Legislator Giurisprudenza & Legislazione
961/2021 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident liability judgment due to lack of substantive grounds.

Numero d'incarto 961/2021
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the First Instance Court's judgment regarding liability for a traffic accident. The court found the appellant's arguments regarding the adequacy of the lower court's reasoning to be substantively unfounded based on the established facts. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 577, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment must be substantively grounded, and the Supreme Court will reject it if the lower court's reasoning is adequate and the facts support the applied legal rules.

Parole chiave

Generato dall'IA
traffic accident liability annulment appeal substantive grounds adequate reasoning legal costs Code of Civil Procedure Supreme Court

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 961 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 961/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 1-11-2011 αγωγή του Σ. Ζ. του Χ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1183/2013 μη οριστική και 2345/2015 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3297/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-9-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12.9.2019 και με αριθ. καταθ. Εφετείου Αθηνών ΓΑΚ 8360/ ΕΑΚ 796/16-09-2019 αίτηση για την αναίρεση της υπ` αριθμ. 3297/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα (άρθρ. 681 Α, 666επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/ 2015 ), κατ' αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ` ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω και αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ` άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι Α) ο Σ.

Ζ., που δεν είναι διάδικος στην προκείμενη αναιρετική δίκη, του οποίου το ΔΧ Φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, ήταν ασφαλισμένο στην (τώρα αναιρεσείουσα) ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του (τώρα αναιρεσίβλητου) πρώτου εναγομένου Δ.

Ζ. και κατά του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΖΗΜΙΩΝ", λόγω ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της,την από 1.11.2011 και με αρ. κατάθ. 67872/2406/2012 αγωγή του, ισχυριζόμενος ότι ο πρώτος εναγόμενος (τώρα αναιρεσίβλητος ) Δ.

Ζ.ς, οδηγώντας την αναφερόμενη στην αγωγή αυτή μοτοσυκλέτα του, που ήταν ασφαλισμένη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΖΗΜΙΩΝ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα, υπό τις περιγραφόμενες στην εν λόγω αγωγή συνθήκες αυτοκινητικό ατύχημα, συνεπεία του οποίου προκλήθηκαν υλικές ζημιές στο οδηγούμενο από τον υιό του Γ.

Ζ., Δ.Χ. Φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, και ζητούσε να υποχρεωθούν οι ως άνω εναγόμενοι να του καταβάλλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, για αποζημίωσή του και χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης . Β) ο Δ. Ζ.ς (τώρα αναιρεσίβλητος) άσκησε, ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), κατά του προαναφερθέντος Γ.

Ζ. και του προαναφερθέντος Σ. Ζ., που δεν είναι διάδικοι στην προκείμενη αναιρετική δίκη, καθώς και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" (τώρα αναιρεσείουσας ) την από 30.8.2012 και με αρ. κατάθ. 141369/5494/2012 αγωγή του, ισχυριζόμενος ότι ο πρώτος εναγόμενος Γ.

Ζ., οδηγώντας, ως προστηθείς υπό του ιδιοκτήτη του, το Δ.Χ. Φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του προαναφερθέντος δεύτερου εναγόμενου Σ. Ζ., που ήταν ασφαλισμένο για τις ζημιές έναντι τρίτων στην τρίτη εναγόμενη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" (τώρα αναιρεσείουσα), προκάλεσε από αποκλειστική του υπαιτιότητα, υπό τις περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες, αυτοκινητικό ατύχημα, συνεπεία του οποίου καταστράφηκε ολοσχερώς η οδηγούμενη από τον ενάγοντα Δ.

Ζ. (τώρα αναιρεσίβλητο ) μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του και τραυματίστηκε σοβαρά ο ίδιος (ενάγων - τώρα αναιρεσίβλητος). Ζητούσε δε, μετά από νομότυπα περιορισμό του αιτήματός του από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των ως άνω εναγομένων να του καταβάλλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, για αποζημίωσή των θετικών και αποθετικών ζημιών του, για πρόσθετη αποζημίωσή του κατ' άρθρο 931 ΑΚ λόγω της μόνιμης αναπηρίας του, και για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης του.

Επί των ως άνω συνεκδικασθεισών αγωγών εκδόθηκε Ι) αρχικά μεν η υπ` αριθμ. 1183/2013 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατ'αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διεξαχθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη σχετικά με τον τραυματισμό του ενάγοντα της από 30.8.2012 και με αρ.

κατάθ. 141369/5494/2012 αγωγής (τώρα αναιρεσίβλητου), στη συνέχεια δε

ΙΙ) η υπ` αριθμ. 2345/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά τα σε αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα, κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ως άνω από 1.11.2011 και με αρ. κατάθ. 67872/2406/2012 αγωγής του Σ. Ζ. (που δεν είναι διάδικος στην προκείμενη αναιρετική δίκη),ως προς το περί διαφυγόντων εισοδημάτων κονδύλιό της, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ίδια ως άνω αγωγή κατά τα λοιπά κονδύλια αυτής, απορρίφθηκε δε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη στο σύνολό της και η (αντίθετη) από 30.8.2012 και με αρ.

κατάθ. 141369/5494/2012 αγωγή (του τώρα αναιρεσίβλητου). Κατά της υπ` αριθμ. 2345/2015 αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, Α) η από 20.11.2016 και με αρ. έκθ. κατάθ. 506659/500449/2016 έφεση του ενάγοντος της ως άνω από 1.11.2011 και με αρ. κατάθ. 67872/2406/2012 αγωγής Σ. Ζ. (που δεν είναι διάδικος στην προκείμενη αναιρετική δίκη), Β) η από 11.02.2017 και με αρ.

έκθ. κατάθ. 508117 /500543/2017 έφεση του δεύτερου εναγόμενου της ίδιας ως άνω από 1.11.2011 και με αρ. κατάθ. 67872/2406/2012 αγωγής ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", Γ) η από 29.09.2015 και με αρ. έκθ. κατάθ. 6788 /2015 έφεση του ηττηθέντος ενάγοντος της από 30.8.2012 και με αρ. κατάθ. 141369/5494/2012 αγωγής (τώρα αναιρεσίβλητου).

Επί των ως άνω εφέσεων εξεδόθη η προσβαλλόμενη υπ'αρ. 3297/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που αφού συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις κατ' αντιμωλία των διαδίκων, Α) απέρριψε ως απαράδεκτη την από 20.11.2016 και με αρ. έκθ. κατάθ. 506659/500449/2016 έφεση του ενάγοντος της ως άνω από 1.11.2011 και με αρ. κατάθ. 67872/2406/2012 αγωγής του Σ.

Ζ. (που δεν είναι διάδικος στην προκείμενη αναιρετική δίκη), Β) απέρριψε ως απαράδεκτη την από 11.02.2017 και με αρ. έκθ. κατάθ. 508117 /500543/2017 (αντίθετη ) έφεση του δεύτερου εναγόμενου της ίδιας ως άνω από 1.11.2011 και με αρ. κατάθ. 67872/2406/2012 αγωγής ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", Γ) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 29.09.2015 και με αρ.

έκθ. κατάθ. 6788 /2015 έφεση του ηττηθέντος ενάγοντος της από 30.8.2012 και με αρ. κατάθ. 141369/5494/2012 αγωγής (τώρα αναιρεσίβλητου), που στρεφόταν κατά της τώρα αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας (και κατά των προαναφερθέντων Γ. Ζ. και Σ. Ζ., που δεν είναι διάδικοι στην προκείμενη αναιρετική δίκη ), εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 2345/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιό της που αφορούσε την από 30.8.2012 και με αρ.

κατάθ. 141369/5494/2012 αγωγή του τώρα αναιρεσίβλητου, διακράτησε την υπόθεση κατά το κεφάλαιό της αυτό,και στην συνέχεια, δικάζοντας επί της ως άνω από 30.8.2012 και με αρ. κατάθ. 141369/5494/2012 αγωγής του τώρα αναιρεσίβλητου, που στρεφόταν κατά της τώρα αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας (και κατά των προαναφερθέντων Γ.

Ζ. και Σ. Ζ., που δεν είναι διάδικοι στην προκείμενη αναιρετική δίκη ) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη, σύμφωνα με τα σε αυτήν οριζόμενα .

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019).

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 88/2019 ).

Αμέλεια, κατ` άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018] Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος [ΑΠ 270/2018 ].

Κατά το άρθρο 300 παρ.1 εδ. α`ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του.

Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι` αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 211/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 188/2015, ΑΠ 1673/2013).

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς [ΑΠ 270/2018 ] .Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020,ΑΠ 270/2018].

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ικανή να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη στιγμή. [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 307/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018] Το αν η πράξη ή η παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας.

Η κρίση όμως ότι η πράξη ή παράλειψη, υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Δεν αποκλείεται κατ` αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται επίσης ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 307/2020, ΑΠ 1212/2019, ΑΠ 1181.2019, ΑΠ 90/2019). Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος [ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013].

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014 ].

Περαιτέρω κατά την παρ. 1 του άρθρου 12 Κ.Ο.Κ. '' 1. Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι Οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ................. και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών . Κατά δε την παρ. 1 του άρθρου 19 Κ.Ο.Κ "Ταχύτητα και απόσταση μεταξύ οχημάτων 1.

Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς." Κατά την παρ. 1 του άρθρου 19 Κ.Ο.Κ " 4. Σε οδοστρώματα που είναι χωρισμένα σε δύο ή περισσότερες λωρίδες κυκλοφορίας, κατά κατεύθυνση με κατά μήκος διαγραμμίσεις, οι οδηγοί οχημάτων υποχρεούνται να οδηγούν αυτά μέσα στα όρια μιας λωρίδας και κατά το δυνατόν, στο μέσο αυτής.", ενώ κατά τις παρ. 3 περ.

α και παρ. 8 περ. α του άρθρου 5 Κ.Ο.Κ " άρθρο 5 παρ.1....2.................3. Οι κατά μήκος διαγραμμίσεις είναι: α) Η αποτελούμενη από μια ή δύο συνεχείς γραμμές η οποία σημαίνει διαχωρισμό των λωρίδων αντίθετων κατευθύνσεων........... 8. Στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται : α) Να διαβαίνουν την εκ μιας ή δύο συνεχών γραμμών, κατά μήκος, διαγράμμιση, ως και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής." .

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020,ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018 ).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020,ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020 ).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020,]. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020) ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).

Ήδη με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β` ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να καταγνώσει συνυπατιότητα σε βάρος του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα φορτηγού αυτοκινήτου στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, και του συνεπεία τούτου τραυματισμού του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου ), παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 α και παρ. 8α του Κ.Ο.Κ., καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 α, 16 παρ. 4 και 19 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., που εφήρμοσε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προυποθέσεις εφαρμογής τους, παραβίασε δε και τις διατάξεις των ουσιαστικών κανόνων των άρθρων 914, 300 και 330 ΑΚ, τις οποίες επίσης εφήρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους , σύμφωνα με τα στον ως άνω λόγο αναίρεσης αναλυτικά εκτιθέμενα.

Περαιτέρω με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, σε σχέση με την διαγνωσθείσα υπ' αυτού, κρίσιμη για το αποτέλεσμα της δίκης, συνυπατιότητα σε βάρος του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα φορτηγού αυτοκινήτου, στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, και του συνεπεία τούτου τραυματισμού του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου ), διέλαβε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σύμφωνα με τα στον ως άνω λόγο αναίρεσης αναλυτικά εκτιθέμενα.

Αναφορικά με τους προαναφερθέντες αναιρετικούς λόγους, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 ΚΠολΔ., της προσβαλλόμενης, εκδοθείσας κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα (άρθρ. 681 Α, 666 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/ 2015 ), υπ' αρ. 3297/2019 απόφασης του, στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα αφενός της υπαιτιότητας του εναγόμενου- πρώτου εφεσίβλητου οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας …- ΔΧ Φορτηγού αυτοκινήτου (που ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εφεσίβλητη -αντεκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία ), αφετέρου της υπαιτιότητας του (τώρα αναιρεσίβλητου ) εκκαλούντος - ενάγοντος και οδηγού της υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσυκλέτας του, που ήταν ασφαλισμένη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΖΗΜΙΩΝ", της οποίας η άδεια λειτουργίας έχει ανακληθεί, καθώς και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου των προαναφερθέντων οδηγών και του επελθόντος ενδίκου ατυχήματος και του συνεπεία τούτου ζημιογόνου αποτελέσματος, τα εξής πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί παρατιθέμενα: <<Στις 14.09.2007 και περί ώρα 17.10' ο ενάγων Δ.

Ζ. οδηγώντας την υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του, μάρκας SUZUKI τύπου DL 650, κυλινδρισμού 645 cc, μήκους 2,29 μ., ύψους σέλας 0,82 μ., πλάτους 0,84 μ. και βάρους 220 κιλών, εκινείτο προς Λεωφόρο Ραμνούντος, στον Μαραθώνα Αττικής, με κατεύθυνση από το λιμάνι της Αγίας Μαρίνας προς Ν. Μάκρη. Την ίδια χρονική στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος Γ.

Ζ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … ΔΧ, ανοικτό ανατρεπόμενο τετραξονικό, με 8 τροχούς (2 σε κάθε άξονα), φορτηγό, πλάτους 2,50 μ. και το οποίο, κατά τον χρόνο αυτό, δεν έφερε φορτίο και είχε βάρος 14 περίπου τόνους (13,81 τόνους απόβαρο πλέον του οδηγού του, καυσίμων και εργαλείων), προστηθείς στην οδήγηση από τον κύριο αυτού και πατέρα του ιδίου, δεύτερο εναγόμενο Σ.

Ζ. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες προς τρίτους από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Α.Ε.Ε.Γ.Α.", εκινείτο στην ίδια ως άνω λεωφόρο, με αντίθετη κατεύθυνση του ως άνω οδηγού της μοροσυκλέτας-ενάγοντος, ήτοι από Ν. Μάκρη προς το λιμάνι της Αγίας Μαρίνας.

Η λεωφόρος Ραμνούντος είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, που χωρίζονται μεταξύ τους με συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή λευκού χρώματος, έχει πλάτος 6,50 μ. με εκάστη λωρίδα να έχει πλάτος 3,25 μ., είναι άσφαλτος και επιπλέον έχει 2 μ. χωμάτινο έρεισμα στο ρεύμα κυκλοφορίας προς λιμάνι Αγ.

Μαρίνας, όπου εκινείτο το φορτηγό, και στο 2° χιλιόμετρο αυτής από το Κ. Σούλι προς Αγία Μαρίνα, σχηματίζει αριστερή καμπύλη με μικρή κλίση προς Αγ. Μαρίνα, ήτοι στο ρεύμα πορείας όπου εκινείτο το φορτηγό. Το όριο ταχύτητας ορίζεται στα 50 χιλιόμετρα ωριαίως λόγω κατοικημένης περιοχής. Κατά τον ως άνω χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία και ήταν ημέρα, έπνεε δε άνεμος 6-7 μποφόρ.

Στον ως άνω χρόνο και τόπο και συγκεκριμένα στη λεωφόρο Ραμνούντος, στο 2° χιλ. από το Κ. Σούλι προς Αγία Μαρίνα, ο πρώτος εναγόμενος Γ. Ζ., οδηγώντας το προαναφερόμενο φορτηγό, ευρισκόταν 10 μ. περίπου πριν την αριστερή καμπύλη της οδού, στην οποία θα εισέρχονταν, πραγματοποιώντας αριστερή στροφή κατά την πορεία του, ο δε ενάγων Δ.

Ζ. εξερχόταν από την στροφή έχοντας ήδη διέλθει την αντίστοιχη δεξιά κατά την πορεία του καμπύλη της οδού. Αμφότεροι οι οδηγοί κινούνταν με σύννομη ταχύτητα, Ο πρώτος εναγόμενος Γ. Ζ. κατά την είσοδο του στην στροφή κατά την ως άνω πορεία του εισήλθε προς στιγμή εν μέρει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας (βλπ.

ιδία την 24975Α/2014 αμετάκλητη απόφαση του Η' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και την από 11-5-2009 κατάθεση του μάρτυρα Δ. Ν., ο οποίος εξετάσθηκε από τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές σχετικά με την ένδικη σύγκρουση), την ίδια στιγμή ο ενάγων Δ. Ζ. κατά την έξοδό του από τη δεξιά κατά την πορεία του στροφή, έχασε προς στιγμήν τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε και, εξερχόμενος από το ρεύμα κυκλοφορίας του, διάβηκε διαγωνίως τη διπλή διαχωριστική γραμμή της ως άνω οδού και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο το φορτηγό, ο οδηγός του οποίου (πρώτος εναγόμενος), έχοντας ήδη αντιληφθεί την πορεία της ως άνω μοτοσυκλέτας επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά και κινήθηκε διαγωνίως δεξιά της πορείας του εξερχόμενος του αντιθέτου ρεύματος πορείας (στο οποίο είχε εισέλθει κατά τα ανωτέρω).

Κατά την προσέγγιση των δύο οχημάτων, πριν την πρώτη επαφή τους, επιπλέον του πρώτου εναγομένου (οδηγού του φορτηγού, όπως προαναφέρθηκε) και ο οδηγός της μοτοσυκλέτας - ενάγων, δηλαδή αμφότεροι οι οδηγοί, αντιλήφθηκαν την επικείμενη πρόσκρουση και πραγματοποίησαν αποφευκτικό ελιγμό έκαστος προς τα δεξιά κατά την πορεία τους, μην προλαβαίνοντας να τροχοπεδήσουν, πλην όμως λόγω της μικρής 10 μ.

περίπου απόστασης μεταξύ των δύο οχημάτων, που έβαινε διαρκώς μειούμενη εκ της ταυτόχρονης κίνησης τους, και λόγω του πλάτους του φορτηγού οχήματος, η σύγκρουσή τους δεν αποφεύχθηκε. Ειδικότερα η μοτοσυκλέτα του ενάγοντος Δ. Ζ., κινούμενη διαγωνίως του άξονος της οδού στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και με πλάγια κλίση προς τα δεξιά, λόγω του προαναφερόμενου αποφευκτικού ελιγμού του οδηγού της, που προσπαθούσε να επαναφέρει το όχημά του στο ρεύμα κυκλοφορίας του, ευρισκόμενη πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής στο αντίθετο της κατεύθυνσής της ρεύμα πορείας, ήτοι προς Λιμάνι Αγίας Μαρίνας (εκείνης δηλαδή του φορτηγού), προσέκρουσε με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά της στην αριστερή εμπρόσθια πλευρά του φορτηγού.

Την επόμενη στιγμή η μοτοσικλέτα άρχισε να πέφτει στο οδόστρωμα με τη δεξιά πλευρά της μαζί με τον αναβάτη της ενάγοντα Δ. Ζ., κατά δε την πτώση αυτή ο τελευταίος αποχωρίστηκε αυτής και έπεσε με τη δεξιό πλευρά του σώματος του στο οδόστρωμα προσκρούοντας σ' αυτό με τον δεξί αγκώνα και με το δεξί πόδι του, υφιστάμενος θλαστικό τραύμα επιφάνειας δεξιού αγκώνος και κάταγμα δεξιάς ποδοκνημικής - άκρου ποδός ανοικτό 1ου βαθμού, όπως ειδικότερα κατωτέρω αναφέρεται.

Εν συνεχεία και λόγω της φοράς που είχε αποκτήσει από τη σύγκρουση, το σώμα του γύρισε μπρούμυτα (πρηνηδόν) με τελική θέση έκτασης από τα γόνατα και άνω εντός του ρεύματος προς Ν. Μάκρη (όπου η πορεία του), ενώ το αριστερό γόνατο και η αριστερή ποδοκνημική του εκτεινόταν επί της διαχωριστικής λωρίδας κυκλοφορίας και στο ρεύμα προς Αγία Μαρίνα.

Η μοτοσυκλέτα ανατράπηκε επίσης προς τα δεξιά και έπεσε στο οδόστρωμα στο ύψος της μεσότητας του δεύτερου και τρίτου άξονα του φορτηγού, την επόμενη δε στιγμή το φορτηγό, έχοντας φορά προς τα δεξιά της πορείας του λόγω του ήδη αντίστοιχου ελιγμού του οδηγού του, με τους οπίσθιους αριστερούς τροχούς (εξωτερικό τμήμα αυτών) πάτησε την αριστερή ποδοκνημική του ενάγοντος, καταλείποντας κηλίδα αίματος επί της διαχωριστικής γραμμής, ενώ παρέσυρε τη μοτοσυκλέτα εγκλωβίζοντάς την ανάμεσα στον 2° και 3° άξονά του σε απόσταση 13,5 μ.

εντός του ρεύματος προς Αγία Μαρίνα (όπου εκινείτο) με κατεύθυνση διαγωνίως δεξιά κατά τη φορά του ελιγμού του, με αποτέλεσμα τη δημιουργία χαραγών στο ρεύμα αυτό, απ' όπου αμφότερα τα οχήματα εξήλθαν της ασφάλτου και εισήλθαν στο χωμάτινο έρεισμα πλάτους 2 μ. Στο σημείο εκείνο η μοτοσυκλέτα απεγκλωβίστηκε από το φορτηγό, ενώ το φορτηγό εισήλθε πλήρως στο παρακείμενο του ερείσματος χωράφι.

Εν συνεχεία ο οδηγός αυτής (πρώτος εναγόμενος) Γ. Ζ. κινήθηκε αριστερά κατευθύνοντας το φορτηγό παραπλεύρως της οδού, όπου και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση από το ασφάλτινο τμήμα της οδού 6,70 μ. το εμπρόσθιο μέρος του και 5,30 μ. το οπίσθιο μέρος του (πέραν δηλαδή και του χωμάτινου ερείσματος). Εξαιτίας της σύγκρουσης και της τριβής των οχημάτων στο οδόστρωμα προκλήθηκε πυρκαγιά, η οποία μάλιστα επεκτάθηκε και σε πλησίον δασική έκταση, και από την οποία αμφότερα τα οχήματα υπέστησαν ζημίες.

Τη στιγμή που κατέφθασε η τροχαία περί ώρα 18.45' η κατάσταση της οδού ήταν υγρά λόγω των υδάτων που είχαν χρησιμοποιήσει τα οχήματα και τα εναέρια μέσα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για την κατάσβεση της πυρκαγιάς, η κυκλοφορία στο σημείο είχε διακοπεί, υπήρχαν αρκετοί διερχόμενοι πεζοί, ενώ το εκ του τραύματος του ενάγοντος Δ.

Ζ. αίμα είχε απλωθεί, λόγω των υδάτων στο οδόστρωμα, με ροή από τη διαχωριστική γραμμή προς το ρεύμα κυκλοφορίας για Ν. Μάκρη σε μήκος 4 μ. (βλπ έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι υπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος είναι αμφότεροι οι οδηγοί των ως άνω οχημάτων κατά ποσοστό 60% ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, ενάγων, Δ.

Ζ. και 40% ο οδηγός του φορτηγού (πρώτος εναγόμενος) Γ. Ζ., οι οποίοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν και μπορούσαν να καταβόλουν όπως οι μέσοι συνετοί οδηγοί (330 εδ. β' ΑΚ), οδηγούσαν χωρίς να έχουν διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους με αποτέλεσμα να απολέσουν τον έλεγχο του οχήματος τους, να εξέλθουν του ρεύματος κυκλοφορίας τους ο μεν πρώτος εναγόμενος Γ.

Ζ. προσκαίρως, ο δε Δ. Ζ. συνεχώς και να εισέλθουν, διερχόμενοι από τη διπλή διαχωριστική των ρευμάτων γραμμή, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προκαλώντας την ένδικη σύγκρουση εντός του ρεύματος τελικώς κυκλοφορίας του υπό του πρώτου εναγομένου Γ. Ζ. φορτηγού αυτοκινήτου, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 περ.

α και παρ. 8 περ. α, 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1 ΚΟΚ, δεκτής γενομένης εν μέρει και ως ουσιαστικά βάσιμης της νόμιμης (άρθρο 300 ΑΚ) ένστασης περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος παθόντος στην πρόκληση του ατυχήματος την οποία επικουρικά προέβαλε η τρίτη εναγομένη (ήδη τρίτη εφεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία (ασφαλίζουσα το φορτηγό αυτοκίνητο του δευτέρου των εναγομένων που οδηγούσε ο πρώτος εξ αυτών) στον πρώτο βαθμό και επαναφέρει παραδεκτώς και στην παρούσα δίκη (δεύτερο βαθμό), ενώ οι δύο πρώτοι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι (που ευθύνονται εις ολόκληρον και τελούν σε σχέση απλής ομοδικίας με την τρίτη), των οποίων η σχετική ένσταση (περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος παθόντος στην πρόκληση του ατυχήματος) απερρίφθη πρωτοδίκως ως αόριστη, δεν την προτείνουν εκ νέου (ως εφεσίβλητοι), ούτε επαναφέρουν καθόλου αυτή, στην παρούσα δίκη και επομένως, η ένσταση αυτή, που ενεργεί υποκειμενικά, δεν τους ωφελεί, ενώ ωφελεί μόνο την τρίτη εναγομένη απλή ομόδικο τους που την πρότεινε κατά τα ανωτέρω (ΑΠ 1503/2012, ΑΠ 1253/2007).

Η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε διαφορετικό από τα παραπάνω, όσον αφορά την υπαιτιότητα των εμπλεκομένων στο ως άνω ατύχημα οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, δεχόμενη ότι αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος ήταν ο ενάγων και εντεύθεν απέρριψε την από 30.08.2012 και με αριθμό κατάθεσης 141369/5494/2012, του Δ.

Ζ. ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο μοναδικός λόγος εφέσεως με τον οποίο ο ανωτέρω ενάγων παραπονείται αναφορικά με την υπαιτιότητα ως ουσιαστικά βάσιμος, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της που αφορά την ανωτέρω αγωγή και να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο ως προς την αγωγή αυτή, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 299, 330 εδ.

β, 345, 346, 481, 926, 929, 931, 932, ΑΚ, 2, 4, 9, 10 ν. Π&Ν/1911, 6, 10 π.δ/τος 237/1986 (ν. 489/1976) και 70 ΚΠολΔ, για κατ' ουσίαν έρευνα (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ)." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι αμφότεροι οι εμπλεκόμενοι στο επίδικο τροχαίο ατύχημα οδηγοί, δηλαδή αφενός, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), οδηγός της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ….

δίκυκλης μοτοσυκλέτας, αφετέρου ο πρώτος εναγόµενος (που δεν είναι διάδικος στην προκείμενη δίκη ), οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας …- ΔΧ Φορτηγού αυτοκινήτου, από έλλειψη της προσοχής που έκαστος τούτων (αντιστοίχως ) όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγούσαν (αμφότεροι) χωρίς να έχουν διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους με αποτέλεσμα να απωλέσουν (αμφότεροι) τον έλεγχο του (αντίστοιχου έκαστος τούτων) οχήματός τους, έτσι ώστε, να εξέλθουν αμφότεροι και δη ο μεν πρώτος εναγόµενος (που δεν είναι διάδικος στην προκείμενη δίκη ) οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας …- ΔΧ Φορτηγού αυτοκινήτου, [να εξέλθει] προσκαίρως, του ρεύματος κυκλοφορίας του, ο δε ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος ) Δ.

Ζ. οδηγός της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσυκλέτας, [να εξέλθει] συνεχώς του ρεύματος κυκλοφορίας του, να εισέλθουν δε αμφότεροι αντιστοίχως στο αντίθετο (έκαστος) ρεύμα κυκλοφορίας, διερχόμενοι από τη διπλή γραμμή που διαχώριζε τα (αντίστοιχα και αντίθετα) ρεύματα πορείας τους , έκρινε επίσης ότι αμφότεροι οι ανωτέρω αναφερθέντες και εμπλεκόμενοι στο επίδικο τροχαίο ατύχημα οδηγοί, αντιλαμβανόμενοι την επικείμενη σύγκρουση, προσπάθησαν, αμφότεροι, να την αποφύγουν πραγματοποιούντες ελιγμό προς τα δεξιά, έκαστος προς την πορεία του, μην προλαβαίνοντας ωστόσο (αμφότεροι) να τροχοπεδήσουν, ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε επίσης, αυτολεξεί, ότι <<πλην όμως λόγω της μικρής 10μ.

περίπου απόστασης μεταξύ των δύο οχημάτων, που έβαινε διαρκώς μειούμενη εκ της ταυτόχρονης κίνησής τους, και λόγω του πλάτους του φορτηγού η σύγκρουση δεν αποφεύχθηκε >>, πραγματοποιήθηκε δε (η σύγκρουση ) εντός του ρεύματος πορείας του οδηγούμενου υπό του πρώτου εναγόµενου οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας …- ΔΧ Φορτηγού αυτοκινήτου, κατά τα στην απόφαση εκτιθέμενα, προαναφερθέντα και αυτολεξεί παρατιθέμενα ανωτέρω, όπως επίσης δεν αποφεύχθηκε ο εκ της σύγκρουσης αυτής τραυματισμός του ενάγοντος, το σώμα του οποίου βρέθηκε (όπως επίσης αυτολεξεί αναγράφεται στην προσβαλλόμενη) <<μπρούμυτα (πρηνηδόν) με τελική θέση έκτασης από τα γόνατα και άνω εντός του ρεύματος προς Ν.

Μάκρη (όπου η πορεία του), ενώ το αριστερό γόνατο και η αριστερή ποδοκνημική του εκτεινόταν επί της διαχωριστικής λωρίδας κυκλοφορίας και στο ρεύμα προς Αγία Μαρίνα......την επόμενη δε στιγμή το φορτηγό, έχοντας φορά προς τα δεξιά της πορείας του λόγω του ήδη αντίστοιχου ελιγμού του οδηγού του, με τους οπισθίους αριστερούς τροχούς (εξωτερικό τμήμα αυτών )πάτησε την αριστερή ποδοκνημική του ενάγοντος, καταλείποντας κηλίδα αίματος επί της διαχωριστικής γραμμής, .....>>.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι συνυπαίτιοι για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον εξ αυτού τραυματισμό του ενάγοντος ήσαν αμφότεροι οι οδηγοί των προαναφερόμενων οχημάτων και συγκεκριμένα ο μεν ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος ) Δ. Ζ. οδηγός της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ιδιοκτησίας του, κατά ποσοστό 60%, ο δε πρώτος εναγόµενος (που δεν είναι διάδικος στην προκείμενη δίκη ) οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας …- ΔΧ Φορτηγού αυτοκινήτου (που ήταν ασφαλισμένο στην τώρα αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία ) κατά ποσοστό 40% .

Μετά ταύτα δέχθηκε το Εφετείο ως νόμιμη (άρθρο 300 ΑΚ ) και κατ' ουσίαν βάσιμη την επικουρικά προταθείσα πρωτοδίκως υπό της τρίτης εναγομένης (τώρα αναιρεσείουσας) ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος - παθόντος (ήδη αναιρεσίβλητου), την οποία αυτή είχε επαναφέρει παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, και ότι συνακόλουθα το Πρωτοβάθµιο δικαστήριο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε άλλως και δη που δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο τροχαίο ατύχημα ήταν ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) Δ.

Ζ. οδηγός της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσυκλέτας, και εντεύθεν απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Ακολούθως δε, δεχόμενο το Εφετείο, ως ουσιαστικά βάσιμο τον μοναδικό λόγο έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών - ενάγων παραπονείτο ως προς την κρίση της εκκαλουμένης περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου για το ένδικο ατύχημα, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 2345/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιό της που αφορούσε την από 30.8.2012 και με αρ.

κατάθ. 141369/5494/2012 αγωγή του τώρα αναιρεσίβλητου Δ. Ζ., διακράτησε την υπόθεση κατά το κεφάλαιό της αυτό, και στην συνέχεια, δικάζοντας επί της ως άνω από 30.8.2012 και με αρ. κατάθ. 141369/5494/2012 αγωγής του ως άνω τώρα αναιρεσίβλητου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, σύμφωνα με τα στην προσβαλλόμενη ειδικότερον οριζόμενα.

Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, με το να καταγνώσει συνυπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα σε αμφοτέρους τους εμπλεκόμενους στο ένδικο τροχαίο ατύχημα οδηγούς, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 σε συνδ. 297, 298, 330 ΑΚ και τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 περ.

α, και παρ. 8 περ. α,12 παρ. 1, 16 παρ. 4 και 19 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους επομένως δεν παραβίασε ευθέως . Εκτός τούτου, το Εφετείο διέλαβε, επίσης, σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης υπαιτιότητας και στον οδηγό του Δ.Χ.

Φορτηγού αυτοκινήτου, (που ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα). Οι αιτιολογίες αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στους ανωτέρω εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου των άρθρων 914 σε συνδ. 297, 298, 330 ΑΚ και των άρθρων 5 παρ. 3 περ. α, και παρ. 8 περ. α, 12 παρ. 1, 16 παρ. 4 και 19 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ, και συνεπώς, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Συνακόλουθα, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και αριθμός 19 ΚΠολΔ για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου. Συγκεκριμένα, με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο περιλαμβάνει στην προσβαλλόμενη πλήρη και σαφή αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την συνυπαιτιότητα τόσον του πρώτου εναγόµενου (που δεν είναι διάδικος στην προκείμενη δίκη), οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας …- ΔΧ Φορτηγού αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρεία, όσον και του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου), οδηγού της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσυκλέτας, καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμο της συμπεριφοράς αμφοτέρων των ως άνω οδηγών με το ένδικο ατύχημα και τον εξ αυτού τραυματισμό του ενάγοντος, συνιστάμενης της συνυπαιτιότητάς τους στο ότι (όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη, κατά τα αναλυτικά προεκτεθέντα,) αμφότεροι από αμέλειά τους και δη έλλειψη της προσοχής που έκαστος τούτων (αντιστοίχως) όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσαν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, (άρθρο 12 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.), δεν οδηγούσαν τα (αντίστοιχα ) οχήματά τους, έχοντας συνεχώς τον έλεγχο τους, έτσι ώστε να μπορούν σε κάθε στιγμή να εκτελούν τους απαιτούμενους χειρισμούς, οδηγώντας μέσα στα όρια μιας λωρίδας και κατά το δυνατόν, στο μέσο αυτής, (άρθρο 19 παρ.1 και 4 Κ.Ο.Κ.),παραβίασαν δε αμφότεροι τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 5 Κ.Ο.Κ, κατά τις οποίες στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται (εκτός των άλλων) να διαβαίνουν την εκ δύο συνεχών γραμμών, κατά μήκος, διαγράμμιση, ως και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής .

Ειδικότερα, το Εφετείο με σαφή αιτιολογία δέχθηκε, όπως αναλυτικά ανωτέρω εξετέθη, ότι αμφότεροι οι εμπλεκόμενοι στο ένδικο τροχαίο ατύχημα οδηγοί, οδηγούσαν χωρίς να έχουν διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους με αποτέλεσμα να απωλέσουν (αμφότεροι) τον έλεγχο του (αντίστοιχου έκαστος τούτων) οχήματός τους, έτσι ώστε, να εξέλθουν αμφότεροι και δη ο μεν πρώτος εναγόµενος (που δεν είναι διάδικος στην προκείμενη δίκη ) οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας …- ΔΧ Φορτηγού αυτοκινήτου, [να εξέλθει] προσκαίρως, του ρεύματος κυκλοφορίας του, ο δε ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος ) Δ.

Ζ. οδηγός της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … δίκυκλης μοτοσυκλέτας, [να εξέλθει] συνεχώς του ρεύματος κυκλοφορίας του, να εισέλθουν δε αμφότεροι στο αντίθετο (αντιστοίχως για έκαστο τούτων) ρεύμα κυκλοφορίας, διερχόμενοι από τη διπλή γραμμή που διαχώριζε τα (αντίστοιχα και αντίθετα) ρεύματα πορείας τους ,ότι προσπάθησαν, αμφότεροι, να αποφύγουν την σύγκρουση πραγματοποιούντες ελιγμό προς τα δεξιά, έκαστος προς την πορεία του, μην προλαβαίνοντας ωστόσο (αμφότεροι) να τροχοπεδήσουν, ότι λόγω της μικρής 10μ.

περίπου απόστασης μεταξύ των δύο οχημάτων, που έβαινε διαρκώς μειούμενη εκ της ταυτόχρονης κίνησής τους, και λόγω του πλάτους του φορτηγού η σύγκρουση των οχημάτων τους δεν αποφεύχθηκε, ότι πραγματοποιήθηκε μεν (η σύγκρουση) εντός του ρεύματος πορείας του οδηγούμενου υπό του πρώτου εναγόµενου οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας …- ΔΧ Φορτηγού αυτοκινήτου, κατά τα στην απόφαση εκτιθέμενα, προαναφερθέντα και αυτολεξεί παρατιθέμενα ανωτέρω, δεν αποφεύχθηκε δε και ο συνεπεία της σύγκρουσης αυτής τραυματισμός του ενάγοντος το σώμα του οποίου βρέθηκε όπως επίσης περιγράφεται στην προσβαλλόμενη, σε σχέση με τον οποίο τραυματισμό του αναιρεσίβλητου οδηγού της μοτοσυκλέττας, πρέπει να τονιστεί ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, το (ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα) Δ.Χ.

φορτηγό, << .......πάτησε την αριστερή ποδοκνημική του ενάγοντος, καταλείποντας κηλίδα αίματος επί της διαχωριστικής γραμμής, .....>>. Επομένως, εν όψει των προεκτεθέντων οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης ως προς τη κατάγνωση συνυπατιότητας σε βάρος του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα φορτηγού αυτοκινήτου και της (συνακόλουθης) αιτιώδους συνάφειας της οδικής συμπεριφοράς του στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, συμπεριλαμβανομένου του εξ αυτού τραυματισμού του ενάγοντος (αναιρεσίβλητου), πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες κατά τα προαναφερθέντα .Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως, αλλά, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις, που εφάρμοσε, ενώ επίσης, διέλαβε σαφή αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το κατά πόσον τα αποδειχθέντα περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των εφαρμοστέων διατάξεων και συνεπώς, έχει νόμιμη βάση.

Επομένως τόσον ο πρώτος αναιρετικός όσον και ο δεύτερος λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των αναφερόμενων ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου και την ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης πρέπει να απορριφθούν κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα.

Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος αλλού λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παράγραφος 3 εδάφιο δ` ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ),κατόπιν σχετικού αιτήματός του, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.9.2019 και με αριθ. καταθ. ΓΑΚ8360/ΕΑΚ 796/2019 αίτηση για την αναίρεση της υπ` αριθμ. 3297/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου