Supreme Court dismisses appeal on proportionality grounds and remands labor accident compensation case for retrial.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the proportionality of mental distress compensation while annulling the lower court's decision on liability. The court found that the lower court's reasoning on the specific amount awarded was insufficient to withstand the proportionality challenge under the Constitution and Civil Code. Consequently, the case was remanded for further examination by a different judge to determine the appropriate compensation amount.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 25 of the Constitution; Articles 914 and 932 of the Civil Code: When a lower court's award of mental distress damages is challenged on proportionality grounds, the Supreme Court may annul the decision if the reasoning is inadequate, remanding the case for a new assessment of the specific amount.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 962 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 962/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Των Α' αναιρεσειόντων: 1. Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., και 2. Α. χήρας Κ. Γ., το γένος Μ. Κ. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Των Α' αναιρεσιβλήτων: 1. K. (Κ.) L. (Λ.) του Ν. (D.), 2. D. (Ν.) L. (Λ.) του A. (Α.), 3. F. (Φ.) L. (Λ.) του A. (Α.), 4. N. (Ν.) L. (Λ.) του A. (Α.), και 5. K. (Χ.) L. του A. (Α.), κατοίκων ..., η πρώτη ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της 4ης και του 5ου. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καπελάρη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Και Των Β' αναιρεσειόντων: 1. Κ. Λ. του Ν. (D.), 2. D. (Ν.) L. (Λ.) του A. (Α.), 3. F. (Φ.) L. (Λ.) του A. (Α.), 4. N. (Ν.) L. (Λ.) του A. (Α.), και 5. K. (Χ.) L. του A. (Α.), κατοίκων Αίγινας, η πρώτη ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του 5ου. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καπελάρη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Των Β' αναιρεσιβλήτων: 1. Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στην Αίγινα Αττικής, 2. Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 3. Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., και 4. Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., νομίμου εκπροσώπου της πρώτης. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2017 αγωγή των ήδη Α' αναιρεσιβλήτων και Β' αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2019 μη οριστική, 1832/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 397/2022 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι Α' αναιρεσείοντες με την από 20-7-2022 αίτησή τους και οι Β' αναιρεσείοντες με την από 27-9-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των Α' αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης των αντιδίκων τους και ο ίδιος πληρεξουσίος των Β' αναιρεσειόντων την παραδοχή της αίτησης τους καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης της από 20-7-2022 και με αριθ. κατ. 741/60/21-7-2022 αίτησης αναίρεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων 1)Μ. Γ. και 2)Α. χας Κ.Γ. κατά των εναγόντων και της από 27-9-2022 και με αριθ.κατ. 1040/85/2-11-2022 αντίθετης αίτησης αναίρεσης των εναγόντων 1) Κ. Λ., 2) Ν. Λ., 3) Φ.
Λ.,4) Ν. Λ. και 5) Χ. Λ., εκπροσωπούμενου από την ασκούσα την γονική μέριμνα μητέρα του πρώτη αναιρεσείουσα κατά των ως άνω εναγομένων-αναιρεσειόντων και των λοιπών εναγομένων ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...-Μ. Γ.ς ΟΕ" και του Α. Κ., κατά της αυτής με αριθμό 397/30-6-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά πρώτα, και μάλιστα αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι λόγοι του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης και ακολούθως, αν κρίνει αυτή παραδεκτή και νόμιμη, προχωρεί στην έρευνα του βάσιμου των λόγων της αναίρεσης. Κύρια θετική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης είναι και το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναίρεσης του διαδίκου που επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης (ΑΠ 109/2022).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ήσαν αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων απ` αυτούς ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατ` εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες μ` αυτήν πλημμέλειες και ως προς τους οποίους, επομένως, δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση, ακόμα και εάν ευδοκιμήσουν οι λόγοι αυτοί (ΑΠ 536/2020, ΑΠ 649/2020, ΑΠ 465/2019, ΑΠ 157/2018, ΑΠ 2080/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 397/30-6-2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. έγινε δεκτή τυπικά η από 3-11-2021 και με αριθ. κατάθ. 8765/600/4-11-2021 έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσίβλητων, κατά της με αριθμό 1832/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία απέρριψε την από 2-11-2017 και με αριθ.καταθ.12495/6188/2017 αγωγή, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η ως άνω έφεση ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητους Μ.
Γ. και Α. χα Κ. Γ., το γένος Μ. Κ. και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ως προς τους λοιπούς τότε εφεσίβλητους-εναγόμενους και ήδη πρώτη και τέταρτο αναιρεσίβλητους της από 27-9-2022 και με αριθ.κατ. 1040/85/2-11-2022 αίτησης αναίρεσης. Ως προς αυτούς τους αναιρεσίβλητους η ως άνω αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της μη ύπαρξης εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων της εν λόγω αναίρεσης, εφόσον, δεν περιέχεται στο αναιρετήριο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης, από αυτούς που διαλαμβάνονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο να αποδίδεται νομική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς, ως προς τους οποίους απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η έφεση.
Περαιτέρω, η ως άνω αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά των λοιπών αναιρεσίβλητων, καθώς και η αντίθετη από 20-7-2022 και με αριθ. κατ. 741/60/21-7-2022 αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 2-11-2017 και με αριθ.καταθ.12495/6188/2017 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητοι, εξέθεταν ότι ο Αλβανός υπήκοος, S. A. του L. και D., σύζυγος της πρώτης των εναγόντων και πατέρας των λοιπών, δυνάμει προφορικής σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκε στις 13-11-2015 και διάρκειας από 13-11-2015 έως 15-11-2015, με την πρώτη εναγομένη ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...-Μ.
Γ.ς και Σία ΕΕ, με έδρα την Αίγινα, η οποία ήδη κατά τη συζήτηση της αγωγής, είχε μετατραπεί σε ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι είναι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων-δεύτερος αναιρεσίβλητος και ο τέταρτος εναγόμενος, προσλήφθηκε από αυτή (πρώτη των εναγόμενων) για να εργαστεί σε αποθήκη που αυτή χρησιμοποιούσε, ιδιοκτησίας της τρίτης εναγόμενης ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας-τρίτης αναιρεσίβλητης και ειδικότερα, για να εκτελέσει εργασίες αντικατάστασης πλακιδίων και σοβατίσματος και αποξήλωση των προοριζομένων για αντικατάσταση κυματοειδών φύλλων αμιαντοτσιμέντου (ελλενίτ) της οροφής της ως άνω αποθήκης.
Ότι, στις 16-11-2015, κατά τη διενέργεια της αφαίρεσης των αμιαντόφυλλων, υπέστη υπό τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες εργατικό ατύχημα, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατό του στις 27-11-2015. Ότι το ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων υπό τις ανωτέρω ιδιότητές τους, η οποία συνίσταται στη μη λήψη των νόμιμων απαιτούμενων μέτρων ασφαλείας και προστασίας των εργαζομένων, κατά παράβαση των διατάξεων των Ν. 3850/2010 και 1396/1983, και των Π.Δ. 212/2006, 17/1996, 778/1980, 1073/1981 και 396/1984, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στην αγωγή.
Ζητούσαν δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, η πρώτη εξ αυτών ως εργοδότρια του ως άνω θανόντος συγγενούς τους, οι δεύτερος και τέταρτος εξ αυτών ως νόμιμοι εκπρόσωποι της πρώτης και η τρίτη εξ αυτών ως ιδιοκτήτρια της αποθήκης, να καταβάλουν σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 500.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.500.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του συγγενούς τους συνεπεία του ως άνω εργατικού ατυχήματος με το νόμιμο τόκο από την ημεροχρονολογία του ατυχήματος (16-11- 2015), άλλως από την ημεροχρονολογία του θανάτου του (27-11-2015), άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθμό155/2019 μη οριστική του απόφαση διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομιστεί το αλλοδαπό (αλβανικό δίκαιο) για τον τρόπο ίδρυσης συγγένειας γονέων τέκνων και την εκπροσώπηση των ανηλίκων στα δικαστήρια και σε επίσημη μετάφραση πιστοποιητικά γέννησης και οικογενειακής κατάστασης των εναγόντων και ακολούθως, μετά την προσκομιδή των εγγράφων αυτών εξέδωσε τη με αριθμό 1832/2021 οριστική του απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν την από 3-11-2021 και με αριθ. κατάθ. 8765/600/4-11-2021 έφεση οι λόγοι της οποίας ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Επί της έφεσης εκδόθηκε η με αριθμό 397/30-6-2022 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η έφεση, ως προς τους δεύτερο και τρίτη των εφεσιβλήτων, εξαφανίστηκε η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση, ως προς αυτούς, απορίφθηκε η έφεση ως κατ'ουσίαν αβάσιμη ως προς τους πρώτη και τέταρτο των εφεσίβλητων-εναγομένων, έγινε δεκτή η αγωγή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσίβλητων και υποχρεώθηκαν αυτοί να καταβάλουν εις ολόκληρον σε καθένα των εναγόντων το ποσό των 15.044 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Α. Επί της από 20-7-.2022 αίτησης αναίρεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρα 297, 298 και 299 ΑΚ. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το σκοπό των εκάστοτε εφαρμοστέων διατάξεων υποχρέωση προστασίας και, ειδικότερα, όταν κάποιος με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή ενδεχόμενου κινδύνου..
Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Έτσι, αν η ζημία οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του ίδιου του παθόντος, αυτός δεν δικαιούται αποζημίωση, ενώ σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματός του το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Μορφή της υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας, που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή την αντίστοιχη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, διότι είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 81/2013, ΑΠ 366/2012).
Περαιτέρω, οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι, επίσης, νομικές και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη της υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή και του συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος στην πρόκληση της ζημίας του υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1059/2020, ΑΠ 1186/2018, ΑΠ 377/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020.
ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 392/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1361/2019).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 314/2020, ΑΠ 530/2020).
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 530/2020, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία συγκαταλέγονται οι νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις (ΑΠ 238/2020), που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Εάν όμως, παρότι γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως τις αιτιολογίες της γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι αυτό λήφθηκε υπόψη, δεν αποκλείεται η ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 1980/2022, ΑΠ 955/2022, ΑΠ 87/2021, ΑΠ 2080/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: "Στις 16.11.2015 κατά την διάρκεια εκτέλεσης εργασιών στα πλαίσια συντήρησης αποθήκης, κυριότητας της τρίτης εφεσίβλητης που χρησιμοποιούσε η πρώτη εφεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρία διαχειριστές της οποίας είναι οι δεύτερος και τέταρτος των εφεσιβλήτων, για τις ανάγκες της επιχείρησης καφεζαχαροπλαστείου και η οποία βρίσκεται επί των οδών ...
και ... στην Αίγινα τραυματίστηκε θανάσιμα ο σύζυγος της πρώτης εκκαλούσας και πατέρας των λοιπών, ηλικίας τότε 44 ετών. Η αποθήκη αυτή είχε επισκευαστεί τη δεκαετία του 80 με την τοποθέτηση ελλενίτ στην οροφή της και στις αρχές Νοεμβρίου 2015, οι ανωτέρω διαχειριστές αποφάσισαν την συντήρηση της αποθήκης με την αντικατάσταση του υπάρχοντος ελλενίτ με πάνελ πολυουρεθάνης από λαμαρίνα, σοβάτισμα και επίστρωση του δαπέδου με τσιμεντοκονία.
Την πρώτη εργασία ανέθεσαν στον σιδηρουργό Π. Σ., ο οποίος αφού μέτρησε τις διαστάσεις της σκεπής και παρήγγειλε τα σχετικά δομικά υλικά, ανέμενε την ολοκλήρωση των λοιπών εργασιών που ανατέθηκαν στον συγγενή των εκκαλούντων A. L. του G. και S. A. του L. έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής 300 ευρώ. Οι εργασίες σοβατίσματος και τσιμεντοκονίας - που προηγούνταν της αντικατάστασης του ελλενίτ - πραγματοποιήθηκαν στις 13 και 14 Νοεμβρίου 2015, ενώ την 15η Νοεμβρίου ο ανωτέρω A.
L., εμφανίσθηκε στο προαναφερθέν καφεζαχαροπλαστείο, όπου και έλαβε τη συμφωνημένη αμοιβή του από τον δεύτερο εφεσίβλητο. Στη συνέχεια μετέβη στο χώρο της αποθήκης και ανέβηκε στη σκεπή, με σκοπό να αφαιρέσει τα φύλλα του παλιού ελλενίτ. Κατά την προσπάθειά του αυτή, έπεσε από την σκεπή ύψους 2 μέτρων με συνέπεια τον τραυματισμό του.
Ο τραυματισθείς διεκομίσθη μεν αυθημερόν στο ΓΝΑ Ευαγγελισμός, ωστόσο απεβίωσε την 27.11.2015, νοσηλευόμενος στην ΜΕΘ. Κατά την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου τούτου προφανώς και η οποιαδήποτε εργασία την οποία εκτέλεσε ο θανών έγινε κατόπιν εντολής και όχι από δική του πρωτοβουλία, δεδομένου ότι οι εφεσίβλητοι δεν διευκρινίζουν ποίες διαφορετικές της αφαίρεσης των ελλενίτ εργασίες έπρεπε να τελέσει ο θανών.
Την εντολή την έδωσε η προστήσασα τρίτη εφεσίβλητη ιδιοκτήτρια της αποθήκης ως κυρία του έργου και άρα πλασματική εργοδότρια, που είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου στον υπαίτιο στη συγκεκριμένη περίπτωση προστηθέντα δεύτερο εφεσίβλητο που προσέλαβε το θανόντα χωρίς να διορίσει για την εκτέλεση του έργου τεχνικό ασφαλείας.
Αυτό συνάγεται από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον ο θανών προσήλθε σε καφενείο να πάρει από αυτόν (δεύτερο εφεσίβητο) τα κλειδιά της αποθήκης και αυτός προκατέβαλε το εργολαβικό αντάλλαγμα. Ο θανών θα πραγματοποιούσε εντός δύο ημερών τις εργασίες που του ανατέθηκαν με τη βοήθεια του S. A., χωρίς τον έλεγχο και την εποπτεία της κυρίας του έργου και του προστηθέντος αυτής, αλλά δεν είχε την πρωτοβουλία στην εκτέλεση των εργασιών.
Επειδή οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν στο αποτέλεσμα και όχι στην εργασία, η δε πραγμάτωση του έργου συμφωνήθηκε ότι θα επιφέρει και πράγματι επέφερε τη λύση της σύμβασης, η σύμβαση που συνήφθη μεταξύ του θανόντος και του δευτέρου εφεσιβλήτου συνιστά σύμβαση έργου, και όχι διήμερη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εργατικού ατυχήματος, όπως ορθά κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση.
Όμως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση εφάρμοσε εσφαλμένα το νόμο διότι οι διατάξεις του γενικού δικαίου (αδικοπραξιών) εφαρμόζονται και στη σύμβαση έργου, και συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγω της αναφοράς των διατάξεων της προστήσεως, ακόμα και αν δεν οριζόταν ότι η τρίτη εφεσίβλητη ήταν η κυρία του έργου, όφειλε να ερευνήσει τις παραλείψεις της προστηθείσας τρίτης εφεσίβλητης κυρίας του έργου πλασματικής εργοδότριας και του προστηθέντος αυτής δευτέρου εφεσιβλήτου που προσέλαβε το θανόντα, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε [....].
Επομένως ο θάνατος κατά την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας του συγγενικού προσώπου των εκκαλούντων οφείλεται σε αμέλεια της τρίτης εφεσίβλητης κυρίας του έργου πλασματικής εργοδότριας και του προστηθέντος αυτής δευτέρου εφεσιβλήτου και συνεπώς λόγω της αδικοπραξίας αυτών οφείλεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τους εκκαλούντες (άσχετα από το βαθμό συνυπαιτιότητας του συγγενικού τους προσώπου [.....]".
Ακολούθως ορίστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η χρηματική ικανοποίηση καθενός από τους ενάγοντες στο ποσό των 15.044 ευρώ και γενομένου δεκτού του πρώτου λόγου έφεσης ως κατ' ουσίαν βάσιμου ως προς την τρίτη και δεύτερο των εφεσιβλήτων εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε δεκτή ως προς τους ανωτέρω η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκαν αυτοί να καταβάλουν εις ολόκληρον σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 15.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 681, 914, 922, 926 και 932 ΑΚ. Και τούτο διότι ενώ δέχεται α)ότι οι αναιρεσείοντες είχαν αναθέσει στο θανόντα τις εργασίες του σοβατίσματος και της επίστρωσης του δαπέδου με τσιμεντοκονία, της αποθήκης αντί συμφωνηθείσας αμοιβής 300 ευρώ, την οποία αυτός έλαβε από τον ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο στις 15-11-2015, μετά την εκτέλεση εντός δύο ημερών (13-14/11-2015) των ως άνω εργασιών και ότι λύθηκε η μεταξύ τους διήμερη σύμβαση έργου και β)ότι στον Π.Σ.
σιδηρουργό είχαν ανατεθεί οι εργασίες της αντικατάστασης του υπάρχοντος ελλενίτ με πάνελ πολυουρεθάνης από λαμαρίνα, ο οποίος αφού μέτρησε τις διαστάσεις της σκεπής και παρήγγειλε τα σχετικά δομικά υλικά, ανέμενε την ολοκλήρωση των λοιπών εργασιών που ανατέθηκαν στον συγγενή των ήδη αναιρεσίβλητων, εν συνεχεία δέχτηκε ότι α) ο θανών στις 16-11-2015 μετέβη στο χώρο της αποθήκης και ανέβηκε στη σκεπή, με σκοπό να αφαιρέσει τα φύλλα του παλιού ελλενίτ και κατά την εκτέλεση της εργασίας αυτής έπεσε από τη σκεπή με συνέπεια το θανατηφόρο τραυματισμό του, β) ότι ο θανών προσήλθε σε καφενείο να πάρει από αυτόν (πρώτο αναιρεσίβλητο) τα κλειδιά της αποθήκης και αυτός προκατέβαλε το εργολαβικό αντάλλαγμα, γ) ότι ο θανών θα πραγματοποιούσε εντός δύο ημερών τις εργασίες που του ανατέθηκαν με τη βοήθεια του S. A., χωρίς τον έλεγχο και την εποπτεία της κυρίας του έργου και του προστηθέντος αυτής, αλλά δεν είχε την πρωτοβουλία στην εκτέλεση των εργασιών, και δ) ότι κατά την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου τούτου προφανώς και η οποιαδήποτε εργασία την οποία εκτέλεσε ο θανών έγινε κατόπιν εντολής και όχι από δική του πρωτοβουλία, δεδομένου ότι οι εφεσίβλητοι δεν διευκρινίζουν ποιες διαφορετικές της αφαίρεσης των ελλενίτ εργασίες έπρεπε να τελέσει ο θανών, χωρίς να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, στο πλαίσιο ποίας συμβατικής του υποχρέωσης ανέλαβε την εργασία για την αφαίρεση του ελλενίτ, ποίος του την ανέθεσε και έναντι ποίου τιμήματος, δεδομένου ότι είχε γίνει δεκτό αφενός μεν ότι ο θανών είχε ήδη ολοκληρώσει τις εργασίες σοβαντίσματος και επίστρωσης του δαπέδου με τσιμεντοκονία της αποθήκης που είχε αναλάβει και είχε λάβει από τον πρώτο αναιρεσίβλητο τη συμφωνηθείσα αμοιβή, αφετέρου δε ότι οι εργασίες αντικατάστασης του ελλενίτ στη σκεπή της αποθήκης είχαν ανατεθεί στον Π.Σ., Έτσι, όμως δημιουργείται νοηματική ασάφεια, ως προς τις εργασίες που ανατέθηκαν στο θανόντα, που αποτελεί θέμα απόδειξης και όχι διευκρίνησης από του εφεσίβλητους, όπως αναφέρεται στις παραδοχές, ως προς το τίμημα που ήδη καταβλήθηκε για τις ανατεθείσες σ' αυτόν προαναφερόμενες εργασίες και εκείνο που προκαταβλήθηκε για την αφαίρεση του ελλενίτ και για ποίες εργασίες δεν λήφθηκαν μέτρα ασφαλείας, καθόσον οι ανατεθείσες σ' αυτόν εργασίες σοβαντίσματος και επίστρωσης δαπέδου είχαν ολοκληρωθεί, πριν την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και γεννώνται αμφιβολίες αν η αφαίρεση των ελλενίτ κατά την οποία συνέβη ο θανατηφόρος τραυματισμός του συγγενούς των εναγόντων, του ανατέθηκε από τους αναιρεσίβλητους-εναγόμενους, ώστε να θεμελιώνεται σε βάρος τους αδικοπρακτική ευθύνη από τη μη λήψη των απαιτούμενων μέτρων ασφάλειας και συνακόλουθη υποχρέωσή τους προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ή ο θανών προέβη στην εκτέλεσή της εργασίας αυτής από δική του πρωτοβουλία, εν αγνοία των αναιρεσίβλητων, οπότε δεν υφίσταται αδικοπραξία αυτών.
Με τις ως άνω ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έσφαλμένα υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις ανωτέρω διατάξεις των αδικοπραξιών, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την θεμελίωση ή μη αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεισειόντων στο ένδικο θανατηφόρο ατύχημα και της συνακόλουθης υποχρέωσης αυτών για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, υποπίπτοντας στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ως άνω πλημμέλειες πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι.
Περαιτέρω. με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αληθώς η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11γ' (και όχι η εκ του αρ.8) ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την ένορκη βεβαίωση του Π.Σ., που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση, ενώπιον του Εφετείου προς απόδειξη του αρνητικού ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού τους, ότι δεν ανέθεσαν στο θανόντα την εργασία της αφαίρεσης του ελλενίτ, εκ της οποίας συνέβη ο θανατηφόρος τραυματισμός του, και δεν θεμελιώνεται σε βάρος τους αδικοπρακτική ευθύνη, Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, παρότι μνημονεύεται ότι έλαβε υπόψη.
τέσσερις ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Αίγινας Μ. Μ., γεννιώνται αμφιβολίες ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προς διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος την με επίκληση με τις προτάσεις, της δευτεροβάθμιας δίκης (σελ. 43 και 46) προσκομισθείσα από τους ήδη αναιρεσείοντες υπ'αριθμ. 2348/2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου, του Π.Σ., η οποία προσκομίζεται από τους ίδιους και στο παρόν Δικαστήριο, στην οποία, όπως επισκοπείται, ο μάρτυρας καταθέτει κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος πραγματικά περιστατικά αντίθετα από τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο και δη ότι "Περί τις αρχές Νοεμβρίου του 2015, οι άνω Μ.
Γ.ς και ..., ως συνέταιροι της πιο πάνω επιχείρησής τους, με κάλεσαν και μου είπαν την απόφασή τους να συντηρήσουν την πιο πάνω αποθήκη... Συγκεκριμένα. μου είπαν ότι αποφάσισαν την αντικατάσταση του υπάρχοντος ελλενίτ της αποθήκης με πάνελ πολυουρεθάνης από λαμαρίνα. το οποίο κάπου είχαν δει και το οποίο ήταν αντικείμενο της εργασίας μου και το σοβάτισμα των τοίχων και την επίστρωση του δαπέδου αυτής με τσιμεντοκονία, τα οποία όπως μου είπαν θα ανέθεταν σε κάποιο άλλο συνεργείο να τα κατασκευάσει...
Κάποια στιγμή μάλιστα μου τηλεφώνησε ο Μ. Γ.ς και με ρώτησε εάν χρειαζόμουν τα ελλενίτ που θα αποξήλωνα, γιατί τους τα ζήτησαν ο Λ. κι ο μπατζανάκης του Σ., τους οποίους εγώ δεν γνώριζα. και τους είχε ανατεθεί το σοβάντισμα και η τσιμεντοκονία και του απάντησα πως δεν τα χρειάζομαι". Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και ο πέμπτος, αληθώς εκ του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος Β) Ως προς την από 27-9-2022 αίτηση αναίρεσης Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 856/2020),ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 475/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 856/2020).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής ΟλΑΠ περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το περιεχόμενό της, β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης:
α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 687/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 687/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Συνακόλουθα η ευθεία ή η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 687/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΑΠ 687/2022, ΑΠ 109/2020).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 169/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της ως άνω από 27-9-2022 αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στο λόγο αυτό δεν αναφέρονται ενάριθμα και κατά περιεχόμενο οι διατάξεις ουσιαστικού που παραβιάστηκαν, τα αποδιδόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικά σφάλματα ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές και σε τι συνίσταται ειδικότερα η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίθεση αυτών, επιπλέον δε, παρατίθενται στο αναιρετήριο αποσπασματικές μόνο παραδοχές αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης).
Ελλειπόντων των ανωτέρω αναγκαίων, ως προεκτέθηκε για το ορισμένο των αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχείων, ο εξεταζόμενος δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λογω αοριστίας. Ανεξαρτήτως, όμως, της αοριστίας του, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και διότι τα περιστατικά, τα οποία διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή του, δεν αποτελούν ζητήματα, αλλά αξιολόγηση των αποδείξεων, εκ μέρους των αναιρεσειόντων και επιχειρήματά τους, σχετικά με την κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του θανόντος συγγενούς τους και των αναιρεσιβλήτων, ώστε με το πρόσχημα των επικαλουμένων πλημμελειών, να πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου περί τα πράγματα.
Περαιτέρω, αν αναιρεθεί απόφαση, που εκδόθηκε επί αγωγής για αποζημίωση περιουσιακής ζημίας και για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη ο ενάγων, ή λόγω ψυχικής οδύνης, εξαιτίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, για το κεφάλαιο της υπαιτιότητας αναιρείται η απόφαση και ως προς το άρρηκτα με το λόγο αυτό συνδεόμενο κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης (ΟλΑΠ 10/2015), διότι για τον καθορισμό του ύψους αυτής λαμβάνεται υπόψη και η συνδρομή του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου, αλλά και ως προς εκείνο της αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία που επιδικάστηκε (ΑΠ 154/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την παραδοχή των πρώτου δεύτερου και πέμπτου λόγων της από 20-7-2022 με αριθ. καταθ. 741/60/21-7-2022 αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την από 3-11-2021 έφεση των εναγόντων, όσον αφορά τους δεύτερο και τρίτη εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσείοντες, στο σύνολό της ως προς τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής τους ευθύνης στην επέλευση του ενδίκου θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος και ως προς την άρρηκτα με το λόγο αυτό συνδεόμενη, ως προεκτέθηκε και αξιούμενη από τους αναιρεσίβλητους χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, παρέλκει δε η έρευνα, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των τρίτου εκ του αρ.19, τετάρτου εκ του αρ.20 και έκτου εκ του αρ. 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικών λόγων της αναίρεσης αυτής, υπό στοιχείο Α.
Κατόπιν δε, της αναίρεσης της προσβαλλομένης ως άνω απόφασης, στο σύνολό της (αδικοπρακτική ευθύνη και αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης) και λόγω της αναιρετικής της εμβέλειας, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου της από 27-9-2022 με αριθ.καταθ.1040/85/2-11-2022 αντίθετης υπό στοιχείο Β αίτησης των εναγόντων, κατά το μέρος που αυτή κρίθηκε παραδεκτή, εκ των αριθμών 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορούν την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντάγμστος) και των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, όσον αφορά το ύψος της επιδικασθείσας με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικής τους ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η υπό στοιχεία Β από 27-9-2022 με αριθ. καταθ. 1040/85/2-11-2022 αίτηση αναίρεσης, χωρίς να επιβληθούν δικαστικά έξοδα ελλείψει σχετικού αιτήματος απάντων των αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, ούτε στα πρακτικά της παρούσας δίκης περιέχεται σχετικό αίτημα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν, που εξέδωσε την απόφαση αυτή, ενώ οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται (άρθρα,176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 20-7-2022 με αριθ.καταθ. 741/60/21-7-2022 και από 27-9-2022 με αριθ.καταθ.1040/85/2-11-2022 αντίθετες αιτήσεις για αναίρεση της με αριθμό 397/30-6-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Απορρίπτει την από 27-9-2022 με αριθ.καταθ.1040/85/2-11-2022 αίτηση αναίρεσης.
Αναιρεί την με αριθμό 397/30-6-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους της από 20-7-2022 με αριθ.καταθ. 741/60/21-7-2022 αίτησης στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης, ο αρχαιότερος της Σύνθεσής συζήτησης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου αποχωρήσαντος, η αρχαιότερη της Σύνθεσης δημοσίευσης Αρεοπαγίτης