Supreme Court allows appeal against appellate court ruling for failure to examine evidence authenticity before relying on it.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the appellant's appeal regarding the appellate court's failure to verify the authenticity of a document before relying on it. The appellant argued the lower court erred by accepting evidence without prior examination of his objections to its genuineness. Consequently, the appeal was granted in part, the contested judgment was annulled, and the case was remitted for retrial.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 561, 568 of the Code of Civil Procedure; The appellate court must examine objections to the authenticity of evidence before relying on it to form its findings.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 964 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 964/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Β. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23/9/2010 και 19/4/2013 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 301/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9/8/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Για την πιστοποίηση των παραπάνω συντάχθηκε αυτό το πρακτικό.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιός διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. (ΑΠ 407/2004).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ'αριθμ..../7-3-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ. Κ., αυτός που επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ.301/2016 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο ΑΙ Τμήμα του Αρείου Πάγου, με αριθμό πινακίου …, την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο 2-10-2017, κατά την οποία αυτή κλήθηκε να παραστεί (άρθρα 122 παρ. 1, 123, 126 παρ. 1Α, 128, 230 παρ. 2, 498, 568 ΚΠολΔ). Όμως, η τελευταία (αναιρεσίβλητη) δεν παρέστη κατά την ως άνω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασής του, γι' αυτό πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Β ΚΠολΔ, υπ'αριθμ.301/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, μετά τη συνεκδίκαση αντίθετων εφέσεων των διαδίκων κατά της 95/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, αφού απέρριψε την από 16-3-2015 έφεση του αναιρεσείοντος, δέχτηκε την από 28-7-2014 έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δικάζοντας δε την υπόθεση κατ'ουσία, δέχτηκε εν μέρει τις συνεκδικασθείσες από 23-9-2010 και 19-4-2013 αγωγές της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, τον οποίο υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα, την πρώτη ημέρα κάθε μήνα, το ποσό των οκτακοσίων (800,00) ευρώ κατά μήνα, ως διατροφή της, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση κάθε αγωγής και επί μία διετία, μέχρι το χρονικό σημείο του αμετακλήτου της απόφασης λύσης του γάμου των διαδίκων, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης, μέχρι την πλήρη εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Α.Π. 354/2011, ΑΠ 1572/2013). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1β' εδαφ. α' ΚΠολΔ, κατά την οποία έφεση συγχωρείται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων του πρώτου βαθμού, οι οποίες περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνον τη δίκη για την αγωγή ή ανταγωγή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που δέχονται ή απορρίπτουν ολικά ή μερικά το αίτημα παροχής έννομης προστασίας και οι οποίες περιέχουν διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσεως απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα, έτσι ώστε να μην είναι πλέον δυνατή η ανάκλησή τους (άρθρο 309 εδ. α' ΚΠολΔ). Το αποτέλεσμα αυτό διατυπώνεται με σχετική διάταξη στο διατακτικό, το οποίο αποτελεί την ουσία της απόφασης και περιέχει τη θέληση και διαταγή του δικαστηρίου, ή και μόνο στο σκεπτικό, αλλά ρητώς και σαφώς κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφιβολίας για την παραδοχή ή απόρριψη του εξεταζόμενου αιτήματος ή δικαιώματος.
Συνεπώς, δεν είναι οριστική και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση η απόφαση, με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως, έστω και εσφαλμένα, αφού το δικαστήριο δεν αποφαίνεται γι' αυτήν (υπόθεση) με οριστική παραδοχή ή απόρριψη του αντίστοιχου αιτήματος και δεν απεκδύεται από κάθε σχετική με την υπόθεση εξουσία του. Δεν έχει δε σημασία, αν νόμιμα ή όχι κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, καθόσον, αν δεν συνέτρεχε λόγος απαραδέκτου, η απόφαση, ως μη οριστική, υπόκειται σε ανάκληση από το ίδιο το δικαστήριο (ΑΠ 300/2010, ΑΠ 358/2011).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή ενός λόγου της έφεσης, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί στον πρώτο βαθμό για την οριστική διάγνωση της διαφοράς, καθόσον το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης που πλήττονται με αυτή, αλλ' εκτείνεται, κατ' εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 του ίδιου Κώδικα, και στις αξιώσεις εκείνες που δεν εξετάστηκαν πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή (ΑΠ 210/2010).
Έτσι, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης και εξαφανίσει αντίστοιχα την εκκαλούμενη απόφαση, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, δεν αναπέμπει την υπόθεση προς κατ'ουσίαν έρευνα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά κρατεί πλέον το ίδιο και δικάζει αυτή (την υπόθεση) κατ'ουσία, οποιοδήποτε και αν είναι το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή είτε είχε κάνει δεκτή, είτε είχε απορρίψει την αγωγή για τυπικό ή ουσιαστικό λόγο.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'αρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, η διαδικαστική πορεία της προκείμενης υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει ως εξής: Η αναιρεσίβλητη με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, αρχική από 23-9-2010 (αριθμ.καταθ.
δικ..../2010), αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος συζύγου της, ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει κάθε μήνα από την επίδοση της αγωγής, στην ίδια, η οποία από εύλογη αιτία διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή της μαζί του, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σε αυτή, διατροφή σε χρήμα ποσού 1.000 ευρώ, μηνιαίως για χρονικό διάστημα δύο ετών, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίως δόσης μέχρι την πλήρη εξόφληση, να υποχρεωθεί στην προκαταβολή των εξόδων της δίκης και να καταδικασθεί στη δικαστική της δαπάνη.
Συναφώς εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η 29/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, το οποίο, δεχόμενο στο σκεπτικό της ότι η αγωγή αυτή είναι νόμιμη, "πλην όμως, δεν πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζητήσεως της δεν καταβλήθηκε το απαιτούμενο για το καταψηφιστικό της αντικείμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ποσοστά που αντιστοιχούν υπέρ του Ταμείου Νομικών και υπέρ του ΤΑΧΔΙΚ, και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη" και ότι τα δικαστικά έξοδα θα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιότητάς τους ως συζύγων, στο διατακτικό της δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κήρυξε "απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής" και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη επανέφερε την ως άνω αγωγή προς συζήτηση με την υπ'αρ....2013 κλήση της, καταβάλλοντας συγχρόνως το δικαστικό ένσημο και επί αυτής, καθώς και επί της συνεκδικασθείσας από 19-4-2013 (αρ.κατ.830/2013) δεύτερης αγωγής της, που είχε ασκήσει ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου κατά του αναιρεσείοντος συζύγου της, ζητώντας να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλει διατροφή 1000 ευρώ μηνιαίως, επι μία διετία από την επίδοσή της, επειδή η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάσθηκε από εύλογη γι'αυτήν αιτία, εκδόθηκε η 95/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.
Με την απόφαση αυτή, η δεύτερη αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ η κλήση επαναφοράς προς συζήτηση της πρώτης αγωγής κηρύχθηκε απαράδεκτη για τους εξής λόγους: ".....απαραδέκτως φέρεται προς συζήτηση και έκδοση οριστικής απόφασης, με την από 9-4-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-4-2013 κλήση της ενάγουσας, η από 23-9-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../237η/8-10-2010 αγωγή της τελευταίας (α'), διότι επ'αυτής (αγωγής) εκδόθηκε η με αριθμό 29/2013 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή της.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο αυτό, με τη με αριθμό 29/2013 απόφασή του, απέρριψε την ανωτέρω αγωγή λόγω μη καταβολής του αναλογούντος για το αντικείμενό της τέλους δικαστικού ενσήμου εκ μέρους της ενάγουσας, την οποία θεώρησε δικονομικώς απούσα (πλασματική ερημοδικία). Σημειώνεται εδώ ότι στο διατακτικό της ανωτέρω απόφασης περιέχεται διάταξη "
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής", η οποία είναι εσφαλμένη, διότι στο αιτιολογικό της απόφασης διαλαμβάνεται οριστική κρίση επί της πλασματικής (από τη μη καταβολή δικαστικού ενσήμου), ερημοδικίας της ενάγουσας. Για το λόγο αυτό δεν υπόκειται σε ανάκληση η ανωτέρω απόφαση, η οποία είναι οριστική".
Κατά της ανωτέρω απόφασης (95/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής), οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες Εφέσεις, ζητώντας τη εξαφάνισή της, προκειμένου, όσον αφορά την ενάγουσα, να γίνουν δεκτές οι ένδικες αγωγές της, ενώ για τον εναγόμενο να απορριφθούν αυτές στο σύνολό τους.
Επί των ανωτέρω εφέσεων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, εξετάζοντας τον πρώτο λόγο της από 28-7-2014 έφεσης της ενάγουσας σχετικά με τη φύση της 29/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δέχτηκε τα εξής: "Η ενάγουσα άσκησε το πρώτον την από 23-9-2010 με αριθμό κατάθεσης δικ. .../2010 (υπό στοιχείο Α') αγωγή της.
Κατά τη συζήτησή της κατά τη δικάσιμο της 12-12-2012 η ενάγουσα παρέλειψε να προσκομίσει το δικαστικό ένσημο. Συζητήσεως γενομένης εκδόθηκε η υπ' αρ. 29/2013 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση της αγωγής απαράδεκτη....Η ενάγουσα επανέφερε την αγωγή προς συζήτηση με την υπ' αρ. ...2013 κλήση της, καταβάλλοντας συγχρόνως το δικαστικό ένσημο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη (υπ' αρ. 95/2014) απόφασή του απέρριψε την κλήση της ενάγουσας ως απαράδεκτη, με το συλλογισμό ότι εσφαλμένα το προηγούμενο Δικαστήριο με την υπ'αρ. 29/2013 απόφαση του είχε κηρύξει τη συζήτηση απαράδεκτη, καθώς στο σκεπτικό του διαλαμβάνεται η σκέψη της παράλειψης καταβολής δικαστικού ενσήμου εκ μέρους της ενάγουσας και εμμέσως τnς πλασματικής της ερημοδικίας.
Ωστόσο....το διατακτικό της ανωτέρω (υπ' αρ. 29/2013) απόφασης, έστω και εσφαλμένο, καθιστά αυτήν μη οριστική και μη υποκείμενη σε έφεση, ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, ενώ έπρεπε, μετά και την καταβολή του δικαστικού ενσήμου, να δεχτεί την κλήση ως παραδεκτή και να προχωρήσει στη συζήτηση της υπό στοιχείο Α' αγωγής, μετά την έκδοση της υπ' αρ. 29/2013 απόφασης, η οποία δεν ήταν οριστική, ενώ δεν σημασία.....αν αυτή ήταν εσφαλμένη, εφόσον ήταν δεκτική ανακλήσεως από το δικαστήριο που την εξέδωσε.
Επομένως, ο σχετικός λόγος της έφεσης.....πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο της υπό στοιχείο Α' αγωγής και να δικαστεί αυτή στην ουσία της, μετά και την καταβολή του δικαστικού ενσήμου εκ μέρους της ενάγουσας". Ήδη, με τον πρώτο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, υποστηρίζει, κατ'εκτίμηση των ισχυρισμών του, ότι το Εφετείο, με τις παραπάνω κρίσεις του, υπέπεσε διττώς στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, καθόσον, δεχόμενο ότι η 29/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής ήταν μη οριστική, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 309, 315, 513 ΚΠολΔ, τις οποίες εάν είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει ορθά, θα όφειλε να είχε δεχτεί, ότι η εν λόγω απόφαση, έστω και με ασαφές και δεκτικό διόρθωσης διατακτικό, είχε απορρίψει οριστικά την από 23-9-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης, αφού στις αιτιολογίες της διαλαμβάνεται ρητή, σαφής και νόμιμη απορριπτική κρίση της ανωτέρω αγωγής, η οποία, από πρόδηλη γραφική παραδρομή, δεν μεταφέρθηκε και στο διατακτικό της, όπως ορθά είχε ερμηνεύσει αυτή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 95/2014 εκκαλούμενη απόφασή του, το δε Εφετείο που έκρινε τα αντίθετα και κατά παραδοχή του 1ου λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε το προσβαλλόμενο με αυτή κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, αναδίκασε τη διαφορά και αντί να κηρύξει απαράδεκτη εκ νέου τη συζήτηση της με αρ..../2-4-2013 κλήσης, εφόσον αυτή αφορούσε στην επαναφορά προς συζήτηση αγωγής που είχε ήδη απορριφθεί, έκρινε αυτήν παραδεκτά και υπεισήλθε στη συζήτηση της πρώτης ένδικης αγωγής, ενώ κατ'ορθή ερμηνεία των άνω διατάξεων ο πρώτος λόγος έφεσης θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως αβάσιμος και οπωσδήποτε θα έπρεπε η με αρ..../2-4-2013 κλήση να κηρυχθεί απαράδεκτη, πλήν όμως το απαράδεκτο αυτό παρέλειψε να κηρύξει το δικάσαν Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και έτσι στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ.
Άλλως, γενομένης δεκτής της εκδοχής ότι η 29/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής ήταν μη οριστική και ήταν δεκτική επαναφοράς προς περαιτέρω συζήτηση, οπωσδήποτε η διάταξη της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε απλώς η κλήση προς επαναφορά της πρώτης αγωγής ως απαράδεκτη, δεν μπορούσε να εκληφθεί ως διάταξη οριστική περατώνουσα τη δίκη στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, οπότε το Εφετείο όφειλε να είχε κηρύξει απαράδεκτο τον πρώτο λόγο έφεσης της αντιδίκου του με τον οποίο παραπονείται η τελευταία για την κήρυξη απαράδεκτης της κλήσης της, σύμφωνα με το άρθρο 513 ΚΠολΔ, καθόσον έπληττε, κατά συνεπή εφαρμογή του σκεπτικού που υιοθέτησε, μη οριστική διάταξη της εκκαλούμενης απόφασης, παραλείποντας δε να πράξει τούτο, το Εφετείο παραβίασε την παραπάνω διάταξη και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ.
Ενόψει όμως του περιεχομένου των ως άνω αποφάσεων, που προαναφέρθηκε, η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 29/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 23-9-2010 πρώτης αγωγής της αναιρεσίβλητης λόγω μη καταβολής του απαιτούμενου για το καταψηφιστικό της αντικείμενο τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν ήταν οριστική και δεν έχει σημασία, κατά τα προεκτεθέντα, αν αυτή ήταν εσφαλμένη, εφόσον ήταν δεκτική ανακλήσεως από το Δικαστήριο που την εξέδωσε, όπως ορθά δέχτηκε το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του.
Η κρίση δε αυτή ενισχύεται και δεν αναιρείται, κατά τους αβάσιμους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, από τις ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο σκεπτικό της ίδιας 29/2013 απόφασης, ότι η ένδικη νόμιμη αγωγή "δεν πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζητήσεώς της δεν καταβλήθηκε το απαιτούμενο για το καταψηφιστικό της αντικείμενο τέλος δικαστικού ενσήμου και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη", αφού σε περίπτωση μη καταβολής του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων λογίζεται ερήμην δικαζόμενος (πλασματική ερημοδικία), δεν επέρχεται δηλαδή απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησης αυτής, αλλά η αγωγή απορρίπτεται, σύμφωνα με το άρθρο 272 παρ.1 ΚΠολΔ και η απόρριψη αυτή δεν γίνεται τυπικά αλλά κατ'ουσία, ο δε ενάγων, που παρέλειψε πρωτοδίκως την καταβολή δικαστικού ενσήμου, δικαιούται, εκτός από την ανακοπή ερημοδικίας του άρθρου 501 ΚΠολΔ, να ασκήσει και έφεση κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας απορριπτικής επί της αγωγής απόφασης, μοναδικός λόγος της οποίας μπορεί να είναι η άρση της προαναφερόμενης παραλείψεως, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους, οπότε η νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης, όταν συνοδεύεται με την καταβολή του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου, συνεπάγεται την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και νέα συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά την οποία ο ενάγων, κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, δύναται να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως μπορούσε να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1572/2019, ΑΠ 1095/2006).
Έτσι, υπό τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο, που δέχτηκε τυπικά και κατ'ουσία τον πρώτο λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της 95/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η κλήση της για συζήτηση και έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 23-9-2010 αγωγής της, μετά την καταβολή του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου και εξαφανίζοντας αντίστοιχα κατά τούτο την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ'ουσία την αγωγή αυτή, καίτοι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε αποφανθεί για την ουσία, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου της έφεσης ή της κλήσης της αναιρεσίβλητης, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 309, 315, 513 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, υπό τις ως άνω διακρίσεις, είναι αβάσιμος, τόσο κατά το κύριο, όσο και κατά το επικουρικό σκέλος του. Ενόψει δε των εκτεθέντων και η περιεχόμενη στο αναιρετήριο αιτίαση ότι "το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ, καθ'ο μέτρο κατά παραδοχή του 2ου λόγου έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αναδίκασε στο σύνολό τους αμφότερες τις ένδικες αγωγές", ανεξαρτήτως της αοριστίας της, είναι αβάσιμη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 15 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση. Εξάλλου, κατά το εδάφιο α' της διάταξης του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση, δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε.
Κατά δε το εδάφιο β' της ίδιας διάταξης, όσες αποφάσεις δεν κρίνουν οριστικά, μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο από την πρώτη τούτων (του άρθρου 559 αρ. 15) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης αποτελεί κύρωση του ως άνω εδαφίου α1 της δεύτερης των εν λόγω διατάξεων (του άρθρου 309) και προϋποθέτει α) ότι η ανακαλούμενη απόφαση είναι οριστική και β) ότι και οι δύο αποφάσεις (ανακαλούσα και ανακαλούμενη) είναι του ίδιου δικαστηρίου. (ΑΠ 140/2006, ΑΠ 357/2008, ΑΠ 622/2011).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει επικουρικά, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.15 του ΚΠολΔ, διότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ανακάλεσε την 29/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η 29/2013 απόφαση δεν είναι οριστική και επιπλέον οι φερόμενες ως ανακαλούσα και ανακαλούμενη αποφάσεις δεν είναι του ίδιου δικαστηρίου (Εφετείου).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340, 591 παρ. 1 και 681 Β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο και στην ειδική διαδικασία των διαφορών καθορισμού διατροφής συζύγου για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και περιέχονται στην αγωγή ή ένσταση ή χρησιμεύουν προς αντίκρουση της αγωγής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.11γ'του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί δε για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1202/2013, ΑΠ 1622/2010).
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός θεμελιώνεται κατ' ουσία, στην περίπτωση που, παρά τη γενική έκφραση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχει ληφθεί υπόψη και το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και κυρίως έγγραφο ή στην περίπτωση, κατά την οποία από το σύνολο των αιτιολογιών της αποφάσεως γεννιούνται σοβαρές αμφιβολίες, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε ορισμένο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 704/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ'ΚΠολΔ, πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, που προσκομίστηκε νόμιμα και αφορούσε στην ανταπόδειξη του κρίσιμου για την έκβαση της επίδικης υπόθεσης ζητήματος της "εύλογης αιτίας" διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο διαλαμβανόμενο στην προσβαλλόμενη απόφασή του σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως προσκομισθείσα, με επίκληση στις έγγραφες προτάσεις του, υπ'αριθμ.1385/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία αθωώθηκε για το αποδιδόμενο σε αυτόν περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας της 17-8-2009, από τις κατηγορίες περί ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης, απειλής και συκοφαντικής δυσφήμησης της αντιδίκου του, ήταν δε κρίσιμη για την απόκρουση της αγωγής της τελευταίας, ότι η ρήξη της έγγαμης συμβίωσης πρέπει να αποδοθεί σε δική του υπαιτιότητα, αλλά και για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους πρέπει να αποδοθεί σε πρωτοβουλία και υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης αντιδίκου του.
Πράγματι, από την παραδεκτή, κατ'αρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου των ανωτέρω διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, με τις ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις του κατά τη συζήτηση των αντίθετων εφέσεων των διαδίκων, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφασή του, επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη των ισχυρισμών του, την 1385/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, που τον είχε αθωώσει για τις αξιόποινες πράξεις της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης κατ'εξακολούθηση, απειλής και συκοφαντικής δυσφήμησης, φερόμενες ως τελεσθείσες σε βάρος της ενάγουσας αναιρεσίβλητης συζύγου του στη ...
κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2007 έως την 17-8-2009 οι δύο πρώτες και στη Θεσσαλονίκη την 10-5-2010 η τρίτη από αυτές, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό του και τις εξής αιτιολογίες: "Ωστόσο κανένας μάρτυρας κατηγορίας κατά την εξέταση του στο ακροατήριο δεν κατέθεσε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό σε βάρος του κατηγορουμένου για τις αποδιδόμενες προς αυτόν πράξεις, ούτε από τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα το Δικαστήριο πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου Αντίθετα, όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες κατηγορίας στην ένορκη κατάθεση τους κάνουν λόγο για αγαπημένο ζευγάρι καθώς και ότι επί σειρά ετών ουδέποτε αντιλήφθηκαν περιστατικό κακοποίησης της πολιτικώς ενάγουσας από τον κατηγορούμενο σύζυγο της.
Μάλιστα ο μάρτυρας Φ. Δ. του Γ., κουμπάρος του ζεύγους αναφέρει στην ένορκη κατάθεσή του ότι ο κατηγορούμενος στις 17-8-2009 επέστρεψε από το νοσοκομείο ενώ ήδη η πολιτικώς ενάγουσα είχε φύγει από το σπίτι, η δε με αρ 560/2012 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που αναγνώστηκε στο ακροατήριο, αναφέρει στο σκεπτικό της ότι η πολιτικώς ενάγουσα εγκατέλειψε αιφνίδια στις 17-8-2009 χωρίς εύλογη αιτία τον κατηγορούμενο σύζυγο της, ότι συνήψε ερωτικές σχέσεις με συγκεκριμένο πρόσωπο που διαμένει στο ίδιο χωριό και ότι φιλοξενήθηκε στον ξενώνα κακοποιημένων γυναικών "..." προκειμένου να δικαιολογήσει την αποχώρηση της από τη συζυγική οικία και την αιφνίδια εγκατάλειψη του καθ ου".
Παράλληλα, το δικάσαν Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάστηκε οριστικά στις 17-8-2009, μετά από ένα οξύτατο επεισόδιο ύβρεων και απειλών του εναγομένου προς την ενάγουσα σύζυγό του, οπότε η τελευταία αποχώρησε από τη συζυγική οικία και αποδείχθηκε ότι οι σχέσεις των διαδίκων έχουν κλονισθεί ισχυρά από λόγους που αφορούν το πρόσωπο του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), απορρίπτοντας αντίστοιχα ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του, ότι η έγγαμη συμβίωση αυτού με την ενάγουσα διακόπηκε από υπαιτιότητα της τελευταίας, στο συμπέρασμά του δε αυτό κατέληξε, σύμφωνα με τη διαλαμβανόμενη στην απόφασή του βεβαίωση, αφού έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου....τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα.....ένορκες βεβαιώσεις.....την προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο....ένορκη βεβαίωση....όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικών εκ των οποίων γίνεται ειδική μνεία....ουδενός πάντως εξ αυτών παραληφθέντος για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, αλλά εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη....και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...".
Από μόνη όμως τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο και το σύνολο των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης επί των προβαλλόμενων ισχυρισμών, χωρίς οποιαδήποτε μνεία η σχολιασμό της ως άνω αθωωτικής απόφασης, δεν καθίσταται βέβαιο, αλλά αντιθέτως καταλείπονται αμφιβολίες, για τη λήψη υπόψη και συνεκτίμηση της τελευταίας (αθωωτικής απόφασης) μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, εκ μέρους του Εφετείου, το οποίο, παρόλο που δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενό της και μπορούσε να καταλήξει (όπως και κατέληξε), σε αντίθετο με αυτή πόρισμα, ενόψει της σοβαρότητας του συγκεκριμένου αποδεικτικού στοιχείου, που νομίμως προσκομίστηκε στη δευτεροβάθμια δίκη από τον αναιρεσείοντα, έπρεπε ειδικώς να το αντικρούσει, ώστε να μην δημιουργείται αμφιβολία, περί του εάν λήφθηκε τούτο υπόψη.
Επομένως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8β ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, από δε τις διατάξεις του άρθ. 671§1 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με το άρθ. 674§2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία του αρθ.681 Β ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη στη δευτεροβάθμια δίκη, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού, και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα ή άκυρα, όχι, όμως, πλαστά ή μη γνήσια, διότι και στη διαδικασία αυτήν δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών μέσων (Ολ.
ΑΠ 15/2003). Συνακόλουθα τούτων κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 559 αρ.11α ΚΠολΔ, μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο είναι και έγγραφο, του οποίου αμφισβητήθηκε η γνησιότητα του περιεχομένου του και της επ' αυτού υπογραφής του εκδότη του. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των αρθ.681Β, 455, 457§§1-3 και 458 ΚΠολΔ συνάγονται τα ακόλουθα:
Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με τα δημόσια, δεν έχουν το τεκμήριο γνησιότητας και εντεύθεν η επίκληση και προσκομιδή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει και τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος του φέρει το βάρος της άρνησης της γνησιότητας του εγγράφου και ο διάδικος που το προσκομίζει με επίκληση της απόδειξης της γνησιότητας αυτής, εφόσον αμφισβητηθεί.
Εάν το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου, κατά του οποίου προσκομίζεται ή τρίτου, η μη αμφισβήτηση αμέσως της γνησιότητας της επ' αυτού υπογραφής εκ μέρους του αντιδίκου του προσκομίζοντος αυτό δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο για την γνησιότητα του υπερκειμένου της υπογραφής και καλυπτομένου απ' αυτήν περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο, (στην περίπτωση αυτή της ως άνω αναγνώρισης της γνησιότητας της υπογραφής ή της απόδειξης αυτής, εφόσον αμφισβητηθεί), ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (άρθ. 457§§2 και 3).
Η απόδειξη της γνησιότητας της αμφισβητηθείσας υπογραφής ιδιωτικού εγγράφου επιβάλλεται, όχι μόνον όταν γίνεται χρήση του εγγράφου αυτού προς άμεση απόδειξη, αλλά και όταν τούτο χρησιμεύει για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Έτσι αν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία, κατά την οποία δικάζεται η υπόθεση και προσκομίζεται το έγγραφο, η μη γνησιότητά του, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ενώ αν προκύπτει ότι είναι γνήσιο, λαμβάνεται υπόψη, αν, όμως, το δικαστήριο, καίτοι προβλήθηκε άρνηση της γνησιότητάς του, λάβει (ή δεν λάβει) υπόψη το έγγραφο αυτό, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθ. 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, αφού εκτιμά (ή δεν εκτιμά) έγγραφο, πριν διαπιστώσει, όπως οφείλει, αν αποτελεί επιτρεπόμενο ή μη κατά νόμον αποδεικτικό μέσο.
Από τις ανωτέρω δε διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθ. 237§§1-3, 238 και 562§2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να γίνεται κατά την ίδια συνεδρίαση, κατά την οποία προσκομίζεται, (για πρώτη φορά), το έγγραφο, με προσθήκη στις προτάσεις και να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις, αν δε αυτό δεν γίνει, θωρείται, όπως προαναφέρθηκε, ότι αναγνωρίσθηκε η γνησιότητα του εγγράφου και τυχόν αμφισβήτηση αυτής σε μεταγενέστερη συζήτηση, και δη ενώπιον του Εφετείου, είναι απαράδεκτη. (ΑΠ 389/2015, ΑΠ 279/2011, ΑΠ 72/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 8β'και 11α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προς θεμελίωση της αποδιδόμενης υπαιτιότητάς του στη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης με την αναιρεσίβλητη, έλαβε υπόψη το προσκομισθέν με επίκληση από την τελευταία (αναιρεσίβλητη) υπ'αριθμ.πρωτ....-3-2010 έγγραφο με τίτλο "...", φερόμενη προέλευση τη Μ.Κ.Ο "..." και φερόμενες συντάκτριες τη Ρ.
Μ., κοινωνική λειτουργό και Σ. Λ., Ψυχολόγο, αν και ο ίδιος είχε νομίμως αμφισβητήσει την ύπαρξη, το περιεχόμενο και τη γνησιότητα του εγγράφου αυτού, χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί επί του παραπάνω ισχυρισμού του.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της περί διακοπής της έγγαμης συμβίωσης με τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα σύζυγό της) από αποκλειστική υπαιτιότητα του τελευταίου προσκόμισε πρωτοδίκως με επίκληση στις έγγραφες προτάσεις της το προαναφερόμενο έγγραφο, ο δε αναιρεσείων με τις πρωτόδικες προτάσεις του αμφισβήτησε την ύπαρξη, το περιεχόμενο και τη γνησιότητα του συγκεκριμένου εγγράφου, επαναλαμβάνοντας την ίδια αμφισβήτηση με τις έγγραφες προτάσεις του και στη δευτεροβάθμια δίκη, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη προσκόμισε με επίκληση στις αντίστοιχες έγγραφες προτάσεις της το ίδιο έγγραφο.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσει την ως άνω άρνηση της αμφισβήτησης της γνησιότητάς του, υποπίπτοντας έτσι στις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος της ένδικης αίτησης, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της, ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης των ως άνω δύο (έκτου και έβδομου) λόγων αναίρεσης αυτής, που κρίθηκαν βάσιμοι.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχτηκε ως βάσιμες κατ'ουσία τις συνεκδικασθείσες από 23-9-2010 και 19-4-2013 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης και να παραπεμφθεί, κατά τούτο, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ.301/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλο εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ