Legislator Giurisprudenza & Legislazione
964/2018 Generato dall'IA

Supreme Court allows partial appeal against labor court award regarding pre-employment bonus claims and statute of limitations defense.

Numero d'incarto 964/2018
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a labor court judgment regarding back pay for a public employee. The court found the lower court's reasoning insufficient to justify denying claims for bonuses and leave pay earned before the employee's official appointment. Consequently, the case was remanded for further examination of these specific pre-appointment claims and the statute of limitations defense.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 90 para. 3 of Law 2362/1995; Art. 14 of Law 3016/2002: When a lower court fails to provide adequate reasoning regarding the statute of limitations or specific statutory entitlements for pre-employment periods, the appeal is admissible to clarify the historical basis of the claims.

Parole chiave

Generato dall'IA
statute of limitations pre-employment bonuses public service labor dispute remand for retrial statutory entitlements insufficient reasoning disoccupazione a lungo termine

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 90 para. 3 of Law 2362/1995
Art. 14 of Law 3016/2002
Art. 22 para. 2 of Law 3693/1957
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Decision 942/2015 of the B2 Section of the Supreme Court
Decision 435/2017 of the Supreme Court
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 964 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 964/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου- Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Χαράλαμπου Τσόγκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Θ. Φ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό .../23-4-2009. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2589/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής, η 719/ 2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-6-2015 και με αριθμό κατάθεσης ...-6-2015 αίτησή του, που επαναφέρεται για συζήτηση με την από 1-9-2017 κλήση της αναιρεσίβλητης, μετά την έκδοση της 435/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που είχε παραπεμφθεί σε αυτή με την 942/2015 απόφαση του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη, η οποία ανέγνωσε την από 11-12-2016 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία αρεοπαγίτη, Νικολάου Τσάκου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Υπόκειται προς κρίση η από 18-6-2015 και με αριθμό κατάθεσης ...-6-2015 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, κατά της 719/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την ενάγουσα έφεσης κατά της 2589/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 3-3-2009 (με αριθμό κατάθεσης .../23-4-2009) αγωγής.

Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης, νόμιμα φέρεται για συζήτηση με την από 1-9-2017 κλήση της ενάγουσας, μετά την έκδοση της 435/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που είχε παραπεμφθεί σε αυτή με την 942/2015 απόφαση του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου. 2.Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται µε τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται µε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για να κρίνει νόμιμη την αγωγή αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να µην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται µε πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.8 ή αρ.14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117-118 του ίδιου κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα µε το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολουμένου µε σύμβαση εργασίας μισθωτού, µε την οποία ζητούνται διαφορές μεταξύ των αποδοχών που ο εργαζόμενος δικαιούται κατ’ εφαρμογή ΣΣΕ ή ΔΑ ή µε βάση το νόμο και εκείνων που του καταβλήθηκαν, πρέπει να προσδιορίζονται στην αγωγή, εκτός των άλλων, οι αποδοχές που αυτός δικαιούται, μνημονευομένων και των τυχόν επιδομάτων που δικαιούται και εκείνες που έλαβε, ώστε να προκύπτει υπέρ αυτού διαφορά για το ένδικο χρονικό διάστημα (ΑΠ 276/2015).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την ένδικη, από 3-3-2009 (με αριθμό κατάθεσης .../23-4-2009) αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (ως προς το δεύτερο εναγόμενο "Οργανισμό Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μεσσηνίας" παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο της αγωγής), εκθέτει ότι, την 1-9-1992, προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και απασχολήθηκε έκτοτε, συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής, ως καθαρίστρια σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αρχικά µε διαδοχικές συμβάσεις, τις οποίες το εναγόμενο χαρακτήριζε ως μισθώσεις έργου, αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία αορίστου χρόνου (διότι εξ αρχής κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του) και στη συνέχεια, από 7-12-2006, µε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (στο εξής:

ΙΔΑΧ), διότι πληρούσε τις προϋποθέσεις υπαγωγής της στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/ 2004 και, μετά από αίτησή της, κατατάχθηκε σε θέση εργασίας ΙΔΑΧ του εναγομένου. Με βάση τα περιστατικά αυτά και μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής (με την παραίτηση από τις αξιώσεις για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών των ετών 2007 και 2008 και με τη μετατροπή του αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό), ζητεί να της επιδικασθούν, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως οφειλόμενες διαφορές για τα έτη 2001 έως και 2006, μεταξύ των νομίμων αποδοχών που λάμβαναν οι αντίστοιχοι εργαζόμενοι της ειδικότητάς της που απασχολούνται στο εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ΙΔΑΧ (όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται µε τους ν. 2470/1997 και 3205/2003) και αυτών που η ενάγουσα έλαβε ως συμβασιούχος έργου.

Οι διαφορές αποδοχών προκύπτουν από τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που καταβάλλονταν στην ενάγουσα για κάθε έτος εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος και εκείνα που, κατά τους ισχυρισμούς της, θα έπρεπε να λάβει ως μηνιαίες αποδοχές, επιδόματα εορτών και επιδόματα αδείας, εάν εξαρχής ήταν εργαζόμενη ΙΔΑΧ, με την παράθεση των επιμέρους αυτών ποσών, του συνόλου των αποδοχών που έπρεπε να λάβει κατ’ έτος, αυτών που έλαβε και της συνολικής, κατ’ έτος, μεταξύ αυτών διαφοράς.

Τις αποδοχές αυτές, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ζητεί, κυρίως, κατ’ εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, άλλως με βάση τις διατάξεις των ως άνω νόμων περί ενιαίου μισθολογίου, ως εκ της απασχόλησής της στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, άλλως, επικουρικά, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με τον ισχυρισμό ότι παράνομα δεν χορηγούνταν και σε αυτή, τόσο κατά το διάστημα απασχόλησής της με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, όσο και κατά το διάστημα από την κατάταξή της (ύστερα από τη διαδικασία των άρθρων 11 του π.δ.164/2004 και 1 του ν. 3320/2005) σε θέση εξαρτημένης εργασίας ΙΔΑΧ και εφεξής, χωρίς συνυπολογισμό της προϋπηρεσίας της.

Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, περιέχει όλα τα αναγκαία, κατ’ άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, στοιχεία και είναι πλήρως ορισμένη, αφού δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύει η ενάγουσα τα συγκεκριμένα ποσά που της έχουν καταβληθεί, για κάθε επί μέρους αξίωσή της, ανά έτος, ξεχωριστά. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ορισμένη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, απορρίπτοντας την περί αοριστίας ένσταση του εναγομένου και εκεί εφεσιβλήτου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 (και όχι από τους αριθμούς 1 και 19) ΚΠολΔ, ο δε πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι η ένδικη αγωγή για την επιδίκαση διαφορών δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας ήταν αόριστη, διότι η ενάγουσα, αφού παραθέτει τα επιμέρους κονδύλια, που αφορούν περισσότερες απαιτήσεις της από τις παραπάνω αιτίες για κάθε έτος του ενδίκου χρονικού διαστήματος ξεχωριστά, αφαιρεί στη συνέχεια από το αποτέλεσμα που προκύπτει (μετά συναρίθμηση των ετησίως καταβλητέων για τις αιτίες αυτές επί μέρους ποσών µε βάση τον επικαλούμενο νόμιμο μισθό της) το συνολικό ετήσιο ποσό που έλαβε για την απασχόλησή της ως καθαρίστριας για όλες τις αιτίες αυτές, συγκεντρωτικώς, χωρίς να εξειδικεύει ποια ακριβώς ποσά της έχουν καταβληθεί ανά έτος ξεχωριστά, είναι αβάσιμος.

4. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (στο εξής:

ΙΔΑΧ) κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου ή έργου. Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ’ επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατ’ αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό [η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής].

Προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του ως άνω άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, επακολούθησε ο ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι οι εργαζόμενοι, που εμπίπτουν στην εξαίρεση, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", κατά δε την παρ.5 του ίδιου άρθρου, ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 15 παρ.1 περ. ι’ του ν. 3205/2003, συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ΙΔΑΧ, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι οποίοι προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο με σύμβαση μίσθωσης έργου, μόνο "από" και "με" την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων, καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη, συνυπολογίζεται ως χρόνος προϋπηρεσίας και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση έργου, αφού και αυτός έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθρο 1 παρ.4 ν. 3320/2005) ότι διανύθηκε στο πλαίσιο σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες τις συνέπειες (ήτοι, τη χορήγηση των επιδομάτων εορτών και αδείας και την προσμέτρηση του χρόνου προϋπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω), ενώ αντιθέτως, δικαιούνται τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάχθηκαν μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.

Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ΙΔΑΧ, για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης, στην οποία εντάσσονται, από το χρόνο της κατάταξής τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον η κατά νομοθετική παραχώρηση πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν μόνο εκείνες τις παροχές, τις οποίες δεν έλαβαν εξαιτίας του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους ως σύμβασης μίσθωσης έργου.

Η θέση αυτή, εξάλλου, δεν αντίκειται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, η οποία δεν καθορίζει το ύψος των αποδοχών των απασχολουμένων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αλλά επιτάσσει την αποφυγή δυσμενών διακρίσεων, εφόσον δεν οφείλονται σε αντικειμενικό λόγο και θέτει χρονικό όριο προσαρμογής της εσωτερικής έννομης τάξης των κρατών - μελών προς αυτήν (ΟλΑΠ 16/2017).

Επίσης, δεν αντίκειται ούτε στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β’ του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζόμενους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζόμενους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ΙΔΑΧ, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 260/2012). 5.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει, επί της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι, με συμβάσεις που καταρτίσθηκαν κατ’ επίκληση των διατάξεων του άρθρου 113 παρ.5 του ν.1892/1990, η ενάγουσα προσλήφθηκε και απασχολήθηκε επί σειρά ετών, μέχρι την κατάταξή της σε θέση εργασίας ΙΔΑΧ, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004 και 1 του ν. 3320/2005, στον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή εργάσθηκε για την εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, αφού, όπως έχει ήδη κριθεί από τα αρμόδια όργανα του τελευταίου και στη συνέχεια από το ΑΣΕΠ, ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης "αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διεξαγωγή της όλης εκπαιδευτικής διαδικασίας" (...4-2005 Πράξη Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού-ΚΥΣΔΙΠ- του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων- ΥΠΕΠΘ).

Ότι απασχολήθηκε έκτοτε επί σειρά ετών με αλληλοδιαδοχικές συμβάσεις, που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις "μίσθωσης έργου" και είχαν τυπική χρονική διάρκεια περίπου δέκα μηνών (από 1η Σεπτεμβρίου μέχρι την 30η Ιουνίου), δηλαδή ίση με τη σχολική περίοδο, ωστόσο στην πράξη απασχολούταν και μετά το πέρας εκάστης σχολικής περιόδου και μέχρι την έναρξη της επόμενης.

Ότι, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, "οι ανάγκες καθαρισμού των σχολικών εγκαταστάσεων είναι διαρκείς, δηλαδή καλύπτουν όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους" και η αποχώρηση διδασκόντων και διδασκομένων κατά τους δύο μήνες των θερινών διακοπών και των δεκαπενθήμερων διακοπών των Χριστουγέννων και του Πάσχα "εξισορροπείται με τον εκτεταμένο καθαρισμό των σχολείων, που πραγματοποιείται κατά την έναρξη και λήξη του σχολικού έτους και μετά την περίοδο των διακοπών Χριστουγέννων και Πάσχα" (...-4-2005 Πράξη ΚΥΣΔΙΠ του ΥΠΕΠΘ).

Ότι οι εργασίες που εκτελούσε υποχρεωτικά, καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της, συνίσταντο στον καθημερινό καθαρισμό όλων των χώρων των σχολείων. Ότι, ειδικότερα, εργαζόταν όχι σε χρόνο που επέλεγε η ίδια, αλλά σε καθορισμένο από τον εργοδότη της ωράριο, δηλαδή πριν την έναρξη των μαθημάτων και μετά τη λήξη τους, στον τόπο που, επίσης, καθόριζε ο εργοδότης της και τελούσε υπό την "εκ του σύνεγγυς καθοδήγηση και εποπτεία στην εκτέλεση του έργου καθαρισμού των σχολικών χώρων από τους Διευθυντές των σχολείων (εργοδότες), οι οποίοι γνωρίζουν άριστα τις ανάγκες καθαριότητας της σχολικής μονάδας που διευθύνουν".

Ότι επρόκειτο, δηλαδή, για υπηρεσία που δεν ανταποκρινόταν στην έννοια του όρου "έργου", αλλά της εξαρτημένης εργασίας, η οποία κάλυπτε σταθερές, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, όπως κρίθηκε και από τα αρμόδια όργανα αυτού, καθώς και από το ΑΣΕΠ. Ότι, ενώ η ενάγουσα εργαζόταν (και εξακολουθεί να εργάζεται) υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, η αμοιβή της δεν ήταν αντίστοιχη με αυτήν που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και την οποία λαμβάνουν οι συνάδελφοί της, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διαθέτει τα ίδια προσόντα και εργάζεται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες.

Ότι ενόψει αυτών, κατόπιν της θέσης σε ισχύ του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, η ενάγουσα υπέβαλε αίτηση για τη θεώρηση των συμβάσεών της ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι επί της αίτησής της απεφάνθη θετικά το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο του εναγομένου και το ΑΣΕΠ, οπότε κατετάγη σε θέση εργασίας ΙΔΑΧ, από 7-12-2006, λαμβάνοντας έκτοτε βασικό μισθό, κίνητρο απόδοσης, οικογενειακό επίδομα και ειδική παροχή ποσού 176 ευρώ.

Ότι, ενώ κατετάγη κατ’ εφαρμογή των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004 και 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, η κατάταξή της έγινε χωρίς να ληφθεί υπόψη η προϋπηρεσία της με συμβάσεις έργου. Ότι έτσι η ενάγουσα κατατάχθηκε στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ με βάση την προϋπηρεσία της έπρεπε να είχε καταταγεί σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και να λαμβάνει βασικό μισθό αναλόγως της προϋπηρεσίας της, η οποία διανύθηκε υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα.

Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο, ότι, εκτός εκείνων των επιμέρους αξιώσεων της ενάγουσας, που είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 και αφορούν τα έτη 2001, 2002, 2003 και 2006, προκύπτουν, κατά τα έτη 2004 και 2005, οι ακόλουθες μισθολογικές διαφορές υπέρ αυτής, με συνυπολογισμό δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας.

Ότι ειδικότερα, η ενάγουσα που προσλήφθηκε το πρώτον την 1-9-1992 στο 11ο - 15ο νηπιαγωγείο Καλαμάτας, απασχολούμενη από τότε συνεχώς μέχρι την κατάταξή της, την 7-12-2006, σε θέση εργασίας αορίστου χρόνου, εξακολουθώντας και μετά την κατάταξή της να παρέχει αδιαλείπτως τις αυτές υπηρεσίες στο εναγόμενο, έπρεπε να λάβει α) για το έτος 2004 το ποσό των 13.728 ευρώ [1.023 € μηνιαίες αποδοχές 13ου μισθολογικού κλιμακίου (726 € βασικός μισθός + 86 € κίνητρο απόδοσης + 35 € επίδομα γάμου + 176 € ειδική παροχή = 1.023 € Χ 12 μήνες = 12.276 € + 363 € δώρο Πάσχα + 726 € δώρο Χριστουγέννων + 363 € επίδομα άδειας)], από το οποίο έλαβε 2.535 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά των 11.193 ευρώ και β) για το έτος 2005 το ποσό των 14.540 ευρώ [1.081 ευρώ μηνιαίες αποδοχές 12ου μισθολογικού κλιμακίου (784 € βασικός μισθός + 86 € κίνητρο απόδοσης + 35 € επίδομα γάμου + 176 € ειδική παροχή = 1.081 € Χ 12 μήνες = 12.972 € + 392 € δώρο Πάσχα + 784 € δώρο Χριστουγέννων + 392 € επίδομα άδειας)], από το οποίο έλαβε 2.535 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά των 12.005 ευρώ.

Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτή την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 2589/2010 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη, τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και, αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει και επιδίκασε στην ενάγουσα καταψηφιστικά το ποσό των 11.193 ευρώ και αναγνωριστικά το ποσό των 12.005 ευρώ, µε το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

6. Με την κρίση αυτή και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που διατυπώνεται παραπάνω (βλ. αρ.4), το δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε εσφαλμένα στις διατάξεις που αναλύονται σε αυτή και έπρεπε να εφαρμοσθούν, τις ουσιαστικές παραδοχές, στις οποίες ανέλεγκτα κατέληξε. Ειδικότερα, η παραδοχή ότι η ενάγουσα, που απασχολήθηκε με διαδοχικές συμβάσεις έργου στον καθαρισμό σχολείων, κάλυψε αληθώς πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ότι για το λόγο αυτό οι συμβάσεις της έφεραν το χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν μπορούσε να οδηγήσει στην κρίση ότι θα έπρεπε να λάβει την αμοιβή που προβλέπεται για τους αντίστοιχους εργαζομένους στο προσωπικό ΙΔΑΧ του εναγομένου και πολύ περισσότερο για το προσωπικό δημοσίου δικαίου.

Τούτο διότι πρόκειται για εργαζόμενη που είχε προσληφθεί με συμβάσεις μίσθωσης έργου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψει πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που την προσέλαβε.

Οι περιστάσεις αυτές εντάσσουν την ενάγουσα σε αυτοτελή κατηγορία εργαζομένων και δικαιολογούν, για το πριν την κατάταξή της σε οργανική θέση χρονικό διάστημα, τη διαφορετική μισθολογική μεταχείρισή της σε σύγκριση με το λοιπό προσωπικό του εναγομένου, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ΙΔΑΧ, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004).

Εξάλλου, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, οι κατατασσόμενοι μόνο μετά την κατάταξή τους σε θέσεις ΙΔΑΧ, ύστερα από τη διαδικασία των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004 και 1 του ν. 3320/2005, δικαιούνται τις νόμιμες αποδοχές της θέσης τους, ο δε χρόνος των συμβάσεών τους μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Εφετείο, που επιδίκασε (εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά) τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών για το πριν την κατάταξη της ενάγουσας σε οργανική θέση χρονικό διάστημα, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, η εφαρμογή της οποίας προϋποθέτει πρόσωπα υπαγόμενα στην ίδια κατηγορία, παραβίασε τις ως άνω εφαρμοστέες διατάξεις με εσφαλμένη υπαγωγή.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Αντιθέτως, κρίνοντας το Μονομελές Εφετείο ότι ο χρόνος, που η ενάγουσα εργάσθηκε στην υπηρεσία του εναγομένου πριν την κατάταξή της σε οργανική θέση ΙΔΑΧ, πρέπει να αναγνωρισθεί ως χρόνος προϋπηρεσίας στην ίδια θέση, ώστε να καταταγεί στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και να λάβει τις αποδοχές του κλιμακίου αυτού (μετά την κατάταξή της), ορθώς εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, 11 του π.δ. 164/2004, 1 παρ.3, 4 και 5 του ν. 3320/ 2005, 2 παρ.1, 3 παρ.1 και 4, 5 παρ.1 και 2, 15 παρ.1 και 4, 20 του ν. 3205/ 2003 και με επάρκεια παρέθεσε τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία παραδέχθηκε σχετικώς.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που το αναιρεσείον, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 2 παρ.1 του ν. 3320/2005, με την οποία τροποποιήθηκαν εδάφια της παρ.2 του άρθρου 18 του ν. 2190/1994 περί ΑΣΕΠ, ισχυρίζεται ότι η πέραν των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών προϋπηρεσία της ενάγουσας λαμβάνεται υπόψη μόνο ως αποκτηθείσα εμπειρία, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι η πιο πάνω διάταξη δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον αυτή αφορά περιπτώσεις συμβασιούχων που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις ένταξής τους στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, των οποίων αύξησε τη μοριοδότηση της προϋπηρεσίας, ώστε να διευκολυνθεί η απορρόφησή τους μέσω του συστήματος προσλήψεων.

7. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (δήθεν προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη την προϋπόθεση της υπαγωγής αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.

Αντιθέτως, αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνον εάν οι αρμόδιοι υπουργοί, ύστερα από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και εκδώσουν κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης αυτής και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, με τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, ήτοι μόνο εφόσον δεν χορηγούνται στους δικαιούχους οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, ίσες προς ή μεγαλύτερες προς το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

Από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής στην ενάγουσα, για μόνο το λόγο ότι η χορήγηση αυτής είχε επεκταθεί, προηγουμένως, σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων. Διότι η επέκταση της χορήγησης χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων είναι παράνομη και, βέβαια, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16 και 17/2015, ΑΠ 38/ 2017).

8. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή της η ενάγουσα, μεταξύ των άλλων, ζήτησε την επιδίκαση ολοκλήρου του ποσού της ειδικής παροχής των 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ μηνιαίως για το μετά την 1-7-2002 χρονικό διάστημα, επικαλούμενη απλώς τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας ΚΥΑ 2/32172/0022/4-7-2002, με την οποία προβλέφθηκε η καταβολή μηνιαίας ειδικής παροχής ύψους (από 1-1-2002) 88 ευρώ και (από 1-7-2002) 176 ευρώ, μεταξύ άλλων, στους διοικητικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", του άρθρου 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 για τη διατήρηση αυτής, ως προσωπικής διαφοράς, στους υπαλλήλους που αυτή καταβαλλόταν και του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 3336/2005 για τη χορήγηση αυτής από 1-1-2005 και σε διοριζομένους ή μετατασσομένους μετά την 1-1-2004 υπαλλήλους σε υπηρεσίες, όπου αυτή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά.

Επί του ανωτέρω αιτήματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι η ενάγουσα, υπαγόμενη και αμειβόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού του Δημοσίου, δικαιούται να λάβει, για το αναφερόμενο στην απόφαση χρονικό διάστημα (2004 και 2005), μεταξύ άλλων, και την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 από 176 ευρώ μηνιαίως, εφόσον από μισθολογικής άποψης δικαιούται των αποδοχών που προβλέπονται στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε την πιο πάνω παροχή των 176 ευρώ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002, 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 και 2 παρ.3 του ν. 3336/2005, τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου. Τούτο διότι η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή, μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται, εάν η Διοίκηση, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, ασκήσει νομίμως τη διακριτική της ευχέρεια και εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ.

Ακόμη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, καθόσον δεν εκτίθενται τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, που απαιτούνται για την υπαγωγή της ενάγουσας στις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002. Επιπροσθέτως, δεν διευκρινίζεται εάν η ενάγουσα λαμβάνει και άλλου είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή.

Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, επειδή για τον προσδιορισμό των διαφορών των αποδοχών της ενάγουσας συνυπολόγισε την ως άνω ειδική παροχή και για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες, είναι βάσιμος.

9. Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου λογιστικού κλπ (που ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο), ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά από διετία από της γενέσεώς της".

Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου και ως εκ τούτου κατισχύει της γενικής ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 91 εδ. α’ του ν. 2362/1995, η οποία ορίζει ότι, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του παρόντος νόμου, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 93 περ. α’ του ν. 2362/1995, η οποία κατά περιεχόμενο είναι εν μέρει όμοια με εκείνη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως η τελευταία ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 101 παρ.1 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών.

Η διακοπή της παραγραφής επέρχεται και στην περίπτωση που η σχετική αγωγή εισάγεται ενώπιον αναρμοδίου καθ’ ύλη ή κατά τόπο δικαστηρίου, η δε αναρμοδιότητα του δικαστηρίου δεν εμποδίζει ούτε τη δημιουργία της εκκρεμοδικίας ούτε την επέλευση των ουσιαστικών αποτελεσμάτων από την άσκηση της αγωγής, η οποία, διατηρώντας τις συνέπειες αυτές, δεν απορρίπτεται, αλλά παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο.

10.Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένως δεν απέρριψε τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ως παραγραμμένες, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, ισχυριζόμενο ότι η διακοπή της παραγραφής επέρχεται με την άσκηση αγωγής μόνο ενώπιον αρμοδίου καθ’ ύλη δικαστηρίου.

Ενόψει, όμως, του ότι η διακοπή της ως άνω διετούς παραγραφής επέρχεται και στην περίπτωση που η σχετική αγωγή εισάγεται ενώπιον αναρμοδίου καθ’ ύλη ή κατά τόπο δικαστηρίου, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής με τις προγενέστερες δύο αγωγές, που άσκησε η ενάγουσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με αριθμούς κατάθεσης .../2005 και .../2005, αντίστοιχα, τόσο από άποψη νομικής και πραγματικής ταυτότητας των ενδίκων αξιώσεων, όσο και από άποψη υποκειμένων της διαφοράς (ήτοι ενάγουσας).

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας την έφεση της ενάγουσας και απαντώντας στον ισχυρισμό του εναγομένου περί του ότι οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας είχαν υποκύψει σε διετή παραγραφή, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα άσκησε διαδοχικά δύο αγωγές ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ήτοι 1) την με αριθμό κατάθεσης .../2005, επιδοθείσα στο εναγόμενο την 29-12-2005, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 2-11-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε για την 23-4-2007 και κατ’ αυτήν ματαιώθηκε η συζήτησή της, μετά δε από κλήση της ενάγουσας, επιδοθείσα στο εναγόμενο την 19-10-2007, ορίστηκε δικάσιμος η 10-6-2008, οπότε αναβλήθηκε για την 16-3-2009 και κατ’ αυτήν ματαιώθηκε και 2) την με αριθμό κατάθεσης .../2005, επιδοθείσα στο εναγόμενο την 29-12-2005, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 6-11-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε για την 26-4-2007 και κατ’ αυτήν ματαιώθηκε η συζήτησή της, μετά δε από κλήση της ενάγουσας, επιδοθείσα στο εναγόμενο την 19-10-2007, ορίστηκε δικάσιμος η 9-6-2008, οπότε αναβλήθηκε για την 17-3-2009 και κατ’ αυτήν ματαιώθηκε.

Ότι οι παραπάνω αγωγές, οι οποίες έχουν την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την ένδικη αγωγή, αφορούσαν διαφορές αποδοχών των ετών 2000 έως και 2005, η δε ενάγουσα έχει παραιτηθεί από τα δικόγραφα αυτών με την ένδικη αγωγή, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο την 22-6-2009. Ότι με τις προγενέστερες δύο αγωγές ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που επιδόθηκαν στο εναγόμενο την 29-12-2005, και τις διαδικαστικές πράξεις που ακολούθησαν, διεκόπη η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων των ετών 2004 και 2005, ενώ οι λοιπές αξιώσεις των ετών 2001, 2002, 2003 και 2006 έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995.

Με την κρίση αυτή περί διακοπής της παραγραφής, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το γεγονός της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής βάσης των αγωγών.

Ειδικότερα, για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δεν παρατίθεται η ιστορική βάση των προγενέστερων αγωγών, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει πλήρης ταύτιση με την ένδικη αγωγή ως προς τη νομική και πραγματική βάση των αξιώσεων.

Συνεπώς, ο ανωτέρω πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, που αφορά σε αξιώσεις της ενάγουσας για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας των ετών 2004 και 2005, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της κατάταξή της σε οργανική θέση (7-12-2006), είναι βάσιμος. 11.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, κατά παραδοχή του δευτέρου, τετάρτου και πέμπτου, ως προς το δεύτερο μέρος του, από τους λόγους της αίτησης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 719/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που επιδίκασε τις μη δικαιούμενες διαφορές αποδοχών για το πριν την κατάταξη της ενάγουσας σε οργανική θέση χρονικό διάστημα των ετών 2004 και 2005, κατά το μέρος που επιδίκασε την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και κατ’ αυτό που αφορά την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, σε σχέση με τις αξιώσεις των ετών 2004 και 2005, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3), προκειμένου να εκκαθαρισθούν οι αξιώσεις της ενάγουσας για καταβολή επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και επιδόματος αδείας, του πριν την κατάταξή της σε οργανική θέση χρονικού διαστήματος των ετών 2004 και 2005, τα οποία οφείλονται εκ του νόμου σε όλες τις περιπτώσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας και να ερευνηθεί παράλληλα η ένσταση παραγραφής των αξιώσεων αυτών (των ετών 2004 και 2005) και η αντένσταση διακοπής της παραγραφής. Τέλος, η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης πρέπει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 22 παρ.2 του ν. 3693/1957, να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 719/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.

Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22α Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ