό της εφεσίβλητης κατάθεση της πιστούχου εταιρίας, εκ ποσού 2.304.848,74 ευρώ προς διασφάλιση του επίδικου δανείου, επιβλήθηκε κατάσχεση εις χείρας της την 19.2.2015 από το I,Κ.Α, για ποσό 1.178.172,08 ευρώ και εν συνεχεία την 31.3.2015 κατάσχεση από την Δ.Ο.Υ 'Εδεσσας εκ ποσού 5.187.588,54 ευρώ (βλ.
από 20.5.2015 επιστολή της εφεσίβλητης). Επίσης ο εγγυητής Β. Μ. απεβίωσε την 19.9.2014 και οι πρώτοι σε τάξη κληρονόμοι του αποποιήθηκαν την κληρονομιά ενώ η ενάγουσα κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια ανεύρεσης κληρονόμων φτάνοντας μέχρι την τρίτη τάξη, πλην όμως αυτό κατέστη αδύνατο λόγω μη αναγραφής τους στα ελληνικά δημοτολόγια.
Τέλος η ενάγουσα-εφεσίβλητη εξέδωσε σε βάρος της πιστούχου και σε βάρος του δεύτερου εγγυητή A. A. F., την με αριθμ. .../2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών με την οποία διατάχθηκαν να καταβάλλουν στην αιτούσα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό του 1.500.000 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας από 22.7.2016 όπως ειδικότερα αναφέρεται ανωτέρω.
Ενόψει όλων των ανωτέρω ορθώς απορρίφθηκε πρωτοδίκως, ως αβάσιμη, η ένσταση ελευθερώσεως του εκκαλούντος, εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου, και συνεπώς, ο σχετικός τρίτος λόγος της ένδικης έφεσης, είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος". Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο απέρριψε την προταθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με σχετικό λόγο έφεσης ένσταση ελευθέρωσης του αναιρεσείοντος, ως άβάσιμη, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 11 παρ. 4 του ν.2322/1995 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθεισών και εχουσών κανονιστική ισχύ υπ' αριθ. ....2006 και υπ' αριθμ. ....2009 Υ.Α και του άρθρου 862 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, και ειδικότερα ότι από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης δεν συνέτρεχαν, εξαρχής ή εκ των υστέρων, οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης και ότι η αναιρεσίβλητη, υπαιτίως, δεν επεδίωξε την πληρωμή της οφειλής από την πρωτοφειλέτρια με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η ικανοποίησή της από αυτήν.
Η δε υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να επιδιώξει την είσπραξη από την πρωτοφειλέτρια, των δόσεων που καλύπτονταν από την εγγύηση, εντός του οριζομένου στις προαναφερόμενες Υ.Α χρόνου των τριών (3) μηνών από τη λήξη της δεύτερης ληξιπρόθεσμης δόσης, δεν αποτελεί, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, όρο/προϋπόθεση για την ελευθέρωση του αναιρεσείοντος από την εγγυητική του ευθύνη.
Ούτε παραβίασε το Εφετείο, κατά την ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων, τα διδάγματα της κοινής πείρας, παραλείποντας να κάνει χρήση αυτών, προκειμένου να ανεύρει την έννοια των όρων "συνήθων τραπεζικών κριτηρίων" και της "δέουσας επιμέλειας", όπως επικαλείται το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, καθόσον οι παραπάνω όροι διαλαμβάνονται στις προαναφερόμενες Υπουργικές Αποφάσεις, των οποίων, όμως, η παραβίαση δεν θεμελιώνει, όπως προεκτέθηκε, ελευθέρωση του αναιρεσείοντος και επομένως δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας εφαρμοστέου κανόνος δικαίου ή υπαγωγής περιστατικών σε αυτόν.
Επίσης, το Εφετείο υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ'αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, και τούτο διότι αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν προέκυψε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης ως προς τις προϋποθέσεις χορήγησης εγγύησης και ως προς την επιδίωξη της πληρωμής της ένδικης απαίτησής της από την πρωτοφειλέτρια, με τις επιστηρίζουσες το πόρισμα αυτό ειδικότερες παραδοχές, ότι α) εταιρεία "COVITA AE" ζήτησε την υπαγωγή της στις διατάξεις της .../2006 Υ.Α, η οποία έγινε δεκτή και το εναγόμενο παρείχε την εγγύησή του (σχετ....επιστολές της 25ης Δ/νσης) β) προς εξασφάλιση των ανωτέρω απαιτήσεων εκχωρήθηκε στην ενάγουσα το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και ενεγράφησαν υπέρ της ενάγουσας προσημειώσεις υποθήκης γ) η πιστούχος εταιρεία κατέθεσε αίτηση για κήρυξή της σε πτώχευση και αίτηση εκτέλεσης ενώ την ίδια ημέρα της χορηγήθηκε και προσωρινή διαταγή αναστολής εκτέλεσης, και στη συνέχεια με την 538/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ανεστάλη κάθε ατομική και συλλογική δίωξη των πιστωτών της κι έτσι η εφεσίβλητη δεν μπορούσε να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της πιστούχου δ) στα βιβλία κατασχέσεων του Υπ/κείου Γιαννιτσών ενεγράφη η διάταξη του Προέδρου της ΑΑΔΕ με βάση την οποία απαγορεύτηκε η εκποίηση του ακινήτου της πιστούχου, δ) στην κατάθεση που είχε η πιστούχος στην εφεσίβλητη επιβλήθηκε κατάσχεση εις χείρας τρίτου από το ΙΚΑ και από την ΔΟΥ Εδεσσας ε) η ενάγουσα κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια ανεύρεσης των κληρονόμων του αποβιώσαντος εγγυητή Μιχαλόπουλου η) η ενάγουσα εξέδωσε σε βάρος της πιστούχου και του δεύτερου εγγυητή A.
A. F. την .../2017 διαταγή πληρωμής θ) υπήρχε αναστολή εκτέλεσης σε βάρος της πιστούχου εταιρίας από 29.9.2011 και μετά. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρο 559 ΚΠολΔ, της παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου και της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η από τον άρθρο 559 παρ.1β ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι αβάσιμοι.
Ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος, ως προς την αιτίαση περί αντιφατικών αιτιολογιών (για την ανάλογη ή μη εφαρμογή της 862 ΑΚ) είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε αντιφατική αιτιολογία που υπάρχει στην μείζονα και όχι στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλ-λόμενης απόφασης, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο από τον αρ.19 του άρθρου 559 αρ.19 λόγος ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.
Κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 470/2022, ΑΠ 421/2019, ΑΠ 164/2017).
Επίσης, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και ισχύει εν προκειμένου ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης μετά την 1.1.2016 "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ` έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει με κύρια παρέμβαση για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη ή παρεμβαίνει με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνον όσοι τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (ΑΠ 58/2023, ΑΠ 364/2018, ΑΠ 1544/2010, ΑΠ 1306/2009, ΑΠ 1641/2009).
Εξάλλου, η κατ` άρθρο 855 του ΑΚ ένσταση δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αφού κατά νόμον απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος του διαδίκου. Επομένως, δεν πρόκειται για ένσταση προνομιακή και δεν μπορεί να προταθεί στο Εφετείο χωρίς τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, (κύριες ή επικουρικές), πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 4/2019, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1437/2023, 1461/2022, ΑΠ 136/ 2022, ΑΠ 88/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Με τον τέταρτο λόγο της ένδικης έφεσης το εκκαλούν, εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, προβάλλει το πρώτον ενώπιον του κατ' έφεση δικάζοντος Δικαστηρίου τούτου, κατ' άρθρο 527 εδ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε και ισχύει από 1-1-2016, από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο και 9 παρ. 2 του Ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ.
Α' 87/23-7-2015), ως προκύπτουσα από δικαστική ομολογία της εφεσίβλητης, ενάγουσας, την ένσταση διζήσεως του άρθρου 855 του Α.Κ., ισχυριζόμενο ειδικότερα, ότι υπάρχει δικαστική ομολογία της εφεσίβλητης, ενάγουσας, στην ως άνω αγωγή της, ότι δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης πέραν της επίδοσης της υπ' αριθ. .../2012 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών.
Ο τέταρτος αυτός λόγος της ένδικης έφεσης κρίνεται, κατ' άρθρο 527 εδ. 6 του Κ.ΠολΔ., απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον από τη μελέτη των εγγράφων της εφεσίβλητης, ενάγουσας, που επισυνάπτονται στη δικογραφία της ένδικης έφεσης, και παραδεκτά επισκοπούνται, στο σύνολό τους, από το Δικαστήριο τούτο, δεν υφίσταται, και ούτε προκύπτει δικαστική ομολογία της εφεσίβλητης, ενάγουσας, για έλλειψη εκ μέρους της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της πιστούχου εταιρείας, και των υπέρ αυτής εγγυηθέντων δύο ως άνω φυσικών προσώπων, αφού η δήλωση της εφεσίβλητης στο από 2/10/2004 έγγραφο που κοινοποίησε στο εκκαλούν αποτελεί εξώδικη δήλωση αυτής και όχι δικαστική ομολογία της τελευταίας.
Αντίθετα αποδεικνύεται και η ίδια (η εφεσίβλητη) ισχυρίζεται ότι επιδίωξε την είσπραξη της απαίτησή της από την πρωτοφειλέτρια και τους λοιπούς εγγυητές (φυσικά πρόσωπα) και ότι εξέδωσε την υπ' αριθμ. .../2017 Διαταγή Πληρωμή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, σε βάρος της πιστούχου (πρωτοφειλέτρια εταιρία) και σε βάρος του δεύτερου εγγυητή A.
A. F. με την οποία διατάχθηκαν να καταβάλλουν στην αιτούσα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό του 1.500.000 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας από 22.7.2016 που ειδικότερα αναφέρθηκε ανωτέρω. Επίσης, η εφεσίβλητη ισχυρίζεται και αποδεικνύει ότι δυνάμει των αποφάσεων που ειδικότερα αναφέρθηκαν ανωτέρω υπήρχε αναστολή εκτέλεσης σε βάρος της πιστούχου εταιρίας από 29.9.2011 και μετά ενώ την 19.10.2012 ενεγράφη στον τόμο ...
και αριθμό των Βιβλίων Κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Γιαννιτσών η με αριθμό .../2012 διάταξη του Προέδρου της Αρχής καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχουν των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, με την οποία απαγορεύτηκε η εκποίηση ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο μεταβίβαση του εμπραγμάτως εξασφαλισμένου επιχειρηματικού ακινήτου της πιστούχου η οποία ισχύει μέχρι και σήμερα".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την προβληθείσα το πρώτον, ενώπιον του, ένσταση διζήσεως χωρίς να υπάρχει, (κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης) δικαστική ομολογία της εφεσίβλητης (αναιρεσίβλητης) για έλλειψη, εκ μέρους της, διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της πιστούχου, δεν παραβίασε την προαναφερόμενη δικονομική διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, και συνεπώς, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και, ο περί του αντιθέτου τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδονται οι εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 8 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ως προς την δεύτερη (επάλληλη) αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω ένσταση ως ουσία αβάσιμη, είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, η πρώτη (κυρία) από τις επάλληλες αιτιολογίες, με την οποία απορρίφθηκε η παραπάνω ένσταση ως απαράδεκτη, επλήγη ανεπιτυχώς, κριθέντος ως αβασίμου του κατ'αυτής ως άνω σχετικού λόγου, ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης, που αφορά την δεύτερη (επάλληλη) αιτιολογία, είναι αλυσιτελής, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς με την αναίρεση πρώτη επάλληλη αιτιολογία.
Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (αρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του ν.3693/1957, σε συνδ.
με την παρ. 2 της 134423/8-12-1992/20-1-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 1738/1987, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1/3/2022 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου για την αναίρεση της υπ'αριθμ. 6642/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ