Legislator Giurisprudenza & Legislazione
961/2010 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on property ownership grounds, citing erroneous application of acquisitive prescription law.

Numero d'incarto 961/2010
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeals' decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court failed to apply acquisitive prescription rules correctly and ignored specific evidence. The court found the lower court's legal reasoning sound and the evidence properly considered, thus rejecting the appeal.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the Court of Appeals correctly applied the law regarding acquisitive prescription and duly considered all evidence presented by the parties.

Parole chiave

Generato dall'IA
acquisitive prescription property ownership appeal admissibility Code of Civil Procedure legal reasoning error evidence consideration court of appeals regime della proprietà

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 974 of the Civil Code
Article 1033 of the Civil Code
Article 1041 of the Civil Code
Article 1042 of the Civil Code
Article 1043 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 961 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 961/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου Γερμανίας, 2. ... και 3. ...., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαδόπουλο που ανακάλεσε την από 11-1-2010 δήλωση του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Του αναιρεσίβλητου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κατηφόρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 17-9-1991 αγωγή και β) με την από 21-9-1991 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 271/2003 μη οριστική, 18/2006 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-4-2007 αίτησή τους και με τους από 18-6-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 26-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως ιδρύονται ο μεν πρώτος όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στον εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος όταν στη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1033, 1041, 1042, 1043 και 1044 ΑΚ προκύπτει ότι η κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία προϋποθέτει, πλην άλλων, α) άσκηση νομής, ήτοι διενέργεια υλικών, εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν τη βούληση εξουσιάσεως του νομέα επί του ακινήτου, β) νόμιμο τίτλο, ήτοι νομικό γεγονός κατάλληλο, κατ' αρχήν, να προσπορίσει κυριότητα στον αποκτώντα, όπως είναι λ.χ.

η πώληση, εφόσον έγινε με συμβολαιογραφικό έγγραφο νομίμως μεταγεγραμμένο, ανεξαρτήτως αν ο πωλητής ήταν ή όχι κύριος του πωληθέντος ακινήτου, γ) νομή του πράγματος επί μια δεκαετία, η οποία αρχίζει από τη μεταγραφή του τίτλου συμπληρώνεται με την παρέλευση της αντίστοιχης ημερομηνίας του τελευταίου έτους (άρθρα 241&1, 243&3 ΑΚ, 144 και 145&1 ΚΠολΔ) και δ) καλή πίστη, την οποία συνιστά η πεποίθηση του νομέα ότι απέκτησε την κυριότητα κατά νόμιμο τρόπο και η οποία πρέπει να συνδέεται με τον νόμιμο τίτλο, λ.χ.

ο αγοραστής ακινήτου να έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα με την πώληση και τη μεταγραφή του οικείου συμβολαίου. Πρέπει να σημειωθεί ότι για την ύπαρξη νομής στον χρησιδεσποζόντα δεν απαιτείται να έλαβε γνώση αυτής ο τέως νομέας, εκτός αν ο αντιπρόσωπος του τελευταίου θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή (άρθρο 982 ΑΚ).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε τα εξής: Με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου Καρβούνη, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...

Λευκάδας στις 7.3.1973 (τόμ. ...αριθ. ...), ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) αγόρασε από τον Υ1 και την ... ένα αγρόκτημα εκτάσεως 23.000 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας της κοινότητας ...Λευκάδας και στο μέσον του οποίου διέρχεται η επαρχιακή οδός .... Το δυτικό τμήμα του ακινήτου αυτού (επίδικο), εκτάσεως 12.200 τ.μ., συνορεύει ανατολικά με την παραπάνω οδό και κατά τις υπόλοιπες πλευρές του με ιδιοκτησία κληρονόμων ....

Από τον παραπάνω χρόνο (1973) αγοράς, ο ενάγων παρέλαβε στη νομή του το ακίνητο αυτό και άρχισε να το νέμεται συνεχώς ασκώντας επ' αυτού τις αρμόζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις, όπως σηματοδότηση των ορίων του με τοποθέτηση των αρχικών του ονοματεπωνύμου του σε χαρακτηριστικά σημεία του, επίβλεψη και προστασία αυτού από αυθαίρετες επεμβάσεις τρίτων και έχοντας την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα αυτού.

Η ανωτέρω πεποίθηση του ενάγοντος στηριζόταν αφενός στο ότι οι δικαιοπάροχοί του εμφανίσθηκαν ενώπιόν του ως αποκλειστικά συγκύριοι του αγορασθέντος ακινήτου και οι ίδιοι του υπέδειξαν τα όριά και αφετέρου στο ότι κατά τη σύνταξη του σχετικού αγοραπωλητηρίου συμβολαίου προσκομίσθηκε το ... πιστοποιητικό του Προέδρου της κοινότητας ..., στο οποίο αναφερόταν ότι οι δικαιοπάροχοί του είναι συγκύριοι του αγορασθέντος ακινήτου, ενώ ακόμη είχε υπόψη του ότι ο δικαιοπάροχός του Υ1, μετά από παρέμβασή του στη σχετική δίκη, με την 83/1971 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, αναγνωρίσθηκε κύριος τμήματος του ανωτέρω αγορασθέντος ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς για τη διαπλάτυνση της οδού ...

και δικαιούχος της σχετικής αποζημιώσεως και δη στη θέση των ...., ..., ... και ..., από την έρευνα δε των οικείων βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου ...δεν μπορούσαν να συναχθούν στοιχεία, λόγω της μη ύπαρξης τέτοιων σχετικώς με το επίδικο. Άλλωστε, οι εναγόμενοι μόλις το έτος 1987 και δη οι τρεις πρώτοι από αυτούς άρχισαν να αμφισβητούν τη νομή του ενάγοντος σε τμήμα του επιδίκου με την τοποθέτηση των αρχικών του ονοματεπωνύμου τους στη θέση αυτών του τελευταίου, ενώ το έτος 1990 εισήλθαν οι ίδιοι αυθαιρέτως στο επίδικο και εκχέρσωσαν τμήμα αυτού, ενός (1) στρέμματος περίπου, εκμεταλλευόμενοι προσωρινή απουσία του ενάγοντος και το έτος 1991 άρχισαν να προβάλλουν και οι λοιποί εναγόμενοι δικαιώματα συγκυριότητας σε άλλο τμήμα του επιδίκου.

Η κρίση αυτή στηρίζεται κυρίως στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, οι οποίες προέρχονται από πρόσωπα έχοντα άμεση και προσωπική γνώση του θέματος, που βεβαιώνουν για την ανωτέρω πεποίθηση του τελευταίου και την άσκηση νομής εκ μέρους του επί του επιδίκου ακινήτου, κρίνονται δε περισσότερο πειστικές από αυτές των λοιπών μαρτύρων, καθόσον ενισχύονται από τα προσκομιζόμενα πιο πάνω έγγραφα, καθώς και από α) το αντίγραφο του από Φεβρουαρίου 1973 τοπογραφικού διαγράμματος του μηχανικού ..., υπογεγραμμένο από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος και συνημμένο στο σχετικό με την αγοραπωλησία του επιδίκου συμβόλαιο, όπου εικονίζεται το τελευταίο ως ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, β) την από ....βεβαίωση του Υποθηκοφύλακα Λευκάδας σχετικά με την ανυπαρξία πράξης διεκδίκησης του επιδίκου, γ) το τοπογραφικό διάγραμμα που θεωρήθηκε από τη Διεύθυνση Δασών Νομαρχίας Λευκάδας και εμφανίζει τον ενάγοντα ως ιδιοκτήτη του επιδίκου, βρίσκεται δε σε συνάρτηση με την .../1980 πράξη χαρακτηρισμού έκτασης της ανωτέρω Διεύθυνσης, δ) τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, που εικονίζουν το επίδικο, την πυκνή βλάστησή του, την τοποθέτηση διαδοχικώς εκ μέρους των διαδίκων σημάνσεων με τα αρχικά των ονοματεπωνύμων τους και την εκχέρσωση με κατάκαυση τμήματος του επιδίκου, ε) αντίγραφο του ...

συμβολαίου πράξης συνένωσης τεμαχίων του αγορασθέντος από τον ενάγοντα συνολικού οικοπέδου και το συνημμένο από το έτος 1986 τοπογραφικό διάγραμμα ...., που εικονίζει το επίδικο ως ιδιοκτησία του ενάγοντος και στ) την από 19-4-1991 αίτηση του ενάγοντος στο Α.Τ. ...προς προστασία του λόγω των απειλών προς αυτόν του ...

σχετικώς με το επίδικο, σε αντίθεση με τις τελευταίες (καταθέσεις λοιπών μαρτύρων), οι οποίες αφενός μεν έρχονται σε αντίθεση με τα παραπάνω έγγραφα, αλλά και με το γεγονός ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο ενάγων, αρχιτέκτονας μηχανικός στο επάγγελμα και συνεπώς γνώστης κατά τεκμήριο των αγοραπωλησιών και των κινδύνων που ενδεχομένως ενέχουν, δεν θα αγόραζε ακίνητο χωρίς να βεβαιωθεί προσωπικώς για την ταυτότητά του και την κτήση κυριότητας των δικαιοπαρόχων του, ούτε θα εγκατέλειπε αυτό στη συνέχεια χωρίς οριοθέτηση και σήμανσή του, αμέσως δε, με τις πρώτες αμφισβητήσεις, θα αντιδρούσε για την προστασία του, αφετέρου δε δεν βεβαιώνουν για πράξεις νομής των δύο τελευταίων εναγομένων επί του διεκδικούμενου από αυτούς τμήματος του επιδίκου, τουλάχιστον από το 1940 και εντεύθεν, ενώ τα κατατιθέμενα σχετικώς με καλλιέργεια του διεκδικουμένου από τους τρεις πρώτους εναγομένους τμήματος του επιδίκου έρχονται σε αντίθεση με τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες όπου εικονίζεται η κατάκαυση τμήματος, καθώς και την έκθεση αυτοψίας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στην οποία αναφέρεται ότι, πλην ενός στρέμματος περίπου "που φαίνεται καθαρό, κατά τον χρόνο της αυτοψίας, και είναι εμφανείς σειρές από λιθιές", το επίδικο φέρει πυκνή και ψηλή βλάστηση, άνω των τριών μέτρων.

Εξάλλου, κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στο ακίνητο που περιγράφεται στο παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Κατά συνέπεια, ο ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου, με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, νεμόμενος αυτό με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ήτοι το προαναφερόμενο νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο, επί δέκα τουλάχιστον έτη από το 1973 (άρθρα 1041, 1042, 1044 Α.K).

Ακολούθως, το Εφετείο, κρίναν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις ενστάσεις των εναγομένων, περί αποκτήσεως από αυτούς της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκταση χρησικτησία, απέρριψε την έφεση των εναγομένων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία, κατ' αποδοχή της αγωγής του, ο αναιρεσίβλητος αναγνωρίσθηκε κύριος του ως άνω ακινήτου.

Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.

Ειδικότερα, οι ειρημένες πραγματικές του διαπιστώσεις ανταποκρίνονται πλήρως στις άνω προϋποθέσεις για την εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου απόκτηση της κυριότητας του επίμαχου ακινήτου με τακτική χρησικτησία, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται η επί δεκαετία, από τη μεταγραφή (7-3-1973) του ...

συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αντωνίου Καρβούνη, άσκηση συγκεκριμένων πράξεων νομής από τον αναιρεσίβλητο, ο νόμιμος τίτλος (δηλ. το νομίμως μεταγεγραμμένο πωλητήριο συμβόλαιο) και η κατά τον χρόνο της κτήσεως της νομής (αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας) ύπαρξη στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου καλής πίστεως, δηλαδή πεποιθήσεώς του ότι απέκτησε την κυριότητα με την πώληση και τη μεταγραφή του πωλητήριου συμβολαίου.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚπολΔ απορρέοντες, πρώτος λόγος του κύριου αναιρετηρίου και όλοι οι λόγοι του πρόσθετου αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.

ΙΙ). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 11 περ.

γ' άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση περί απόρριψης της έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσίβλητου, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι αναιρεσείοντες και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:

α) το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λευκάδας Πάνου Βερύκιου, στο οποίο οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων αναφέρονται ως γείτονες ακινήτων ευρισκομένων στη θέση "...", β) τη 202/1988 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λευκάδας, από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων "δικάσθηκε διότι ξεχέρσωνε .....

αναδασωτέα έκταση" και γ) την 494/1986 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία ο εν λόγω αναιρεσείων αθωώθηκε από την κατηγορία της παράνομης υλοτομίας, "διότι δεν αποδείχθηκε ότι ήταν δασική έκταση αλλά ανήκε σε αυτόν". Όμως, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφασή του βεβαίωση του Εφετείου, ότι κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του έλαβε υπόψη (πλην άλλων) "και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την εκ μέρους αυτού (Εφετείου) συνεκτίμηση των ανωτέρω εγγράφων.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ) Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Απριλίου 2007 αίτηση και τους πρόσθετους λόγους των Χ1 κλπ για αναίρεση της 18/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Μαίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ