Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment on construction accident damages and liability allocation.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's final judgment regarding a construction accident. The appellant argued the lower court failed to specify accident details and awarded excessive damages, while the appellee maintained the compensation was justified by the employer's negligence. The court ruled that the lower court's reasoning sufficiently addressed the factual circumstances and legal basis for liability without needing exhaustive analysis of every evidentiary point.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 340(b) of the Code of Civil Procedure; Art. 559(14) of the Code of Civil Procedure: A lack of reasoning constitutes grounds for appeal only when the factual circumstances essential for applying the substantive law are not clearly and adequately established, not merely when there are deficiencies in evidence evaluation.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 961 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 961/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπανιώτη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου - καλούντος: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Καλπακίδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/8/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14831/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2717/2002 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/1/2003 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 34/2004 απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Η υπόθεση επανέρχεται και πάλι για συζήτηση με την από 31/3/2005 κλήση του αναιρεσίβλητου.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 11/11/2003 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αναίρεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι)Η διάταξη του άρθρου 340 εδ. β' ΚΠολΔικ., σύμφωνα με την οποία στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του, δεν έχει την έννοια ότι ο τελευταίος υποχρεούται να επιλαμβάνεται ιδιαιτέρως και να αναλύει διεξοδικώς τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προσαχθεί από τους διαδίκους ή τα επιχειρήματα που αυτοί έχουν προβάλει.
Εξάλλου, έλλειψη αιτιολογίας η οποία ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ. υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της διατάξεως ουσιαστικού νόμου που εφαρμόστηκε και όχι όταν υπάρχουν μεν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: ο αναιρεσείων είναι τεχνίτης οικοδόμος και αναλαμβάνει εργολαβικώς ή υπεργολαβικώς την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών κυρίως στην περιοχή ..... Για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας διατηρεί ολιγάριθμο συνεργείο εργατών, στο οποίο περιστασιακά περιλαμβανόταν και ο αναιρεσίβλητος, ως επίσης έχει και τον απαραίτητο τεχνικό εξοπλισμό (οικοδομική ξυλεία, μπετονιέρες, αεροσυμπιεστή κ.λ.π.).
Τον Απρίλιο του 1999 συνήψε με τον Ζ1 σύμβαση έργου, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στην κατεδάφιση της εξωτερικής παλιάς σκάλας της οικίας του Ζ1 που βρίσκεται στα ..., και στη συνέχεια στην κατασκευή καινούργιας σκάλας. Κατόπιν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο ως εργάτη προκειμένου να εργασθεί στο ως άνω έργο.
Στις 3-4-1999 ο αναιρεσίβλητος με εντολή του αναιρεσείοντος ανέβηκε επάνω στην ως άνω σκάλα, ύψους 3 μ. περίπου, η οποία ήταν κατασκευασμένη με οπλισμένο σκυρόδεμα και με τον αεροσυμπιεστή που του είχε δώσει ο τελευταίος άρχισε να θραύει το παλαιό σκυρόδεμα στο σημείο συνδέσεως της σκάλας με το πλατύσκαλο.
Μετά την ολοκλήρωση της θραύσης του σκυροδέματος στο σημείο εκείνο ο αναιρεσίβλητος κατέβηκε από τη σκάλα για να αφήσει τον αεροσυμπιεστή και να πάρει τον τροχό προκειμένου να κόψει τα σίδερα που υπήρχαν μέσα στο σκυρόδεμα. Αφού πήρε τον τροχό που του έδωσε ο αναιρεσείων, ανέβηκε και πάλι επάνω στη σκάλα και άρχισε να κόβει τα σίδερα.
Όμως μόλις έκοψε τρία (3) σίδερα και ετοιμαζόταν να κόψει το τέταρτο σίδερο, η σκάλα και μαζί της και το πλατύσκαλο κατέρρευσαν και κατά την πτώση τους στο έδαφος συμπαρέσυραν και αυτόν, καταπλακώνοντας και συνθλίβοντας με το βάρος τους τα κάτω άκρα του, με αποτέλεσμα να υποστούν αυτά συντριπτικά κατάγματα.
Αμέσως μετά το ατύχημα ο αναιρεσίβηλτος μεταφέρθηκε στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, όπου και υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό του αριστερού κάτω άκρου στο ύψος της μεσότητος της κνήμης και ενδομυελική ήλωση δεξιού μηριαίου. Το εργατικό αυτό ατύχημα οφειλόταν σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του αναιρεσείοντος, η οποία συνίστατο στο ότι κατά την κατεδάφιση της ως άνω σκάλας δεν έλαβε τα απαιτούμενα από το νόμο μέτρα ασφαλείας για τον εργαζόμενο και συγκεκριμένα δε χρησιμοποίησε κινητό ικρίωμα (καβαλέτο), όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 περιπτ.
β' του Π.Δ/τος 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών", αλλά έδωσε εντολή στον αναιρεσίβλητο να χρησιμοποιήσει ως δάπεδο εργασίας την ίδια την κατεδαφιστέα σκάλα... Ενόψει των προεκτεθέντων ο τελευταίος υπέστη πράγματι ηθική βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκης του ως άνω εργατικού ατυχήματος, το είδος και την έκταση των σωματικών του βλαβών, την ηλικία του κατά το χρόνο του ατυχήματος (32 ετών), το βαθμό της αμέλειας του αναιρεσείοντος και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, κρίνει ότι το εύλογο ποσό που πρέπει να του επιδικασθεί είναι αυτό των 20.000.000 δρχ.
δηλ. το ποσό των 58.694 Ευρώ. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το διατακτικό, όσον αφορά τη συμβατική σχέση των διαδίκων, την υπαιτιότητα-αμέλεια του αναιρεσείοντος ως προς το επελθόν αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης του αναιρεσίβλητου, τη χρηματική ικανοποίηση αυτού και την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος.
Κατ' ακολουθίαν, οι λόγοι αναιρέσεως, πρώτος, τέταρτος κατά το δεύτερο σκέλος του και πέμπτος κατά το δεύτερο σκέλος του, υπό τις αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ., περί του αντιθέτου, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
ΙΙ).- Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔικ., καταλογίζεται στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τα προσδιοριζόμενα στο αναιρετήριο κατ'αριθμό και κατά το περιεχόμενό τους έγγραφα-αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων κατά την ενώπιόν του συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι δεν ήταν εργολάβος που είχε προσλάβει τον αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην εκτέλεση του αναληφθέντος έργου αλλά τεχνίτης οικοδόμος, συνάδελφος του αναιρεσίβλητου και όχι εργοδότης του. Όμως από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη και ".... Τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι...." σε συνδυασμό με το σύνολο των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου προκύπτει αδιστάκτως ότι ελήφθησαν υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα. Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
ΙΙΙ).- Από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 παρ. 1 εδ. α' του περί εργατικών διαφορών κεφαλαίου του ΚΠολΔικ., κατά τις οποίες "οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου", προκύπτει ότι δικαστήριο της ουσίας δικάζοντας κατά την ανωτέρω διαδικασία, μπορεί να λάβει υπόψη του οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα και όταν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εκτιμά δε αυτά ελευθέρως εκτός εάν πρόκειται τα αποδεικτικά μέσα της δικαστικής ομολογίας και των δημοσίων εγγράφων, καθόσον για τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους δύναμη.
Από αυτά συνάγεται ότι ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔικ., δε συμβιβάζεται προς το πνεύμα και την οικονομία της διαγραφομένης από τις διατάξεις των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔικ. διαδικασίας εκδικάσεως εργατικών διαφορών, γι' αυτό και ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη αυτή, εφόσον αφορά τα λοιπά πλην δικαστικής ομολογίας και δημοσίων εγγράφων αποδεικτικά μέσα, απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔικ., γιατί δεν έλαβε υπόψη του όπως έπρεπε με βάση τις κείμενες διατάξεις του ΚΠολΔικ.
περί απόδειξης και δύναμης των αποδεικτικών μέσων, κανένα από τα μνημονευόμενα έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων ήταν κι' αυτός εργάτης και όχι εργοδότης-εργολάβος ή υπεργολάβος οικοδομών, ενώ αντίθετα έλαβε υπόψη ουσιαστικά μόνο την κατάθεση του μάρτυρα του αντιδίκου και έτσι δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αντί να την απορρίψει, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον αφορά τα μνημονευόμενα ιδιωτικά έγγραφα, και ως εντελώς αόριστος σε σχέση με τα μνημονευόμενα δημόσια έγγραφα αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια περιστατικά βεβαιώθηκαν ότι έγιναν από τον συντάκτη των δημοσίων εγγράφων, ή ενώπιον αυτού, ούτε τα περιστατικά που βεβαιώθηκαν την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης των εγγράφων αυτών.
IV).- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που συνεπάγεται την αναίρεση της αποφάσεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως έχει πραγματικά, οδηγείται σε κρίση, ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ., διαφορετικά από εκείνη την οποία ο αναιρεσείων, που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του, θεωρεί ως σωστή.
Γενικά ο λόγος αυτός αναιρέσεως συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ως περιεχομένων στο έγγραφο περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση με όσα διαλαμβάνονται στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ., περί παραμορφώσεως του περιεχομένου των εγγράφων που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσείων, ειδικότερα των καταστάσεων ασφάλισης προσωπικού από οικοδομικά έργα που είχε υποβάλει στο Ι.Κ.Α.
ο Ζ1 -κύριος του επίδικου έργου, από τις οποίες προέκυπτε ότι ασφάλιζε κι' αυτόν, όπως και τον αντίδικό του- αναιρεσίβλητο, στο Ι.Κ.Α. ως οικοδόμους, δεν προβάλλονται περιστατικά που να μπορούν να στηρίξουν την αναίρεση με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔικ. αλλά απλώς πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί την εκτίμηση των εν λόγω εγγράφων, με την απόδοση στην προσβαλλόμενη απόφαση σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους και όχι σφαλμάτων ως προς την ανάγνωση αυτών.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
V).- Κατά τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔικ., η αγωγή πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Έτσι, στην αγωγή με την οποία αξιώνεται η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος από τον τραυματισμό του συνεπεία εργατικού ατυχήματος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 299, 914, 932 ΑΚ.
πρέπει και αρκεί να αναφέρονται, οι συνθήκες του ατυχήματος, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά υπό τα οποία έλαβε χώρα τούτο, το πταίσμα του εργοδότη ή του υπ' αυτού προστηθέντος, η ηθική βλάβη και η έκταση αυτής καθώς και η κοινωνική και οικονομική θέση του ενάγοντος και του εναγομένου' δοθέντος δε ότι, ως προς την τελευταία περίσταση της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο της ουσίας να επιδικάσει στον παθόντα εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, προσδιορίζοντας το ποσό αυτής, μετ' εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, την έκταση του άλγους του παθόντος, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του, την ηλικία και το φύλο του, αρκεί η μνεία της εν γένει κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, όπως κατ' αρχήν εμφανίζεται στον εξωτερικό κόσμο, στον εναγόμενο δε εναπόκειται να προτείνει, κατ' ανεπτυγμένη άρνηση, και άλλα περιστατικά, ως προς το στοιχείο τούτο, χρήσιμα για τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης.
Η έλλειψη της έκθεσης των γεγονότων αυτών, που αφορά στην προδικασία, κατ' άρθρο 111 παρ. 2 ΚΠολΔικ., συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής, λόγω της αοριστίας της, ως απαράδεκτης και αυτεπαγγέλτως, ενώ, αν το δικαστήριο την παραβλέψει, ελέγχεται αναιρετικώς - υπό την προϋπόθεση ότι η αοριστία προτάθηκε στο Εφετείο με το δικόγραφο της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και επισημαίνεται στο αναιρετήριο η προβολή της, γιατί δεν αφορά στη δημόσια τάξη - με το λόγο εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ.
Στην προκειμένη περίπτωση στο δικόγραφο της 30158/2000 αγωγής του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ, εκτίθεται ότι: "Είμαι οικοδόμος και βρίσκομαι από το 1995 περίπου σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με τον πρώτο εναγόμενο (αναιρεσείοντα), εργολάβο οικοδομών.
Ο δεύτερος εναγόμενος ανέθεσε στον πρώτο εναγόμενο την ανέγερση οικίας στο κείμενο στην οδό ..... οικόπεδό του και την κατεδάφιση του σε σχήμα γάμα εξωτερικού κλιμακοστασίου της παλιάς οικίας του. Την κατεδάφιση του κλιμακοστασίου αυτού ανέλαβα, στα πλαίσια της εξαρτημένης εργασίας μου με τον πρώτο εναγόμενο, να την κάνω εγώ.
Πριν από την έναρξη των εργασιών της κατεδάφισης, εξέφρασα τόσο στον εργοδότη μου εργολάβο, όσον και στον οικοπεδούχο, τις αμφιβολίες μου για τη σταθερότητα και ασφάλεια του κλιμακοστασίου, αφού έβλεπα, λόγω της εμπειρίας μου και της παλαιότητας του κλιμακοστασίου αυτού, να μην έχει κατασκευαστεί αυτό με σκυρόδεμα που δεν ήταν ενισχυμένο με σιδερένιες ράβδους.
Ωστόσο και οι δύο εναγόμενοι, ο πρώτος ως μηχανικός-εργολάβος οικοδομών..... με διαβεβαίωσαν κατηγορηματικά πως είναι απόλυτα εντάξει η σκάλα και δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος να πέσει όσο εγώ θα ασχολούμαι με την κατεδάφισή της. Πείστηκα από τις διαβεβαιώσεις αυτές των δύο αυτών εναγομένων και γιατί ο πρώτος έχει τις ειδικές γνώσεις του μηχανικού και την πείρα του εργολάβου οικοδομών.....
Μη μπορώντας, άλλωστε, να αρνηθώ την προτροπή του πρώτου εναγομένου λόγω της μεταξύ μας εργασιακής σχέσης, ακολούθησα τις οδηγίες του για την κατεδάφιση της σκάλας. Έτσι, κρατώντας τον αεροσυμπιεστή (κομπρεσέρ), ανέβηκα στον κάθετο βραχίονα του κλιμακοστασίου και, φτάνοντας στη συμβολή του βραχίονα αυτού κι' εκείνου του οριζοντίου στο (οιονεί) πλατύσκαλο, έθεσα σε λειτουργία τον αεροσυμπιεστή.
Όμως, πριν προλάβει αυτός να κόψει το πρώτο από τα έξι σημεία του σκυροδέματος, η σκάλα και ιδιαίτερα ο κάθετος βραχίονας πάνω στον οποίο στηριζόμουν και το πλατύσκαλο κατέρρευσαν, συμπαρασύροντάς με και πλακώνοντας και συνθλίβοντας τα δύο πόδια μου σε τέτοιο βαθμό, ώστε για την αποτροπή του άμεσου κινδύνου της γάγγραινας και βέβαια της ίδιας της ζωής μου, υποβλήθηκα σε άμεση εγχείρηση ακρωτηριασμού του αριστερού ποδιού και σε εγχείρηση αποκατάστασης (με την τοποθέτηση καρφιών, γύψου κ.τ.λ.) του δεξιού ποδιού......
Είναι προφανές ότι η κατάρρευση του κλιμακοστασίου οφείλεται αποκλειστικά στην ελαττωματικότητα του σκυροδέματος (απλό μη οπλισμένο με σιδερένιες ράβδους σκυρόδεμα), την οποία οι εναγόμενοι γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν εξαιτίας των παραπάνω ιδιοτήτων τους..... Δηλαδή έπρεπε αυτοί, όταν μάλιστα εξ αρχής εξέφρασα τις αμφιβολίες μου για τη σταθερότητα της σκάλας, να έβρισκαν άλλο τρόπο κατεδάφισης και όχι αυτόν που αμελέστατα μου υπέδειξαν και πειστικά με προέτρεψαν να εκτελέσω.
Από τη βαρύτατη αυτή αμέλεια των εναγομένων μόνιμη είναι η σωματική βλάβη μου... αλλά και διαρκής ο ψυχικός πόνος μου, αφού αναμφισβήτητα στην ηλικία των 32 ετών στερήθηκα τα πάντα: την άσκηση της τέχνης του οικοδόμου, την οποία -και μόνο αυτήν- έμαθα από μικρός να κάνω και η οποία αποτελούσε τον αποκλειστικό και μόνο πόρο της συντήρησης και επιβίωσης της, προς το παρόν, τριμελούς οικογενείας μου, τη χαρά της απόλαυσης της ζωής.
Επομένως οι εναγόμενοι, για τη στοιχειώδη άμβλυνση της ηθικής μου βλάβης από τους σωματικούς και ψυχικούς πόνους που δοκιμάζω και στο διηνεκές θα δοκιμάσω είναι υποχρεωμένοι να μου καταβάλουν........ δραχμές εκατό εκατομμύρια (100.000.000), οι οποίες αποτελούν δίκαιη και εύλογη χρηματική αποζημίωσή του, αφού, από τη μια, εγώ καθόλου δεν ευθύνομαι για το βαρύτατο τραυματισμό μου και δεν έχω κανένα περιουσιακό στοιχείο, ενώ είμαι υποχρεωμένος να συντηρήσω και την, προς το παρόν, αποτελούμενη από μένα, τη σύζυγό μου και την ανήλικη θυγατέρα μου, οικογένειά μου, και, από την άλλη, η ευθύνη για τον τραυματισμό μου αυτόν βαρύνει αποκλειστικά και μόνο αυτούς που οικονομικά και κοινωνικά βρίσκονται σε ικανοποιητικά ψηλό βαθμό, ο πρώτος πολιτικός μηχανικός και εργολάβος κατασκευής, κυρίως οικοδομών, ο δεύτερος γαιοκτήμονας....".
Υπό τα περιστατικά αυτά της αγωγής επαρκώς προσδιορίζονται, οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το εργατικό ατύχημα και η εξ αυτού σωματική βλάβη του αναιρεσίβλητου, το πταίσμα του εργοδότη, η ηθική βλάβη και η έκταση αυτής καθώς και η εν γένει κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, στοιχεία από τα οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας τα, προσδιορίζει την πρόκληση ή μη ηθικής βλάβης και την εύλογη προς τούτο χρηματική ικανοποίηση.
Κατ' ακολουθίαν, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ' ορθή υπαγωγή εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔικ., με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω της αοριστίας της, γιατί, κατά τον αναιρεσείοντα δεν περιέχονται σ' αυτή, ο χρόνος του ατυχήματος, οι ειδικοί όροι και συμφωνίες προσλήψεως του αναιρεσίβλητου για να εργασθεί και με ποιους όρους, σε ποιο έργο και τι εργασία, σε ποιες πράξεις ή παραλείψεις συνίστατο η υπαιτιότητά του, ποια η σύμβαση που τον συνέδεε με τον κύριο του έργου, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, το μέγεθος της ηθικής βλάβης και ότι η αξιούμενη χρηματική ικανοποίηση ήταν ανάλογη με αυτήν και το μέγεθος της υπαιτιότητας των εναγομένων και της ενδεχόμενης δικής του υπαιτιότητας, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-1-2003 αίτηση του ...., για αναίρεση της 2717/2002 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ