Supreme Court dismisses appeal on property ownership claim, citing lack of evidence for acquisitive prescription.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's rejection of the appellants' property ownership claim. The appellants argued that the lower court failed to consider sworn statements and responsible declarations proving their ownership through acquisitive prescription, while the respondents maintained their title based on inheritance and long-term possession. The court ruled the appeal inadmissible because the sworn statements lacked proper service notice and the responsible declaration was insufficient to establish ownership without judicial examination.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 559 no. 11 para. 3 lit. a) and Art. 270 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The court must verify the procedural requirements for sworn statements independently, and responsible declarations alone cannot substitute for judicial examination to prove acquisitive prescription.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 961 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 961/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1.χ1 και 2. χ2, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βασιλειάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ψ1 και 2. ψ2, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τριαντάφυλλο Καζάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 3142/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21-4-2003 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 22-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πρώτος με στοιχ. 1Α λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε κατ' ουσία την από 18-3-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, περί αναγνωρίσεως της κυριότητας τους επί του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου, η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, παρά την επίκληση και προσκόμιση από τις αναιρεσείουσες, 1) την 5/25-1-2000 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ιερισσού και 2) την από 12-3-2000 υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, με τις οποίες θα αποδεικνυόταν ο αγωγικός ισχυρισμός περί κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και θα γινόταν δεκτή η ένδικη αγωγή, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι α) σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ για να λάβει υπόψη το δικαστήριο ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του ειρηνοδίκη πρέπει αυτές να έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση, το γεγονός δε της νομότυπης και εμπρόθεσμης κλητεύσεως ερευνάται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, στην προκειμένη δε περίπτωση, κατά τη βεβαίωση του Εφετείου, οι επικαλούμενες υπό των αναιρεσειουσών εκθέσεις επιδόσεως δεν υπήρχαν στο φάκελο της δικογραφίας και ως εκ τούτου, εφόσον δεν αποδεικνυόταν η κλήτευση των αναιρεσιβλήτων, η επικαλούμενη ένορκη βεβαίωση ήταν ανυπόστατη ως αποδεικτικό μέσο και β) η προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση, που αποτελεί μαρτυρία τρίτου δοθείσα όχι με εξέταση αυτού ενώπιον του δικαστηρίου ή με ένορκη βεβαίωση ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον, κατά την κρίση του Εφετείου, συντάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στην ένδικη διαφορά των διαδίκων (ΟλΑΠ 8/1987).
Περαιτέρω, ο ίδιος ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' και β' ΚΠολΔ με στοιχ. 1 Β και Γ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες 1) της μη λήψης υπόψη των αναφερομένων σ' αυτήν τοπογραφικών διαγραμμάτων, τα οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου και θα αποδεικνυόταν με αυτά το αβάσιμο της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου, που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και 2) της λήψης υπόψη για την απόδειξη της κυριότητας των εναγομένων επί του επιδίκου α) του αναφερομένου σ' αυτόν αχαρτοσήμαντου τοπογραφικού διαγράμματος του .....
από ... και β) του ....... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ιερισσού Βιργινίας Χασάπη, χωρίς να τα επικαλεστούν και προσκομίσουν οι αναιρεσίβλητες, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι 1) όπως προκύπτει από τις προτάσεις των αναιρεσειουσών που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σ' αυτές διαλαμβάνεται μόνη η, μη συνιστώσα νόμιμη επίκληση των προαναφερομένων εγγράφων, φράση "επειδή προσκομίζουμε και επικαλούμεθα όλα γενικά τα έγγραφα τα οποία αναγράφονται στις προτάσεις τις οποίες καταθέσαμε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πολυγύρου, αντίγραφο των οποίων επίσης προσκομίζουμε και επικαλούμεθα" (βλ.
ΟλΑΠ 9/2000 και 14/2005) και 2) τόσον το από ..... τοπογραφικό διάγραμμα του ......, όσον και το προαναφερόμενο συμβόλαιο, τα οποία πράγματι έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη, είχαν νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει οι αναιρεσίβλητες με τις προτάσεις τους στο Εφετείο, ενώ νομίμως ελήφθη υπόψη και το μη νομίμως χαρτοσημασμένο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, πριν την τροποποίηση τους με τα άρθρα 12 και 16 του Ν. 2915/2001, αφού η κρινόμενη υπόθεση εκδικάστηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ, κατά την οποία λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.
II. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 περ. α' του ΚΠολΔ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικού5ϊσχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 10 περ. β' Κ.Πολ.Δ. όπως ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα ως αληθινά, χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη. Προϋπόθεση, όμως, για τη δημιουργία του λόγου αυτού είναι, ότι το δικαστήριο είναι κατά νόμον υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη με την παρεμπίπτουσα απόφαση του.
Επομένως δεν παρέχεται ο λόγος αυτός, εάν το δικαστήριο αποφαίνεται αμέσως, ύστερα από εκτίμηση των στοιχείων της, δικογραφίας (ΟλΑΠ 12/1991). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 270 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου οι διάδικοι ή οι νόμιμοι εκπρόσωποί τους οφείλουν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο να προσκομίσουν προαποδεικτικώς όλα τα αποδεικτικά μέσα.
Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο. Ο δικαστής δεν είναι υποχρεωμένος να εκδώσει πράξη, με την οποία διατάσσονται αποδείξεις, έχει όμως τη δυνατότητα, αν κατά την κρίση του είναι απαραίτητη η συμπλήρωση των αποδείξεων, να εκδώσει σχετική πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ.
Εφόσον, επομένως, δεν είναι υποχρεωμένο το Μονομελές Πρωτοδικείο να διατάσσει απόδειξη με παρεμπίπτουσα απόφαση του, δεν έχει εφαρμογή κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού (Μονομελούς) ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ 2ος λόγος αναίρεσης, κατά μεν το μέρος αυτού (περ. α') με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κ. λ. π., καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, δηλαδή στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη, κατά δε το μέρος αυτού (περ. β' όπως ίσχυε) με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε την ίδια ως άνω ένστασηχωρίς να διατάξει απόδειξη (πραγματογνωμοσύνη) γι' αυτήν, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού η ένδικη υπόθεση δικάστηκε κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά την οποία το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη με παρεμπίπτουσα απόφαση του.
III. Ο 3ος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράλειψης απαντήσεως του με λόγο εφέσεως των αναιρεσειουσών υποβληθέντος αιτήματος διενέργειας αυτοψίας στο επίδικο ακίνητο, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι από τη διάταξη του άρθρου 335 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι η κρίση του δικαστηρίου να δεχθεί ή να απορρίψει σχετικό αίτημα δεν ελέγχεται αναιρετικά. IV.
Επειδή ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και να εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1998).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρόταση της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, προϋπόθεση της κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ είναι η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ) εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο, καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα ακόλουθα : "Το επίδικο αγροτεμάχιο, το οποίο έχει έκταση 853 τ.μ. και βρίσκεται στη θέση "......." της κτηματικής περιοχής του Δήμου Ιερισσού, αποτελεί το βόρειο τμήμα ενός αγρού συνολικού εμβαδού 3.213 τ.μ., που ανήκε αρχικά στον ....., απώτερο δικαιοπάροχο των εναγομένων, ο οποίος το νεμόταν μέχρι το θάνατο του το έτος 1935.
Αυτός δεν άφησε διαθήκη και κληρονομήθηκε από το γιο του ψ, ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά του με εμφανείς πράξεις ανάμιξης, όπως καλλιέργεια του αγρού με δημητριακά και συλλογή του χόρτου, όταν αυτό δεν καλλιεργούνταν και προοριζόταν για χορτονομή. Κατά το έτος 1963 ο ψ και οι ιδιοκτήτες των ομόρων με το δικό του αγροτεμαχίων προέβησαν από κοινού σε οριοθέτηση αυτών με την τοποθέτηση ορόσημων και πασσάλων.
Έτσι οριοθετήθηκαν τα αγροτεμάχια των ......, ..... (δικαιοπαρόχου των εναγομένων), ...... και αδελφών ..... (δικαιοπαρόχων των εναγουσών). Κατά την οριοθέτηση αυτή το επίδικο συμπεριελήφθη στο αγροτεμάχιο του δικαιοπαρόχου των εναγομένων ψ, ο δε ...... (ένας από τους δικαιοπαρόχους των εναγουσών) που παρίστατο κατά την οριοθέτηση δεν εξέφρασε καμία αντίρρηση και αποδέχθηκε έτσι ότι το επίδικο ανήκε στον ψ, ως τμήμα του μείζονος αγροτεμαχίου του, εκτάσεως 3.213 τ.μ.
Έκτοτε μέχρι το έτος 1983 που πέθανε ο ανωτέρω ψ, το επίδικο νεμόταν αυτός είτε εκμισθώνοντας τούτο στον κτηνοτρόφο ........ και τον γ1, είτε καλλιεργώντας αυτό μέσω του συζύγου της πρώτης εναγομένης ........ Με την υπ' αριθ. ...... δημόσια διαθήκη του ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιερισσού Βιργινίας Χασάπη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 51/1996 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ο ανωτέρω ψ άφησε τον πιο πάνω αγρό του στις εναγόμενες θυγατέρες του, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμιά, αυτές δε αποδέχθηκαν την κληρονομιά αυτή του διαθέτη πατέρας τους με την υπ' αριθ. .....
δήλωση τους ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Έτσι, με τον παράγωγο αυτό τρόπο (αποδοχή κληρονομιάς και μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής) οι εναγόμενες έγιναν συγκύριες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθεμιά, του επίδικου αγρού, ενώ συνέχισαν οι ίδιες, μετά το θάνατο του πατέρα τους και την απόκτηση απ1 αυτές της νομής του εν λόγω αγρού, να ασκούν επ' αυτού τις ίδιες με τον δικαιοπάροχο τους πράξεις νομής, ειδικότερα δε εκμίσθωσαν τον εν λόγω αγρό κατά τα έτη 1983-1990 στον γ1, κατά τα έτη 1991-1998 στον ....
και από το έτος 1999 και εφεξής στον ....... Εξάλλου, οι ενάγουσες είναι συγκύριες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθεμιά, ενός αγρού εκτάσεως 1000 τ.μ., που βρίσκεται βορειοδυτικά του επίδικου αγρού των εναγομένων, δυνάμει των .... και ..... δωρητηρίων συμβολαίων των συμβολαιογράφων Ιερισσού Αικατερίνης Μόρτζου και Βιργινίας Χασάπη, αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν νόμιμα και το επίδικο τμήμα εμβαδού 853 τ.μ.
δεν εμπεριέχεται στα ως άνω συμβόλαια, ενώ ούτε οι ίδιες (ενάγουσες) ούτε και οι δικαιοπάροχοι τους νεμήθηκαν το επίδικο επί είκοσι έτη, ώστε να αποκτήσουν την κυριότητα του με έκτακτη χρησικτησία. Οι ενάγουσες για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1998 περιέφραξαν το επίδικο ως τμήμα του δικού τους αγρού, ισχυριζόμενες ότι ο πιο πάνω αγρός, που περιήλθε σ' αυτές με τις προαναφερόμενες δύο δωρεές, έχει έκταση 1853 τ.μ.
και όχι 1000 τ.μ., όπως αναγράφεται και στα δύο δωρητήρια συμβόλαια, πλην όμως οι εναγόμενες μόλις πληροφορήθηκαν την παραπάνω ενέργεια των εναγουσών έσπευσαν και αφαίρεσαν την περίφραξη που αυθαίρετα τοποθέτησαν εκείνες και υπέβαλαν εναντίον τους μήνυση, με βάση την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη για αυτοδικία".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την απόρριψη της εφέσεως των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, απέρριψε κατ' ουσία την ένδικη διεκδικητική αγωγή αυτών ως προς το επίδικο αγροτεμάχιο των 853 τ.μ., δεχόμενο συγχρόνως ως κατ' ουσία βάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Έτσι που έκρινε δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1041, 1042, 1043 και 1044 του ΑΚ ούτε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς αιτιολογίες, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο περί του αντιθέτου τέταρτος υπό στοιχ. α' από τους αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
Τέλος, ο υπό στοιχ. β' ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιτιολόγητη απόρριψη του υποβληθέντος με την έφεση αιτήματος των αναιρεσειουσών προς διενέργεια πραγματογνωμοσύνης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης κατά τη διάταξη του άρθρου 368 παρ. 1 ΚΠολΔ, εναποκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-4-2003 αίτηση των χ1 κ.τ.λ. για αναίρεση της 3142/2002 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ