Legislator Giurisprudenza & Legislazione
95/2023 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against airline's seizure of shares, ruling no tort liability exists.

Numero d'incarto 95/2023
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athens Court of Appeal's final decision regarding the seizure of shares by Aegean Airlines. The appellant argued that the airlines' failure to release shares exceeding the secured debt constituted a tort under Greek Civil Code provisions. The court held that the seized items were not monetary claims but assets held under specific legal obligations, meaning no unlawful act occurred. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing parties' legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 914, 932, 297, 298, 330 of the Civil Code; Article 715 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure: The seizure of shares exceeding the secured debt does not constitute a tortious act if the shares are held by the debtor under specific legal obligations as a guarantor or administrator.

Parole chiave

Generato dall'IA
tort liability seizure of shares civil code provisions legal costs appeal dismissal asset seizure guarantor obligation

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 914 of the Civil Code
Articles 932, 297, 298, 330 of the Civil Code
Article 715 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 300 of the Civil Code
Article 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3 and 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 95 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 95/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντήκαι Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Ε., κατοίκου Πετρούπολης Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ... και τον διακριτικό τίτλο "AEGEAN AIRLINES AE", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Δαμιλάκη και Εμμανουήλ Ζωγραφάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Πατρίκιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/11/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1670/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1422/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/9/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 25.09.2020 και με ειδ. αριθ. κατάθ. 861/29.09.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1422/28.02.2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 932, 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή, ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή, ενέργεια ή παράλειψη, οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης σε βάρος άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υποχρέου και της ζημίας του παθόντος.

Η μη τήρηση ή η πλημμελής τήρηση των προστατευτικών κανόνων δικαίου παρέχει αξίωση αποζημίωσης στους ιδιώτες που βλάπτονται, μόνον όταν οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν στην προστασία ατομικών δικαιωμάτων, αποκλειστικά ή παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, ενώ δεν υπάρχει τέτοια αξίωση από την παράβαση δικαϊικών κανόνων, που προστατεύουν μόνο το γενικό συμφέρον.

Εξάλλου, ως ζημία νοείται η διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του προσώπου που διαμόρφωσε η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτή, ενώ δικαιούχος είναι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από αυτή, δηλαδή, ο φορέας του δικαιώματος ή του προστατευόμενου συμφέροντος, που προσβλήθηκε από την αδικοπραξία.

Σύμφωνα δε με την αρχή της πρόσφορης αιτιότητας (causa adaequata), που κρατεί στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αποζημιώνεται η ζημία, εάν συνδέεται και στην έκταση που συνδέεται με πρόσφορη αιτιώδη σχέση προς τη ζημιογόνο πράξη του υπαιτίου, πράγμα που υπάρχει, όταν η τελευταία (ζημιογόνος πράξη) δεν συνέβαλε απλώς ως αναγκαίος όρος (condition sine qua non) στο επιζήμιο αποτέλεσμα, αλλά, κατά το χρόνο και υπό τους όρους που αυτή έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση έκτακτων περιστατικών, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία.

Σε περίπτωση που η ζημία προήλθε από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων, κατά το άρθρο 926 του ΑΚ, ενέχονται (εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι αδικοπρακτικής ευθύνης) όλοι εις ολόκληρον για αποζημίωση ή και για εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος. Επίσης, σε διαφορές από αδικοπραξία, δεν ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη και την έκταση της ζημίας, την τέλεση της παράνομης πράξης και για άλλα πραγματικά ζητήματα θεμελιωτικά των όρων αδικοπρακτικής ευθύνης.

Αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση αυτού για υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στον προσήκοντα νομικό κανόνα και ειδικότερα για τα νομικά ζητήματα α) εάν είναι αποζημιωτέα ή όχι η ζημία κατά το νόμο και αν αυτή έχει προκληθεί παράνομα ή όχι, β) αν συγκροτείται ή όχι η έννοια της υπαιτιότητας του υποχρέου και γ) αν υπάρχει ή όχι αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και ζημίας.

Ειδικότερα, ως προς τη συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου, η αποδεικτικά αντλούμενη παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι η παράνομη πράξη επέφερε ως αναγκαίος όρος στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία, συνιστά πραγματικό ζήτημα και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Αντίθετα, αποτελεί νομικό ζήτημα και ελέγχεται αναιρετικά το αν η σχετική παράνομη πράξη, κάθε αυτή, κρινόμενη αντικειμενικά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν, κατά την αρχή πρόσφορης αιτιότητας, ικανή να επιφέρει τη ζημία (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 670,676/2021).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 707 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο τη συντηρητική κατάσχεση κινητών, ακινήτων, εμπραγμάτων δικαιωμάτων επάνω σ' αυτά, απαιτήσεων και γενικά όλων των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, είτε βρίσκονται στα χέρια του είτε στα χέρια τρίτου.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με τη συντηρητική κατάσχεση δεσμεύονται προσωρινά περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ικανοποίηση της χρηματικής ή δυναμένης να τραπεί σε χρήμα απαιτήσεως του δανειστή με αναγκαστική εκτέλεση, όταν αυτός αποκτήσει εκτελεστό τίτλο. Η συντηρητική κατάσχεση καλύπτει όλα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, εφόσον μπορούν να μεταβιβαστούν κατά το ουσιαστικό δίκαιο, πάντως δεν εμποδίζεται το δικαστήριο να διατάξει ειδικώς την κατάσχεση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων.

Αν όμως ο δανειστής προβεί στην κατάσχεση περισσότερων στοιχείων από εκείνα που επαρκώς ασφαλίζουν την απαίτησή του, αναφύεται τότε διένεξη περί την εκτέλεση. Έτσι στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο να προσδιορίσει ειδικά από ποια περιουσιακά στοιχεία πρέπει να αρθεί η κατάσχεση, κατά το άρθρο 702 παρ. 3 ΚΠολΔ, ενώ και κατά τη διάταξη του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν εκδόθηκε απόφαση που διατάσσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, δικαιούται αυτός που έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει από το δικαστήριο τη μεταρρύθμιση ή ανάκληση ολικά ή εν μέρει της απόφασής του, έως τη συζήτηση της αγωγής που αφορά την κύρια υπόθεση, εφόσον επήλθε μεταβολή των πραγμάτων που δικαιολογεί την ανάκληση ή μεταρρύθμισή της.

Επίσης, κατά το άρθρο 708 ΚΠολΔ η απόφαση που διατάζει συντηρητική κατάσχεση πρέπει να καθορίζει το ποσό για το οποίο διατάσσεται, ενώ, κατά το άρθρο 715 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η διάθεση των πραγμάτων που κατασχέθηκαν από εκείνον σε βάρος του οποίου έγινε η κατάσχεση, αλλά τούτο δεν ισχύει σε χρηματικές απαιτήσεις, για τις οποίες η απαγόρευση ισχύει μόνο έως το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 2, 8, 8β, 12, 13, 14, 18 παρ. 4, 24 παρ. 2, 34, 35β παρ. 2, 35γ, 37γ, 39 και 40 του Ν. 2190/1920, που ίσχυαν κατά τους επίμαχους χρόνους, πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 189 του Ν.4548/2018, σε συνδυασμό ερμηνευόμενες και εφαρμοζόμενες, προκύπτει ότι η μετοχή ανωνύμου εταιρίας δηλωτική ούσα και του μεριδίου του εταιρικού κεφαλαίου και του δικαιώματος συμμετοχής εις την εταιρία, είναι πράγμα κινητό και αξιόγραφο, ως πράγμα δε είναι αντικείμενο κυριότητος και ενσωματώνει την μετοχική έννομη σχέση που ακολουθεί το εμπράγματο επί του τίτλου δικαίωμα (ΑΠ 545/2019, ΑΠ 973/2017, ΑΠ 576/2002).

Μετά δε την ισχύ του Ν. 2396/1996 η προαναφερθείσα "μετοχική σχέση" δυνατόν να έχει και τη μορφή του άυλου τίτλου των διατάξεων των άρθρων 39 και 41 του ίδιου ως άνω Νόμου, όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν, η μεν πρώτη εξ αυτών τροποποιηθείσα με την παρ. 4 του άρθρου 13 Ν. 3152/2003 και η δεύτερη, πριν την κατάργησή της δυνάμει των οριζομένων στο άρθρο 29 παρ. 1 και 2 Ν. 4569/2018, στο πλαίσιο της απεγχάρτωσης των τίτλων των μετοχών και της αποτύπωσής τους ως δικαιωμάτων στο αρχείο της Ανώνυμης Εταιρείας Αποθετηρίων Τίτλων, καθώς ορίστηκε συγκεκριμένα ότι για τις μετοχές των ελληνικών ανωνύμων εταιρειών που εισάγονται σε χρηματιστήριο που λειτουργεί στην Ελλάδα, δεν εκδίδονται πλέον τίτλοι, αλλά οι μετοχές αυτές καταχωρίζονται στα αρχεία της Ανώνυμης Εταιρείας Αποθετηρίων Τίτλων και παρακολουθούνται με λογιστικές εγγραφές στα αρχεία αυτά, οι "άυλες" δε αυτές μετοχές, των οποίων η έκδοση και οι μετακινήσεις συντελούνται με απλές λογιστικές εγγραφές, εμφανίζονται όχι πλέον ως αξιόγραφα, αλλά ως δικαιώματα ενοχικά.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 49 παρ. 4 του ως άνω Ν. 2396/1996, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 107 Ν.2533/1997, τροποποιήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 17 Ν. 2937/2001, και ίσχυε πριν την κατάργησή του δυνάμει των οριζομένων στο άρθρο 29 παρ. 1 και 2 Ν. 4569/2018, σε περίπτωση κατάσχεσης άυλων μετοχών, ισχύουν κατ' αναλογία οι διατάξεις των άρθρων 982 έως 991 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 967 του ίδιου Κώδικα, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 991 Α ΚΠολΔ, αν αντικείμενο της κατάσχεσης είναι κινητές αξίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα που τηρούνται σε άυλη μορφή και εκποιούνται σε χρηματιστήριο ή άλλη ρυθμιζόμενη αγορά που λειτουργεί στην ημεδαπή, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 983 επόμενα.

Η κατάσχεση θεωρείται ως κατάσχεση πράγματος που βρίσκεται στα χέρια τρίτου. Η εκποίηση των κινητών αξιών ή των χρηματοπιστωτικών μέσων που κατασχέθηκαν γίνεται στο πλαίσιο δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται σε αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 982 παρ.1περ.β' ΚΠολΔ, αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου είναι τα "κινητά πράγματά του (εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση) που βρίσκονται στα χέρια τρίτου".

Αντικείμενο κατάσχεσης με βάση το άρθρο αυτό (982 παρ. 1 περ. β') μπορεί να αποτελέσουν και οι μετοχές ανώνυμης εταιρείας, όταν αυτές κατέχονται από τρίτον, με τη μορφή δηλαδή της κατάσχεσης των μετοχών ως κινητών και με τις διακρίσεις τους σε ονομαστικές και ανώνυμες, ενώ η ίδια ως άνω διάταξη, που αφορά κατάσχεση κινητών πραγμάτων στα χέρια τρίτου εφαρμόζεται και στην κατάσχεση άυλων μετοχών.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Δηλαδή, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 363/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 29.11.2016 ένδικης αγωγής, από το παρόν Δικαστήριο, ιστορούνται τα ακόλουθα από τον ήδη αναιρεσείοντα-ενάγοντα προς θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος περί αποζημιώσεώς του, κατά την κύρια βάση αυτής (αγωγής) από αδικοπραξία, και συγκεκριμένα ότι με την υπ' αριθμ. 8522/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) είχε διαταχθεί, προς εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης του τότε τρίτου των εναγομένων (και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, ως προς τον οποίο ο ενάγων παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής και καταργήθηκε η δίκη)και συνεταίρου αυτού (ενάγοντος) Ι.

Μ., η συντηρητική κατάσχεση 72.000 ονομαστικών μετοχών του στην αεροπορική εταιρεία ... μέχρι του ποσού των 72.000.000 δραχμών ή 211.298,61 ευρώ. Ότι, ακολούθως, μετά τη συγχώνευση της αμέσως πιο πάνω εταιρείας με την πρώτη των εναγομένων (και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... και τον διακριτικό τίτλο ...

και με βάση τη σχέση ανταλλαγής, οι ανωτέρω μετοχές του μειώθηκαν σε 5.380 ονομαστικές μετοχές αξίας 30 ευρώ η κάθε μία και στη συνέχεια με την απόφαση της γενικής συνέλευσης της νέας εταιρείας και ενόψει της εισαγωγής της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αποφασίστηκε η μείωση της ονομαστικής αξίας από το ποσό των 30 ευρώ σ' αυτό των 1,50 ευρώ και έτσι οι μετοχές του ανήλθαν σε 107.600 ονομαστικής αξίας 1,50 ευρώ η κάθε μία.

Ότι με την εισαγωγή των μετοχών της πρώτης εναγομένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών στις 4-7-2007, με το σύστημα της αποϋλοποίησης τίτλων (Σ.Α.Τ.) δεσμεύτηκαν με πρωτοβουλία της πρώτης εναγομένης από τη δεύτερη εναγόμενη (και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... όλες οι ως άνω 107.600 μετοχές του αν και έπρεπε να δεσμευτούν μόνο 25.927 οι οποίες είχαν κατά τον χρόνο της δέσμευσης αξία 211.298,61 ευρώ, υπολογιζόμενης της αξίας αυτής με βάση την ανερχόμενη σε 8,15 ευρώ χρηματιστηριακή τιμή της πρώτης ημέρας διαπραγμάτευσης της μετοχής στο Χ.Α.Α.

στις 11-7-2007 και να αποδεσμευτούν οι υπόλοιπες 81.673 μετοχές, που κατά τον ίδιο χρόνο είχαν χρηματιστηριακή αξία 665.634,95 ευρώ και τις οποίες θα πωλούσε αμέσως κερδίζοντας το εν λόγω ποσό. Ότι την αποδέσμευση αυτή ζήτησε από τις εναγόμενες (και ήδη αναιρεσίβλητες) εταιρείες και με την από 21-9-2007 εξώδικη δήλωσή του προς αυτές, οι οποίες αρνήθηκαν να ικανοποιήσουν το αίτημά του.

Ότι κατόπιν της αρνήσεως αυτής άσκησε την από 10-12-2009 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε την ανάκληση άλλως μεταρρύθμιση της υπ' αριθ. 8522/1999 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η 5443/2010 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία μεταρρύθμισε την 8522/1999 απόφαση ως προς τον αριθμό των υπό συντηρητική κατάσχεση μετοχών και δη στον αριθμό των 81.673 αντί των 107.600 μετοχών, αιρουμένου του μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης για 25.927 μετοχές, υπολογιζομένης της χρηματιστηριακής αξίας εκάστης μετοχής σε 2,64 ευρώ, όπως είχε διαμορφωθεί την 2-6-2010.

Ότι κατόπιν έκδοσης της 4775/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, λόγω της απόρριψης της αγωγής του τρίτου εναγομένου, αποδεσμεύτηκαν την 2-12-2011 οι υπόλοιπες δεσμευμένες 81.673 μετοχές του, τις οποίες πώλησε άμεσα χρηματιστηριακά με τιμή που ανερχόταν σε 1,28 ευρώ/ανά μετοχή και εισέπραξε το ποσό των 104.541,44 ευρώ.

Ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες όφειλαν, με βάση την 8522/1999 απόφαση, την πρώτη ημέρα του κλεισίματος της διαπραγμάτευσης των μετοχών της πρώτης εναγομένης στο Χ.Α.Α., την 11-7-2007, να του αποδεσμεύσουν τις 81.673 μετοχές, τις οποίες θα πωλούσε άμεσα με την χρηματιστηριακή αξία των 8,15 ευρώ/ανά μετοχή και θα εισέπραττε το ποσό των 665.634,95 ευρώ, με αποτέλεσμα έτσι, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους και δη την παραβίαση της 8522/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε συνδυασμό με την παράβαση της εισαγωγής των μετοχών της πρώτης στο Χ.Α.Α.

με την έννοια της οφειλόμενης αποδέσμευσης των 81.673 μετοχών κατά το κλείσιμο της πρώτης ημέρας της διαπραγμάτευσης στο Χ.Α.Α. (11-7-2007), να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των (665.634,95-104.541,44=) 561.093,51 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, κατόπιν μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες ήταν υποχρεωμένες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, το ποσό των 561.093,51 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση, κυρίως, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, λόγω της φερόμενης ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1670/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, και ως προς την πρώτη εναγόμενη, ως νόμω αβάσιμη, τόσο κατά την κύρια βάση της, όσο και ως προς την επικουρική της βάση, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, λόγω της επιβοηθητικής φύσης και ερειδόμενη στα ίδια πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνεται η κύρια βάση.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, παραπονούμενος για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή του. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, διαλαμβάνοντας, ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, επί λέξει, τα εξής: "Στην εξεταζόμενη υπόθεση, όσον αφορά τη νομική βασιμότητα της αγωγής...

κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, ο ενάγων προκειμένου να θεμελιώσει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων εταιρειών επικαλείται ειδικότερα την παραβίαση της 8522/2999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε συνδυασμό με την παράβαση της εισαγωγής των μετοχών της πρώτης στο Χ.Α.Α.

με την έννοια της οφειλόμενης αποδέσμευσης των 81.673 μετοχών του κατά το κλείσιμο της πρώτης ημέρας διαπραγμάτευσης της μετοχής της στο Χ.Α.Α. (11.7.2007), κατά την οποία η χρηματιστηριακή τιμή των μετοχών αυξήθηκε και ανήλθε σε 8,15 ευρώ/εκάστη με αποτέλεσμα, λόγω της μη αποδέσμευσής τους από τις εναγόμενες, με βάση την τιμή αυτή των 81.673 μετοχών του που θα τις πωλούσε άμεσα, να υποστεί ζημία ανερχόμενη στο ποσό των [665.634,95-104.54!,44=] 561.093,51 ευρώ.

Ωστόσο, τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά ουδεμία παράνομη συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων δύνανται να θεμελιώσουν είτε με τη μορφή θετικής ενέργειας είτε με την μορφή παράλειψης ορισμένης ενέργειας... Τούτο δε διότι η συντηρητική κατάσχεση των 72.000 ονομαστικών μετοχών του (ενάγοντος), που αφορούσαν τη συμμετοχή του στην εταιρεία ...

και το δ.τ. "...", έως του ποσού των 72.000.000 δραχμών (ή 211.298 ευρώ) διατάχθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 8522/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), μετά από αίτηση του δανειστή του, Ι. Μ., και επιβλήθηκε αυτή στα χέρια της παραπάνω εταιρείας που τις κατείχε κατά το χρόνο της κατάσχεσης, ως τρίτης, καθισταμένης και μεσεγγυούχου αυτών, ακολούθως δε, μετά τη συγχώνευση με απορρόφηση της ως άνω εταιρείας από την πρώτη εναγόμενη, η τελευταία, ως τρίτη και μεσεγγυούχος κατείχε τις κατασχεθείσες ονομαστικές μετοχές του, οι οποίες, με βάση τη σχέση ανταλλαγής, είχαν μειωθεί σε 5.380 ονομαστικές μετοχές αξίας 30 ευρώ/έκαστη, ήτοι συνολικά 161.400 ευρώ και στη συνέχεια διαμορφώθηκαν σε 107.600 ονομαστικές μετοχές αξίας 1,50 ευρώ/έκαστη (και συνολικά 161.400 ευρώ).

Ακολούθως, κατά την εισαγωγή των μετοχών της πρώτης εναγόμενης στο Χρηματιστήριο Αθηνών (4.7.2007) και καταχώρισής τους στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.), διαχειριστής του οποίου κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα ήταν η δεύτερη εναγόμενη, σύμφωνα με το αρχείο κατανομής δικαιούχων και των λοιπών στοιχείων που διαβίβασε η πρώτη εναγόμενη, οι ως άνω ονομαστικές μετοχές του καταχωρίστηκαν υπό την μορφή άυλων τίτλων στο Σ.Α.Τ.

στη μερίδα του και στον ειδικό λογαριασμό του με την καταχώριση επίσης της ως άνω επιβληθείσας συντηρητικής κατάσχεσης σύμφωνα με τον κανονισμό 2.4.1. Με βάση, λοιπόν, τα εκτιθέμενα... η επιβληθείσα από το δανειστή του ενάγοντος, με την προαναφερόμενη δικαστική απόφαση, συντηρητική κατάσχεση επί όλων των ονομαστικών μετοχών του ενάγοντος, τόσο υπό την έγχαρτη όσο και υπό την άυλη μορφή τους, αποτελούσε κατάσχεση κινητών πραγμάτων στα χέρια τρίτου...

και δη στα χέρια της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, η οποία (πρώτη εναγόμενη) είχε καταστεί και μεσεγγυούχος αυτών. Συνέπεια τούτου ήταν τόσο αυτή (πρώτη εναγόμενη) όσο και η δεύτερη εναγόμενη, ως διαχειρίστρια κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα του Σ.Α.Τ., στο οποίο είχε καταχωριστεί η συντηρητική κατάσχεση των ονομαστικών μετοχών του ενάγοντος υπό την άυλη μορφή τους, δυνάμει της άνω απόφασης που της διαβίβασε η πρώτη εναγόμενη, να μη δύνανται, με την άνω ιδιότητά τους, να αποδώσουν στον ενάγοντα μέρος των κατασχεθέντων κινητών πραγμάτων (μετοχών) αποδεσμεύοντας αυτά, έστω και αν η χρηματιστηριακή αξία των κατασχεθεισών ονομαστικών μετοχών (κινητών πραγμάτων) κατά το κλείσιμο της πρώτης ημέρας διαπραγμάτευσης στο Χρηματιστήριο Αθηνών αυξήθηκε και ανήλθε, κατά τους ισχυρισμούς του, στο ποσό των 8,15 ευρώ ανά μετοχή.

Τούτο δε διότι οι επίμαχες ονομαστικές μετοχές και υπό τις δύο μορφές τους δεν συνιστούσαν χρηματική απαίτηση ώστε η επιβληθείσα συντηρητική κατάσχεση να αφορά και να ισχύει έως το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση..., αλλά ήταν κινητά πράγματα για τα οποία η πρώτη εναγόμενη υπείχε υποχρέωση να κατέχει αυτά ως μεσεγγυούχος έως ότου λήξει η δέσμευσή τους με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο...

όπως και πράγματι έκανε ο ενάγων, κατά τους ισχυρισμούς του, με νεότερη δικαστική απόφαση και δη την υπ' αριθ. 5443/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), η οποία μεταρρύθμισε ανακαλώντας εν μέρει την 8522/1999 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, λόγω μεταβολής των συνθηκών, περιορίζοντας τη συντηρητική κατάσχεση επί των 81.673 ονομαστικών μετοχών του και αποδεσμεύοντας τις 25.927 μετοχές, τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, πώλησε χρηματιστηριακά, ενώ εντέλει μετά την έκδοση της 4775/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της κύριας δίκης στην αγωγή του δανειστή του Ι.

Μ., αποδεσμεύτηκαν και οι υπόλοιπες 81.673 μετοχές του, τις οποίες επίσης κατά τους ισχυρισμούς του πώλησε χρηματιστηριακά την 2.12.2011. Συνακόλουθα, εφόσον τα επικαλούμενα στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν παράνομη συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων εταιρειών, η ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της περί αδικοπρακτικής ευθύνης αυτών ήταν νομικά αβάσιμη, το πρωτοβάθμιο δε Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως νομικά αβάσιμη ως προς την πρώτη εναγόμενη, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δη τις αναφερόμενες στις οικείες νομικές σκέψεις διατάξεις και δεν έσφαλε, και αφού συμπληρωθεί η αιτιολογία...

οι σχετικοί δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Εξάλλου, ως προς την παθητική νομιμοποίηση της δεύτερης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία ... η οποία ενάγεται ως διαχειρίστρια του Συστήματος Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.), πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ...

μητρική εταιρεία του ομίλου Ελληνικά Χρηματιστήρια, την 24.11.2006 κατέστη καθολικός διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της εταιρείας με την επωνυμία ... σύμφωνα δε με εξουσιοδότηση των ν. 3606/2007 και 3756/2009 η δεύτερη εναγόμενη διαχειριζόταν το Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) που λειτουργεί σύμφωνα με τον Κανονισμό Λειτουργίας Συστήματος Άυλων Τίτλων (Κανονισμός Σ.Α.Τ.) που εκδίδει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ενεργούσε ως Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών (Κ.Α.Α.), ενώ ως Σύστημα Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.), σύμφωνα με τον κωδικοποιημένο Κανονισμό Λειτουργίας Συστήματος Άυλων Τίτλων...

νοείται το μηχανογραφικό ? λειτουργικό σύστημα καταχώρισης και παρακολούθησης σε λογιστική μορφή κινητών αξιών, παρακολούθησης των επ' αυτών μεταβολών, το οποίο έχει δημιουργήσει και διαχειρίζεται ο διαχειριστής του Σ.Α.Τ., κατά τα οριζόμενα και στο ν. 2396/1996, κατά τον οποίο στο Σ.Α.Τ. καταχωρούνται και παρακολουθούνται, με λογιστικές εγγραφές, υποχρεωτικώς, οι άυλες αξίες που εισάγονται ή εντάσσονται προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αθηνών (μετοχές, ομόλογα, κλπ.).

Την 19.12.2013 με την καταχώριση στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο της απόφασης του Υφυπουργού Ανάπτυξης ολοκληρώθηκε η συγχώνευση της ... με απορρόφηση της κατά 100% θυγατρικής της εταιρείας ..., με την ίδια δε απόφαση εγκρίθηκε και η τροποποίηση ως προς τον σκοπό και την άνω επωνυμία, ενώ, επίσης, την 19.12.2013, με την καταχώριση στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο της απόφασης του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας, ολοκληρώθηκε η απόσχιση από την δεύτερη εναγόμενη του κλάδου Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών και των παρεχόμενων υπηρεσιών Μητρώου και Διακανονισμού ως και της διαχείρισης του Συστήματος Άυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) της εταιρείας και εισφέρθηκε στην κατά 100% θυγατρική της εταιρεία ...

μεταβλήθηκε η έδρα της τελευταίας με τη μεταφορά της στο Δήμο Αθηναίων και η αλλαγή της επωνυμίας σε ... ενώ με την υπ' αριθ. 667/9.12.2013 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς... εγκρίθηκε η μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων αναφορικά με τη διαχείριση του Συστήματος Άυλων Τίτλων από την Ε.Χ.Α.Ε.

προς την εταιρεία ... και ανακλήθηκε η χορηγηθείσα από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς άδεια λειτουργίας του Διαχειριστή Συστήματος Διακανονισμού που είχε χορηγηθεί στην Ε.Χ.Α.Ε.. Σημειώνεται ότι στον προαναφερόμενο Κανονισμό Λειτουργίας Συστήματος Άυλων Τίτλων... ο ορισμός 3α ότι ως Διαχειριστής του Σ.Α.Τ.

νοείται η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... που ενεργεί ως διαχειριστής του Σ.Α.Τ. και Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών και ότι όπου στον Κανονισμό αναφέρονται οι όροι Κ.Α.Α. ή Ε.Χ.Α.Ε. νοείται ο Διαχειριστής του Σ.Α.Τ., προστέθηκε με το άρθρο 1 της υπ' αριθ. 20/697/10.11.2014 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ήτοι μετά την απόσχιση του ανωτέρω κλάδου από την δεύτερη εναγόμενη και την εισφορά του στην νέα εταιρεία.

Έτσι, τον επίμαχο χρόνο (11.7.2007) η δεύτερη εναγόμενη είχε τον κλάδο του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών και την ιδιότητα του Διαχειριστή του Συστήματος Άυλων Τίτλων, με την οποία ενάγεται, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης υπάρχει κατά την έννοια της διάταξης αυτής και στις περιπτώσεις που εισφέρεται επιχείρηση ή περιουσία σε εταιρεία που ιδρύεται για πρώτη φορά ή που προϋπάρχει και έχει δική της νομική προσωπικότητα...

όπως εν προκειμένω, με συνέπεια τόσο η δεύτερη εναγόμενη όσο και η εταιρεία με την επωνυμία ..., μετά το έτος 2013, να ευθύνονται εις ολόκληρον για χρέη που ανήκαν στην δεύτερη εναγόμενη και υπήρχαν κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως, προερχόμενα από οποιαδήποτε αιτία και από αδικοπραξία...

Συνεπώς, η δεύτερη εναγόμενη νομιμοποιείτο παθητικά με την ιδιότητα που εναγόταν ως διαχειρίστρια του Συστήματος Άυλων Τίτλων, τις οποίες ασκούσε και υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως απαράδεκτη ως προς τη δεύτερη εναγόμενη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, με την αιτιολογία ότι διαχειριστής του Συστήματος Άυλων Τίτλων είναι η εταιρεία με την επωνυμία ..., εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την προπαρατεθείσα διάταξη, όπως παραπονείται με τον πρώτο λόγο της έφεσης ο εκκαλών/ενάγων, ωστόσο το Δικαστήριο δεν θα εξαφανίσει την απόφαση ώστε να απορρίψει την αγωγή ως νομικά αβάσιμη και ως προς τη δεύτερη των εναγομένων, διότι έτσι θα καθιστούσε δυσμενέστερη τη θέση του εκκαλούντος/ενάγοντος...

Περαιτέρω, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, η οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις... τον επίδικο χρόνο οι δύο πρώτες εναγόμενες, φέρονται να κατέχουν, ως μεσεγγυούχος η πρώτη και ως διαχειρίστρια του Συστήματος Άυλων Τίτλων η δεύτερη, τις επίμαχες ονομαστικές μετοχές ιδιοκτησίας του ενάγοντος, επί των οποίων είχε επιβληθεί συντηρητική κατάσχεση από το δανειστή του, Ι.

Μ., δυνάμει της 8522/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), και, επίσης, κατά τα εκτιθέμενα, τις μετοχές αυτές πώλησε χρηματιστηριακά ο ενάγων και συγκεκριμένα 25.927 μετοχές μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 5444/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 81.673 μετοχές μετά την έκδοση της 4775/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επομένως, προεχόντως, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν θεμελιώνεται ότι υπήρξε πλουτισμός των δύο πρώτων εναγομένων, εφόσον οι επίμαχες κατασχεθείσες συντηρητικά μετοχές παρέμεναν δεσμευμένες λόγω της επιβληθείσας συντηρητικής κατάσχεσης, που επέφερε τη στέρηση (αδρανοποίηση) της εξουσίας προς διάθεση αυτών, και αποδόθηκαν στον ενάγοντα μετά την έκδοση των άνω αποφάσεων, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, τις πώλησε χρηματιστηριακά και εισέπραξε το τίμημα, και η αγωγή κατά την επικουρική της βάση ήταν νόμω αβάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση ως μη νόμιμη, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία... ο τέταρτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη...".

Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, έκανε μεν δεκτή τυπικά, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Σύμφωνα δε και με τις προεκτεθείσες στην αρχή νομικές σκέψεις, όσον αφορά την κύρια βάση της αγωγής που στηρίζεται στην αποδιδόμενη αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, τα επικαλούμενα σ' αυτήν ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν θεμελιώνουν παράνομη και υπαίτια πράξη, ικανή να στηρίξει αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα άρθρα 914 επ.

ΑΚ, και να θεμελιώσει νόμιμα αξίωση προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος εκ της αιτίας αυτής, καθόσον η αποδιδόμενη παράλειψη των αναιρεσιβλήτων να αποδεσμεύσουν τις δεσμευμένες με συντηρητική κατάσχεση 81.673 μετοχές, από το σύνολο των 107.600 μετοχών, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, και δη κατά την πρώτη ημέρα κλεισίματος της διαπραγμάτευσης της μετοχής στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ήτοι την 11.07.2007, και να παραμείνουν δεσμευμένες μόνο οι υπόλοιπες 25.927 μετοχές, εκ της οποίας παραλείψεώς τους αυτός (αναιρεσείων) δεν κατόρθωσε να εισπράξει το ποσό των 665.634,95 ευρώ (81.673 μετοχές Χ 1,28 ευρώ/μετοχή), που θα αποκόμιζε, αν είχε ρευστοποιήσει αυτές με την παραπάνω τιμή, και, ακολούθως, μετά την αφαίρεση του ποσού των 104.541,44 ευρώ, που εισέπραξε, τελικά, από τη ρευστοποίηση των μετοχών του, μετά τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 4775/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ότι η προκύπτουσα διαφορά των 561.093,51 (665.634,95 ? 104.541,44) ευρώ αποτέλεσε τη ζημία του, την αποκατάσταση της οποίας αιτήθηκε με την ένδικη αγωγή του, δεν ενέχει στοιχεία παρανομίας, καθόσον κατά τον αναφερόμενο ως άνω επίδικο χρόνο αμφότερες οι αναιρεσίβλητες φέρονταν να κατέχουν τις επίδικες, δεσμευμένες με συντηρητική κατάσχεση, μετοχές, η μεν πρώτη ως μεσεγγυούχος, η δε δεύτερη ως διαχειρίστρια του Συστήματος Άυλων Τίτλων, ήτοι τελούσαν σε κατάσταση που επέφερε τη στέρηση της εξουσίας τους προς διάθεση αυτών.

Αλλ' ούτε και η ως άνω παράλειψη των αναιρεσιβλήτων θεωρείται παράνομη, ως αντιβαίνουσα δήθεν στη διάταξη του άρθρου 715 παρ. 1 ΚΠολΔ, με το νομικό επιχείρημα, ότι από την ερμηνεία της έπρεπε να συναχθεί ότι δεν υφίστατο νομική απαγόρευση στο να αποδεσμευθούν οι μετοχές που είχαν κατασχεθεί συντηρητικά δυνάμει της υπ' αριθ. 8522/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), στο βαθμό που η αξία αυτών υπερέβαινε την ασφαλιζόμενη απαίτηση, χωρίς να απαιτείται η έκδοση μεταγενέστερης ανακλητικής απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου.

Και τούτο διότι τα πράγματα που κατασχέθηκαν, εν προκειμένω, είναι οι επίμαχες ονομαστικές μετοχές, οι οποίες δεν συνιστούν χρηματική απαίτηση, ώστε η επιβληθείσα συντηρητική να αφορά και να ισχύει έως το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση, αλλά αυτές αποτελούν κινητά πράγματα, για τα οποία οι αναιρεσίβλητες εταιρείες υπείχαν υποχρέωση να κατέχουν αυτά, με τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, η μεν πρώτη ως μεσεγγυούχος, η δε δεύτερη ως διαχειρίστρια του Συστήματος Άυλων Τίτλων, έως τη λήξη της δέσμευσής τους με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο με τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του έκρινε ότι δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση η εφαρμογή του αναφερθέντος στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ, συνδυαζομένου με τη διάταξη του άρθρου 715 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς και εκείνης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ, που αφορά τη ζημία από οικείο πταίσμα, ήτοι κανόνων που δεν ήταν εφαρμοστέοι και δεν εφάρμοσε, αφού τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν θεμελίωναν τη νομική της βασιμότητα, ως προς τη φερόμενη αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσιβλήτων, ερειδομένη επί των ανωτέρω διατάξεων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Συνεπώς ο μοναδικός προβαλλόμενος σχετικός αναιρετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης,με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου με την εσφαλμένη ερμηνεία και τη μη εφαρμογή τους, είναι αβάσιμος.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.09.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1422/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για το σύνολο των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ