Legislator Giurisprudenza & Legislazione
964/2013 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on document distortion claim due to lack of evidence in lower court submissions.

Numero d'incarto 964/2013
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court distorted specific documents submitted during the initial proceedings to support its findings. The court rejected this claim because the appellant failed to provide the original lower court submissions where these documents were formally cited and relied upon. Consequently, the appeal was found baseless as the necessary procedural record to verify the alleged distortion was missing.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 559 no. 2 K.P.D.; Art. 559 no. 11 para. g' K.P.D.: The ground of appeal for distortion of a document is established only when the court of first instance made a diagnostic error in reading the document, not when it drew a different evidentiary conclusion from the correctly read document, and the appeal fails if the appellant does not submit the lower court's submissions to prove the document was cited there.

Parole chiave

Generato dall'IA
document distortion appeal diagnostic error standard evidentiary conclusion review lower court submissions procedural record requirement

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 559 no. 2 K.P.D.
Art. 559 no. 11 para. g' K.P.D.
Art. 176 K.P.D.
Art. 183 K.P.D.
Art. 561 para. 2 K.P.D.

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 964 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 964/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Φ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Στυλιανού Βλαστού και Άννας-Μαρίας Νταϊλάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Τσαβδαρίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/6/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5431/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 284/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/7/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Αλειφεροπούλου ανέγνωσε την από 1/3/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12/7/2012 αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, δεν θεμελιώνεται δε ο λόγος αυτός, όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 373/2011, 502/2010).- Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχθείσα ότι ο αναιρεσείων ήταν εργοδότης του αναιρεσιβλήτου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 1393/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς σε σχέση με τη διαλαμβανόμενη σ' αυτήν απολογία του αναιρεσείοντος ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου (ποινικού), ως κατηγορουμένου για σωματική βλάβη εξ αμελείας εις βάρος του αναιρεσιβλήτου από το επίδικο (στην παρούσα αναιρετική δίκη) εργατικό ατύχημα, ενώ, αν δεν είχε παραμορφώσει το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στο αναιρετήριο, θα είχε δεχθεί, ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν ο αληθής εργοδότης του παθόντος αναιρεσιβλήτου και υπαίτιος για τον τραυματισμό του από το άνω ατύχημα, καταλήγοντας έτσι σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.

Πλην όμως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, ότι ο αναιρεσείων ήταν εργοδότης του αναιρεσιβλήτου, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, καθώς και το περιεχόμενο της ανωτέρω ποινικής αποφάσεως, που είχε προσκομισθεί μετ' επικλήσεως ενώπιόν του και δεν στήριξε στο έγγραφο εκείνο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του αλλά, χωρίς να το εξαίρει, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, καταλήγοντας σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο.

Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται, ότι δικαστική είναι όχι κάθε ομολογία αλλά εκείνη, που γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρ. 340 Κ.Πολ.Δ.), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.- Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην επικαλούμενη ομολογία του αναιρεσείοντος-εναγομένου, που περιλαμβάνεται στην απολογία του, ως κατηγορουμένου για το επίδικο εργατικό ατύχημα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς (το οποίο εξέδωσε συναφώς την υπ' αριθ. 1393/2009 απόφασή του), ότι ο αδελφός του, ως ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της μνημονευόμενης Ο.Ε.

προσέλαβε, με την προτροπή-εισήγηση του αναιρεσείοντος προς αυτόν, τον αναιρεσίβλητο-παθόντα στην επιχείρησή του και αυτός τον πλήρωνε, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη ομολογία, υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, είναι εξώδικη, αφού δεν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της προκείμενης πολιτικής δίκης αλλά επ' ευκαιρία άλλης προηγούμενης ποινικής δίκης και, ως τέτοια (εξώδικη), εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, ανεξαρτήτως του ότι τα επικαλούμενα ως ομολογηθέντα γεγονότα, κατατείνοντα στην απόρριψη της αγωγής του αναιρεσιβλήτου περί χρηματικής του ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, λόγω μη συνδρομής της ιδιότητας του εργοδότη στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος-εναγομένου, δεν συνιστούν δικαστική ομολογία, αφού δεν αποτελούν επιβλαβή για τον ομολογούντα αναιρεσείοντα γεγονότα αλλά, αντίθετα, επωφελή για τον ίδιο, μη ικανά να στοιχειοθετήσουν τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με αγωγή (συγκροτούν, δηλαδή, την ιστορική της βάση και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημά της), ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Επομένως, δεν είναι πράγματα, υπό την άνω έννοια, οι αρνητικοί της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ισχυρισμοί, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, που αυτοί αντλούν από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, καθώς και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου εφέσεως.- Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως η αιτίαση, ότι επί της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, περί χρηματικής του ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, που οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του αναιρεσείοντος-εναγομένου, εργοδότη του, το Εφετείο, το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε δεχθεί εν μέρει αυτήν για μεγαλύτερο ποσό, δεν έλαβε υπόψη ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος-εναγομένου, τους οποίους εκείνος είχε προτείνει πρωτοδίκως και είχε νόμιμα επαναφέρει με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, συνισταμένους στο ότι, αφενός μεν η επιχείρησή του δεν είχε ως αντικείμενο τις επισκευές πλοίων, τις επισκευές εμπορευματοκιβωτίων και τη διενέργεια φορτοεκφορτώσεως και στοίβαξης εμπορευματοκιβωτίων αλλά μόνο LASHING, δηλαδή την πρόσδεση και απόδεση εμπορευματοκιβωτίων, αφετέρου δε ο αναιρεσίβλητος-παθών παρείχε αποκλειστικά υπηρεσίες LASHING, δηλαδή υπηρεσίες πρόσδεσης-απόδεσης εμπορευματοκιβωτίων και όχι στοίβαξης, φόρτωσης, εκφόρτωσης και σταθεροποίησης εμπορευματοκιβωτίων σε εμπορικά πλοία, οπότε δεν συνέτρεχε λόγος να του δώσει εντολή ο αναιρεσείων, ως εργοδότης, για την εκτέλεση των τελευταίων εργασιών, τις οποίες εκτελούσε κατά τη στιγμή του επίδικου εργατικού ατυχήματος χωρίς εντολή εκείνου (αναιρεσείοντος).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όμως, με τον οποίο επιχειρείται να αποδοθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, δεν ιδρύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας πιο πάνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος-εναγομένου, ως συνιστώντες άρνηση της ιστορικής βάσεως της αγωγής και συγκεκριμένα του επικαλούμενου προς θεμελίωσή της γεγονότος, ότι υπαίτιος του εργατικού ατυχήματος, που συνέβη εις βάρος του αναιρεσιβλήτου, υπήρξε ο αναιρεσείων, κατ' εντολή του οποίου προσέφερε εκείνος (αναιρεσίβλητος-παθών) τις υπηρεσίες του κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου, ικανά να τον θεμελιώσουν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και, επομένως, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ. β', 453 και 524 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.Α.Π. 14/2005), κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ.

Η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται, βέβαια, στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα, που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιες δίκης. (Ολ.Α.Π. 23/2008, 9/2000).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως δε αγωγών, παρεμβάσεων, ένδικων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, όταν η πλημμέλεια που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

Όμως, για τη διαπίστωση της πλημμέλειας πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Περαιτέρω, με το άρθρο 568 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι για τον προσδιορισμό δικασίμου προσκομίζονται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, επικυρωμένο αντίγραφο της αναιρέσεως, των προσβαλλόμενων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης ή των παρεμπιπτουσών δικών και των προτάσεων του ίδιου και των άλλων διαδίκων, αν είναι απαραίτητες για να διαγνωστεί η βασιμότητα των λόγων αναιρέσεως, που περιέχονται στο κύριο δικόγραφο ή στο πρόσθετο αναιρετήριο.

Από αυτά συνάγεται, ότι πρέπει να προσκομίζονται στον Άρειο Πάγο, εκτός από τα διαδικαστικά, και όσα άλλα έγγραφα είναι αναγκαία για τη διάγνωση του κατ' ουσίαν βασίμου του αναιρετικού λόγου, όπως λ.χ. το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κλπ. Αν δεν προσκομιστούν τα δικόγραφα αυτά και τα λοιπά κρίσιμα, κατά τα άνω, έγγραφα ο αντίστοιχος λόγος απορρίπτεται, ως αβάσιμος.- Επί του προκειμένου, όπως προκύπτει από τις προτάσεις που υπέβαλε ο αναιρεσείων ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τις οποίες παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), ο εν λόγω διάδικος αναφέρει σ` αυτές, ότι προσκομίζει εκ νέου ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τα προς απόδειξη των ισχυρισμών του προσκομισθέντα πρωτοδίκως έγγραφα, τα οποία δεν εξειδικεύει μεν, αλλά επικαλείται νόμιμα με παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη (σελίδες 11 και 12) των προτάσεων, που κατέθεσε αυτός ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες, όμως, δεν προσκομίζονται στο φάκελο της δικογραφίας.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, καθώς και ο τρίτος και τελευταίος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, α) των, προς απόδειξη των αναφερόμενων στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων εκ μέρους του εγγράφων, ήτοι 1) του υπ' αριθ. 6126/18.02.2010 εγγράφου της Ο.Λ.Π.

Α.Ε., 2) σκαριφήματος, όπου απεικονίζεται ο τρόπος, με τον οποίο γίνονται οι εργασίες LASHING (προσδέσεως εμπορευματοκιβωτίων), 3) σειράς έγχρωμων φωτογραφιών, όπου απεικονίζονται εμπορευματοκιβώτια και ανυψωτικός γερανός και 4) του Ειδικού Κανονισμού Εργασίας και Παραρτήματος πίνακα συνθέσεων και αποδόσεων του λιμενεργατικού προσωπικού της Ο.Λ.Π.

Α.Ε. (αιτίαση που διαλαμβάνεται στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως) και β) της, προς απόδειξη της ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί συμψηφισμού-καταλογισμού στην αγωγική απαίτηση καταβληθέντος από αυτόν προς τον αναιρεσίβλητο ποσού 27.000 ευρώ, επικληθείσας και προσκομισθείσας από τον ίδιο υπ' αριθ. 1393/2009 ποινικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, κατά το προσδιοριζόμενο τμήμα του σκεπτικού της, που εμπεριέχεται στη σελίδα 20 αυτής (αιτίαση που διαλαμβάνεται στον τρίτο λόγο αναιρέσεως), πρέπει ν' απορριφθούν, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ως αβάσιμοι, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν προσκομίζεται το κρίσιμο, για την απόδειξη της βασιμότητάς τους, διαδικαστικό έγγραφο των πρωτόδικων προτάσεων του αναιρεσείοντος, το οποίο είναι απαραίτητο, προκειμένου να ελεγχθεί, αν σ' εκείνες είχε γίνει σαφής και ορισμένη επίκληση των πιο πάνω αποδεικτικών εγγράφων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-7-2012 αίτηση του Ε. Φ., για αναίρεση της 284/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ