Supreme Court dismisses appeal against small claims judgment due to vague grounds and lack of evidence of donor intent.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final small claims judgment regarding a bank account dispute. The appellant argued for ambiguity in the mother's intent regarding a donation, but the court found the appeal grounds vague and unsupported by specific facts. Since the lower court had clearly ruled that no donation was proven, the Supreme Court rejected the appeal as inadmissible and baseless.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 569 §2, 561 §2, 173, 200 of the Code of Civil Procedure and the Civil Code; An appeal is inadmissible if grounds are vague and unsupported by facts, and baseless if the lower court correctly applied substantive law without error.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 961 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 961/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Δ. του Ε., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευανθία Γιασματζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Α. και 2) Ε. Σ. του Α., αμφοτέρων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Ευαγγελοδήμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-6-2020 δύο αγωγές της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου και του ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Μάσσητος και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η απόφαση 92/2021 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-12-2021 αίτησή του και τους από 4-11-2024 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μικροδιαφορών με αριθμό 92/2021 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Μάσσητος ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 ΚΠολΔ). Επίσης νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρο 569 παρ.2 του ΚΠολΔ ασκήθηκαν οι από 4.11.2024 πρόσθετοι λόγοι που κατατέθηκαν στο παρόν δικαστήριο με το από 4.11.2024 δικόγραφο, που επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 5.11.2024, με τις με αριθμούς ....2024 και ....2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Σ.
Χ., ήτοι τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο. Πρέπει, επομένως η ανωτέρω αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης αφού συνεκδικασθούν κατ'άρθ.246 ΚΠολΔ να ερευνηθούν περαιτέρω κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους κατ' άρθρο 560 του ΚΠολΔ. 2. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος προέκυψαν τα ακόλουθα:
Η Α. χα Ε. Δ. και τα τέκνα αυτής Ι. Δ., εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων και η Β. συζ. Α. Σ. ήταν συνδικαιούχοιτου με αριθμό ... κοινού λογαριασμού ταμιευτηρίου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία 'Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ', ο οποίος στις 17.4.2012 είχε πιστωτικό υπόλοιπο 50.000 ευρώ, το οποίο στον ανωτέρω χρόνο ανέλαβε ο εναγόμενος και μετέφερε στο με αριθμό ...
τραπεζικό λογαριασμό, του οποίου ήταν δικαιούχος μετά της συζύγου του Σ. Α. Ελλείψει κάποιας εσωτερικής σχέσης μεταξύ των ανωτέρω τριών συνδικαιούχων, δυνάμει της οποίας η αναλογία ως προς το υφιστάμενο κάθε φορά ποσό του κοινού λογαριασμού να ρυθμίζεται διαφορετικά από την βασική αναλογία με βάση τον αριθμό όλων των συνδικαιούχων, η Α.
Δ. είχε απαίτηση εξ' αναγωγής επί του 1/3 κατά το χρόνο ανάληψης του ποσού των 50.000 ευρώ από τον εναγόμενο. Η τελευταία απεβίωσε στις ....2014 και κληρονομήθηκε από τα δυο της τέκνα, ήτοι τον εναγόμενο και τη Β. Σ., η οποία νομοτύπως και εμπροθέσμως αποποιήθηκε την κληρονομιά της μητέρας της, στη θέση της οποίας υπεισήλθαν κατ' ισομοιρίαν τα δυο τέκνα της, ήτοι οι ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος στην κληρονομιά της γιαγιάς τους, δικαιούμενος έκαστος να λάβει από τον εναγόμενο την απαίτηση της αποβιώσασας προς καταβολή του αναληφθέντος πέραν της αναλογίας της στο κοινό τραπεζικό λογαριασμό, ποσό από [50.000: 3];4=] 4.166,66 ευρώ.
Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι στην επίδικη σύμβαση είχε τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν 5632/1938, ότι δηλαδή μετά το θάνατο κάποιου συγκαταθέτη ή καταθέτη ο λογαριασμός θα περιέλθει αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες συνδικαιούχους, ώστε οι κληρονόμοι να αποξενώνονται πλήρως από το ποσό της κατάθεσης, το οποίο εξαιρείται από την κληρονομιά και να περιέρχεται αυτοδίκαια στους επιζώντες συγκαταθέτες, χωρίς να μπορούν οι κληρονόμοι να αντλήσουν δικαιώματα από την εσωτερική σχέση των τελευταίων με τον κληρονομούμενο, με αποτέλεσμα το ποσό του κοινού τραπεζικού λογαριασμού, να καθίσταται εν προκειμένω στοιχείο της κληρονομιάς, απορρίπτεται ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού εν προκειμένω η επίδικη ανάληψη έλαβε χώρα προ του θανάτου της Α.
Δ. Ο δε ισχυρισμός του εναγομένου ότι η επίδικη ανάληψη έγινε ένεκα δωρεάς από την μητέρα του, ουδόλως αποδείχθηκε, ενώ έρχεται σε αντίθεση με όσα ο ίδιος ισχυρίστηκε στο δικόγραφο της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΤΜ 52/18.01.2018 έφεσής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, όπου και εκθέτει ότι η μητέρα του είχε ζητήσει από αυτόν να αναλάβει το ποσό των 50.000 ευρώ προκειμένου να μην σπαταληθούν από την μητέρα των εναγόντων και όχι εν είδει δωρεάς.
Εξάλλου και η σύζυγος του εναγομένου στην υπ' αριθμ 7575/2017 ένορκη κατάθεσή της ισχυρίζεται ότι η πεθερά της - μητέρα του εναγομένου προόριζε τα χρήματα του λογαριασμού για τα γηρατειά της και ότι ζήτησε από τον υιό της - εναγόμενο να τα βάλει στο λογαριασμό του για να μην την πιέζει η κόρη της. Με βάση τα ανωτέρω έγιναν δεκτές οι αγωγές και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος ήδη αναιρεσειων να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων νομιμότοκα το ποσό των 4.166,66 ευρώ.
3. Κατ' άρθρο 560 του ΚΠολΔ, μεταξύ των περιοριστικά απαριθμούμενων λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, είναι ο αριθμός 5, σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, (ΑΠ 420/2023, ΑΠ 196/2020).
Ειδικότερα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία ταυτίζεται με αυτή του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 1367/2022). Ο εκ του ανωτέρω άρθρου, λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Α.Π.85/2020, ΑΠ 667/2018).
4. Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης ο αναιρεσειων αιτιάται την προσβαλλόμενη για την από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στην μετά από εσφαλμένη διάγνωση των προσκομιζόμενων από αυτόν αποδεικτικών μέσων και εσφαλμένη ανάγνωση των σχετικών εγγράφων, εσφαλμένως το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς τον προταθέντα ισχυρισμό του περί του ότι η ανάληψη από αυτόν στις 17.4.2012 του χρηματικού ποσού των 50.000 ευρώ από τον με αριθμό ... κοινό καταθετικό λογαριασμό, αποτελούσε δωρεά της μητέρας του προς αυτόν. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της αναιρετικής από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλήττεται η κατ' ουσίαν ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών [άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ], πλέον του ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και επομένως δεν εμπίπτει στην έννοια του πράγματος και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται. Έτι δε περαιτέρω είναι αβάσιμος, εφόσον από την προαναφερθείσα επισκόπηση της προσβαλλόμενης το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό και τον απέρριψε.
5. Ακολούθως με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια που συνίσταται στην μη λήψη του προταθέντος ισχυρισμού του περί της ύπαρξης του συμβατικού όρου του άρθρου 2 του ν. 5638/32, που υπήρχε στον κοινό μετά της μητέρας του καταθετικό με αριθμό 815/740578-24 λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως αλυσιτελή. Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα από τον αναιρεσείοντα ο ισχυρισμός του ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αλλά απορρίφθηκε, όπως τούτο προκύπτει και από την προαναφερθείσα επισκόπηση της προσβαλλόμενης, γεγονός που επιπροσθέτως καθιστά το λόγο αυτό αβάσιμο.
6. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και, αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 71/2023).
Η διαπίστωση εξάλλου, από το Δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 51/2020).
Τέλος, κατά τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 26/2004).
Οι ερμηνευτικοί δε κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΑΠ 863/2022, ΑΠ 225/2020, ΑΠ 84/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο και τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στην εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ ως προς την ύπαρξη ή όχι κενού στην επικαλούμενη από αυτόν συμφωνία της δωρεάς από την μητέρα του, που θα καθιστούσε αναγκαία την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων καθώς και σε αντιφατικές περί των ανωτέρω αιτιολογίες. Οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, καθόσον δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη, κάποια συγκεκριμένη πλημμέλεια που να θεμελιώνει τον σχετικό λόγο, και ειδικότερα δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά της προσβαλλόμενης, από τα οποία να προκύπτει ασάφεια στην επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα σύμβαση της προαναφερθείσας δωρεάς, και συγκεκριμένα δεν παραθέτονται ούτε τα κενά, ούτε σε τι συνίσταται η αμφιβολία περί της δήλωσης βούλησης της μητέρας του στην επικαλούμενη από αυτόν σύμβαση δωρεάς.
Σε κάθε δε περίπτωση οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, εφόσον, το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, εφόσον δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση της μητέρας του αναιρεσείοντος και συνακόλουθα δεν προέβη σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αυτής, αλλά αντιθέτως με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες έκρινε χωρίς αντιφάσεις ότι ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου περί του ότι η επίδικη ανάληψη έγινε ένεκα δωρεάς από την μητέρα του. Ούτε, τέλος, διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας όσον αφορά την ανωτέρω δήλωση βούλησης της μητέρας του [αναιρεσείοντος] και, ως εκ τούτου, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει ούτε και προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Μετά ταύτα ελλείποντος άλλου λόγου αναίρεσης η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι και πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, ο αναιρεσειων , ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 15-12-2021 αίτηση και τους από 4-11-2024 πρόσθετους λόγους αναίρεσης της 92/2021 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μάσσητος.
-Απορρίπτει την από 15.12.2021 αίτηση και τους από 4.11.2024 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της εκδοθείσας με την ειδική διαδικασία των μικροδιαφορών με αριθμό 92/2021 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μάσσητος.
-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Ελληνικό Δημόσιο.
Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια [2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ