Legislator Giurisprudenza & Legislazione
962/2021 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for death compensation in traffic accident case.

Numero d'incarto 962/2021
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against a lower court ruling awarding death compensation to the relatives of a deceased victim in a traffic accident. The court found the first instance judgment correctly applied the principle of proportionality in setting damages for mental anguish and emotional pain. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the insurance company was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 552, 554, 556, 558, 566 § 1, 495 § 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court's assessment of damages for mental suffering does not violate the principle of proportionality or exceed the limits of judicial discretion.

Parole chiave

Generato dall'IA
traffic accident liability death compensation damages principle of proportionality judicial discretion limits mental anguish assessment appeal admissibility legal costs allocation

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 577 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 554 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court Case 1656/2017
Supreme Court Case 539/2014

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 962 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 962/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ν. Θ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 17-12-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Α., 2) Ν. Σ. του Δ., 3) Π. Σ. του Ν., κατοίκων ..., 4) Α. Μ. του Γ. και 5) Μ. Μ. του Α., συζ. Α. Μ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1η, 3η και 5η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαγδαληνή Μαστοροπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Α. Μ. του Γ. (4ος ως άνω) απεβίωσε στις 21-11-2020 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) Γ. Μ. του Α. (1η ως άνω), β) Μ. συζ. Α. Μ. (5η ως άνω) και γ) Α. Μ. του Α., εκπροσωπούμενες από την ίδια, ενώ ο 2ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2017 αγωγή των ήδη 1ης, 2ου, 3ης και 5ης των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Α. Μ. του Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2324/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 242/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-4-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου συζητεί πρώτα για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν διαπιστώσει ότι η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή απορρίπτει αυτήν και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1656/2017, ΑΠ 539/2014). Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης διακρίνονται σε θετικές και αρνητικές.

Θετικές προϋποθέσεις είναι α) η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση (άρθρ. 552, 554 Κ.Πολ.Δ.), β) άσκηση αυτής από πρόσωπο νομιμοποιούμενο προς τούτο (άρθρ. 556, 558), γ) θεμελίωσή της σε ένα τουλάχιστον λόγο αναίρεσης (άρθρ. 566 § 1), δ) η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον διάδικο που την ασκεί και ε) η τήρηση ορισμένου τύπου και προθεσμίας για την άσκησή της, ενώ αρνητικές προϋποθέσεις είναι α) η άσκηση αυτής για πρώτη φορά (άρθρ. 555), β) η μη αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης και γ) η μη παραίτηση του διαδίκου από την τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1656/2017, ΑΠ 1486/2014).

Περαιτέρω κατά την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 556 ΚΠολΔ. "Δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνον αν ήταν διάδικοι.".

Εξάλλου από τα άρθρα 294 εδ. (α), 295 παρ.1, 297, 94 παρ.1, 97, 98 περ. (β) ΚΠολΔ συνάγονται τα παρακάτω: Η παραίτηση από το δικόγραφο αγωγής, ως διαδικαστικής πράξεως, πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, γίνεται, χωρίς τη συναίνεση του εναγομένου είτε με δήλωση του ενάγοντος, στο ακροατήριο, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με δικόγραφο, το οποίο επιδίδεται στον εναγόμενο έχει δε, ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται μη ασκηθείσα και η δίκη καταργείται (ΑΠ 454/2020) .

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και τους ισχυρισμούς των διαδίκων, προκύπτουν τα εξής: Φέρεται προς συζήτηση η από 18-4-2019 και κατατεθείσα χωρηθείσα στο Εφετείο Αθηνών με Γ.Α.Κ. 4348/Ε.Α.Κ. 395/6-5-2019 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες 1) Ν.

Θ. του Π. και 2) Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α", και στρέφεται κατά της υπ' αρ. 242/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη η από 18-1-2018 έφεση (που είχαν ασκήσει οι ενάγοντες - εκκαλούντες και τώρα αναιρεσίβλητοι) ως προς την πρώτη των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσείουσα Ν.

Θ. του Π. για τον λόγο ότι με την εκκαλούμενη υπ' αρ. 2324/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η δίκη είχε καταργηθεί ως προς αυτήν, μετά την δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου των εναγόντων ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες παραιτούνται του δικογράφου της αγωγής τους ως προς την ως άνω πρώτη εναγομένη Ν.

Θ. του Π., με συνέπεια αυτή να μην είναι πλέον διάδικος .Επομένως , αφού η προαναφερθείσα πρώτη αναιρεσείουσα Ν. Θ. του Π. δεν ήταν διάδικος στην δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά επίσης δεν ήταν διάδικος στην δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και στην επί της ένδικης από 16.11.2017 και με αρ.

εκθ. κατάθ. 533413/ 1730/08.05.2017 αγωγής, συνεπεία της υπό των εναγόντων νομότυπης παραίτησης από το δικόγραφο της ως άνω ένδικης αγωγής, συνακόλουθα δεν νομιμοποιείται να ασκήσει την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αρ. 242/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Πρέπει συνεπώς η ένδικη από 18-4-2019 και κατατεθείσα στο Εφετείο Αθηνών με Γ.Α.Κ. 4348/Ε.Α.Κ. 395/6-5-2019 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη κατά το μέρος που ασκήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα Ν.

Θ. του Π. .

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α`, 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του) (ΑΠ 102/2020, ΑΠ 6/2019). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΑΠ 102/2020, ΝΟΜΟΣ) .

Εξάλλου από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 593/2016, ΑΠ 625/2015,ΑΠ 307/2015, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και τους ισχυρισμούς των διαδίκων, προκύπτουν τα εξής : φέρεται προς συζήτηση με επίσπευση της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας η στρεφόμενη κατά της υπ' αρ. 242/2019 αποφάσεως του Μον.

Εφετείου Αθηνών, από 18-4-2019 και καταχωρηθείσα στο Εφετείο Αθηνών με Γ.Α.Κ. 4348/Ε.Α.Κ. 395/6-5-2019 αίτηση αναίρεσης, που προσδιορίστηκε για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 18-12-2020. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της υποθέσεως αυτής, γενόμενη στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 18-12-2020 η πρώτη, τρίτη και πέμπτη εκ των αναιρεσιβλήτων (αντιστοίχως) Γ.

Μ. του Α., Π. Σ. του Ν. και Μ. Μ. χα Α. εκπροσωπήθηκαν νομότυπα από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαστροπούλου Μαγδαληνή, η οποία με προφορική δήλωσή της στο ακροατήριο κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο γνωστοποίησε την βιαία διακοπή της δίκης επελθούσα στο πρόσωπο του τέταρτου των αναιρεσίβλητων Α.

Μ. του Γ., λόγω του θανάτου αυτού, επελθόντος στις 21-11-2020 [δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης 18-4-2019 αίτησης αναίρεσης] και δήλωσε ρητά ότι συνεχίζουν την δίκη, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος τέταρτου αναιρεσίβλητου οι εκπροσωπούμενοι από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο:

Μ. Μ. (3η αναιρεσίβλητη), σύζυγος του ως άνω αποβιώσαντος, και τα τέκνα του Γ. Μ. (1η αναιρεσίβλητη) και Α. Μ.. Ο θάνατος του ως άνω αναιρεσίβλητου, το γεγονός ότι αυτός δεν κατέλειπε διαθήκη και η ιδιότητα των προαναφερθέντων (αντιστοίχως συζύγου και τέκνων του αποβιώσαντος) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποδεικνύονται από το απόσπασμα της με αριθμό …,τ….. /2020 ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού εκδοθείσας από το Ληξιαρχείο Αμφίσσης , το με αρ. 1410/2020 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Άμφισσας και το υπ'αρ.

πρωτ. …/….-11-2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του αρμόδιου Δήμου Δελφών Φωκίδος, περιστατικά, τα οποία άλλωστε δεν αμφισβητούνται από οιονδήποτε των διαδίκων (άρθρ. 261 ΚΠολΔ). Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, δια του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου τους, τον θάνατο του εν λόγω αναιρεσίβλητου και την εκουσία στο όνομά τους επανάληψη της βιαίως εκ του λόγου τούτου διακοπείσης δίκης.

Κατόπιν τούτου, και αφού δεν αμφισβητείται από οιονδήποτε των διαδίκων η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων των θανόντος ως άνω 4ου αναιρεσείοντος η διακοπείσα δίκη επί της από 18-4-2019 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 242/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτούς.

Επίσης από τα ίδια ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της υποθέσεως αυτής, γενόμενη στην αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 18-12-2020 δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Ν.

Σ.. Αποδείχτηκε όμως από την υπ' αριθμ. 7334Γ/17-12-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας Β. Α., που προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, ότι ακριβές αντίγραφο της στρεφόμενης κατά της υπ' αρ. 242/2019 αποφάσεως του Μον. Εφετείου Αθηνών, από 18-4-2019 και κατατεθείσας στο Εφετείο Αθηνών με Γ.Α.Κ. 4348/Ε.Α.Κ. 395/6-5-2019 αίτησης αναίρεσης, με τις στη συνέχεια αυτής πράξεις υπ' αριθμ. 1641/25-10-2019 ορισμού του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου αρμοδίου για εκδίκαση της παρούσας αίτησης και από 25-10-2019 ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-12-2020), με κλήση προς παράσταση κατ` αυτή, επιδόθηκε με επιμέλεια της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας νομότυπα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.

Σ., ο ανωτέρω όμως δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά της από το πινάκιο ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει συνεπώς να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Η κρινόμενη από 18-4-2019 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 242/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 περ. 6 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 614 αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ` ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω και αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ` άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι Α]: οι τώρα (αρχικοί) αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά της τώρα αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και της Ν.

Θ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21-4-2017 και με ΓAK 533413/ ΕΑΚ1730/ 8-5-2017 αγωγή, με την οποία ισχυρίζονταν ότι σε τροχαίο ατύχημα που προκλήθηκε υπό τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες από αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια περί την οδήγηση) της τότε πρώτης εναγόμενης Ν. Θ. (ως προς την οποία καταργήθηκε η δίκη, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, λόγω νομότυπης παραίτησης των εναγόντων από το δικόγραφο της αγωγής πριν την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας …. ΙΧΦ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της , που ήταν έγκυρα ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων από την οδήγησή του αστική ευθύνη στην τότε δεύτερη εναγομένη (τώρα αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρία, τραυματίστηκε θανάσιμα, κατά τα αναλυτικά στην αγωγή ιστορούμενα, ο Δ. Σ. (σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, υιός του δεύτερου εναγόμενου, αδελφός της τρίτης και γαμβρός του τέταρτου και της πέμπτης των εναγόντων, οδηγός της υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας …. δίκυκλης μοτοσικλέτας, κυριότητάς του και καταστράφηκε ολοσχερώς η υπ' αριθμ. κυκλοφορίας …. δίκυκλη μοτοσικλέτα, στην οποία επέβαινε. Ζητούσαν δε οι ενάγοντες, αφού μετέτρεψαν παραδεκτά με δήλωσή τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημά τους να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε έκαστο από τους ενάγοντες νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, τα αναλυτικά αναφερόμενα σε αυτήν ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα του ως άνω αποβιώσαντος συγγενούς τους, αφού αφαιρεθεί, ειδικά για την πρώτη και την τρίτη των εναγόντων, [κόρη και σύζυγο (αντιστοίχως) του θανάσιμα τραυματισθέντος Δ.

Σ.] το ποσό των 40 ευρώ το οποίο επιφυλάχθηκαν οι ανωτέρω να απαιτήσουν από τα ποινικά δικαστήρια , επί πλέον δε τούτων να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα ως αποζημίωσή της το αναφερόμενο στην αγωγή χρηματικό ποσό . Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων η υπ` αριθμ. 2324/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία [αφού κατάργησε τη δίκη ως προς την πρώτη εναγομένη λόγω νομότυπης παραίτησης των εναγόντων από το δικόγραφο της αγωγής πριν την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο] δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλλει σε έκαστο από τους ενάγοντες τα αναλυτικά αναφερόμενα στην απόφαση αυτή χρηματικά ποσά.

Κατά της ανωτέρω υπ' αρ. 2324/2017 αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άσκησαν οι ενάγοντες την από 16-1-2018 με Γ.Α..Κ. 14737/ΕΑΚ 958/ 14-2-2018 έφεσή τους κατά αμφοτέρων των αρχικά εναγομένων ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .Επί της ως άνω εφέσεως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 242/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία , αφού απορρίφθηκε η ως άνω έφεση ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της πρώτης των εφεσιβλήτων Ν.

Θ. του Π. για τον λόγο ότι με την εκκαλούμενη υπ' αρ. 2324/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η δίκη είχε καταργηθεί ως προς αυτήν, ώστε δεν ήταν διάδικος στην δίκη επί της οποίας είχε εκδοθεί η εκκαλούμενη απόφαση, ακολούθως, δικάζοντας κατ'αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, έγινε δεκτή τυπικά και κατ'ουσία η ως άνω έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, διακρατήθηκε η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένης ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα αναγραφόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019).

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 88/2019).

Αμέλεια, κατ` άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ,που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018].

Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος [ΑΠ 270/2018].

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. (ΑΠ 12/2020). Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς [ΑΠ 270/2018].

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 270/2018].

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013].

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014].

Ειδικότερα κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018, ΑΠ 91/2017).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020 ,ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β` ΚΠολΔ) (ΑΠ 40/2020).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 2086/2017).

Περαιτέρω κατά τις διατάξεις 1, 2 και 3 εδαφ. α του άρθρου 19 του ισχύοντος κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) "1. ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό.".

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε [.ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020]. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη (εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αρ. 6 ΚΠολΔ) 242/2019 απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα αφενός α) της αποκλειστικής υπαιτιότητας για το ένδικο τροχαίο ατύχημα της οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκινήτου (που ήταν ασφαλισμένο στην ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ") β) της ύπαρξης αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς αυτής και του επελθόντος ζημιογόνου θανάσιμου τραυματισμού του οδηγού της υπ'αριθμ.

κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας, γ) καθώς και της έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας για το ένδικο ατύχημα του θανάσιμα τραυματισθέντος κατ'αυτό οδηγού της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας Δ. Σ. και αφετέρου της αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης (τότε εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας) να καταβάλει στους ενάγοντες τα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενα ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους για τον κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα θανάσιμο τραυματισμό του ως άνω συγγενούς τους, τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί παρατιθέμενα: "......την 9-7-2016 και περί ώρα 14.30, ο Δ.

Σ. του Ν., οδηγώντας τη με στοιχεία κυκλοφορίας …. δίκυκλη μοτοσυκλέτα, κυριότητάς του, έβαινε επί της Ν.Ε.Ο Ιτέας - Αντιρρίου με κατεύθυνση από το Αντίρριο προς την Ιτέα. Κατά τον ίδιο χρόνο, η αρχικά πρώτη εναγομένη, ως προς την οποία νομότυπα δηλώθηκε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Ν.

Θ. του Π., είχε ακινητοποιήσει το οδηγούμενο υπ' αυτής με στοιχεία κυκλοφορίας … Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο ως προς την αστική ευθύνη έναντι τρίτων από την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, στο χωμάτινο έρεισμα της ως άνω Ν.Ε.Ο και συγκεκριμένα στο έρεισμα του ρεύματος κυκλοφορίας της κατεύθυνσης από το Αντίρριο προς την Ιτέα, στην οποία, όπως αναφέρθηκε, έβαινε και ο οδηγός της μοτοσικλέτας.

Η ανωτέρω οδός, στο σημείο που ενδιαφέρει την επίδικη υπόθεση, ήτοι στη 19η χ/θ της Ν.Ε.Ο. Ιτέας - Αντιρρίου είναι οδός διπλής κατευθύνσεως, πλάτους 6,60 μέτρων, με μία λωρίδα ανά ρεύμα κυκλοφορίας (3,30 μέτρα εκάστη), πλέον ερείσματος από σκυρόδεμα πλάτους 2,5 μέτρων από την πλευρά του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση από την Ιτέα προς το Αντίρριο και πέραν αυτού χωμάτινου ερείσματος πλάτους 4,5 μέτρων και χωμάτινου ερείσματος πλάτους 3,8 μέτρων από την πλευρά του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση από το Αντίρριο προς την Ιτέα.

Η εν λόγω οδός εκτείνεται σε ευθεία μετά από δεξιόστροφη καμπύλη για τους κινούμενους στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από το Αντίρριο προς την Ιτέα, ενώ μεταξύ των ρευμάτων κυκλοφορίας, επί του οδοστρώματος, υπάρχει διπλή διαχωριστική γραμμή. Κατά τον παραπάνω χρόνο, η κατάσταση του εξ ασφάλτου οδοστρώματος ήταν ξηρά, υπήρχε πλήρης φυσικός φωτισμός, επικρατούσε καλοκαιρία, δεν υπήρχαν εμπόδια ως προς την ορατότητα των οδηγών και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή.

Σύμφωνα δε με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα τύπου Ρ - 32 στην εν λόγω χιλιομετρική θέση το όριο ταχύτητας ορίζεται σε 90 χλμ/ώρα. Στο χρονικό δε σημείο, κατά το οποίο η οδηγούμενη από τον Δ. Σ. του Ν. δίκυκλη μοτοσικλέτα, προσέγγιζε τον τόπο του ατυχήματος, ήτοι τη 19Π χ/θ της Ν.Ε.Ο. Ιτέας - Αντιρρίου, η Ν.

Θ. του Π., επιχείρησε ελιγμό του οδηγούμενου απ" αυτήν Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, από τη θέση προσωρινής στάθμευσής του προς τα αριστερά, προκειμένου να εισέλθει στο οδόστρωμα, να διασχίσει κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από το Αντίρριο προς την Ιτέα, να διέλθει της διπλής διαχωριστικής γραμμής και στη συνέχεια να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι σ' αυτό με κατεύθυνση από την Ιτέα προς το Αντίρριο, ήτοι επιχείρησε να εκτελέσει επιτόπια αναστροφή του οχήματός της.

Κατά την ενέργειά της, όμως, αυτή και κατά τη χρονική στιγμή, που το όχημά της, βρισκόταν κάθετα στο οδόστρωμα και λόγω του μήκους του των 4,660 μ. (βλ. την από 15-11-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ως άνω πραγματογνώμονα Ι. Κ.) κατελάμβανε ολόκληρο το οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας από Αντίρριο προς Ιτέα, κατέφθασε η δίκυκλη μοτοσικλέτα και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα αυτής στο αριστερό τμήμα του Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου, στο ύψος της θύρας του οδηγού. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να απολέσει ο οδηγός της μοτοσικλέτας τον έλεγχο αυτής, η μοτοσικλέτα να εκτραπεί προς τα αριστερά της αρχικής της πορείας και στη συνέχεια να καταπέσει επί του οδοστρώματος και δη εν μέρει εντός του ρεύματος κυκλοφορίας με κατεύθυνση από την Ιτέα προς το Αντίρριο και εν μέρει εντός του ασφάλτινου ερείσματος, το Ι.Χ.Φ.

αυτοκίνητο, αφού διέσχισε κάθετα και το ρεύμα κυκλοφορίας προς Αντίρριο, να ακινητοποιηθεί επίσης κάθετα προς τη φορά του άξονα του οδοστρώματος του ίδιου ρεύματος κυκλοφορίας, ήτοι με κατεύθυνση από την Ιτέα προς το Αντίρριο, καταλαμβάνοντας μέρος του ασφάλτινου ερείσματος και μέρος του χωμάτινου ερείσματος, ο δε οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας να επιπέσει επί του ασφάλτινου ερείσματος του ρεύματος κυκλοφορίας από την Ιτέα προς το Αντίρριο.

Η ως άνω σύγκρουση είχε ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, το θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας. Συγκεκριμένα, ο τελευταίος υπέστη σοβαρές κακώσεις θώρακος και κοιλίας, εξαιτίας των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ακαριαία ο θάνατος του. Η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του με στοιχεία κυκλοφορίας … Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου, η οποία από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και με τεταμένη την προσοχή αυτής, ώστε να δύναται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οδηγούμενου υπ' αυτής οχήματος, υπό τις οποιεσδήποτε συνθήκες αλλά αντίθετα παράνομα επιχείρησε επιτόπια αναστροφή του οχήματός της και συγκεκριμένα ελιγμό προς τα αριστερά από την αρχική της θέση προσωρινής στάθμευσης προκειμένου να διασχίσει κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από το Αντίρριο προς την Ιτέα, να διέλθει της διπλής διαχωριστικής γραμμής, ενώ αυτό απαγορεύεται, και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι με κατεύθυνση από την Ιτέα προς το Αντίρριο, δίχως προηγουμένως να ελέγξει, εάν μπορεί να πραγματοποιήσει το σχετικό ελιγμό χωρίς κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού, με συνέπεια την αιφνίδια παρεμβολή στην πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας (παράβαση των άρθρων 5 παρ. 3 περ.

α, 8 περ. α, 12 παρ. 1, 13 παρ. 2, 19 παρ. 1 και 21 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.). Αν δε η οδηγός του ζημιογόνου Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου είχε επιδείξει την επιβαλλόμενη επιμέλεια και είχε προβεί σε πολύ προσεκτικό έλεγχο της κίνησης επί της οδού, δεδομένου ότι πριν το σημείο προσωρινής στάθμευσης του οχήματός της η οδός εμφανίζει δεξιόστροφη καμπύλη, θα είχε αντιληφθεί την κινούμενη με εντός του προβλεπόμενου ορίου ταχύτητας δίκυκλη μοτοσικλέτα και δεν θα εκκινούσε το όχημά της αλλά θα ανέμενε τη διέλευση αυτής, πριν πραγματοποιήσει την παράνομη, ούτως ή άλλως λόγω της υπάρχουσας διπλής διαχωριστικής γραμμής, επιτόπια αναστροφή του οχήματός της.

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από την με ημερομηνία 9-7-2016 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το με ίδια ημερομηνία σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, που συνέταξαν τα επιληφθέντα του ατυχήματος αστυνομικά όργανα του Τμήματος Τροχαίας Ιτέας Φωκίδας, στα οποία έγγραφα εμφαίνονται τόσο οι αρχικές θέσεις των οχημάτων όσο και οι τελικές.

Επίσης, εμφαίνεται ότι ευρέθησαν διάσπαρτα θραύσματα γυαλιού και πλαστικών και μεταλλικών εξαρτημάτων στην λωρίδα κυκλοφορίας προς Αντίρριο. Από τα τελευταία αυτά ευρήματα καθώς και από την από 16-11-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της ως άνω πραγματογνώμονα Ι. Κ. αποδεικνύεται ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα πλησίον της υφιστάμενης στο οδόστρωμα διπλής διαχωριστικής γραμμής του ρεύματος κυκλοφορίας προς Ιτέα και τούτο δικαιολογείται από τη μοναδική και ενδεδειγμένη ενέργεια στην οποία προέβη ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος, ερχόμενος από τη δεξιόστροφη καμπύλη της οδού, που περιόριζε την ορατότητα αυτού, αιφνίδια διαπίστωσε εμπρός του και σε μικρή απόσταση, η οποία όμως δεν δύναται να προσδιορισθεί επακριβώς από το σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, την ύπαρξη του Ι.Χ.Φ.

αυτοκινήτου, το οποίο εκινείτο κάθετα στο οδόστρωμα από δεξιά προς αριστερά και καταλάμβανε με το μήκος του (4,660 μ.) ολόκληρο το πλάτος της λωρίδας (3,30 μ.), όπου έβαινε η μοτοσικλέτα και προσπάθησε ν' αποφύγει τη σύγκρουση επ' αυτού επιχειρώντας να κινηθεί έμπροσθεν αυτού, ανεπιτυχώς όμως, καθότι επέπεσε στην αριστερή θύρα του οδηγού.

Από τη μικρή απόσταση μεταξύ του σημείου σύγκρουσης των οχημάτων και των σημείων στα οποία ευρέθησαν η δίκυκλη μοτοσικλέτα και ο οδηγός αυτής αποδεικνύεται ότι η μοτοσικλέτα έβαινε με κανονική ταχύτητα και εντός του καθοριζόμενου ορίου ταχύτητας των 90χιλ/ώρα. Εάν ο οδηγός της μοτοσικλέτας είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα και μάλιστα άνω των 100χλμ/ώρα, όπως ισχυρίζεται η δεύτερη εναγομένη η μοτοσικλέτα θα είχε ακολουθήσει ανεξέλεγκτη πορεία και ο οδηγός της θα είχε εκτιναχθεί σε μεγάλη απόσταση, ενώ αποδεικνύεται ότι η τελική θέση οχήματος και οδηγού εντοπίζεται περί τα τέσσερα έως πέντε μέτρα από το αρχικό σημείο σύγκρουσης των οχημάτων.

Ο οδηγός δε της δίκυκλης μοτοσικλέτας λόγω της αιφνίδιας κίνησης του IXΦ. αυτοκινήτου δεν είχε τον απαιτούμενο χρόνο και χώρο στο οδόστρωμα να τροχοπεδήσει, γι' αυτό άλλωστε δεν ευρέθησαν ίχνη τροχοπέδησης στο οδόστρωμα, ούτε να εκτελέσει ελιγμό προς τα δεξιά, ώστε να κινηθεί όπισθεν του Ι.Χ.Φ. οχήματος, αφού στα δεξιά ευρισκόταν το φορτηγό, το οποίο με αιφνίδια κίνηση βρέθηκε κάθετα στο οδόστρωμα και με το μήκος του έφραξε όλο το πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος, όπου έβαινε η μοτοσικλέτα.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι συνυπαίτιος του ένδικου ατυχήματος ήταν ο θανών Δ. Σ. του Ν., διότι δεν οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, όπως υποχρεούτο (άρθρο 16 παρ. 1 Κ Ο Κ.) και διότι όταν αντελήφθη τον ελιγμό του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου υπέπεσε σε σφάλμα κρίσεως και επεχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά της αρχικής της πορείας, με συνέπεια ν' ακολουθήσει συγκλίνουσα πορεία με το αυτοκίνητο, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να προσκρούσει με το εμπρόσθιο τμήμα αυτής στο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου.

Η παραδοχή όμως αυτή είναι εσφαλμένη, σύμφωνα με τα ανωτέρω αλλά και διότι από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι η αρχική θέση της μοτοσικλέτας δεν ήταν στο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος αλλά πολύ περισσότερο διότι ούτε η εναγομένη ισχυρίσθηκε τα ανωτέρω προς θεμελίωση της ένστασης συνυπαιτιότητας που προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την οποία θεμελίωσε μόνο στην ανάπτυξη εκ μέρους του οδηγού υπερβολικής ταχύτητας, που υπερέβαινε τα 100 χλμ/ώρα.

Ουσιαστικά δε αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης ότι η οδηγός του αυτοκινήτου στάθμευσε αυτό προσωρινά στο έρεισμα, προκειμένου να διευκολύνει πεζούς να διασχίσουν κάθετα το οδόστρωμα της οδού και όταν επανέφερε το όχημά της στο οδόστρωμα και είχε σχεδόν ευθυγραμμισθεί σε θέση παράλληλη προς τη διαχωριστική γραμμή και καθώς έτερο όχημα προσπερνούσε το δικό της όχημα δέχθηκε ένα σφοδρότατο χτύπημα στο όχημά της από τη μοτοσικλέτα, με συνέπεια να στρέψει αριστερά το τιμόνι, να στραφεί και το όχημά της αριστερά και να επιπέσει εκ νέου η μοτοσικλέτα στην αριστερή πλευρά του οχήματός της, στο ύψος της πόρτας του οδηγού.

Ο ισχυρισμός δε αυτός κρίνεται αβάσιμος, διότι εάν η μοτοσικλέτα είχε χτυπήσει το αυτοκίνητο κατά την επαναφορά του και ευθυγράμμισή του στο οδόστρωμα το τελευταίο αυτό όχημα θα είχε υποστεί μεγάλη ζημία στο οπίσθιο τμήμα και όχι στην πόρτα του οδηγού, γεγονός που αποδεικνύει κατά τα ανωτέρω την κάθετη θέση του αυτοκινήτου στο οδόστρωμα κατά την ενέργεια της οδηγού του να εκτελέσει αναστροφή.

Να σημειωθεί, ότι παρά την μη ύπαρξη αυτόπτων μαρτύρων στον τόπο του ατυχήματος, αμέσως μετά από αυτό σταμάτησε ο τυχαία διερχόμενος από το εν λόγω σημείο και μετέπειτα εξετασθείς ως μάρτυρας στο στάδιο της προανάκρισης Χ. Σ., ο οποίος κατέθεσε ότι από "έναν Ρομά που βρισκόταν στον τόπο και είδε το ατύχημα έμαθε ότι η Ν.

Θ. επιχείρησε αναστροφή και έκλεισε το δρόμο στη μοτοσικλέτα" ενώ επίσης πρόσθεσε ότι ειπώθηκε από περαστικούς ότι "η Ν. Θ. είχε πάει για μπάνιο στην περιοχή, κατέβασε άτομα από το αυτοκίνητο και επιχείρησε αναστροφή εντός της εθνικής οδού, χωρίς να ελέγξει, για να αφήσει το αυτοκίνητο της στον ίσκιο κάτω από τα παρακείμενα κυπαρίσσια".

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε συγκλίνουσα υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών και μάλιστα δέχθηκε προς θεμελίωση της ένστασης συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού πραγματικά περιστατικά που δεν προβλήθηκαν από την εναγομένη έσφαλε καθότι αποκλειστικά υπαίτια της ένδικης σύγκρουσης ήταν η Ν.

Θ., οδηγός του με στοιχεία κυκλοφορίας … Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, απορριπτομένης της ένστασης περί συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος λόγω της ανάπτυξης εκ μέρους του υπερβολικής ταχύτητας κατά την οδήγηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, κατά τα ανωτέρω. Επίσης, αποδείχθηκε, ότι ο θανών, ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε συμπλήρωσε" τα 51 έτη, ήταν σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, υιός του δεύτερου ενάγοντα, αδελφός της τρίτης ενάγουσας και γαμβρός του τέταρτου και της πέμπτης των εναγόντων και κατοικούσε με τη σύζυγό του στην οικογενειακή τους στέγη στην …, δίχως να έχουν αποκτήσει τέκνα, ήταν δε υγιής και δραστήριος και εργαζόταν ως εμπορικός αντιπρόσωπος της εταιρείας "Coca Cola" στον παραπάνω Νομό και ως τοπικός εμπορικός αντιπρόσωπος των εταιρειών "Αθηναϊκή Ζυθοποιία", "Ολυμπιακή Ζυθοποιία" και των μεταλλικών νερών "Θεώνη".

Ήταν δεμένος ψυχικά και συναισθηματικά με όλους τους ενάγοντες, με τους οποίους διατηρούσε στενές σχέσεις. Ο κατά τα άνω αιφνίδιος θάνατός του προκάλεσε στους ενάγοντες βαθύ πόνο και θλίψη και προς άμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και για την ηθική τους παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.

Ενόψει όλων των περιστατικών, της ηλικίας του θανόντος, της καλής κατάστασης της υγείας του, του στενού συγγενικού αλλά και συναισθηματικού συνδέσμου των εναγόντων με τον θανόντα, των συνθηκών του ατυχήματος, της έλλειψης υπαιτότητας αυτού στην πρόκληση του ατυχήματος, του ψυχικού πόνου που δοκίμασαν όλοι οι ενάγοντες και εξακολουθούν να δοκιμάζουν οι παραπάνω εν ζωή ενάγοντες από τον τόσο αιφνίδιο θάνατό του και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων [πλην της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 464/2017, ΑΠ 71/2011, ΑΠ 1430/2009, 433/2008, ΑΠ 163/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)] και τις εν γένει περιστάσεις, κατ' εφαρμογή και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και μάλιστα στο βαθμό που δεν παραβιάζεται η Συνταγματική αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης αυτών ανέρχεται στα ακόλουθα ποσά:

α) για την πρώτη ενάγουσα στο ποσό των 80.000 ευρώ, για τον δεύτερο ενάγοντα στο ποσό των 60.000 ευρώ, για την τρίτη ενάγουσα στο ποσό των 50.000 ευρώ, για τον τέταρτο ενάγοντα στο ποσό των 20.000 ευρώ και για την πέμπτη των εναγόντων επίσης στο ποσό των 20.000 ευρώ, ποσά που θεωρούνται εύλογα και δίκαια. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού έγινε δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο πλήττεται το κεφάλαιο της υπαιτιότητας ως προς την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της και συνεπώς και ως προς τη διάταξη για τα δικαστικά έξοδα και συνεπώς παρέλκει η εξέταση του σχετικού λόγου της έφεσης καθώς και αυτού περί μη επιδίκασης τόκων και αφού κρατηθεί η από 21-4-2017 αγωγή, να δικασθεί αυτή κατά την ίδια διαδικασία, να γίνει δεκτή ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της και ν' αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των ογδόντα εννέα χιλιάδων (9.000 + 80.000 = 89.000) ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα στο ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και στην πέμπτη των εναγόντων το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της κριθείσας αγωγής, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος των εναγόντων.

Η δικαστική δαπάνη των διαδίκων της ως άνω αγωγής και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ τους κατά το λόγο της νίκης και της ήττας τους και λόγω της εν τέλει νίκης των εναγόντων πρέπει να καταδικαστεί η δεύτερη εναγομένη σε ένα μέρος της δικαστικής δαπάνης αυτών και να συμψηφιστεί αυτή κατά το υπόλοιπο (άρθρα 106).

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε αφενός ότι αποκλειστικά υπαίτια για το ένδικο τροχαίο ατύχημα είναι η Ν. Θ., οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκινήτου (που ήταν ασφαλισμένο στην ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ"), απορρίπτοντας ως αβάσιμη την υπό της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας προταθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας του θανάσιμα τραυματισθέντος οδηγού της προαναφερθείσας υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας Δ. Σ., αφετέρου ότι πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε έκαστο από τους εκκαλούντες - ενάγοντες (αντιστοίχως) με το νόμιμο τόκο υπερημερίας τα αναλυτικά αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη χρηματικά ποσά , ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους για τον κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα θανάσιμο τραυματισμό του ως άνω συγγενούς τους, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά το μέρος που έκρινε άλλως με την εκκαλούμενη απόφασή του και δη α) κατά το μέρος που έκρινε πως συνυπαίτιος για το προπεριγραφέν ένδικο ατύχημα και τον θανάσιμο τραυματισμό του κατ'αυτό ήταν και ο οδηγός της προαναφερθείσας υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας Δ. Σ. και β) κατά το μέρος που επιδίκασε σε έκαστο από τους εκκαλούντες - ενάγοντες (αντιστοίχως) τα μικρότερα των αναφερόμενων στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους για τον κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα θανάσιμο τραυματισμό του ως άνω συγγενούς τους, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την ορθή εφαρμογή του νόμου, δέχθηκε δε ως βάσιμους κατ'ουσία τους σχετικούς λόγους έφεσης και την ως άνω έφεση , εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια δικάζοντας επί της ως άνω αγωγής δέχθηκε αυτήν ως εν μέρει κατ'ουσίαν βάσιμη, και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε έκαστο από τους ενάγοντες (αντιστοίχως) με το νόμιμο τόκο υπερημερίας τα αναλυτικά αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους για τον κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα θανάσιμο τραυματισμό του ως άνω συγγενούς τους.

Ήδη με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ευθέως παραβίασε τις διατάξεις των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδαφ.

β και 914 ΑΚ, 19 του Κ.Ο.Κ. και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι δεχόμενο πως πίσω από το όχημα που είχε καταλάβει ολόκληρο το ρεύμα κυκλοφορίας υπήρχε χωμάτινο έρεισμα προς τα δεξιά της μοτοσυκλέτας, πλάτους 3,8 μ., και ότι ο ενδεδειγμένος ελιγμός ήταν αριστερά, παραβίασε τους κανόνες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε σε αυτούς, καθώς και το δίδαγμα της κοινής πείρας με βάση το οποίο όταν αποκόπτεται η πορεία ενός οχήματος από ένα άλλο, που κινείται κάθετα στο οδόστρωμα ο ενδεδειγμένος ελιγμός αποφυγής είναι όχι προς την κατεύθυνση του οχήματος, αλλά κατά την αντίθετη κατεύθυνση, από την οποία αποχωρεί το καθέτως κινούμενο όχημα, εφόσον φυσικά υπάρχει ελεύθερος χώρος.

Ότι το σφάλμα αυτό της προσβαλλόμενης καθίσταται εμφανέστερο ενόψει της παραδοχής της ότι η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο θανάσιμα τραυματισθείς επέπεσε στην πόρτα του οδηγού του καθέτως προς αυτήν κινούμενου οχήματος που ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, ώστε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης θα ήταν αδύνατη, σε κάθε περίπτωση, ενόψει της ταχύτητας και της φοράς αμφοτέρων των οχημάτων η διέλευση της μοτοσικλέτας μπροστά από το ως άνω καθέτως προς αυτήν κινούμενο όχημα.

Ότι έτσι η προσβαλλόμενη ευθέως παραβίασε τον κανόνα της αιτιώδους συναφείας, αφού με τον ελιγμό προς τα αριστερά που δέχθηκε ότι διενήργησε η μοτοσικλέτα ήταν βέβαιη η σύγκρουση, ενώ με τον αντίθετο ελιγμό θα μπορούσε να αποφευχθεί. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις που επικαλείται η αναιρεσείουσα, συμπεριλαμβανομένης της επικαλούμενης αιτίασης της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση, και εάν ήθελε κριθεί παραδεκτός ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του , περί παραβίασης του αρ.1εδαφ. α και β του άρθρου 559, θα ήταν είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον τα (ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέντα) πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, [ειδικότερα δε το γεγονός ότι η Ν.

Θ., οδηγώντας ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημιές στην εναγομένη - τώρα αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με αρ. κυκλοφ. …. Ι.Χ.Φ. ιδιοκτησίας της χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επιχείρησε παρανόμως να διενεργήσει επιτόπια αναστροφή του οχήματός της και συγκεκριμένα να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά από την αρχική της θέση της προσωρινής στάθμευσης του ΙΧΦ αυτοκινήτου της , προκειμένου να διασχίσει παρανόμως κάθετα το ρεύμα κυκλοφορίας από το Αντίρριο προς την Ιτέα, (εντός του οποίου κινείτο με σύννομη ταχύτητα, κανονικά στο ρεύμα πορείας του, ο οδηγός της προαναφερθείσας υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας Δ. Σ.), να διέλθει (η ανωτέρω Ν. Θ.) τη διπλή διαχωριστική γραμμή, ενώ αυτό απαγορευόταν και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι με κατεύθυνση από Ιτέα προς Αντίρριο, δίχως προηγουμένως να ελέγξει εάν μπορεί να πραγματοποιήσει τον (παράνομο) ελιγμό αυτό χωρίς κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού (εκ των οποίων ο θανάσιμα τραυματισθείς Δ.

Σ.), με συνέπεια την (κατά την πραγματοποίηση του ως άνω ελιγμού της) αιφνίδια παρεμβολή του έχοντος μήκος 4,660 μ. Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου της στην σύννομη πορεία της ως άνω υπ'αριθμ. κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας και τον θανάσιμο τραυματισμό του προαναφερόμενου οδηγού της], συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος και επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, η προπεριγραφείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της Ν.

Θ. κατά την οδήγηση του ως άνω με αριθμό κυκλοφορίας …. ΙΧΦ αυτοκινήτου της ως μοναδική πρόσφορη αιτία της πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του οδηγού της ως άνω υπ' αριθμ. κυκλοφορίας …. δίκυκλης μοτοσικλέτας Δ. Σ.. Εξάλλου ο προαναφερθείς πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., με το οποίο η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη την αιτίαση ότι, με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας ή της συνδρομής συνυπατιότητας του θανόντος στο επελθόν τροχαίο ατύχημα έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εξειδίκευση της αόριστης έννοιας της υπαιτιότητας του ως άνω θανάσιμα τραυματισθέντος και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του επελθόντος θανάσιμου τραυματισμού του, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι, κατά την αναιρεσείουσα, η προσβαλλόμενη α) ενώ δέχεται ότι η μοτοσικλέτα έβαινε με κανονική ταχύτητα εντός του καθοριζόμενου ορίου ταχύτητας των 90 χιλμ./ώρα, δεν προσδιορίζει, έστω και κατά προσέγγιση, με ποια ταχύτητα κινείτο η μοτοσικλέτα, αν η ταχύτητα αυτή ήταν η ενδεδειγμένη, αφού στο σημείο υπήρχε καμπύλη της οδού και ποια ήταν η ενδεδειγμένη ταχύτητα, β) δεν αποφαίνεται σε πόση απόσταση από το σημείο του ατυχήματος βρίσκεται η στροφή από την οποία ήλθε η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο θανάσιμα τραυματισθείς κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, γ) δεν αναφέρει αν ο θανών αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί και σε καταφατική περίπτωση από ποια απόσταση μπορούσε να αντιληφθεί την από τη θέση στάθμευσης εκκίνηση της οδηγού του ως άνω ζημιογόνου Ι.Χ.Φ.

και την προσπάθειά της να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, δ) δέχεται ότι (δεδομένου ότι, πριν το σημείο προσωρινής στάθμευσης του οχήματός της, η οδός εμφανίζει δεξιόστροφη καμπύλη) αν η οδηγός του ως άνω ζημιογόνου Ι.Χ.Φ. είχε ελέγξει πολύ προσεκτικά την κίνηση επί της οδού, θα είχε αντιληφθεί την κινούμενη εντός του προβλεπόμενου ορίου ταχύτητας δίκυκλη μοτοσικλέτα, παραδοχή που συνεπάγεται ότι και ο οδηγός της μοτοσικλέτας θα μπορούσε , αν οδηγούσε με προσηλωμένη την προσοχή του , να αντιληφθεί την οδηγό του Ι.Χ.Φ.

να ξεκινά, γεγονός που, κατά την αναιρεσείουσα, έρχεται σε ευθεία αντίφαση με την παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι ο θανάσιμα τραυματισθείς οδηγός δεν μπορούσε να ασκήσει πέδηση, ε) δεν αποφαίνεται για ποιο λόγο ο θανάσιμα τραυματισθείς οδηγός της μοτοσικλέτας δεν μπορούσε με δεξιό ελιγμό να αποφύγει την σύγκρουση, σε συνδυασμό με το ότι, κατά την αναιρεσείουσα, είναι προφανές , κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι εάν η μοτοσικλέτα κινείτο με ταχύτητα μετριασμένη, όπως με ταχύτητα 50-60 χλμ./ώρα, που επιβαλλόταν λόγω της κίνησης σε καμπύλη της οδού, θα μπορούσε αφενός να ασκήσει πέδηση και αφετέρου να αποφύγει με ασφάλεια τη σύγκρουση με δεξιό ελιγμό , διερχόμενη πίσω από το κάθετα διασχίζον την οδό ΙΧΦ.

Εν προκειμένω, σε σχέση με το προαναφερθέν δεύτερο σκέλος του ως άνω πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης πρέπει να τονισθεί ότι ,με βάση τις ανωτέρω αναλυτικά αναφερθείσες και αυτολεξεί παρατεθείσες παραδοχές και κρίσεις του, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ και του άρθρου 19 του Κ.Ο.Κ.

τις οποίες σύμφωνα με τα αναφερόμενα κατά την έρευνα του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε στην προσβαλλόμενη σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα της Ν.

Θ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκινήτου (που ήταν ασφαλισμένο στην ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ", καθόσον τα (ανωτέρω αυτολεξεί παρατεθέντα) πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, Α) συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος και επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, η (ανωτέρω αναλυτικά περιγραφείσα) παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της Ν.

Θ. κατά την οδήγηση του με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκινήτου της (που ήταν ασφαλισμένο στην ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ"), ως πρόσφορη αιτία του θανάσιμου τραυματισμού του οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσικλέτας Δ.

Σ. καθώς και να θεωρηθεί ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της (ανωτέρω αναλυτικά περιγραφείσας) παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της Ν. Θ. κατά την οδήγηση του με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκινήτου της και της επέλευσης του θανάσιμου τραυματισμού του προαναφερθέντος Δ. Σ. κατά το ένδικο ατύχημα, Β) επιτρέπουν επίσης το συμπέρασμα περί της έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας (αμέλειας) εκ μέρους του κανονικά κινούμενου στο ρεύμα πορείας του με νόμιμη ταχύτητα θανάσιμα τραυματισθέντος οδηγού της υπ'αριθμ.

κυκλοφορίας …. δίκυκλης μοτοσικλέτας Δ. Σ. στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, καθώς και περί της έλλειψης οποιασδήποτε αιτώδους συνάφειας μεταξύ της περί την οδήγηση συμπεριφοράς του υπ'αριθμ. κυκλοφορίας …. δίκυκλης μοτοσικλέτας Δ. Σ. και της επέλευσης του θανάσιμου τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, λαμβανομένου υπό όψη ότι προσδιορίζεται επαρκώς και το γεγονός ότι αυτός έβαινε κανονικά στο ρεύμα πορείας του με σύννομη ταχύτητα και δη με βάση την ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα τύπου Ρ-32 στην εν λόγω χιλιομετρική θέση, που προσδιορίζει το όριο ταχύτητας σε 90 χλμ./ώρα.

Επομένως, είναι αβάσιμος και κατά το προαναφερθέν δεύτερο σκέλος του ο ως άνω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά και συγκεκριμένα κατά τις αιτιάσεις του περί του μη προσδιορισμού της απόστασης από το σημείο του ατυχήματος της στροφής από την οποία εξήλθε η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο θανάσιμα τραυματισθείς κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, περί του μη προσδιορισμού του κατά πόσον αυτός μπορούσε ή όχι και από ποία απόσταση να αντιληφθεί ότι η οδηγός του ως άνω ζημιογόνου Ι.Χ.Φ.

εκκινούσε από τη θέση στάθμευσης και αποφάσιζε να διασχίσει παρανόμως κάθετα το οδόστρωμα στο ρεύμα πορείας του, περί του μη προσδιορισμού του κατά πόσον ο θανάσιμα τραυματισθείς οδηγός της μοτοσικλέτας θα μπορούσε με δεξιό ελιγμό και ταχύτητα 50-60 χλμ./ώρα να πεδήσει και να αποφύγει την ένδικη σύγκρουση, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), αλλά και διότι στο δικαστήριο της ουσίας δεν είχε προτείνει η αναιρεσίουσα τους ανωτέρω ισχυρισμούς της, αλλά είχε στηρίξει την ένστασή της περί συνυπαιτιότητας του παθόντος σε ποσοστό 95% για το ένδικο τροχαίο ατύχημα αποκλειστικά στην φερόμενη υπερβολική ταχύτητά του, που κατά την εναγομένη - εφεσίβλητη και τώρα αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία υπερέβαινε τα 100 χλμ/ώρα (βλ. 9 σελίδα, στίχος 4ος επ.

των ενώπιον του Εφετείου προτάσεών της και σελ. 3 στίχος 1ος των ταυτάριθμων με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου). Συνακόλουθα, αφού κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη με τον προαναφερθέντα πρώτο λόγο αναίρεσης κατά τα ως άνω πρώτο και δεύτερο σκέλη του, πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί κατά τα αναλυτικά προεκτεθέντα.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 944/2017).

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 10/2017, Ολ.

ΑΠ 9/2015, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1136/2018). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της εύλογης αυτών χρηματικής ικανοποίηση είναι ο χρόνος της συζήτησης της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 25 του Συντάγματος και 932 Α.Κ.

και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα προαναφερόμενα υπέρογκα ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους από τον θανάσιμο τραυματισμό που υπέστη ο προαναφερθείς συγγενής των αναιρεσιβλήτων Δ. Σ. κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα.

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης προκύπτουν τα εξής: το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα, συνεπεία του οποίου τραυματίστηκε θανάσιμα ο προαναφερθείς συγγενής των αναιρεσιβλήτων Δ.

Σ. προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα της Ν. Θ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκινήτου της (που ήταν ασφαλισμένο στην ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ") σχετικά με το ενδιαφέρον τον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης, κεφάλαιο της κατ` άρθρο 932 Α.Κ.

απαίτησης του ενάγοντος - αναιρεσείοντος περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από τον σοβαρό τραυματισμό του, οφειλόμενο στο επίδικο τροχαίο ατύχημα, το οποίο συνέβη στις 20-10-2007, δέχθηκε τα ανωτέρω, στο οικείο κεφάλαιο της παρούσης αυτολεξεί παρατιθέμενα και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον, κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, θανάσιμο τραυματισμό του ανωτέρω Δ.

Σ., ανερχόμενη (αντιστοίχως) στο ποσό των 80.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα σύζυγό του, στο ποσό των 60.000 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα πατέρα του, στο ποσό των 50.000 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα αδελφή του, στο ποσό των 20.000 ευρώ για τον τέταρτο ενάγοντα πεθερό του, στο ποσό των 20.000 ευρώ για την πέμπτη ενάγουσα πεθερά του.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο , δηλαδή καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που οι ενάγοντες υπέστησαν από τον, κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, θανάσιμο τραυματισμό του ανωτέρω Δ. Σ. στα προαναφερόμενα (αντιστοίχως) για έκαστο τούτων χρηματικά ποσά , δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Δικαστήριο ουσίας ότι αποδείχθηκαν σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα της Ν.

Θ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧΦ αυτοκινήτου της (που ήταν ασφαλισμένο στην ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ") για το ένδικο ατύχημα και τον συνεπεία αυτού θανάσιμο τραυματισμό κατ'αυτό του Δ. Σ., καθώς και τον αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη στενό συγγενικό και συναισθηματικό δεσμό που τους συνέδεε με αυτόν, και τον βαθύ πόνο και θλίψη που τους προκάλεσε ο κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα θανάσιμος τραυματισμός του.

Ενόψει όλων αυτών ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).

Τέλος, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, αφού αυτός ερημοδίκησε και δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα, ούτε, φυσικά, υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-4-2019 και καταχωρηθείσα στο Εφετείο Αθηνών με Γ.Α.Κ. 4348/Ε.Α.Κ. 395/6-5-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 242/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α", στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ .

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου