Legislator Giurisprudenza & Legislazione
95/2026 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding public domain ownership and evidentiary assessment not subject to review.

Numero d'incarto 95/2026
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the Municipality of Xeromero, ruling the appeal inadmissible due to vague legal grounds. The appellant argued the disputed land belonged to the public domain, but the court found the appeal lacked specific factual assertions required by law. Consequently, the court held that the appeal was rejected because it failed to meet procedural requirements for admissibility.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it relies on vague grounds that do not specify the essential factual assertions proposed in the lower court, or if it challenges evidentiary assessment which is not subject to appellate review.

Parole chiave

Generato dall'IA
inadmissible appeal vague grounds public domain evidentiary assessment procedural requirements diritto fondiario rurale divieto di accedere a un dato territorio stretto

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 12 of the Law 1912 on the establishment of municipalities and communities
Articles 1, 2344/1940, 966, 967, 968 of the Civil Code
Articles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 95 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 95 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελισάβετ Παπαδοπούλου-Μερτζεμεκίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Ξηρομέρου, που εδρεύει στον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας, και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Αστακού Αιτωλοακαρνανίας, ο οποίος υποκατέστησε την (τέως) Κοινότητα Καραϊσκάκη Αιτωλοακαρνανίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Φραίμη, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-1991 αγωγή της πρώην κοινότητας Καραϊσκάκη Νομού Αιτωλοακαρνανίας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 167/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 686/1999 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-11-1999 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Φωτεινή Μηλιώνη ανέγνωσε την από 15-4-2025 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 5.11.1999 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 686/1999 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πατρών, το οποίο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 167/1997 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κατά του αναιρεσείοντος αγωγή της τότε ενάγουσας Κοινότητας Καραϊσκάκη (στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολικός της διάδοχος δυνάμει του Ν. 2539/1997 ο αναιρεσίβλητος Δήμος Αστακού Αιτωλοακαρνανίας και ήδη δυνάμει του ν. 3852/2010 ο Δήμος Ξηρομέρου).

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 εδαφ. 4 και 5 του Ν ΔΝΖ/1912 "περί συστάσεως δήμων και κοινοτήτων" (ΦΕΚ Α 58/1912), παραχωρούνται στην κυριότητα και νομή κάθε κοινότητας οι εντός των ορίων της περιφερείας της περιλαμβανόμενοι εθνικοί βοσκήσιμοι τόποι, όπως καθορίστησαν τα όρια αυτά, κατά τα προς εφαρμογή του νόμου ΚΘ` της 31ης Ιανουαρίου 1864, του από 9ης Ιανουαρίου 1878 Βασιλικού Διατάγματος, του από 19ης Μαρτίου 1882 νόμου και του νόμου ΑΡΠ` της 18ης Απριλίου 1884 συνταχθέντα πρώτα πρωτόκολλα των αρμοδίων επιτροπών και τα επί τη βάσει αυτών καταρτισμένα τοπογραφικά διαγράμματα, εφόσον υπάρχουν τέτοια.

Το δημόσιο διατηρεί τα προ της ισχύος του νόμου ανήκοντα σ' αυτό δικαιώματα κυριότητας και νομής επί των εντός των εθνικών βοσκησίμων αυτών τόπων περιλαμβανομένων εθνικών δασών, πλην των εξ αγριελαιών αποτελουμένων, καθοριζομένων προς τούτο διά Β. διατάγματος εκδιδομένου με πρόταση του επί της Εθνικής Οικονομίας Υπουργού και με αίτηση του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου.

Σύμφωνα δε με το άρθρο Ι του Ν. 2798/1922, με το οποίο ερμηνεύθηκε αυθεντικά το ως άνω εδάφιο 4 του άρθρου 12 του Ν. ΔΝΖ/1912, η αληθής έννοια αυτού είναι, ότι στην κυριότητα και νομή κάθε κοινότητας που ανήκει στους από τον Ν. ΚΘ` διεπόμενους νόμους, παραχωρούνται όχι μόνο οι στην κατά παρέκκλιση νομή της ανήκοντες, αλλά άπαντες οι εντός των ορίων της περιλαμβανόμενοι εθνικοί βοσκήσιμοι τόποι κάθε κατηγορίας και γαίες, συμπεριλαμβανομένων και των εξαιρεμένων διανομής, πλην των στο εδάφιο πέμπτο του αυτού άρθρου ειδικώς εξαιρουμένων.

Ως όρια των Κοινοτικών περιφερειών λογίζονται τα καθορισθέντα κατά τις διατάξεις του Ν. ΔΝΖ. (ΟλΑΠ 1/2025). Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915.

Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 πανδ. (5.8) ν.27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41.10), 109 πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 πανδ. (51.4), καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).

Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 783/2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή είτε μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, είτε, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά. (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020). Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 270/2024, ΑΠ 1495/2021, ΑΠ 591/2021, ΑΠ 590/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : "Η επίδικος έκτασις, εμβαδού 5.000 στρεμμάτων περίπου, η οποία ευρίσκεται εις την γενικήν τοποθεσίαν "Μαραθιάς" και εις τας ειδικωτέρας θέσεις "Ασπρογιάλι", ''Πετεινό", "Στενή Καμπλιάφκα", "Καμπλιάφκα", "Ασβεσταριά", "Πλαζ Καραϊσκάκη", "Καρατζούνη" "Λούμπτος" "Μαλιολαγιάδα" και "Χοιρομπρούσκα" και συνορεύει δυτικώς με την θάλασσαν Ιουνίου Πελάγους, ανατολικώς με επαρχιακήν οδόν Μύτικα - Αστακού, βορείως με έκτασιν κοινότητος Βασιλοπούλου και νοτίως με έκτασιν κοινότητος Αστακού, περιλαμβάνεται εντός των διοικητικών ορίων της εναγούσης κοινότητος, όπως αυτά καθωρίσθησαν δι' αποφάσεων των αρμοδίων επιτροπών.

Η έκτασις αυτή κατά το έτος 1912 που παρεχωρήθη εις την ενάγουσαν, απετέλει εθνικόν βοσκήσιμον τόπον και εχρησιμοποιείτο αποκλειστικώς προς βόσκησιν υπό των ποιμνίων του παραγομένου αυτοφυούς χόρτου και εκαλύπτετο υπό συστάδων και μη αγριελιών που εξημερώθησαν εν συνεχεία υπό των δημοτών της εναγούσης και όχι δάσος, ως ισχυρίσθη το εναγόμενον Ελληνικόν Δημόσιον.

Πέραν των ανωτέρω, η ενάγουσα κοινότης ως ανοργάνωτος από το έτος 1864 μέχρι το έτος 1912 και έκτοτε ως οργανωμένη, κατείχε και ενέμετο δια των μελών της την επίδικον έκτασιν διανοία κυρίου, δηλαδή με την θέλησιν να έχη αυτήν όπως αρμόζει εις τον κύριον και καλή τη πίστη δηλαδή με την πεποίθησιν ότι δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν τα δικαιώματα του κυρίου, μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946), έκτοτε δε και μέχρις ασκήσεως της αγωγής (25.10.1991) διανοία κυρίου ενεργούσα επ' αυτής εμφανείς διακατοχικάς πράξεις, δια των οποίων εξεδήλωνε την βούλησίν της να την εξουσιάζη.

Συγκεκριμένως διέθετε την επίδικον έκτασιν προς βοσκήν των ποιμνίων των δημοτών της, επέβαλλε τέλος αυθαιρέτου βοσκής, εξεμίσθωνε μέρος αυτής εις τρίτους, παρείχεν εις τα μέλη της αδείας ξυλεύσεως, διένειμεν εις τους κατοίκους της τα εντός αυτού δένδρα αγριελιάς, τα οποία αυτοί εξημέρωσαν και διεξήγαγε δικαστικούς αγώνας δια την διατήρησιν των δικαιωμάτων της.

Μεταξύ των δικών που διεξήγαγε είναι και εκείναι κατά τας οποίας εξεδόθησαν αι υπ' αριθμ. 48/77, 13/78 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και η υπ' αριθμ. 170/1978 απόφασις του δικαστηρίου τούτου, δια των οποίων ανεγνωρίσθη δικαιούχος της καθορισθείσης αποζημιώσεως λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος της επιδίκου εκτάσεως προς διάνοιξιν της επαρχιακής οδού Βόνιτσας-Αστακού.

Περί πάντων των ανωτέρω είναι σαφείς και κατηγορηματικαί αι καταθέσεις των μαρτύρων της εναγούσης, οι οποίοι έχουν ιδίαν και άμεσον αντίληψιν περί της ιδιότητος της επιδίκου εκτάσεως ως εθνικού βοσκησίμου τόπου και περί των διακατοχικών πράξεων που ενήργησεν η ενάγουσα επ' αυτής. Αι καταθέσεις αύται, που συμπορεύονται και εναρμονίζονται και προς το περιεχόμενον των προσκομιζομένων εγγράφων, δεν αναιρούνται εκ των καταθέσεων των μαρτύρων του εναγομένου, εκ των οποίων μάλιστα ο Π.

Λ., αναφερόμενος εις την επίδικον έκτασιν, καταθέτει ότι "...η επικαρπία των ελαιών ανήκει στους διαφόρους εξημερωτές, το δε έδαφος στην κοινότητα". Εν όψει των εκτεθέντων, η ενάγουσα κοινότης κατέστη κυρία της επιδίκου εκτάσεως αφ' ενός μεν κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 12 παρ.4. του Ν. ΔΝΖ/1912 και αφετέρου δι' εκτάκτου χρησικτησίας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή. Ειδικότερα, κατά τις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλομένη παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται εντός των διοικητικών ορίων της ενάγουσας Κοινότητας Καραϊσκάκη, όπως αυτά καθορίστηκαν αρμοδίως και ότι η έκταση αυτή κατά το έτος 1912, που παραχωρήθηκε στην Κοινότητα, αποτελούσε εθνικό βοσκήσιμο τόπο, ο οποίος χρησιμοποιούταν αποκλειστικά προς βόσκηση από τα ποίμνια του αυτοφυούς χόρτου, καλυπτόταν από συστάδες και μη αγριελιών που στη συνέχεια εξημερώθηκαν από τους δημότες της Κοινότητας και δεν αποτελούσε δάσος.

Περαιτέρω, δέχθηκε ότι, πέραν των ανωτέρω, η ενάγουσα Κοινότητα από το έτος 1864 ως ανοργάνωτη Κοινότητα μέχρι το έτος 1912 και έκτοτε ως οργανωμένη, νεμόταν την επίδικη έκταση με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946), έκτοτε δε και μέχρι την άσκηση της αγωγής διανοία κυρίου, ενεργούσα επ' αυτής εμφανείς διακατοχικές πράξεις, με τις οποίες εκδήλωνε τη βούλησή της να την εξουσιάζει και ότι, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, κατέστη κυρία της επίδικης έκτασης, αφενός μεν κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 12 παρ. 4 του Ν. ΔΝΖ/1912, αφετέρου δε με έκτακτη χρησικτησία. Το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί του ουσιώδους ζητήματος του δασικού ή βοσκήσιμου (χορτολιβαδικού) χαρακτήρα της επίδικης έκτασης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν καθορίζονται με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών νόμων.

Εξάλλου, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με τον ερευνώμενο λόγο πλήττεται η προσβαλλόμενη για την εκ πλαγίου παράβαση των αναφερομένων διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 4 του ΔΝΖ/1912, όπως τούτο αυθεντικώς ερμηνεύτηκε με το Ν. 2798/1922, ο λόγος αυτός είναι και αλυσιτελής, αφού δεν πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί κτήσης κυριότητας της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, η οποία (επάλληλη αιτιολογία), κατά τα προεκτεθέντα, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.

Στην πραγματικότητα, υπό την επίφαση της παράβασης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο ως προς τον δασικό ή χορτολιβαδικό χαρακτήρα του επιδίκου, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 786/2024, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016).

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο ο λόγος αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του και όχι με τις προτάσεις ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (ΑΠ 1038/2025, ΑΠ 786/2024, ΑΠ 609/2022, ΑΠ 348/2018).

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", 966, 967 και 968 ΑΚ, αναγνωρίζοντας, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι η επίδικη έκταση συνορεύει δυτικά με θάλασσα Ιονίου Πελάγους και περιήλθε στην κυριότητα της ενάγουσας ως εθνικός βοσκήσιμος τόπος κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του Ν.

ΔΝΖ/1912, άλλως ως βοσκήσιμος τόπος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, χωρίς να διευκρινίζει εάν εντός της επίδικης έκτασης περιλαμβάνεται και η ζώνη του αιγιαλού, οπότε, κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις, είναι πράγμα εκτός συναλλαγής, ανεπίδεκτο χρησικτησίας και ανήκει κατά κυριότητα στο Δημόσιο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν από το αναιρεσείον για τη θεμελίωσή του στο δικαστήριο της ουσίας και αν αυτός επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από το αναιρεσείον - εκκαλούν.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την από 12.1.1998 έφεση του αναιρεσείοντος, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, δεν περιέχεται σ' αυτήν λόγος έφεσης σχετικός με τις αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενες αιτιάσεις, ενώ δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Στην πραγματικότητα, οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει δεκτά, αλλά ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, που όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5.11.1999 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 686/1999 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ