Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court considered evidence not formally proposed by parties.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court erred by considering an expert report and witness affidavits that were not formally proposed during the trial. The court ruled that since the lower court had already rejected the core claims due to lack of proof, the additional evidence was irrelevant to the final outcome.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 559 no. 8 lit. a; Art. 559 no. 9 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the lower court considering matters not proposed by the parties is inadmissible if those matters do not constitute independent claims forming the basis of the suit or if the lower court's decision was substantively based on the failure to prove the main facts.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 964 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 964/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αλεξόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ....., 2. ....., 3. ......, 4. ......., 5. ......, 6. ....... και 7. ....... .Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γκινοσάτη και οι λοιποί 2ος, 3η, 4η, 5ος, 6ος και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9849/2001 προδικαστική, 4870/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5637/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-12-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 14-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της ως άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι έλαβε υπόψη της και δέχθηκε, μολονότι δεν είχαν προταθεί από τους αναιρεσίβλητους-εφεσίβλητους, α) την ένσταση ιδίας κυριότητας αυτών επί του επίδικου ακινήτου, κτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία, κατ' αποδοχή της οποίας απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας των αναιρεσειόντων επί του επίδικου ακινήτου αγωγή τους, και β) την άρνηση της ένδικης αγωγής. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν το πρώτο μέρος αυτού ως αβάσιμος, διότι, όπως από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, διότι δεν αποδείχθηκαν τα θεμελιούντα την βάση αυτής πραγματικά περιστατικά, και όχι κατά παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, την οποία το Εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη, κατά δε το δεύτερο μέρος αυτού ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν συνιστά πράγμα με την έννοια της ως άνω διατάξεως η άρνηση της αγωγής.
ΙΙ. Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, ως τοιούτου νοουμένου του ισχυρισμού που έχει αυτοτελή ύπαρξη, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν οι αντιφάσεις υφίστανται και εξαντλούνται μόνο μεταξύ των μαρτυρικών καταθέσεων και των ισχυρισμών των διαδίκων.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την προεκτεθείσα διάταξη πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω της υπάρξεως αντιφάσεων μεταξύ των επικαλουμένων υπό των αναιρεσιβλήτων, προς θεμελίωση της ενστάσεως ιδίας κυριότητας αυτών επί του επίδικου ακινήτου, πραγματικών περιστατικών και των καταθέσεων των μαρτύρων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.
Εν προκειμένω, ο από το άρθρο 559 αρ. 9 τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως συνίσταται στο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο και δεν απάντησε καθόλου στο με λόγο εφέσεως υποβληθέν από τους αναιρεσείοντες παράπονο για την σιωπηρή απόρριψη από το πρωτόδικο δικαστήριο της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης. Δεδομένου ότι το ανωτέρω παράπονο δεν εμπίπτει στην "αίτηση" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες διατάξεις, πρέπει ο λόγος αυτός αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος. IV. Από τα συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 226 § 2 και 270 § 2 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν μέχρι 1-1-2002 πριν την τροποποίησή τους με τα άρθρα 5 και 12 του Ν. 2915/2001, προκύπτει ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ (κατόπιν σχετικής πράξης του προέδρου, που καταχωρίζεται στην αγωγή) δεν είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης από 28-7-2000 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απευθυνομένης αγωγής των αναιρεσειόντων περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς τους επί του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου, με πράξη του προέδρου με χρονολογία 1-9-2000 ορίστηκε ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, πράγματι δε εκδόθηκε επ' αυτής (αγωγής) η 9849/2001 προδικαστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκαν οι διάδικοι να αποδείξουν τα οικεία θέματα αποδείξεως και με μάρτυρες, οι οποίοι θα εξετάζονταν ενώπιον του εισηγητή δικαστή ή του νομίμου αναπληρωτού του.
Συνεπώς, δεν ήταν παραδεκτή στην περίπτωση αυτή ως αποδεικτικό μέσο ένορκη βεβαίωση μάρτυρος ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ώστε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν έλαβε υπόψη την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ......, που περιέχεται στην υπ' αριθ. ....... έκθεση της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Πραχαλή και την οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου και προσκόμισαν προς απόδειξη της επί εκτάκτου χρησικτησίας ερειδομένης αγωγής τους, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, γι' αυτό και απορριπτέος, ως αβάσιμος, τυγχάνει ο λόγος αυτός. Τέλος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και την από ....
έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού ......., την οποία ρητώς μνημονεύει. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.
Συνεπώς, ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-12-2006 αίτηση των Χ1 κ.τ.λ. για αναίρεση της 5637/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ