Supreme Court dismisses appeal on evidence admissibility and statute of limitations grounds in labor dispute.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a labor dispute with a bus company. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence and ignored a statute of limitations defense, but the court found the evidence was properly evaluated and the defense was procedurally inadmissible. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559(11) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must consider all evidence presented by parties, and a statute of limitations defense raised by the respondent does not constitute a 'fact' requiring the court's consideration for the purpose of Article 559(8).
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 963 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 963/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παναγιώτου, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 6-2-2009 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και παρίσταται.
Της αναιρεσίβλητης: ΑΕ με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Ν.Αχαϊας-ανών. μεταφορική-τουριστική και εμπορική εταιρεία" που εκπροσωπείται νόμιμα, και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γκούβα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 373/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 720/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 29-7-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 27-1-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως, του άρθρου 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη έγγραφο του αναιρεσείοντα, που είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη παραδεκτού και βάσιμου ισχυρισμού και όχι όταν έλαβε μεν υπόψη τούτο, έκρινε όμως ότι δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε.
Εξάλλου, όταν σε εκκρεμή δίκη γίνεται επίκληση διαδικαστικού εγγράφου άλλης δίκης, όπως είναι και η δικαστική απόφαση και προσκομίζεται προς απόδειξη κρίσιμου πραγματικού περιστατικού τότε το έγγραφο αυτό προσλαμβάνει το χαρακτήρα αποδεικτικού μέσου. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ότι ο αναιρεσείων δεν συνδεόταν με σύμβαση εργασίας εξαρτημένης εργασίας με την αναιρεσίβλητη εταιρία, αλλά με τους ιδιοκτήτες των ενταγμένων στο ΚΤΕΛ Ν.
Αχαΐας ..., ..., ... και ... λεωφορείων, έλαβε υπόψη "και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι". Από τη διατύπωση αυτή, καθώς και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε :
Α) τις ακόλουθες δικαστικές αποφάσεις: 1) τις υπ' αριθμ. 776/2006, 503/2006, 834/2005, 619/2005, 188/1988, 535/1990, 127/1991, 941/1997, 640/2000, 108/2002 του Εφετείου Πατρών, 592/2003, 205/2002, 704/2002, 880/2002, 1095/2002, 276/2001, 130/1996, 401/1988, 539/1987, 737/1987, 445/1986, 179/1986, 609/1986, 651/1985, 452/1985, 418/1985, 246/1984, 287/1982, 760/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, και Β) τον πίνακα των εξόδων ΚΤΕΛ ΑΕ των ετών 2003 και 2004.
Επομένως ο πρώτος λόγος (αληθώς από τον αριθμό ii του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον ίδιο αριθμό και άρθρο, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις τους είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 450 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν προς απόδειξη, ενώ κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως όταν το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε π.χ.
επί του αιτήματος επιδείξεως εγγράφου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το αίτημα περί επιδείξεως όλων των εις την κατοχή της αναιρεσίβλητης ευρισκομένων σχετικών εγγράφων καταστάσεων κατανομής γενικών εξόδων και διανομής μερισμάτων στους μετόχους, από τον χρόνο πρόσληψης του αναιρεσείοντος μέχρι της αποχωρήσεως του από την εργασία του λόγω συνταξιοδοτήσεώς του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί το αίτημα του αναιρεσείοντος δεν είναι ορισμένο αφού δεν περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, ώστε να μπορεί να κριθεί αν σχετίζονται με το αντικείμενο της αποδείξεως της ένδικης διαφοράς και να στοιχειοθετηθεί έτσι το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την προβολή του αιτήματος επιδείξεως εγγράφων και του κρινόμενου αναιρετικού λόγου.
Από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.4 του β.δ. 235/1968, το οποίο εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του ν. 2119/1952, κατά την οποία " απων το προσωπικό του ΚΤΕΛ, έχει εργοδότη του ΚΤΕΛ, πλην των οδηγών λεωφορείων οι οποίοι προσλαμβάνονται και απολύονται υπό του ιδιοκτήτου του λεωφορείου", σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 17 του πιο πάνω νόμου 2119/1952, όπως συμπληρώθηκε με την παρ.4 του άρθρου 33 του ν.δ. 3334/1955 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του ν.δ. 3990/1959, προκύπτει μεν ότι οι οδηγοί (τακτικοί και έκτακτοι) των εντεταγμένων στα ΚΤΕΛ λεωφορείων, αποτελούν προσωπικόν των ιδιοκτητών των λεωφορείων από τους οποίους προσλαμβάνονται και απολύονται, η δε αντιμισθία των καταβάλλεται από το ΚΤΕΛ, τούτο όμως δεν αποκλείει την περίπτωση να προσλάβει το ΚΤΕΛ τον οδηγό του λεωφορείο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας όταν συντρέχει τέτοια ανάγκη, όπως στην περίπτωση προσλήψεως οδηγού προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ο προσλαμβανόμενος στα λεωφορεία τα οποία εντάσσονται σε αυτό και κινούνται, επ'ονόματί του προς κάλυψη ειδικών αναγκών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 και 4 παρ.ΙΙ του ν.δ. 102/1973 όπως η παρ.ΙΙ του άρθρου 4 αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε από το άρθρο 8 παρ.1 και 2 ν.δ. 866/1979.
Οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας την οποία κατήρτισε το ΚΤΕΛ για την αντιμετώπιση αναγκών οι οποίες υπάγονται στον κύκλο των αρμοδιοτήτων του, βαρύνουν το ΚΤΕΛ ενώ οι ιδιοκτήτες των λοιπών λεωφορείων βαρύνονται για τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση εξαρτημένης την οποία κατήρτισαν με τους οδηγούς των εντεταλμένων στο ΚΤΕΛ λεωφορείων τους, από τους οποίους προσλαμβάνονται και απολύονται. 'Ετσι λοιπόν η μισθοδοσία των οδηγών αυτών βαρύνει τους εν λόγω ιδιοκτήτες, οι οποίοι είναι οι εργοδότες τους και όχι το ΚΤΕΛ, στο οποίο είναι ενταγμένο το λεωφορείο.
Το ΚΤΕΛ κατά την καταβολή του μισθού στους ανωτέρω οδηγούς ενεργεί για λογαριασμό του ιδιοκτήτη του λεωφορείου, από το μέρισμα του οποίου αφαιρείται το ποσό του μισθού που καταβλήθηκε (Ολ.ΑΠ 247/1986). Εξάλλου, παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988).
Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχεται, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε το έτος 1979 από τον Φ1 ιδιοκτήτη του ...λεωφορείου, ενταγμένου στο ΚΤΕΛ Ν.Αχαϊας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει την εργασία του, ως μόνιμος οδηγός του ως άνω λεωφορείου.
Με την ιδιότητα αυτή εργάστηκε έως τις 30-9-1985 που ο ανωτέρω ιδιοκτήτης του λεωφορείου μεταβίβασε ποσοστό 49% εξ αδιαιρέτου αυτού στους Σ1 και Σ2 οπότε και την οδήγηση του λεωφορείου ως μόνιμος οδηγός ανέλαβε ένας εκ των νέων συνιδιοκτητών. Μετά ταύτα ο αναιρεσείων στις 1-10-1985 συνήψε συμβάσεις εργασίας εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως εφεδρικός οδηγός με ιδιοκτήτες τεσσάρων λεωφορείων ενταγμένων στο ΚΤΕΛ Ν.Αχαΐας και συγκεκριμένα: 1) με τους Φ1 προηγούμενο εργοδότη του, Σ1 και Σ2 συνιδιοκτήτες του ...και στη συνέχεια του ...
λεωφορείου κατά ποσοστό 51%, 25% και 24% εξ αδιαιρέτου ο καθένας αντίστοιχα, 2) με τους ... και ..., συνιδιοκτήτες του .... και στη συνέχεια του .... λεωφορείου κατά ποσοστό 50% ο καθένας, 3) με τον ..., ιδιοκτήτη του ... και στη συνέχεια του ... λεωφορείου και 4) με τους ..., ... και ..., συνιδιοκτήτες του ... και του ... λεωφορείου, κατά ποσοστό 40%, 27% και 33% εξ αδιαιρέτου ο καθένας αντίστοιχα.
Ο αναιρεσείων ως εφεδρικός οδηγός εργάσθηκε συνεχώς μέχρι την 1-9-2005, οπότε και αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης. Καθ'όλο το διάστημα, από 1-10-1985 έως 1-9-2005 ο αναιρεσείων εργάσθηκε ως εφεδρικός οδηγός μόνο των παραπάνω τεσσάρων λεωφορείων και ελάχιστες φορές ως εφεδρικός οδηγός και των ... και ... λεωφορείων ιδιοκτησίας των ....
το πρώτο και ...., .... και ... το δεύτερο, κατόπιν ειδικής συμφωνίας με τους τελευταίους για την κάλυψη έκτακτων αναγκών. Η μισθοδοσία του και η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του προς το ΙΚΑ γινόταν μεν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία φερόταν τυπικά στο ΙΚΑ ως εργοδότης, πλην όμως η σχετική δαπάνη βάρυνε τελικά τους πιο πάνω ιδιοκτήτες λεωφορείων, οι οποίοι είχαν προσλάβει τον αναιρεσείοντα και για το λόγο αυτό γινόταν αντίστοιχη χρέωση της καρτέλας τους και αφαίρεση των σχετικών ποσών κατά την εκκαθάριση του μερίσματος που αναλογούσε ανά τρίμηνο σε κάθε λεωφορείο.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, εργοδότης του αναιρεσείοντος κατά την αποχώρηση από την εργασία του, ήταν οι ιδιοκτήτες των ενταγμένων στο ΚΤΕΛ Ν.Αχαΐας των ανωτέρω λεωφορείων, οι οποίοι τον προσέλαβαν και κατέβαλαν δια της αναιρεσίβλητης, με αντίστοιχη χρέωση των εξόδων των λεωφορείων τους, τις αποδοχές του, και όχι η αναιρεσίβλητη, αφού δεν προσλήφθηκε, ούτε απασχολήθηκε από την τελευταία ως εφεδρικός οδηγός ενταγμένων σ'αυτή λεωφορείων, κινουμένων στο όνομά της και για την κάλυψη δικών της αναγκών.
Κατά συνέπεια, η αναιρεσίβλητη δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει στον αναιρεσείοντα κατά την αποχώρησή του αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίηση.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο ορθώς εφήρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις, επιπλέον δε διέλαβε τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των εφαρμοσθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως ο αντίθετος τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠΟλΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος όταν αυτή υπερβαίνει τα στη διάταξη αυτή αναφερόμενα όρια, έχει εφαρμογή, όταν πρόκειται περί ασκήσεως του δικαιώματος από το δικαιούχο του, όχι δε και όταν ο διάδικος αρνείται απλά η αιτιολογημένα να δεχθεί την ύπαρξη ή άσκηση δικαιώματος του αντιδίκου του.
Με την αγωγή, όπως και το Εφετείο δέχεται, ο αναιρεσείων ζητεί την καταβολή της αποζημίωσης απολύσεως λόγω συνταξιοδότησης του από την αναιρεσίβλητη εταιρία. Κατά της αγωγής αυτής προβάλλεται άρνηση του ως άνω δικαιώματος του αναιρεσείοντος, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης. Με τα δεδομένα αυτά δεν είναι δυνατόν να προταθεί η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ως άνω ένσταση, αφού, κατά τα ανωτέρω, αυτή δεν αποτελεί "πράγμα" και δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Ιουλίου 2007 αίτηση του ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 720/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ