Legislator Giurisprudenza & Legislazione
963/2015 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly considered evidence referenced in appellate briefs.

Numero d'incarto 963/2015
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the Court of First Instance improperly considered documents not formally submitted, while the appellees contended these documents were adequately referenced in their appellate briefs. The court ruled that because the documents were clearly identified and linked to specific sections of the appellees' written submissions, the lower court did not violate the law by considering them.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(11b) and 561(2) of the Code of Civil Procedure: An appellate court does not err by considering evidence referenced in the parties' written submissions if the documents are clearly identified and linked to specific parts of those submissions.

Parole chiave

Generato dall'IA
appellate review consideration of evidence written submissions legal citation procedural error Code of Civil Procedure appellate brief

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 124(1) of the Code of Lawyers (Law 3026/1954)
Article 871 of the Civil Code
Article 559(11b) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 963 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 963/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 24η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Κ.-Σ., δικηγόρου, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων της Γεωργίου Νικολόπουλου και Αγγελικής Γεροχρήστου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Φ. Χ. του Α., 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΣΤΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Ε. Μ. του Ν., 4. Μ. Μ. του Ν., 5.Δ. χα Α. Χ., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά η 1η δια οι 2η, 3ος, 4η, 5η του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Κελεμένη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-12-2010 κύρια αγωγή και από 17-3-2011 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 99/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2014 αίτησή της και τους από 11-9-2014 προσθέτους λόγους επ' αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου, διάβασε την από 13-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων επ' αυτής, Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 124 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) "δια την σύμπραξιν του δικηγόρου προς επίτευξη συμβιβασμού περιλαμβάνουσαν πάσας εν γένει τα προς τούτο ενεργείας μετά ή άνευ συντάξεως σχετικού εγγράφου επί των πάσης φύσεως διαφορών, είτε εισαχθεισών προς δικαστικήν, διοικητικήν ή διαιτητικήν κρίσιν, είτε μη, το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται επί τη βάσει του ποσού του συμβιβασμού και των αντικειμένων τούτου αποτιμωμένων σε χρήμα ως εξής ...".

Κατά την αληθή έννοια της άνω διατάξεως, το κατ’ αυτήν δικαίωμα του δικηγόρου προς λήψη αμοιβής για τη σύμπραξή του σε συμβιβασμό προϋποθέτει σύμφωνα και με το άρθρο 871 του ΑΚ σύμπραξη αυτού σε σύναψη συμβάσεως δια της οποίας οι συμβαλλόμενοι με αμοιβαίες υποχωρήσεις διαλύουν έριδα αυτών ή αβεβαιότητα για έννομη σχέση επί της οποίας επιτρέπεται κατά νόμο συμβιβασμός.

Εξάλλου, ως ποσό συμβιβασμού βάσει του οποίου καθορίζεται η αμοιβή του συμπράξαντος προς επίτευξή τούτου δικηγόρου νοείται το ποσό στο οποίο με αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών καθορίστηκε η απαίτηση του εντολέα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα η ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν προβάλλεται καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως αβάσιμος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 99/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα, Α. Κ., δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου από το έτος 1979, διατηρούσε στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις με την πρώτη εναγομένη, Φ.

Χ., οι οποίες επισφραγίσθηκαν με την βάπτιση από την ενάγουσα του υιού της πρώτης εναγομένης, τρίτου εναγομένου, Ε. Μ.. Εκτός από την στενή αυτή προσωπική σχέση οι ανωτέρω είχαν και επαγγελματική συνεργασία, ιδίως σε ότι αφορούσε την μεγάλης αξίας ακίνητη περιουσία που κληρονόμησε η πρώτη εναγομένη από τον πατέρα της Α.

Χ.. Ο Α. Χ. από κοινού με τον αδελφό του Ε. Χ., είχαν μεγάλη περιουσία από αστικά και αγροτικά ακίνητα, η οποία περιήλθε στους εγγονούς, τα τέκνα και την σύζυγο εκάστου, δηλαδή στους τρίτο, Ε. Μ. και τέταρτη, Μ. Μ. των εναγομένων, εγγονούς του Α. Χ., στην πρώτη εναγομένη και την πέμπτη εναγομένη, Δ. Χ., μοναδικό τέκνο και σύζυγο αντίστοιχα του Α.

Χ. και στον Θ. Χ. και την Σ. Χ., μοναδικό τέκνο και σύζυγο αντίστοιχα του Ε. Χ.. Από το θάνατο των δικαιοπαρόχων τους και ιδίως από το έτος 1993, οπότε απεβίωσε μετά τον αδελφό του Ε. και ο Α. Χ., οι σχέσεις των ανωτέρω οικογενειών και ιδίως των εξαδέλφων Φ. Χ. και Θ. Χ., παρουσίασαν προβλήματα και άρχισαν να δημιουργούνται διαμάχες και προστριβές μεταξύ τους ως προς την διαχείριση της κοινής περιουσίας τους, φθάνοντας μέχρι την δικαστική ρύθμιση της χρήσης ισογείου καταστήματος επί κοινού ακινήτου τους στην Λεωφόρο ...

τα έτος 1999 και την δικαστική διανομή της κοινής αγροτικής περιουσίας τους το έτος 2000, αν και άλλα ακίνητά τους εκμίσθωναν από κοινού και εισέπρατταν τα μισθώματα. Επί της συμβολής της Λεωφόρου ... και της οδού ..., στο εμπορικό κέντρο της πόλης του …, είχαν στην συγκυριότητα τους η πρώτη εναγομένη κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, η πέμπτη εναγομένη κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου και ο Θ.

Χ. κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου, πολυώροφη οικοδομή επί οικοπέδου 203,14 τμ, αποτελούμενη από υπόγειο 44,92 τμ, ισόγειο όροφο 193,94 τμ με τρία καταστήματα, πρώτο όροφο με ένα διαμέρισμα 177 τμ, δεύτερο όροφο με ένα διαμέρισμα 171,26τμ, τρίτο όροφο με ένα διαμέρισμα 172,36 τμ και τέταρτο όροφο με δύο διαμερίσματα 45,54 τμ και 52,56 τμ αντίστοιχα, χωρίς να έχει υπαχθεί η οικοδομή στο νόμο περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους, της οποίας την χρήση των ορόφων είχαν με συμφωνία ορίσει οι δικαιοπάροχοι τους.

Εξαιτίας της διαχείρισης ιδίως αυτού του ακινήτου, οι σχέσεις των δύο οικογενειών είχαν οξυνθεί ιδιαίτερα. Από το έτος 2000 έως και το έτος 2003 όμως, οι κακές σχέσεις τους δεν τους εμπόδισαν να εξετάσουν και να προβούν σε νομιμοποίηση του τετάρτου ορόφου της εν λόγω οικοδομής, να εξετάσουν από κοινού και να επιδιώξουν την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτής, που απαιτούσε στατική ενίσχυση και ανακαίνιση λόγω της παλαιότητας της, καθώς είχε ανοικοδομηθεί το έτος 1965 και την αλλαγή χρήσης της για αποκλειστικά επαγγελματική χρήση, προκειμένου να αξιοποιήσουν σοβαρές προτάσεις μίσθωσης της, όπως εκείνη της εταιρείας "GLOU ΑΕ", επιχείρησης ενδυμάτων.

Όμως οι διαπραγματεύσεις για την μίσθωση του ανωτέρω ακινήτου από την ανωτέρω επιχείρηση διακόπηκαν, με εκατέρωθεν αιτιάσεις από τους κοινωνούς με αφορμή τις εργασίες ενίσχυσης και ανακαίνισης της οικοδομής και οι σχέσεις των δύο οικογενειών διαταράχθηκαν εκ νέου. Την 7-9-2004 και δυνάμει του με αριθμό .../7-9-2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πύργου Δ.

Ε., η πρώτη και η πέμπτη εναγομένη πώλησαν και μεταβίβασαν τα μερίδια τους επί του ακινήτου της Λεωφόρου ... και οδού ... στην δεύτερη εναγομένη, και έτσι πλέον αυτή κατέστη κοινωνός και συγκυρία σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, με τον Θ. Χ.. Η δεύτερη εναγομένη, εταιρεία με την επωνυμία "ΕΣΤΙΑ ΑΕ", είναι στην πραγματικότητα οικογενειακή επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, εταιρεία που συστάθηκε για φορολογικούς και οικονομικούς λόγους, το έτος 1997, με σκοπό την αγορά, εκμίσθωση ακινήτων, την ανέγερση και κατασκευή σε οικόπεδα ιδιοκτησίας της ή ιδιοκτησίας τρίτων διαμερισμάτων και καταστημάτων κλπ και ιδρύθηκε ουσιαστικά για την αποτελεσματικότερη εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας της οικογένειας της πρώτης εναγομένης, η οποία από αρχής είναι και η διευθύνων σύμβουλος της, πρόεδρος του ΔΣ και εκπρόσωπος αυτής, με μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου τον τρίτο και πέμπτη των εναγομένων, τον τρίτο δε εναγόμενο αντιπρόεδρο του ΔΣ αυτής από το έτος 2006 και με δυνατότητα εκπροσώπησης της.

Το ανωτέρω ακίνητο απέκτησε η δεύτερη εναγομένη με σκοπό να το εκμεταλλευτεί με την εκμίσθωσή του για χρήση καταστημάτων, καθώς διέθετε τα αναγκαία προς τούτο κεφάλαια και την τεχνογνωσία και επειδή το ακίνητο προσφερόταν λόγω του μεγέθους του και της ιδιαίτερα αξιόλογης εμπορικά θέσης του. Τις νομικές της υπηρεσίες παρείχε και στην δεύτερη εναγομένη, από της συστάσεως της, η ενάγουσα, πάντοτε όμως κατόπιν ρητών και συγκεκριμένων εντολών που ελάμβανε από αυτή.

Εξαιτίας του ότι ο Θ. Χ., φοιτητής τότε της Νομικής Σχολής Αθηνών, με άλλες προτεραιότητες, δεν έστεργε στην άμεση στατική ενίσχυση, συντήρηση και ανακαίνιση του κοινού ακινήτου τους, που απαιτούσε εκτεταμένες και δαπανηρές εργασίες και στην οικονομική αξιοποίηση του ως επαγγελματικού χώρου, η δεύτερη εναγομένη, κατόπιν συνεννόησης με τον οικονομικό της σύμβουλο Ε.

Ο., έδωσε εντολή στην ενάγουσα, δια της νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, να ασκήσει αγωγή διανομής του ακινήτου αυτού, με την προοπτική όμως και προετοιμαζόμενη με σχετικές μελέτες, να αποφύγει την αυτούσια διανομή κατ' ορόφους, που και πάλι θα οδηγούσε σε ανάγκη διαχείρισης από κοινού με τον Θ.

Χ. του όλου οικοδομήματος και να επιτύχει την απόκτησή του η ίδια (δεύτερη εναγομένη) δια πλειστηριασμού που θα μπορούσε να διατάξει το δικαστήριο, ώστε να μπορέσει να επενδύσει επιχειρηματικά στο περιουσιακό αυτό στοιχείο, όπου και από της συστάσεως της απέβλεπε. Πράγματι η ενάγουσα άσκησε την με αριθμό 4330/12-10-2004 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, όμως παραιτήθηκε από το δικόγραφο της, διότι δεν είχε εγγραφεί η αγωγή στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου και άσκησε νέα, όμοια, με αριθμό 1060/11-3-2005 αγωγή, της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος η 13-1-2006, οπότε αναβλήθηκε η συζήτηση για την 1-12-2006.

Περί τα τέλη του έτους 2006,ενόψει της συζητήσεως της ανωτέρω αγωγής διανομής, την ημέρα κατάθεσης στο δικαστήριο των προτάσεων των δύο πλευρών, ο Θ. Χ. για πρώτη φορά εκδήλωσε στην αντίδικο του πλευρά, την επιθυμία να εξετάσουν το ενδεχόμενο διανομής της κοινής αστικής τους περιουσίας, κάτι που και η ίδια επιθυμούσε ενόψει των προβλημάτων στην από κοινού διαχείριση της.

Η δεύτερη εναγομένη, που αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο να διαταχθεί δικαστικά η αυτούσια κατ' ορόφους διανομή της πολυωρόφου κοινής με τον Θ. Χ. οικοδομής τους, πράγμα που δεν θα την απάλλασσε από την ανάγκη κοινών χειρισμών, όπως π.χ για την επισκευή του κτιρίου, που ως τότε δεν είχαν επιτευχθεί και επειδή επιθυμούσε την εμπορική εκμετάλλευση του, αλλά και η πρώτη εναγομένη, όπως και οι λοιποί τρίτος, τέταρτη και πέμπτη των εναγομένων, που είχαν αντιμετωπίσει την αδυναμία από κοινού διαχείρισης των κοινών με τον Θ.

Χ. περιουσιακών τους στοιχείων, αποφάσισαν τότε, την επιδίωξη της εξώδικης διανομής τεσσάρων εκ των επικοίνων ακινήτων τους και μάλιστα, για τον λόγο αυτό, μετά από σχετική απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, σύμφωνα το με 56/15-11-2006 πρακτικό του, παραιτήθηκε η δεύτερη εναγομένη του δικογράφου της με αριθμό 1060/2005 προαναφερθείσας αγωγής διανομής με σχετική εντολή προς την ενάγουσα δικηγόρο της.

Πέραν του ανωτέρω ακινήτου επί της Λεωφόρου ... και οδού ... στο …, συμφωνήθηκε μεταξύ των εκάστοτε κοινωνών (ουσιαστικά όμως μεταξύ των δύο οικογενειών), να επιδιωχθεί η λύση της κοινωνίας και στα εξής τρία ακόμη κοινά ακίνητα στο …: α) Σε ακίνητο επί της Λεωφόρου ... και οδών ... και ..., εμβαδού 3.007,73 τμ, επί του οποίου υπήρχε πλακοσκεπές κτίσμα, πρώην πρατήριο υγρών καυσίμων, εμβαδού 217,50 τμ με συνεχόμενο στέγαστρο αντλιών εμβαδού 88,20 τμ, ισόγειο πλακοσκεπές κτίριο τριών καταστημάτων εμβαδού 218 τμ, 222 τμ και 142,80 τμ, αντίστοιχα, και ένα ισόγειο κτίσμα, πρώην συνεργείο αυτοκινήτων, στεγασμένο με ελενίτ εμβαδού 50,70 τμ.

Το ακίνητο αυτό ανήκε κατά ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου στον Θ. Χ., κατά ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου στον τρίτο και την τέταρτη εναγομένη και κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη εναγομένη. β) Σε ακίνητο επί της Λεωφόρου ... και της οδού ... εμβαδού 130,88 τμ με διώροφη οικοδομή από υπόγειο εμβαδού 38 τμ, ισόγειο όροφο-καταστήματα συνολικού εμβαδού 130,88 τμ και πρώτο όροφο-κατάστημα εμβαδού 44,50 τμ.

Το ακίνητο αυτό ανήκε κατά 50% εξ αδιαιρέτου στον Θ. Χ.‚ κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου στην πρώτη εναγομένη και κατά ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου στην πέμπτη εναγομένη και γ) Σε μια αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) σε οικοδομή επί της συμβολής των οδών ... και ..., την οποία αποτελούσε ολόκληρος ο πρώτος όροφος εμβαδού 52,77 τμ και ολόκληρος ο δεύτερος όροφος εμβαδού 35,18 τμ.

Το ακίνητο αυτό ανήκε κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου στον Θ. Χ., κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου στην μητέρα του Σ. Χ., κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη εναγομένη και κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου στην πέμπτη εναγομένη. Προκειμένου να επιτευχθεί η διανομή των ανωτέρω τεσσάρων ακινήτων, η δεύτερη εναγομένη, ανέλαβε για όλους τους κοινωνούς, την χάραξη της στρατηγικής και ανέθεσε σε δικούς της συνεργάτες, με την εποπτεία του οικονομικού της συμβούλου Ε.

Ο., την έρευνα για την δυνατότητα αυτούσιας διανομής των ακινήτων, έχοντας ως γνώμονα την δημιουργία δύο ισάξιων μερίδων για τις δύο οικογένειες, την δυνατότητα αξιοποίησης των ακινήτων και την οικονομική δυνατότητα των δύο πλευρών. Η ενάγουσα ενήμερη για την προσπάθεια της διανομής της κοινής περιουσίας, ήταν εκείνη που επικοινωνούσε ως εκπρόσωπος των εναγομένων με την πλευρά του Θ.

Χ. προς ενημέρωση του για τα στάδια των αναγκαίων προπαρασκευαστικών της διανομής ενεργειών και γνωμοδότησε όποτε της ζητήθηκε επί νομικών θεμάτων, χωρίς όμως να έχει εντολή από τους εναγόμενους προς οποιαδήποτε μεσολάβηση ή ενασχόληση με αυτή καθ εαυτή την προσπάθεια υλοποίησης της διανομής. Έτσι περί τα μέσα του έτους 2007, ανέθεσε η δεύτερη εναγομένη στον συνεργάτη της αρχιτέκτονα μηχανικό Γ.

Κ., την εκτίμηση της αξίας των επικοίνων ακινήτων και την μελέτη για προτάσεις διανομής με σχετικές τεχνικές εκθέσεις και προχώρησε παράλληλα σε νέες τοπογραφήσεις των επικοίνων. Ο Γ. Κ. τον Απρίλιο του έτους 2008, μετά από συνεργασία με τον Ε. Ο. και έρευνα για την δυνατότητα κατάτμησης του ακινήτου επί της Λεωφόρου ...

που τελικά ήταν εφικτή, παρέδωσε πίνακα με την εκτίμηση της αξίας των επικοίνων ακινήτων, ενώ τον Ιούλιο του έτους 2008, πάλι συνεργαζόμενος με τον Ε. Ο. στην αξιολόγηση των ακινήτων και την δυνατότητα αξιοποίησης τους, παρέδωσε την τελική του, από Ιούλιο 2008, έγγραφη πρόταση διανομής για δύο ισάξιες μερίδες για κάθε οικογένεια.

Κατά τον σχηματισμό των μερίδων ελήφθη υπόψη ότι η πλευρά των εναγομένων δεν αρνείτο, κατά το μέρος που θα τους αφορούσε, να λάβει κοινή μερίδα, ώστε να αποφευχθεί ο κατακερματισμός των ακινήτων, και η βούληση του Θ. Χ. να περιέλθουν σε αυτόν ακίνητα με άμεση απόδοση οφέλους και όχι ακίνητα προς εμπορική εκμετάλλευση.

Ειδικότερα η πλευρά των εναγομένων πρότεινε μια μερίδα αποτελούμενη από το ακίνητο της Λεωφόρου ... και οδού ... και τμήμα επιφάνειας 1285 τμ του ακινήτου επί της Λεωφόρου ... (Πρώην πρατήριο υγρών καυσίμων) και δεύτερη μερίδα αποτελούμενη από το ακίνητο της Λεωφόρου ... και οδού ..., τα διαμερίσματα (α και β ορόφου) του ακινήτου επί των οδών ...

και ... και τμήμα επιφάνειας 1725 τμ με τα επ'αυτού κτίσματα επί της Λεωφόρου ... και των οδών ... και .... Η ενάγουσα, ως δικηγόρος τω εναγομένων, ενημερώθηκε για πρώτη φορά για την ανωτέρω πρόταση στις 1-7-2008, σε συνάντηση για το σκοπό αυτό στο γραφείο του Γ. Κ., παρουσία της πρώτης εναγομένης και του Ε. Ο. και παρέλαβε την πρόταση χωρίς τις αξίες των μερίδων.

Στις 9-7-2008 παρέδωσε ο Γ. Κ., στο γραφείο του, την πρόταση διανομής στον Θ. Χ., ο οποίος, αν και επιφυλακτικός μέχρι τον δικό του έλεγχο, από την αρχή δεν έφερε αντιρρήσεις στον τρόπο αυτό διανομής, προτιμώντας την δεύτερη ανωτέρω μερίδα που αποτελείτο από ακίνητα εκ των οποίων χωρίς δαπάνες μπορούσε να επωφελείται με την μίσθωση τους και κάποια εκ των οποίων ήταν ήδη μισθωμένα, εν αντιθέσει με την πρώτη ανωτέρω μερίδα η οποία περιλάμβανε το κτίριο της Λεωφόρου ...

που απαιτούσε μεγάλες δαπάνες για την ανακαίνιση του ώστε να είναι δυνατή η εμπορική εκμετάλλευση του. Τον Σεπτέμβριο του έτους 2008, η δεύτερη εναγομένη ανέθεσε στην συμβολαιογράφο Πύργου Δ. Ε., τον έλεγχο των τίτλων της οικογένειας της Φ. Χ. και τον σχεδιασμό των ενεργειών για την τακτοποίηση τους, η οποία και τον πραγματοποίησε, παραδίδοντας στην Φ.

Χ. το από 20-9-2008 σημείωμά της, επισημαίνοντας με αυτό τις αναγκαίες ενέργειες που έπρεπε να γίνουν και ειδικότερα διορθώσεις τίτλων κυριότητας της πρώτης, του τρίτου, της τέταρτης και της πέμπτης των εναγομένων ώστε να είναι ακολούθως δυνατή η οποιαδήποτε μεταβίβαση προς διαμόρφωση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος με το οποίο θα προχωρούσαν στην διανομή με δύο ισάξιες μερίδες.

Έτσι εντός των ετών 2008 και 2009 καταρτίσθηκαν ενώπιον της ανωτέρω Συμβολαιογράφου το με αριθμό .../18-10-2008 διορθωτικό συμβόλαιο δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς‚ το με αριθμό .../20-10-2008 διορθωτικό συμβόλαιο γονικής παροχής και το με αριθμό .../26-9-2009 διορθωτικό και συμπληρωματικό συμβόλαιο δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς.

Ακολούθως, μετά από μελέτη της ανωτέρω συμβολαιογράφου, σε συνεργασία με τον Ε. Ο., των μεταβιβάσεων των ποσοστών σε συνδυασμό με την πρόταση διανομής, προκειμένου να αποξενωθούν των επικοίνων, όπως επιθυμούσαν, η πρώτη και η τρίτη εναγομένη και να περιέλθουν τα ακίνητα στους λοιπούς εναγόμενους (2η, 3ο και 4η) σε κοινή μερίδα, καταρτίσθηκε το με αριθμό .../15-12-2008 πωλητήριο συμβόλαιο, με παράσταση της ενάγουσας δικηγόρου, με το οποίο η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε στην δεύτερη εναγομένη το 1/6 εξ αδιαιρέτου ποσοστό κυριότητας της στο ακίνητο της Λεωφόρου ..., το 1% εξ αδιαιρέτου ποσοστό κυριότητάς της στο ακίνητο της Λεωφόρου ...

και οδού ... και το Ι % εξ αδιαιρέτου ποσοστό κυριότητάς της στο ακίνητο των οδών ... και ..., η με αριθμό .../28-12-2008 πράξη γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή με την οποία μεταβίβασαν η πρώτη και η πέμπτη εναγομένη τα ποσοστά κυριότητας τους, 36,50% εξ αδιαιρέτου και 12,50% εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, στο ακίνητο της Λεωφόρου ...

και ... και στο ακίνητο των οδών ... και ..., στον τρίτο και την τέταρτη των εναγομένων και το με αριθμό .../23-12-2009 πωλητήριο συμβόλαιο, με παράσταση της ενάγουσας δικηγόρου, με το οποίο μεταβίβασε η δεύτερη εναγομένη ποσοστό κυριότητά της 1% εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο επί της Λεωφόρου ... στον τρίτο και την τέταρτη των εναγομένων.

Κατά το στάδιο αυτό της μεταβίβασης των ποσοστών η ανωτέρω συμβολαιογράφος ζήτησε από την ενάγουσα την νομική της γνώμη για το αν θα πρέπει όλοι σι ιδιοκτήτες να συμμετέχουν με ποσοστά ιδιοκτησίας σε όλα τα προς διανομή ακίνητα. Το φορολογικό σκέλος της διανομής, ιδιαίτερης δυσκολίας λόγω της μεγάλης αξίας των ακινήτων και του αριθμού των προς διανομή ακινήτων, επιμελήθηκε κυρίως ο οικονομικός σύμβουλος της δεύτερης εναγομένης, Ε.

Ο., σε συνεργασία αρχικά με την συμβολαιογράφο Δ. Ε., η οποία και συνέταξε το πρώτο φορολογικό υπόμνημα, το οποίο όμως παρουσίαζε διαφορά στις αξίες των δύο μερίδων ποσού 131.960,87 ευρώ υπέρ της δεύτερης μερίδας που επιθυμούσε να λάβει ο Θ. Χ., εξαιτίας του ότι είχε ληφθεί λανθασμένη τιμή εκκίνησης στο ακίνητο της Λεωφόρου ...

και είχε ληφθεί υπόψη συντελεστής 1% αντί του μειωμένου συντελεστή 0,9% για τον υπολογισμό της αντικειμενικής αξίας των επικοίνων. Η ανωτέρω συμβολαιογράφος κατά το στάδιο αυτό ζήτησε την γνώμη της ενάγουσας για το αν εφαρμόζεται μειωμένος συντελεστής. Ενόψει της αμφιβολίας αυτής, ο Ε. Ο., απευθύνθηκε με σχετικό έγγραφο ερώτημα στην ΔΟΥ Ηρακλείου αλλά και στο Υπουργείο Οικονομικών και τελικά την 15-1-2010 έλαβε την απάντηση ότι έχει εφαρμογή ο μειωμένος συντελεστής 0,9%.

Παράλληλα, μετά από σύνταξη νέων τοπογραφικών διαγραμμάτων για το ακίνητο της Λεωφόρου ..., η συμβολαιογράφος Ελένη Βαρβεράκη, συγγενής του Θ. Χ., στην οποία και οι δύο πλευρές συμφώνησαν να αναθέσουν την κατάρτιση του συμβολαίου διανομής, συνέταξε τα τελικά φορολογικά υπομνήματα διανομής‚ σε συνεργασία με τον Ε.

Ο. και συνεπικουρούμενη από την συμβολαιογράφο Δ. Ε., για να επιτευχθεί φορολογική ισοδυναμία των μερίδων και μείωση της συνολικής φορολογικής αξίας της διανεμόμενης περιουσίας, δύο στον αριθμό λόγω της εφιλοχώρησης λαθών στο πρώτο και συμφωνούντος του Θ. Χ. σε κατάτμηση του ακινήτου της Λεωφόρου ... σε 3 τελικά (αντί δύο) τμήματα‚ εκ των οποίων θα ελάμβανε τα 2 τμήματα, ώστε να μειωθεί η αντικειμενική αξία της μερίδος που εκείνος επιθυμούσε να λάβει και συνακόλουθα να μειωθεί και ο φόρος για την διανομή και το έργο αυτό της κατάτμησης ανατέθηκε στον Γ.

Κ.. Μετά την ολοκλήρωση των ανωτέρω ενεργειών και αφού η μητέρα του Θ. Χ. είχε μεταβιβάσει σε αυτόν λόγω γονικής παροχής το μερίδιο της στο ακίνητο επί των οδών ... και ... ώστε αποξενώθηκε από αυτό, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να υπογραφεί το συμβόλαιο διανομής στις 5-2-2010 και συντάχθηκε από την Συμβολαιογράφο Ελένη Βαρβεράκη σχετικό προσχέδιο.

Παραμονές της υπογραφής του συμβολαίου διανομής, ο Θ. Χ. ζήτησε να συμπεριληφθούν στην διανομή και δύο άλλα κοινά ακίνητα ευρισκόμενα στην ... και την ..., αντίστοιχα, πλην όμως υπερίσχυσε η λογική να εξεταστεί ανεξάρτητα η διανομή τους και επίσης ζήτησε την παύση των εκκρεμών ακόμη δικαστικών διαφορών τους για την χρήση του πρώτου ορόφου της οικοδομής επί της Λεωφόρου ... .

Πράγματι, ανεξάρτητα από την διαδικασία για την επίτευξη της διανομής της κοινής περιουσίας τους, η πρώτη, η δεύτερη και η πέμπτη των εναγομένων, επεδίωξαν παράλληλα την ικανοποίηση απαιτήσεών τους έναντι του Θ. Χ., από την επί έτη χρήση εκ μέρους του, του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της οικοδομής επί της Λεωφόρου ...

και οδού ..., όπου κατοικούσε. Συγκεκριμένα μετά από εντολή των ανωτέρω εναγομένων, η ενάγουσα άσκησε τρεις αγωγές και δη την από 11-3-2005 και με αριθμό 1130/2005 αγωγή αποζημίωσης χρήσης για λογαριασμό της πρώτης, δεύτερης και πέμπτης των εναγομένων, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 405/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που κατέστη τελεσίδικη με την με αριθμό 284/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και με την οποία επιδικάσθηκε το ποσό των 16.587,50 ευρώ στην πρώτη εναγομένη, το ποσό των 2.065,20 ευρώ στην δεύτερη εναγομένη και το ποσό των 5.529,12 ευρώ στην πέμπτη εναγομένη, την από 23-10-2006 και με αριθμό κατάθεσης 5354/2006 αγωγή αποζημίωσης χρήσης εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 95/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία επιδικάσθηκε το ποσό των 9.500 ευρώ στην δεύτερη εναγομένη και την από 3-6-2009 και με 4512/2009 αγωγή αποζημίωσης χρήσης, εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης, με την οποία η δεύτερη εναγομένη, ζητούσε εκ νέου αποζημίωση, για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, και είχε προσδιοριστεί η συζήτηση της στις 28-4-2010.

Η δικαστική αυτή διαμάχη δεν επέδρασε αρνητικά στην διαδικασία των διαπραγματεύσεων των δύο πλευρών για την επίτευξη της διανομής των ακινήτων τους και μάλιστα στις 20-5-2009 κατέβαλε ο Θ. Χ. τα επιδικασθέντα σε βάρος του ποσά, με την παράδοση στην ενάγουσα, στην οποία είχε δοθεί γραπτή εντολή εκτέλεσης των αποφάσεων από την δεύτερη εναγομένη, τραπεζικών επιταγών, επιφυλασσόμενος μόνο των δικαιωμάτων του ενόψει αναίρεσης που είχε ασκήσει κατά της με αριθμό 284/2008 προαναφερθείσας απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Παραμονές όμως της υπογραφής του συμβολαίου διανομής, όπως προεκτέθηκε, ζήτησε για πρώτη φορά να τερματιστούν οι εκκρεμείς μεταξύ τους ανωτέρω δικαστικές διαφορές και τούτο τελικά αποδέχθηκε η πλευρά των λοιπών κοινωνών, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις τους, για να μην εμποδιστεί η διανομή. Έτσι στις 10-3-2010 υπεγράφη μεταξύ των κοινωνών, δηλαδή του Θ.

Χ.‚ της δεύτερης εναγομένης, του τρίτου εναγομένου και της τέταρτης εναγομένης, το με αριθμό .../10-3-2010 συμβόλαιο διανομής της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ελένης Βαρβεράκη, δυνάμει του οποίου διανεμήθηκε η κοινή περιουσία αυτών επί των ανωτέρω τεσσάρων επικοίνων ακινήτων ώστε αφενός μεν ο Θ. Χ. έλαβε στην αποκλειστική κυριότητα του μερίδα αντικειμενικής αξίας 5.119.786,24 ευρώ, αποτελούμενη από:

α) δύο άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα επιφάνειας 817,18 τμ και 909,90 τμ, αντίστοιχα, προερχόμενα από την κατάτμηση του οικοπέδου επί της Λεωφόρου ... και των οδών ... και ... β) όλο το ακίνητο επί της Λεωφόρου ... και της οδού ... και γ) όλο το ακίνητο επί των οδών ... και ... και αφετέρου η δεύτερη εναγομένη, ο τρίτος εναγόμενος και η τέταρτη εναγομένη έλαβαν στην αποκλειστική κυριότητα τους από κοινού μερίδα αντικειμενικής αξίας 5.054.107,91 ευρώ, αποτελούμενη από:

α) ένα άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο επιφάνειας 1280,65 τμ, προερχόμενο από την κατάτμηση του οικοπέδου επί της Λεωφόρου ... και των οδών ... και ..., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος και β) όλο το ακίνητο επί της Λεωφόρου ... και της οδού ...‚ κατά ποσοστό 98%, 1% και 1% εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα και αμέσως μετά, υπογράφηκε μεταξύ του Θ.

Χ. και της δεύτερης εναγομένης, το με αριθμό .../10- 3-2010 δηλωτικό της ίδιας Συμβολαιογράφου, δυνάμει του οποίου παραιτήθηκαν τύποις και ουσία των δικογράφων της με αριθμό 4512/2009 αγωγής αποζημίωσης, που είχε ασκήσει η δεύτερη εναγομένη και της αίτησης αναιρέσεως κατά της με αριθμό 284/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, που είχε ασκήσει ο Θ.

Χ. και τερματίστηκε η δικαστική διαμάχη τους για την χρήση του πρώτου ορόφου της οικοδομής στην Λεωφόρο ... . Η επίτευξη της εν λόγω διανομής, μακρόχρονη και δύσκολη λόγω του αντικειμένου της, καθώς χρειάστηκαν τοπογραφήσεις των ακινήτων, μελέτες της αξίας των επικοίνων και μελέτες της δυνατότητας κατάτμησης τους για τον σχηματισμό των μερίδων, τακτοποιήσεις τίτλων ιδιοκτησίας, μεταβιβάσεις ποσοστών επί των διανεμητέων ακινήτων και επίλυση σοβαρών φορολογικών θεμάτων, επήλθε, κατά τα προεκτεθέντα, εξαιτίας των προσπαθειών της πλευράς των εναγομένων η οποία πρότεινε δύο ισάξιες μερίδες, αποδεχόμενη, για διευκόλυνση της διανομής και προς αποφυγή κατακερματισμού της κοινής περιουσίας, κοινή για την πλευρά της μερίδα, λαμβάνοντας υπόψη τις αξίες των επικοίνων, την δυνατότητα αξιοποίησης τους και την οικονομική δύναμη των κοινωνών.

Η ενάγουσα ισχυρίζεται με την αγωγή της, ότι από τον Σεπτέμβριο του έτους 2004 έλαβε από την πρώτη εναγομένη, η οποία ενεργούσε και ως εκπρόσωπος των λοιπών εναγομένων, την εντολή επίτευξης της διανομής της κοινής με τον Θ. Χ. περιουσίας τους, ενεργώντας κατά την κρίση της (ενάγουσας) δικαστικώς ή εξωδίκως, έναντι προφορικά συμφωνηθείσας αμοιβής σε περίπτωση εξώδικης διανομής, ίσης με την ελάχιστη προβλεπόμενη αμοιβή από τον Κώδικα Δικηγόρων (άρθρο 124), υπολογιζόμενης επί της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων της μερίδας των εντολέων της, διανομή την οποία έκτοτε επιδίωξε και επέτυχε εξωδίκως, με τις εκτιθέμενες στο δικόγραφο ενέργειες της, που εδραίωσαν την εμπιστοσύνη και εξαφάνισαν τις επιφυλάξεις του Θ.

Χ.. Όμως ουδέποτε ανατέθηκε στην ενάγουσα η διεκπεραίωση της διανομής της κοινής με τον Θ. Χ. ακίνητης περιουσίας των εναγομένων, διεκπεραίωση η οποία ανεφάνη, όπως προεκτέθηκε πιθανή και δη εξωδίκως, μόνο κατά το έτος 2006. Τούτο καταθέτει ο μάρτυρας των εναγομένων Ε. Ο. και οι περί του αντιθέτου καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αντίθετη κρίση, καθώς η γνώση τους για το θέμα αυτό, βασίζεται σε όσα η ενάγουσα τους έχει αφηγηθεί.

Η αλήθεια της κατάθεσης του ανωτέρω μάρτυρα των εναγομένων επιβεβαιώνεται από το ότι μια τέτοια συμφωνία δεν συνάδει με την λογική καθώς δεν είχαν όλοι οι εναγόμενοι συγκυριότητα επί των αυτών ακινήτων‚ ούτε άλλωστε δικαιολογείται "λευκή" εντολή διαχείρισης και προφορική συμφωνία για την αμοιβή σε μια τέτοιας αξίας, ύψους τουλάχιστον 10.000.000 ευρώ, περιουσία και επίσης όταν η πρώτη εναγομένη, όπως και οι μάρτυρες της ενάγουσας καταθέτουν, ήταν πολύ τυπική και σχολαστική στις συναλλαγές της για να αρκεστεί σε προφορικές συμφωνίες, έχοντας την εκπροσώπηση μάλιστα και άλλων και όταν η δεύτερη εναγομένη, όπως η ίδια η ενάγουσα συνομολογεί, της έδωσε ρητές εντολές για συγκεκριμένες μετά το 2004 ενέργειες (άσκηση αγωγής διανομής του δικού της κοινού με τον Θ.

Χ. ακινήτου, άσκηση αγωγών αποζημίωσης ‚εντολή είσπραξης επιδικασθέντων ποσών),εντολές στις οποίες δεν θα έπρεπε να προβεί αν υπήρχε εντολή για συνολική διανομή της όποιας κοινής περιουσίας. Δεν αποδείχθηκε επίσης ότι η ενάγουσα προέβη στις επικαλούμενες από αυτή ενέργειες που κατέτειναν σε συμβιβασμό και οδήγησαν στην συναίνεση του Θ.

Χ. για την εξώδικη λύση της κοινωνίας με τους εναγόμενους. Αφενός ο Θ. Χ. ουδέποτε αρνήθηκε την συγκυριότητα, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά, με έκαστο των εναγομένων και επιθυμούσε την λύση της μεταξύ τους κοινωνίας και μάλιστα "όσον το δυνατόν συντομότερα" όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στην από 10-9-2007 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του που κοινοποίησε στην πρώτη εναγομένη ενόψει διαφορών τους για την συντήρηση του ακινήτου επί της οδού ...

και ... και του ακινήτου επί της Λεωφόρου ... και έτσι καθίσταται και λογικό ανακόλουθο να απαιτείται η άσκηση πίεσης σε βάρος του, με άσκηση αγωγών εναντίον του για την διανομή του ακινήτου επί της Λεωφόρου ... και για αποζημίωση από την χρήση διαμερίσματος αυτής, στα πλαίσια σχεδιασμού επίτευξης διανομής όλων των επικοίνων, όπως διατείνεται η ενάγουσα.

Εξάλλου, όσον αφορά τον τρόπο διανομής και τις μερίδες που θα έπρεπε να σχηματιστούν, ο Θ. Χ. δέχθηκε αυτούσια την πρόταση των εναγομένων, για δύο μερίδες με συγκεκριμένα ακίνητα, με μόνη τροποποίηση, που του προτάθηκε για φορολογικούς λόγους και ήταν προς όφελος του, εκείνη της περαιτέρω κατάτμησης του ακινήτου της Λεωφόρου ..., η οποία και δεν επέφερε αλλαγή στα ακίνητα που επιθυμούσε εξ αρχής να λάβει και αφετέρου η δεύτερη, ο τρίτος και η πέμπτη των εναγομένων αποδέχθηκαν να σταματήσουν οι εκκρεμείς μεταξύ τους δίκες, με επακόλουθο να μην υπάρξουν μεταξύ των δύο πλευρών διαφωνίες, ώστε να δοθεί έδαφος για διαμεσολάβηση τρίτων στην επίτευξη της διανομής.

Όσον αφορά δε τις προεκτεθείσες αποδειχθείσες προπαρασκευαστικές της διανομής ενέργειες, για την διαμόρφωση των μερίδων, την μελέτη του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των επικοίνων, τον φορολογικό σχεδιασμό και την επίλυση των φορολογικών θεμάτων, δεν συνέπραξε σε αυτές η ενάγουσα, όπως ισχυρίζεται αναληθώς, και τούτο διαβεβαιώνουν τα πρόσωπα που και η ίδια αποδέχεται ότι συνέπραξαν, δηλαδή οι εξετασθέντες ενόρκως Ε.

Ο., Γ. Κ. και Δ. Ε., αλλά και δεν θα μπορούσε να συμπράξει καθοριστικά διότι απαιτούντο εξειδικευμένες γνώσεις, τεχνικές και οικονομικές. Οι καταθέσεις των προσώπων που εξετάστηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας δεν μπορούν να αντικρούσουν με πειθώ τις ανωτέρω καταθέσεις, ενόψει του ότι πρόκειται για τρίτα άτομα, (δικηγόροι και ο υιός της ενάγουσας) αμέτοχα στην διαδικασία της εν λόγω εξώδικης διανομής χωρίς άμεση γνώση.

Η ενάγουσα συνέπραξε μόνο, όπως προεκτέθηκε, σε μεταβιβάσεις ακινήτων μεταξύ των εναγομένων, παριστάμενη κατά την κατάρτιση των αντίστοιχων συμβολαιογραφικών πράξεων και έλαβε την αντίστοιχη αμοιβή της, όπως συνομολογεί. Η ενάγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι, κατά πρόταση της, παραχωρήθηκε από την πλευρά των εναγομένων το δικαίωμα επιλογής μερίδας στον Θ.

Χ., γεγονός που συνέτεινε καθοριστικά στην συναίνεση του για την διανομή των επικοίνων. Είναι όμως τούτο αναληθές, διότι η σύνθεση εκάστης μερίδας, που σχημάτισε από αρχής η πλευρά των εναγομένων κατόπιν μελετών του Γ. Κ. σε συνεργασία με τον Ε. Ο., ήταν εκείνο που προσδιόρισε την επιλογή και δεν επέτρεψε τις έριδες ως προς το ποια μερίδα θα ελάμβανε η κάθε πλευρά, καθώς, όπως έχει ήδη εκτεθεί, σχηματίσθηκαν οι μερίδες, με βάση τις οικονομικές δυνατότητες και εισοδηματικές βλέψεις των δύο πλευρών, δηλαδή η μία μερίδα αποτελούμενη από ακίνητα με άμεση απόδοση οφέλους από την μία πλευρά για τον Θ.

Χ. και η άλλη μερίδα, όπου μετείχε με ποσοστό 98% η δεύτερη εναγομένη, με ακίνητα με εμπορικό ενδιαφέρον και δυνατότητα μελλοντικής αξιοποίησης με κόστος που μπορούσε να αναλάβει η τελευταία. Τέλος, ισχυρίζεται ότι με τις δικές τις άοκνες προσπάθειες και την προσωπική της παρουσία, εδραίωσε την εμπιστοσύνη του Θ.

Χ., η οποία είχε κλονιστεί από την σφοδρή αντιδικία του με τους εναγόμενους για την διαχείριση της κοινής περιουσίας τους και εξαφάνισε τις επιφυλάξεις του, ώστε επιτεύχθηκε η συμβιβαστική λύση της μεταξύ τους κοινωνίας με εξώδικη διανομή των ακινήτων τους. Όμως η αντιδικία αυτή, κατά τον χρόνο των διαπραγματεύσεων για την διανομή των επικοίνων, που αφορούσε την χρήση του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της οικοδομής στην Λεωφόρο ...

και οδό ... και την συντήρηση του ακινήτου επί της οδού ... και ... και του ακινήτου επί της Λεωφόρου ..., δεν σχετίζεται με την προσπάθεια διανομής της κοινής περιουσίας των δύο οικογενειών, ούτε στάθηκε τροχοπέδη, αντιθέτως κατεδείκνυε την ανάγκη λύσης της κοινωνίας και εξάλλου, η ίδια η ενάγουσα, βέβαια κατ' εντολή πάντοτε των εναγομένων, ακόμα και κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για την διανομή, άσκησε τις αγωγές αποζημίωσης εναντίον του Θ.

Χ., προχώρησε σε παραστάσεις στα δικαστήρια για την δικαστική επιδίωξη των απαιτήσεων τους και στην εκτέλεση των σχετικών αποφάσεων που εκδόθηκαν ή απέστειλε στον Θ. Χ. εξώδικα, ενέργειες που αυτές καθ' εαυτές δεν βοηθούν σε προσέγγιση των δύο διαπραγματευόμενων πλευρών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ενάγουσα δεν δικαιούται αμοιβής κατ' άρθρο 124 του Κώδικα Περί Δικηγόρων, εφόσον δεν αποδείχθηκε η σύμπραξή ης με σκοπό συμβιβασμού, στην λύση της κοινωνίας, επί των προαναφερθέντων ακινήτων, των εναγομένων και του Θ.

Χ. και επομένως η αγωγή, η οποία ήταν νόμιμη και επαρκώς ορισμένη, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες, καθώς εκτίθεντο όλα τα αναγκαία στοιχεία και μεταξύ αυτών και εκείνο του ποσού του συμβιβασμού προς υπολογισμό της αξιούμενης αμοιβής, δηλαδή η αξία των ακινήτων επί των οποίων περιορίσθηκε η κυριότητα των εναγομένων, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί και η παρεμπίπτουσα αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκανε δεκτή την κυρία αγωγή και την παρεμπίπτουσα αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμες, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων κατά τα βάσιμα υποστηριζόμενα με τον σχετικό λόγο, περί εκτίμησης των αποδείξεων, της έφεσης. Πρέπει επομένως, να γίνει δεκτή η έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, μη ερευνώμενων των λοιπών λόγων έφεσης ως άνευ αντικειμένου ‚να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη κατ' άρθρο 535 ΚΠολΔ και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να συνεκδικασθούν η κυρία αγωγή και η παρεμπίπτουσα αγωγή και να απορριφθεί η κύρια αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και η παρεμπίπτουσα αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ευθέως και εκ πλαγίου χωρίς αιτιολογία και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής τους. Και τούτο γιατί από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι ουδέποτε ανατέθηκε στην ενάγουσα η σύμπραξή της προς άρση ερίδων και αβεβαιοτήτων προς επίτευξη με αμοιβαίες υποχωρήσεις συμβιβασμού μεταξύ των εναγομένων ως προς τη διανομή της κοινής με τον Θ.

Χ. ακίνητης περιουσίας των εναγομένων. Ακόμη με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επί του άνω ζητήματος. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς τα προαναφερθέντα ζητήματα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήσσεται με αυτό η ουσία της υποθέσεως, αφού ανάγεται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (561 παρ.1 του ΚΠολΔ). 2.

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρα 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/2001.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλ' αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός, εξάλλου, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, διαφορετικό δε είναι το ζήτημα εάν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική του δύναμη, οπότε ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 λόγος αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης και τον πρώτο λόγο των προσθέτων λόγων αυτής, διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε ότι από το έτος 2005 η ομάδα των συγκοινωνών-αναιρεσίβλητων υπό την πρώτη αναιρεσίβλητη της είχαν αναθέσει τη διανομή του συνόλου της περιουσίας τους που είχαν με των Θ.

Χ. και ότι αυτή είχε αναλάβει έκτοτε τον συντονισμό όλων των ενεργειών προκειμένου να επιτευχθεί το έργο αυτό, ενώ το δικαστήριο δέχθηκε ότι τέτοια ανάθεση δεν έγινε. Ειδικότερα, ψέγει το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη, α) την από 8-6-2005 επιστολή της προς την πρώτη εναγομένη-αναιρεσίβλητη, β) ένα χειρόγραφο σημείωμα της τελευταίας προς την αναιρεσείουσα εντός φακέλου, γ) το ενημερωτικό σημείωμα της αναιρεσείουσας (με αριθμό ως σχετικό Ω6), δ) το υπ' αριθμ. .../1999 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ευγενίας Μπορμπουδάκη, ε) το από 28-4-2009 έγγραφο, υπογεγραμμένο από την πρώτη αναιρεσίβλητη και στ) την από 20-5-2009 απόδειξη παραλαβής επιταγών, υπογεγραμμένη από την αναιρεσείουσα και τον Θ.

Χ.. Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με το ως άνω κρίσιμο ζήτημα της ανάθεσης ή μη στην αναιρεσείουσα της διανομής του συνόλου της περιουσίας τους που είχαν με τον Θ.

Χ. και ότι αυτή είχε αναλάβει ή μη τον συντονισμό όλων των ενεργειών προκειμένου να επιτευχθεί το έργο αυτό, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις. Επομένως, ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης και πρώτος λόγος των προσθέτων λόγων αυτής είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Οι ίδιοι λόγοι, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς τα προαναφερθέντα ζητήματα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών.

3. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνα που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 2/2008).

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος των προσθέτων λόγων της αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση της παραμόρφωσης της από 10-9-2007 εξωδίκου δηλώσεως του Θ. Χ. κατά της Φ. Χ., είναι απαράδεκτος, διότι, όπως από αυτόν (λόγο) προκύπτει δεν προβάλλεται εσφαλμένη ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά η συναγωγή από το έγγραφο αυτό, με εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που υποστηρίζει ως ορθό η αναιρεσείουσα. 4.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 237 εδ. 1β, 346 και 453 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης, παραδεκτώς και νομίμως προταθέντος ισχυρισμού, θεμελιωτικού αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως.

Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε δι’ αναφοράς με αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, το οποίο, αν και αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, εφαρμόζεται και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 23/2008 και 9/2000).

Οι αποδείξεις που παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 42/2002) και δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο στήριξε την κρίση του κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα.

Για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το δικαστήριο έλαβε υπόψη παρά το νόμο το αποδεικτικό μέσο, να προσδιορίζεται δε τούτο ως προς τα αναγνωριστικά της ταυτότητάς του στοιχεία και το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί η κρισιμότητά του για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού, όπως και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 892/2013, ΑΠ 324/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 11β’ του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη παρά το νόμο, προς ανταπόδειξη επί της βασιμότητας της αγωγής, τα μη νομίμως επικληθέντα από τους αναιρεσίβλητους έγγραφα και συγκεκριμένα: α) τις υπ' αριθμ. 694 και 695/16-9-2011 ένορκες βεβαιώσεις του Γ.

Κ. και Δ. Ε., που έγιναν με επιμέλεια των αναιρεσίβλητων, β) το από 20-9-2008 σημείωμα της συμβολαιογράφου Πύργου Δ. Ε. και γ) το από 15-1-2010 έγγραφο της ΔΟΥ Ηρακλείου. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσίβλητων στο Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι γίνεται σ’ αυτές επίκληση, μεταξύ άλλων και των μνημονευομένων με τις έγγραφες προτάσεις των αναιρεσίβλητων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και προσκομισθέντων σ’ αυτό εγγράφων.

Ειδικότερα: Οι αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, 1) αναφέρονται στις από 12-5-2014 προτάσεις των αναιρεσίβλητων στο Εφετείο (σελίδες 18, 19, 20 και 22-25), όπου γίνεται αναφορά και εξειδίκευση τους και 2) αναφέρονται στις ίδιες προτάσεις των αναιρεσίβλητων στο Εφετείο (σελίδες 52, 53), με αναφορά τους σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεών τους στο Πρωτοδικείο (σχετικά 1-50 των από 21-5-2012 πρωτόδικων προτάσεων, σχετικά Α, Β1 και Γ1, Γ2, Γ3 και σελίδες 22-25).

Τα αναφερόμενα από 20-9-2008 σημείωμα της συμβολαιογράφου Πύργου Δ. Ε. και από 15-1-2010 έγγραφο της ΔΟΥ Ηρακλείου, 1) αναφέρονται στις από 12-5-2014 προτάσεις των αναιρεσίβλητων στο Εφετείο (σελίδες 25, 28), όπου γίνεται αναφορά και εξειδίκευση τους και 2) αναφέρονται στις ίδιες προτάσεις των αναιρεσίβλητων στο Εφετείο (σελίδες 25,28 ), με αναφορά τους σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεών τους στο Πρωτοδικείο (σελίδες 27, 39).

Επομένως, εφόσον κατά τρόπο σαφή και ευδιάγνωστο προσδιορίζονται με τις έγγραφες προτάσεις των αναιρεσίβλητων στο Εφετείο και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεών τους στο Πρωτοδικείο, τα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αυτά παρά το νόμο και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 11 β’ του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από14-10-2014 αίτηση για αναίρεση και των προσθέτων λόγων αυτής της υπ' αριθμ. 99/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ