Supreme Court dismisses res judicata claim but refers promotion argument to plenary session.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's claim regarding res judicata as unfounded because the legal relationship and factual circumstances had changed since the prior proceedings. While the majority rejected the argument that the lower court erred in not recognizing the res judicata effect, two judges held that the administrative body's negligent omission of the employee's promotion right should be deemed legally effective from the date the conditions were met. Consequently, the court rejected the second ground but referred the first ground to the plenary session for a final decision.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 1, item 16 of the Code of Civil Procedure: Res judicata does not apply if the legal regime governing the relationship has changed or if the factual circumstances supporting the right have altered, thereby breaking the identity of the legal and historical cause.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 961 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 961/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Αλεξόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου, Σπυρίδωνα Κολυβά), Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1365/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 5298/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-1-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 30-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της ένδικης αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 Κι 331 Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι από τελεσίδικη δικαστική απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, έχει όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείν, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.
Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο στη μεταγενέστερη δίκη έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή ή εάν έχουν μεταβληθεί τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται το δικαίωμα, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη, για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου, ταυτότητα της νομικής και ιστορικής αιτίας.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 περ. 16 δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρεβίασε τις περί δεδικασμένου διατάξεις, με το να μη δεχθεί ότι συνέτρεχε αυτό στην περίπτωση, που κρίνεται, ήτοι της προαγωγής του στον βαθμό του Διευθυντή από 1-7-2002, όταν προήχθη η συνάδελφός του ..., έναντι της οποίας κρίθηκε, επί προηγουμένης αγωγής του, με τελεσίδικη απόφαση, ότι υπερέχει προφανώς, κατά τα εν γένει προσόντα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για κρίση προς προαγωγή σε διαφορετικό βαθμό και, συνεπώς, δεν έχομε ταυτότητα της ιστορικής αιτίας των δύο υποθέσεων και δέσμευση, επομένως, του δικαστηρίου για την παρούσα υπόθεση, ως προς το γεγονός αυτό, από προηγούμενη δικαστική απόφαση.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 3 αριθμ. 1, 10 παρ. 1, 6, 9, 13 και 15 της από 11-11-1977 Σ.Σ.Ε. "περί Οργανισμού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος", η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3239/1955, δημοσιεύτηκε στην Ε.τ.Κ. με την 46806/10314 της 21/26-111977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β'1255) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869/10-27 Ιουλίου 1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β'446), γι` αυτό δε έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις, προκύπτει ότι οι προαγωγές από το βαθμό του Τμηματάρχη Α' στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β', Α' και Διευθυντή γίνονται κατ` εκλογή και εφόσον έχει συμπληρωθεί τριετής ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.
Ενεργούνται δε από το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσείουσας, ύστερα από εισήγηση της γενικής διεύθυνσής της. Στις ανωτέρω περιπτώσεις το προαναφερόμενο όργανο αποφαίνεται κατά την ενέργεια των προαγωγών με ελεύθερη κρίση, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψηφίου για προαγωγή υπαλλήλου και ειδικότερα τα στοιχεία που υπάρχουν στον ατομικό του φάκελο, στα οποία περιλαμβάνονται η ειδικότητα, οι εκθέσεις ποιότητας, η επιμέλεια η ικανότητα η ευσυνειδησία, η επάρκεια στην εκτέλεση της εργασίας, οι τίτλοι σπουδών, το ήθος και η συμπεριφορά έναντι των συναδέλφων του και του κοινού.
Η κρίση αυτή του άνω οργάνου υπόκειται μόνο στον εκ του άρθρου 281 Α.Κ. τιθέμενο περιορισμό και συνεπώς ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια, αν αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του, γεγονός που συμβαίνει, όταν στερείται της προαγωγής του υπάλληλος που έχει αποκτήσει τα απαιτούμενα για τον ανωτέρω βαθμό τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καίτοι υπερτερεί καταδήλως συναδέλφου του, προαχθέντος εκ του αυτού βαθμού.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 12 του Ν. 1082/1980 "η διά τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου, επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου, εις βαθμόν, εις τον οποίον εδικαιούτο να προαχθεί, βάσει του διέποντος αυτόν κανονισμού ή οργανισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξελίξεως, λογίζεται πραγματοποιηθείσα, αφού χρόνου έδει να είχε συντελεσθεί η προαγωγή τούτου".
Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, σύμφωνα με την άποψη, που επικράτησε στο δικαστήριο, ο ως άνω χρόνος, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι διήνυσε ο υπάλληλος στον βαθμό στον οποίο με τελεσίδικη δικαστική απόφαση προήχθη, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη για τις προαγωγικές κρίσεις, που θα διενεργηθούν πριν από τη δημοσίευση της σχετικής τελεσίδικης απόφασης, αλλά μόνον για εκείνες, που θα ακολουθήσουν αυτής, καθόσον είναι αδιανόητο να θέλησε ο νομοθέτης, με τη θέσπιση της ως άνω διατάξεως να υποχρεώσει το προαγωγικό όργανο της εναγόμενης Τράπεζας, με μόνη την άσκηση αγωγής εκ μέρους υπαλλήλου της για καταχρηστική παράλειψη του από συγκεκριμένη προαγωγή και ανεξάρτητα από την ύπαρξη σχετικής δικαστικής κρίσης, να θεωρεί αυτή, ως "εν δυνάμει καταχρηστική", ώστε σε κάθε μεταγενέστερη προαγωγική κρίση που θα γίνει πριν από τη δημοσίευση τελεσίδικης απόφασης σχετικά με προηγούμενη προαγωγή του, να κρίνει όχι με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τα οποία συγκεντρώνει ο υπάλληλος κατά τον κρίσιμο χρόνο της διενέργειας των αντίστοιχων προαγωγών, αλλά υπολαμβάνοντας ότι αυτός, κατά πλάσμα του νόμου, έχει συμπληρώσει την αναγκαία τυπική προϋπόθεση της άσκησης των καθηκόντων του προηγούμενου βαθμού, να τον περιλάβει ως υποψήφιο να προαχθεί στον επόμενο εκείνου από τον οποίον παραλήφθηκε βαθμό.
Αντίθετη ερμηνεία της ως άνω διατάξεως θα οδηγούσε μετά βεβαιότητας στην κατάλυση του διευθυντικού δικαιώματος της Τράπεζας να οργανώνει τις υπηρεσίες της επιχείρησης της, σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες και εκτιμώντας κατά τους κρίσιμους χρόνους διενέργειας των προαγωγών τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού της, με βάση τα θεωρούμενα από αυτήν ως πλέον αποτελεσματικά κριτήρια, υπό τον φόβο της κρίσεως ως καταχρηστικής κάθε παραλείψεως προαγωγής υπαλλήλου της, ενώ θα παραβίαζε ευθέως τον σκοπό των σχετικών με τη συνδρομή των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων προς προαγωγή διατάξεων του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου Οργανισμού αυτής, μεταξύ των οποίων κυρίαρχο χαρακτήρα για την κατ' εκλογή έχει η συμπλήρωση τριετούς πραγματικής ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενη βαθμό.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ότι ο ενάγων προσελήφθη από την εναγόμενη Τράπεζα την 28-3-1968, με βάση σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και αφού αυτός εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό αυτής, εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη. Ότι, λόγω παραλείψεώς του από το αρμόδιο όργανο της εναγομένης, κατά τις αντίστοιχες προαγωγικές κρίσεις, να τον προαγάγει στους βαθμούς του Υποδιευθυντή Β' και Α', από 1-1-95 και 1-1-1999, αντίστοιχα, άσκησε την από 21-5-2002 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί το δικαίωμά του προς προαγωγή, αναδρομικά, από τις ημεροχρονολογίες αυτές.
Ότι η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 5899|2004 απόφασή του και αναγνωρίσθηκε τελεσίδικα ότι ο ενάγων-αναιρεσείων έπρεπε να έχει προαχθεί στον βαθμό του Υπδ|ντή Β'από 1-10-1995 και στον βαθμό του Υποδ|ντή Α'από 1-1-1999. Ότι την 29-7-2003, ήτοι ένα σχεδόν έτος πριν τη δημοσίευση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης, το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένη συνεδρίασε, προκειμένου να προαγάγει υπαλλήλους της από τον βαθμό του Υποδ|ντή Α'στον βαθμό του Διευθυντή, πλην ο ενάγων, κατά τον κρίσιμο χρόνο της διενέργειας των εν λόγω προαγωγών, κατείχε ακόμη τον βαθμό του Τμηματάρχη, εφόσον δεν είχε ακόμη εκδοθεί η ως άνω απόφασή του και κατά συνέπεια, αφενός μεν δεν είχε ασκήσει καθήκοντα Υποδ|ντή Α, αλλά ούτε και Β, ώστε να αξιολογηθεί η υπηρεσιακή του απόδοση και επίδοση στον συγκεκριμένο βαθμό, αφετέρου δε δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του η απαιτούμενη, κατά το άρθρο 10 παρ 13 του Οργανισμού της εναγομένης προϋπόθεση της τριετούς ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενο βαθμό, εκείνου στον οποίο ζήτησε ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του να προαχθεί, ώστε να συμπεριληφθεί στους υποψηφίους προς προαγωγή σον βαθμό του Διευθυντή".
Με βάση, αυτά, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε, ως μη νόμιμη, την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έπρεπε να τον προαγάγει στον βαθμό του Διευθυντή από 1-7-2002, όταν προήχθη η συνάδελφός του ..., έναντι της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς του, υπερείχε, καθόσον ο ενάγων δεν είχε τα τυπικά προσόντα, προκειμένου να περιληφθεί στους υποψηφίους προς προαγωγή στον βαθμό του διευθυντή, κατά τον χρόνο, που διενεργήθηκαν οι ως άνω προαγωγικές κρίσεις.
Έτσι, όπως έκρινε το εφετείο, δεν παρεβίασε τις ως άνω, περί προαγωγών των υπαλλήλων της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες, κατά την άποψη που επικράτησε στο δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, δοθέντος ότι, όπως έγινε δεκτό από το δικαστήριο, αλλά και στην αγωγή εκτίθεται, κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο (1-7-2002), ο ενάγων κατείχε ακόμη τον βαθμό του Τμηματάρχη, εφόσον δεν είχε δημοσιευθεί η παραπάνω υπ' αριθμ. 5699|2004 απόφαση του Εφετείου και, κατά συνέπεια, αφενός μεν δεν είχε ασκήσει αυτός καθήκοντα Υποδιευθυντή Α'(αλλά ούτε καν καθήκοντα Υποδιευθυντή Β'), ώστε να αξιολογηθεί η υπηρεσιακή του απόδοση και επίδοση στον συγκεκριμένο βαθμό και αφετέρου δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του η απαιτούμενη από το άρθρο 10 παρ. 13 του έχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού της εναγομένης προϋπόθεση της τριετούς ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενο βαθμό εκείνου στον οποίο ζήτησε με την αγωγή του να προαχθεί, δηλαδή στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α', ώστε νομίμως να είναι επιτρεπτό να συμπεριληφθεί στους υποψηφίους προς προαγωγή στον βαθμό του Διευθυντή υπαλλήλους της εναγομένης και να συγκριθεί με αυτούς, κατά τα ειδικότερα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτιθέμενα.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 περ. 1 πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων τα αντίθετα υποστηρίζει, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, κατ' ουσίαν. Κατά τη γνώμη, όμως, δύο μελών του δικαστηρίου, ήτοι των αρεοπαγιτών Αντωνίου Αθηναίου και Δημητρίου Μουστάκα, η κρινόμενη αίτηση έπρεπε να γίνει δεκτή κατά τον ως άνω λόγο της, ως βάσιμη και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον, από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 12 Ν. 1082|1980, προκύπτει ότι δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, για την προαγωγή στον ανώτερο βαθμό, η πραγματική υπηρεσία του παραλειφθέντος στον προηγούμενο βαθμό, η τελεσίδικη δε αναγνώριση της παράνομης παράλειψής του στο βαθμό αυτό, συνεπάγεται την πλασματική προαγωγή του από τον χρόνο που έπρεπε να είχε συντελεσθεί, με τις αντίστοιχες συνέπειες και ως προς την περαιτέρω υπηρεσιακή του εξέλιξη.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι, κατά τις σχετικές προαγωγικές κρίσεις δεν είχε εκδοθεί η απόφαση, που αναγνώρισε το δικαίωμα προαγωγής του υπαλλήλου στον προηγούμενο βαθμό και δεν περιλαμβανόταν, έτσι, μεταξύ των κρινομένων από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη, για προαγωγή του στον επόμενο βαθμό, δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού με τη δικαστική απόφαση δεν δημιουργείται, αλλά αναγνωρίζεται το ήδη υπάρχον δικαίωμα προαγωγής και μπορεί, επομένως, να αναγνωρισθεί από το δικαστήριο ότι ο υπάλληλος αυτός είχε δικαίωμα προαγωγής στον επόμενο βαθμό, από τότε που συνέτρεξαν οι απαιτούμενες γι' αυτό τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις, αφού και η προαγωγή αυτή δεν πραγματοποιήθηκε, εξαιτίας της καταχρηστικής παραλείψεως των οργάνων του εργοδότη, να τον προαγάγουν στον προηγούμενο βαθμό.
Αντίθετη κρίση, θα οδηγούσε σε άδικη μεταχείριση του ενδιαφερομένου για την προαγωγική του εξέλιξη υπαλλήλου και θα υποβάθμιζε τη σημασία της εκδοθείσας υπέρ αυτού δικαστικής αποφάσεως, που αποσκοπεί στην αποκατάσταση της εις βάρος του γενομένης αδικίας εκ μέρους των αρμοδίων, για τις προαγωγικές κρίσεις, οργανων του εργοδότη ( βλ., μεταξύ άλλων, Α.Π. 250|2008, 1025|2006, 722|2005, 1235|2004, 1391|2003).
Σύμφωνα, επομένως, με όλα τα ανωτέρω, θα έπρεπε η ένδικη αίτηση, να απορριφθεί στο σύνολό της. Όμως, ενόψει του ότι η απόφαση, καθόσον αφορά τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου, ο λόγος αυτός θα πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 περ. 2β Κ.Πολ.Δικ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τον δεύτερο (περί δεδικασμένου) λόγο και
Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 28 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ