Legislator Giurisprudenza & Legislazione
95/2024 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on property ownership and costs in Greek civil case.

Numero d'incarto 95/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to consider specific documents submitted by the respondent, but the court found the appeal inadmissible because the lower court explicitly stated it had examined all evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the respondent's legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 552, 553, 556, 558, 560, 566 §3 of the Code of Civil Procedure; Article 577 §1 and §3 of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible and must be examined if filed within the statutory period, but the appellate court is not required to make specific mention of every piece of evidence considered if the lower court's reasoning confirms its comprehensive review of all submitted documents.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal admissibility evidence evaluation property ownership court costs Code of Civil Procedure lower court review Greek civil law accesso al fondo

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 566 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 95 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 95/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σπυρίδωνα Κουλούρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ι. Ο. του Χ. και της Ε., κατοίκου Σερρών, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Κουφάκη, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και των ήδη αποβιωσασών Ε. και Α. Ο., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-3-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 23-3-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 104/2022, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν έφεση του ήδη αναιρείοντος - εναγομένου κατά της υπ' αριθμ. 88/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών (με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 22-5-2009 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά στοιχεία που τηρούνται στο κτηματολογικό γραφείο Σερρών αγωγή της αναιρεσιβλήτου και της μητέρας και αδελφής της που ήδη απεβίωσαν). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,560, 566§3 Κ.Πολ.Δ Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Α. Στο άρθρο 4§1 του ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1999 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως αντικαταστάθηκε από την §11 του άρθρου 154 του ν. 4389/2016 και ισχύει ορίζονται τα εξής: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Η διάταξη της περίπτωσης β' εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., η διάταξη εφαρμόζεται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ......". Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας, κατά πλάσμα του νόμου, είναι το Ελληνικό Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος προβλέφθηκε, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1§1 αυτού αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ.

με το άρθρο 53 του εισαγωγικού νόμου αυτού, και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.09.1915, αφού, μετά το χρονικό αυτό σημείο, δεν επιτρέπεται έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου.

Έτσι, κατ' εφαρμογήν των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4§1 του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι τις 19.03.2003 (άρθρο 9 του ν. 3127/2003), επί τριάντα (30) έτη, εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν, κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής στο πρόσωπό του, οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 Α.Κ.

Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστεως, αυτό συντρέχει, όταν ο χρησιδεσπόζων, έστω και αν το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου, όμως, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει, κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα.

Το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να εξειδικεύει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συγκροτούν την έννοια της καλής πίστεως ή την έλλειψή της, χωρίς να αρκεί η απλή χρήση του όρου αυτού (Α.Π. 505/2014, 863/2011). Περαιτέρω, όσον αφορά στην κακή πίστη λεκτέα τα εξής: Κατ' άρθρο 1042 του Α.Κ.

ο χρησιδεσπόζων βρίσκεται σε καλή πίστη "όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε κυριότητα". Άρα καλή πίστη επί χρησικτησίας είναι η κατά την κτήση της νομής πεποίθηση του νομέα ότι απέκτησε την κυριότητα. Εάν ο νομέας κατά την κτήση της νομής: α) γνωρίζει ή β) από βαριά αμέλεια αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου προσώπου επί του πράγματος καλή πίστη δεν υπάρχει και χρησικτησία δεν χωρεί.

Και ενώ κατά τον Αστικό Κώδικα ο επικαλούμενος την χρησικτησία νομέας βαρύνεται με την απόδειξη της καλής πίστεώς του, αντιθέτως, κατά το άρθρο 4§1 του ν. 3127/2003, την κακή πίστη του νομέα ή του δικαιοπαρόχου του κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής, υπό εκατέρου τούτων, φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού από τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία βρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 καθίσταται σαφές ότι το βάρος αποδείξεως της καλής πίστεώς του δεν έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχος του, αλλ', αντιθέτως, το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστεως του (επικαλουμένου κυριότητα) νομέα, ή του δικαιοπαρόχου του.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η κτήση δικαιώματος κυριότητας επί ενός τέτοιου ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου προϋποθέτει, πλην άλλων, τη συμπλήρωση τριακονταετούς επ' αυτού νομής έως τις 19.03.2003, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 3127/2003. Σημειώνεται ότι αναφορά σε σχετική αγωγή ότι το επίδικο ακίνητο κατέχεται κατά το προβλεπόμενο στον νόμο χρονικό διάστημα χωρίς νόμιμο (τυπικό) τίτλο, δηλαδή χωρίς να υπάρχει πωλητήριο συμβόλαιο, δεν αποτελεί ομολογία περί της κακής πίστεως του ενάγοντος και ειδικότερα περί συνδρομής περιστατικών, που να θεμελιώνουν αντίστοιχο ισχυρισμό του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, αλλά, αντιθέτως, συνιστούν ισχυρισμό περί του ότι για ολόκληρο το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα νεμόταν το επίδικο καλόπιστα (Α.Π. 80/2017, Α.Π. 1777/2011).

Η ως άνω ρύθμιση ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου αυτού (Ελληνικού Δημοσίου), νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα (30) έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι τις 19.03.2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην §1 στοιχ.

β' του ίδιου νόμου (Ολ.Α.Π. 11/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 του Α.Κ. η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα από αυτή. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.

Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξεως του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διαταράξεως. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ.).

Η διατάραξη της νομής, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 984 του Α.Κ., αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 του Α.Κ. Η έννοια όμως του όρου "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4§1 του ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.

Η παρενόχληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο. Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι, μεταξύ άλλων η κοινοποίηση της πράξεως της αρμόδιας αρχής περί καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως του δημοσίου κτήματος (Ολ.Α.Π. 11/2015), η κοινοποίηση πρωτοκόλλου καταλήψεως (Α.Π. 826/2018), η, με, οποιοδήποτε τρόπο, λήψη από τον ιδιώτη δηλώσεως ιδιοκτησίας του Δημοσίου ότι έχει καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση (Α.Π. 712/2020), η γνωστοποίηση αποφάσεως επί ενστάσεως κατά της αποφάσεως της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβαλλόντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη (Α.Π. 807/2019).

Δηλαδή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα λαμβάνει γνώση ότι υφίσταται παρενόχληση από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, παύει να νέμεται αδιαταράκτως το δημόσιο κτήμα εις βάρος του Δημοσίου (Α.Π. 1813/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τα επίδικα ακίνητα (οικόπεδα) με αριθμούς 6 και 8 βρίσκονται στο Ο.Τ.

… εντός του εγκεκριμένου από το 1925 σχεδίου της πόλης των Σερρών, με αριθμούς ΚΑΕΚ ... και ..., έκτασης 1.904 τ.μ. και 821 τ.μ. αντίστοιχα και συνορεύουν το μεν πρώτο βόρεια με την με αριθμό ΚΑΕΚ ... ειδική έκταση, ήδη οδό Βύρωνος, νότια με τη με αριθμό ΚΑΕΚ ... ειδική έκταση, ήδη κοινόχρηστο χώρο, ανατολικά με τα με αριθμούς ΚΑΕΚ ...

και ... γεωτεμάχια και δυτικά με τα με αριθμούς ΚΑΕΚ ..., ..., ..., ... και ... γεωτεμάχια, το δε δεύτερο εξ αυτών γεωτεμάχιο βόρεια με τη με αριθμό ΚΑΕΚ ... ειδική έκταση, ήδη οδό Βύρωνος, νότια με το με αριθμό ΚΑΕΚ ... γεωτεμάχιο, ανατολικά με το με αριθμό ΚΑΕΚ 441211022011 γεωτεμάχιο και δυτικά με το με αριθμό ΚΑΕΚ ... γεωτεμάχιο.

Αποτελούν δε τμήματα μείζονος ακινήτου και δη του με αριθμό ... αγρού, έκτασης 6.410 τ.μ. που βρισκόταν στη θέση "Κ.Κ." του αγροκτήματος της κτηματικής περιφέρειας Σερρών και συνόρευε βόρεια με αγροτική οδό, νότια τον με αριθμό ... αγρό, ανατολικά με τους με αριθμούς ..., ... αγρούς και δυτικά με αγροτικό δρόμο, όπως εμφαίνεται στο από Ιανουάριου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα με συνημμένο απόσπασμα του κτηματολογικού χάρτη του αγροκτήματος Σερρών του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Ε. με τα στοιχεία Α1-Α2-Α3-Α4-Α5-Α6-Α7-Α8-Α9-A10-ΑΠ-A 12-Α13-Α14-Α15-Α16-Α17-Α18-A19-Α20-Α21Λ22-Α1, ο οποίος ήταν χαρακτηρισμένος από την Κτηματική Υπηρεσία Σερρών ως ανταλλάξιμο κτήμα με αριθμό .... Ο Ι. ή Σ. Ο. του Α. από το έτος 1913 έως και το χρόνο θανάτου του, στις 26.3.1953, καλλιεργούσε τα ανωτέρω επίδικα ακίνητα με καπνά και σιτηρά, κληρονομήθηκε δε από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι τη σύζυγό του Α.

χήρα Ι. Ο. κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα του Χ. Ο. και Π. χήρα Β. Μ. κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, οι οποίοι συνέχισαν έκτοτε να ασκούν αδιάλειπτα νομή και κατοχή με καλή πίστη επ' αυτών, διανοία κυρίου, καλλιεργώντας αυτά, μετά δε το θάνατο της πρώτης εξ αυτών στις 22.12.1960, το ως άνω ποσοστό των 2/8 εκ αδιαιρέτου, δυνάμει της υπ'αριθμ. ...

δημόσιας διαθήκης του τέως συμβολαιογράφου Σερρών Δημητρίου Ζαφειρόπουλου, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 39/2.2.1961 πρακτικά του Πρωτοδικείου Σερρών, περιήλθε στην κυριότητα της θυγατέρας της Π. χήρας Β. Μ., η οποία απεβίωσε στις 28.7.1989 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον αδελφό της Χ. Ο. του Ι.. Ο τελευταίος από το χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς του πατρός του (26.3.1953), συνέχισε την εκμετάλλευση των ως άνω ακινήτων με τον ίδιο τρόπο (καλλιέργεια, επίβλεψη κ.λ.π) αδιαλείπτως και αδιαταράκτως μέχρι και το χρόνο θανάτου του στις 27.7.1991, καταλείποντας μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου την αρχικώς πρώτη ενάγουσα σύζυγό του Ε.

χήρα Χ. Ο. το γένος Σ. Τ. και κατά ποσοστό 3/8 εκάστη των θυγατέρων του, αρχικώς δεύτερη των εναγουσών Α. Ο. του Χ. και την τρίτη εξ αυτών, η οποία υπεισήλθε, κατά τα προαναφερθέντα, στη δικονομική θέση των πρώτης και δεύτερης των εναγουσών, μητέρας και αδελφής της, μετά το θάνατό τους, στις 22.5.2013 και 23.10.2014 αντίστοιχα, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος τους.

Οι ενάγουσες καθώς και ο ως άνω άμεσος δικαιοπάροχός τους είχαν την πεποίθηση χωρίς να τους βαρύνει βαριά αμέλεια ότι απέκτησαν την κυριότητα των εν λόγω ακινήτων και εξακολούθησαν να κατέχουν και νέμονται αυτά, ασκώντας κατά τρόπο σταθερό και διαρκή όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και στο προορισμό τους υλικές πράξεις και ειδικότερα με τη συστηματική καλλιέργεια αυτών, συντήρηση, καθαρισμό και την εκμίσθωσή τους, ενώ οι ως άνω Χ.

Ο. και Π. χήρα Μ. κατέτμησαν το μείζον ακίνητο (με αριθμό ...) σε τέσσερα (4) διαιρετά τμήματα, όπως εμφαίνονται στο από Μάρτιο 1960 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Ν. με αριθμούς 1,2,3,4, καθώς και στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του Γ. Ε., μεταβιβάζοντας μάλιστα την κυριότητα ορισμένων εξ αυτών προς τρίτους, λόγω πώλησης και συγκεκριμένα στον μεν Σ.

Τ. του Β. το με αριθμό (2) έκτασης 860 τ.μ. που συνορεύει ανατολικά με το υπ' αριθμ. (1) οικόπεδο των ιδίων πωλητών, δυτικά με το υπ' αριθμ. (3) οικόπεδο ιδίων πωλητών, βόρεια με διανοιγόμενη οδό νέας ρυμοτομίας και νότια με αγρό ιδιοκτησίας Μ. Π., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας του τέως συμβολαιογράφου Σερρών Βασιλείου Μαυρομάτη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών Σερρών (τόμος 51 και αριθμός ...), στον δε Α.

Π. του Ι., διαιρετό τμήμα έκτασης 335,50 τ.μ., που συνορεύει δυτικά και νότια με το υπόλοιπο αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας των πωλητών, βόρεια με δρόμο και ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Π., δυνάμει του υπ αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας του τέως συμβολαιογράφου Σερρών Αθανασίου Αγγελίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμος ...

και αριθμός ...). Όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά οδηγούν στην ασφαλή δικανική κρίση ότι τόσο οι ενάγουσες όσο και οι δικαιοπάροχοί τους αν και για περισσότερα από τριάντα έτη, ήτοι από τουλάχιστον το έτος 1953 έως την 19.3.2003 νέμονταν δημόσιο κτήμα δεν παρενοχλήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, παρότι ήταν εν γνώσει της κατοχής του από την οικογένεια "Ο.", γεγονός που δεν αμφισβητείται, αποξενούμενο το τελευταίο πλήρως από τη νομή του και συνεχώς χωρίς βαριά αμέλεια οι ενάγουσες είχαν την πεποίθηση ότι απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων κατ' άρθρο 1042 ΑΚ, καθιστάμενες με τον τρόπο αυτόν έναντι του Δημοσίου (συγ) κύριες των επιδίκων ακινήτων κατά την ισχύ του ν. 3127/2003, αφού προσμετρώντας και το χρόνο της καλόπιστης νομής των ανωτέρω δικαιοπαρόχων τους, είχαν συμπληρώσει στη νομή τους κατά την ισχύ του ν. 3127/2003 χρόνο υπέρτερο των τριάντα ετών, ενώ πληρούνται εν προκειμένω και οι λοιπές προϋποθέσεις για την απόκτηση της κυριότητας επί των επιδίκων, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ.

β και παρ. 2 του ν. 3127/2003, που σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητεί το εναγόμενο, ήτοι βρίσκονται εντός οικισμού προϋφιστάμενου του 1923 και εντός του σχεδίου πόλης των Σερρών, με εμβαδόν εκάστου εξ αυτών μικρότερο των 2.000 τ.μ. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο επιχειρώντας να ανατρέψει τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων του ν. 3127/2003 ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της καλής πίστης των εναγουσών και των απώτερων δικαιοπαρόχων τους, ισχυρίζεται ότι εκδόθηκε το υπ.

αριθμ. ... πρωτόκολλο κατάληψης ενός ευρύτερου ακινήτου (αρχικού κτήματος πριν το διαχωρισμό του στα με αριθμούς ... και ... ακίνητα), το οποίο όμως, όπως συνομολογεί το ίδιο, ουδέποτε κοινοποίησε στον Σ. Ο. ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο (βλ. το υπ αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Σερρών), με αποτέλεσμα να μην έχει περιέλθει σε γνώση των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγουσών.

Ούτε άλλωστε το γεγονός ότι ο Χ. Ο., άμεσος δικαιοπάροχος των εναγουσών, με την από 9.9.1966 αίτησή του απευθυνόμενη προς την Δ.Α.Π. Σερρών ζήτησε την ακύρωση του ως άνω πρωτοκόλλου και τη διαγραφή του μείζονος έκτασης ακινήτου με αριθμό ... από την ανταλλάξιμη περιουσία του Δημοσίου, χωρίς να προκύπτει η πορεία της υπόθεσης από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, αναιρεί την ύπαρξη στο πρόσωπο του ίδιου της καλής πίστης, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το εναγόμενο, αφού από την ενέργειά του αυτή καταδεικνύεται σαφώς η πεποίθησή του ότι ήταν κύριος των ακινήτων.

Η μόνη εμφανής ενέργεια με την οποία το εναγόμενο αμφισβήτησε τη κυριότητα των εναγουσών ήταν η υποβολή της υπ' αριθμ. πρωτ. ... ένστασης κατά των κτηματολογικών στοιχείων της πρώτης ανάρτησης προς το Δήμο Σερρών με αφορμή τη διαδικασία κύρωσης πράξης εφαρμογής για ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλης, η οποία απορρίφθηκε, χωρίς να λάβουν γνώση οι ενάγουσες, γεγονός όμως που συνέβη όταν ήδη είχαν συμπληρώσει στη νομή των επιδίκων ακινήτων το οριζόμενο από τις διατάξεις του ως άνω ν. 3127/2003 χρονικό διάστημα των τριάντα ετών".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι τα επίδικα ακίνητα εμβαδού 1.904 τ.μ. και 821 τ.μ. που βρίσκονται στη θέση "Κ. Κ." του αγροκτήματος της κτηματικής περιφέρειας Σερρών, με ΚΑΕΚ ... και ... αντίστοιχα, εντός των ορίων οικισμού προϋφιστάμενο του έτους 1923, νέμονταν με καλή πίστη, ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας πατέρας της Χ.

Ο., από το έτος 1953 μέχρι το έτος 1991 που απεβίωσε και στη συνέχεια η ίδια, οι οποίοι ασκούσαν σ' αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως τις αναφερόμενες εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής, έως τις 19/03/2003, έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003, για χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο των τριάντα (30) ετών, χωρίς να διαταραχθούν στη νομή του (αδιαταράκτως) από το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, υπό την έννοια της θετικής πράξεως ή παραλείψεως, καθόσον η προκύψασα ενέργεια του τελευταίου, ήτοι η υποβολή της υπ' αριθμ. ...

ένστασης κατά των κτηματολογικών στοιχείων της πρώτης ανάρτησης προς το Δήμο Σερρών με αφορμή τη διαδικασία κύρωσης πράξης εφαρμογής για ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλης και η απόρριψη αυτής, ενέργεια η οποία ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα, δεν συνιστά διαταρακτική της νομής πράξη. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης (και των δικαιοπαρόχων της, μητέρας και αδελφής της) και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, απορρίπτοντας, ως αβάσιμη κατ' ουσία, την ασκηθείσα από το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον έφεση.

Με αυτά που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 του Ν. 3127/2003 και 1042, 984 εδ. α' και 989 εδ. α' ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στην νομική σκέψη, πού προεκτέθηκε, και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από τις ενάγουσες της κυριότητας, επί των επιδίκων, που βρίσκονται εντός των ορίων υφιστάμενου προ του έτους 1923 οικισμού, με πρωτότυπο τρόπο, ως νεμόμενες τόσον αυτές όσο και ο άμεσος δικαιοπάροχός τους τούτα καλόπιστα και αδιατάρακτα, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 30 ετών, από το έτος 1953 έως τις 19/03/2003 (έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003), καθ' όσον η προκύψασα ενέργεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, αφ' ης δεν κοινοποιήθηκε στις ενάγουσες, δεν συνιστά διαταρακτική, της νομής, πράξη.

Ενόψει τούτων, οι περί του αντιθέτου και εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Β. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 180/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ουσία βάσιμο της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, απορρίπτοντας ταυτόχρονα τον ισχυρισμό του περί διατάραξης της νομής της ενάγουσας στα επίδικα, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, τόσο την υπ' αριθμ. ...

ένστασή του δια του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας του νομού Σερρών, όσο και τη δήλωση ιδιοκτησίας του στο Εθνικό Κτηματολόγιο, στις οποίες δεν κάνει καμιά αναφορά, τα σχετικά έγγραφα των οποίων νόμιμα με επίκληση είχε προσκομίσει, κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και "......

όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν για να ληφθούν υπόψη προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων....", σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα, το οποία το αναιρεσείον επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού.

Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που η τελευταία, νόμιμα και βάσιμα, υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.) μειωμένα κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-3-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 104/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ