Supreme Court dismisses appeal for vague statute of limitations argument lacking factual basis.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision accepting the plaintiffs' claim. The appellant argued the statute of limitations had expired since 1990 but failed to provide the specific factual basis required by law. Consequently, the court rejected this ground as indefinite and dismissed the entire appeal.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 118(4) and 566(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it lacks the factual basis necessary for substantive review.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 95 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 95/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:, Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου- Εισηγητή Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Ρήγα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσίβλητων: 1.Ε. Μ. του Μ., 2. Α. Κ. του Β., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Λιδωρίκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 364/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου δικάσαντος ως Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 10-10-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 364/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου (τακτικής διαδικασίας) ,που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η 17/2014 έφεση των αναιρεσιβλήτων(κατά της 177/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χίου που απέρριψε ως αόριστη την από 7-6-2013 αγωγή διατάραξης νομής ακινήτου των εναγόντων -αναιρεσιβλήτων),εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη,κατά την κύρια βάση της ,η σχετική αγωγή των αναιρεσίβλητων.Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,560, 566§1 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου,όπως προκύπτει από την από 11-10-2017 βεβαίωση της εκθεσης κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου).Είναι συνεπώς παραδεκτή(άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
2. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 979, 980, 983, 984 παρ. 1, 987, 989 εδ. α`, 992, 993 και 994 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: α) για την απόκτηση της νομής επί πράγματος, κινητού ή ακινήτου, απαιτείται, αφενός μεν βούληση του αποκτώντος να εξουσιάζει το πράγμα ως κύριος, αφ` ετέρου δε φυσική εξουσίαση στο πράγμα. Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη των στοιχείων αυτών, είναι δημιουργική του μη εμπραγμάτου δικαιώματος της νομής.
Η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του κατέχοντος να κατέχει και εξουσιάζει το πράγμα κατά τρόπο διαρκή, απεριόριστο και αποκλειστικό, εκδηλώνεται δε με πράξεις επί του πράγματος που αρμόζουν στον κύριο αυτού (ΑΠ 1420/2003). Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο της νομής (βούληση) υπάρχει μόνο κατοχή, η οποία, κατά κανόνα, ασκείται στο όνομα και για λογαριασμό του κυρίου, δυνάμει ενοχικής σχέσεως ισχυρής ή όχι (ΑΠ 1025/02).
H νομή προσβάλλεται είτε με αποβολή είτε με διατάραξη, που γίνεται από τρίτο παράνομα. Παράνομη είναι η προσβολή όταν ο νομέας δεν την επιτρέπει. Επομένως εννοιολογικά στοιχεία προσβολής της νομής είναι: α) αποβολή ή διατάραξη, β) παράνομη, γ) χωρίς τη θέληση του νομέα. Αλλες προϋποθέσεις, π.χ. διάρκεια της προσβολής, περιουσιακή ζημία του νομέα, χρήση βίας, γνώση ή άγνοια, υπαιτιότητα ή κακή πίστη του προσβολέα, δεν θέτει ο νόμος.
Διατάραξη είναι κάθε παρεμπόδιση ή παρακώλυση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα που δεν φτάνει μέχρι την αποβολή (ΑΠ 1260/98). H διατάραξη αποτελεί μερική προσβολή της νομής, γιατί ο νομέας δεν στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία, αλλά παρακωλύεται σε κάποια από τις εκδηλώσεις της, δηλαδή σε κάποια από τις χρησιμότητες του πράγματος.
Η διατάραξη μπορεί να επέλθει με πράξη, όταν αυτός που διαταράσσει είτε ενεργεί πάνω στο πράγμα (π.χ. αφαιρώντας ή και κόβοντας ή και καταστρέφοντας αντικείμενα από ξένη ιδιοκτησία,), είτε εμποδίζει το νομέα από το να ενεργήσει πάνω στο πράγμα (π.χ. δυσχεραίνει το νομέα να εισέλθει στην ιδιοκτησία του με την τοποθέτηση αντικειμένων που φράζουν ή παρεμποδίζουν ή παρακωλύουν την είσοδο και έξοδο απ` αυτήν), ή με παράλειψη όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως συμβαίνει όταν αυτός παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του (ΑΠ 1717/2006). 3.Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119,1120, 1121,1045 και 1051 ΑΚ επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού.
Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία και προς τούτο απαιτείται άσκηση πάνω στο δουλεύον από τον κύριο του δεσπόζοντος αντίστοιχης οιονεί νομής, δηλαδή νομής που αποτελεί περιεχόμενο πραγματικής δουλείας με διάνοια δικαιούχου αντίστοιχης δουλείας, για μια συνεχή εικοσαετία, προς συμπλήρωση της οποίας επιτρέπεται να συνυπολογιστεί, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής στην οιονεί νομή, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 974, 975 και 1045 ΑΚ συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία, επιφέρει την κτήση μεν της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), την κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μία ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).Αν η οιονεί νομή ασκείται κατά παράκληση δεν υφίσταται διάνοια δικαιούχου και δεν μπορεί να αποκτηθεί δικαίωμα δουλείας με χρησικτησία.
Σύμφωνα με το άρθρο 975 Α.Κ. στο δικαίωμα της δουλείας η νομή συνίσταται στην άσκηση αυτού με διάνοια δικαιούχου. Εξάλλου από τα άρθρα 1045, 1118, 1120 και 1121 Α.Κ. προκύπτει ότι η πραγματική δουλεία διόδου συνιστώμενη και με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή με τη διέλευση του κυρίου του δεσπόζοντος ακινήτου από το δουλεύον ακίνητο επί μία εικοσαετία με διάνοια δικαιούχου, δηλαδή με άσκηση σωματικής εξουσίας του ακινήτου κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στο κατά νόμο περιεχόμενο και με τη διάνοια ασκήσεως του δικαιώματος της δουλείας αυτής και όχι από οικειότητα η κατά παράκληση (ΑΠ 1484/2001).
4. Κατά το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ, το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατ' αποφάσεων πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 560 εδάφ. Αριθ. 6 του Κ.Πολ. Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση, ή στάθμιση, ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια,αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσης στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικής διατάξεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας της.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, μετ` ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθ.
…34/1990 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου, Μ. Μ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χίου, στον τόμο 3…., με αριθμό ….2, περιήλθε στον πρώτο ενάγοντα από τους κληρονόμους του Ν. Σ. ένα οικόπεδο στη θέση "..." ενορίας ... του Δήμου …, εκτάσεως 460 τ.μ. κατά δε νεώτερη καταμέτρηση 555 τ.μ., συνορευόμενο Ανατολικά με ιδιοκτησία Π., Δυτικά με ιδιοκτησία Δ.
Σ., Βόρεια με ιδιοκτησία Σ. Σ. και Νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Σ., εν μέρει με οδό, με δημοτική οδό και με ιδιοκτησία Μ.. Στο συμβόλαιο αναφέρεται ρητά ότι το εν λόγω ακίνητο βαρύνεται με δουλεία διόδου υπέρ της βορείως αυτού κείμενης ιδιοκτησίας κληρονόμων Μ. Σ.. Ήδη το ακίνητο αυτό έχει καταχωρηθεί στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Χίου με ΚΑΕΚ 510.../0/0.
Περαιτέρω, με το υπ' αριθ. ….491/2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου, Β. Μ. - Μ., νομίμως καταχωρημένο στα κτηματολογικά φύλλα Κτηματολογικού Γραφείου Χίου, με αριθμό …1/2008, περιήλθε στον δεύτερο ενάγοντα και τη σύζυγο του Υ. Σ. του Β., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, από τους Ε. Ν., και Μ. συζ. Ε. Ν., τα ακόλουθα ακίνητα: 1) μία αυτοτελής και ανεξάρτητη διαιρεμένη (κάθετη) ιδιοκτησία με την επ' αυτής ισόγεια οικοδομή και υπόγειο, εμφαινόμενη με τον αριθμό 2 στο από 27.10.1986 τοπογραφικό διάγραμμα του Μηχανικού Ν.
Σ., εκτάσεως 335,51 τ.μ., συνορευόμενη Βόρεια με την υπό στοιχείο 3 κάθετη ιδιοκτησία του ίδιου σχεδιαγράμματος ιδιοκτησία Ε. Μ. Σ., Νότια με υπό στοιχείο 1 κάθετη ιδιοκτησία του ίδιου σχεδιαγράμματος, ιδιοκτησία Ι. Σ., Ανατολικά με επίκοινο διάδρομο για όλες τις ιδιοκτησίες του παραπάνω οικοπέδου και Δυτικά με ιδιοκτησία Κ.
Σ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 21,50%, με ΚΑΕΚ ...40/2/0, 2) το 1/4 εξ αδιαιρέτου μίας αυτοτελούς και ανεξάρτητης διαιρεμένης (κάθετης) ιδιοκτησίας (επίκοινος διάδρομος), επιφάνειας 220,05 τ.μ., συνορευόμενης Βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Λ. (δικαιοπαρόχου του εναγομένου), Νότια με οδό, Ανατολικά με ιδιοκτησίες Κ.
και Κ. και Δυτικά με τις υπό στοιχεία 1, 2, 3 και 4 κάθετες ιδιοκτησίες του άνω σχεδιαγράμματος, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 14% εξ αδιαιρέτου, με ΚΑΕΚ ...40/3/0. Οι περιγραφόμενες κάθετες ιδιοκτησίες βρίσκονται σε οικόπεδο εκτάσεως 1.562,25 τ.μ., με ΚΑΕΚ ...40/0/0, συνορευόμενο Βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Λ., Νότια με οδό και ιδιοκτησία I.Σ., Ανατολικά με ιδιοκτησίες Α.
Κ. και κληρονόμων Γ. Κ. και Δυτικά με ιδιοκτησία Κ Σ. και ιδιοκτησία κληρονόμων I. Σ., το οποίο περιήλθε στους πωλητές με αγορά από τον Β. Σ. του Γ.Μ., δυνάμει του υπ' αριθ. …9/1986 συμβολαίου της συμβολαιογράφου, Σ. Κ. - Γ., νομίμως μεταγεγραμμένου σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. …21/1985 πράξη σύστασης διαιρεμένων (κάθετων) ιδιοκτησιών του συμβολαιογράφου …, Γ.
Ε., νομίμως μεταγεγραμμένου, με την οποία το άνω τμήμα αφέθηκε ως επίκοινη δίοδος των λοιπών κάθετων ιδιοκτησιών. Τέλος με το υπ'αριθ. …95/1990 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου, Π. Β. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένο, περιήλθε στον εναγόμενο από τον πατέρα του, Στυλιανό Λιο, ένα οικόπεδο, μετά υπό κατεδάφιση κτίσματά του, εκτάσεως 479,63 τ.μ., κείμενο στη συνοικία "...", συνορευόμενο Ανατολικά με ιδιοκτησία Σ., Δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Θ., εν μέρει με επίκοινο χώρο και εν μέρει με άλλη ιδιοκτησία του παρέχοντος, Βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Θ.
και με επίκοινο χώρο και Νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Σ. και εν μέρει με ιδιωτική οδό. Το εν λόγω ακίνητο έχει καταχωρηθεί στα φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Χίου με ΚΑΕΚ ...47/0/0. Επίδικα είναι: α) εδαφική λωρίδα (νότιο τμήμα του όλου επιδίκου) επιφάνειας 80,88 τ.μ., κείμενη κατά μήκος του ανατολικού τμήματος της ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος, μήκους 17 μέτρων και πλάτους 4,5 μέτρων περίπου, συνορευόμενη νότια με την δημοτική οδό …, ανατολικά με ιδιοκτησία Π., δυτικά με λοιπή ιδιοκτησία πρώτου ενάγοντος και βόρεια με την άνω αναφερόμενη κάθετη διαιρεμένη ιδιοκτησία (επίκοινο διάδρομο), β) η άνω αναφερόμενη ανεξάρτητη διαιρεμένη κάθετη ιδιοκτησία (επίκοινος διάδρομος), επιφάνειας 220 τ.μ.
περίπου, μήκους 48 μ. και πλάτους 4,5 μέτρων περίπου, συνορευόμενη βόρεια με την άνω ιδιοκτησία του εναγομένου, νότια με την υπό στοιχείο α' επίδικη εδαφική λωρίδα, ανατολικά με ιδιοκτησίες Κ. και Κ. και δυτικά με τις άνω τέσσερις κάθετες ιδιοκτησίες που συστάθηκαν επί του μείζονος οικοπέδου με ΚΑΕΚ ...40/0/0, ήτοι της Ε.
Σ., της Ε. Σ., του δεύτερου ενάγοντος και του Σ. Σ.. Οι ενάγοντες από τότε που επιλήφθηκαν της νομής των επιδίκων (συννομή για τον δεύτερο ενάγοντα) έχουν αυτά στη φυσική τους εξουσία, ο καθείς το αντίστοιχο τμήμα του όλου επιδίκου και ασκούν αυτήν διανοία κυρίου, διερχόμενοι από την εν λόγω λωρίδα προκειμένου να εισέλθουν στις ιδιοκτησίες τους, γεγονός που δεν αρνείται ειδικά ο εναγόμενος.
Μέχρι τα μέσα Ιουνίου του 1990 το βόρειο τμήμα του επιδίκου κατέληγε σε πλινθόκτιστο τοίχο της νότιας πλευράς της ιδιοκτησίας του εναγομένου, ο δε τελευταίος εξυπηρετείτο πεζός από υφιστάμενο στα δυτικά της οικίας του δρομίσκο, ο οποίος καταλήγει στην δημοτική οδό .... Από τον Ιούνιο του 1990 που ο εναγόμενος γκρέμισε τον άνω τοίχο άρχισε να διέρχεται από το επίδικο παράνομα με αποτέλεσμα οι δικαιοπάροχοι του δεύτερου ενάγοντος, συννομείς κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου της προπεριγραφόμενης κάθετης ιδιοκτησίας (επίκοινου διαδρόμου) να καταθέσουν σε βάρος του εναγομένου αίτηση ασφαλιστικών μέτρων λόγω διατάραξης της συννομής τους επί του βορείου τμήματος του νυν επιδίκου, η οποία έγινε δεκτή τελεσίδικα με την υπ'αριθ. 49/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου.
Χαρακτηριστικό είναι ότι όλοι οι επικαλούμενοι από τον εναγόμενο μάρτυρες που έχουν καταθέσει στα πλαίσια άλλων δικών για την διέλευσή τους από την επίδικη δίοδο αναφέρονται σε χρόνο μετά το έτος 1990, καθώς σε προγενέστερο χρόνο ήταν αδύνατη η πρόσβαση στην ιδιοκτησία του εναγομένου από την εν λόγω δίοδο λόγω του υφιστάμενου τοίχου.
Επιπλέον ο εναγόμενος επικαλείται την με αριθμό 28765/1989 πράξη σύστασης πραγματικής δουλείας (νομίμως μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χίου στον τόμο 338, με α.α. 160), η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ αφενός της Ε. συζ. Ι. Σ., το γένος Μ. Σ., της Ε. χήρας Μ. Σ., του Σ. Σ. και αφετέρου του Σ. Ι., δικαιοπαρόχου του εναγομένου.
Με την εν λόγω πράξη οι αφενός, συμβαλλόμενοι, συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος του προαναφερόμενου επίκοινου διαδρόμου επί του οικοπέδου εκτάσεως 1562,25 τ.μ. (βόρειο τμήμα του επιδίκου), συνέστησαν πραγματική δουλεία διόδου υπέρ του όμορου (δεσπόζοντος) ακινήτου ιδιοκτησίας του αφετέρου συμβαλλόμενου.
Ωστόσο ενόψει του αδιαίρετου χαρακτήρα της πραγματικής δουλείας αυτή έπρεπε να συσταθεί με τη συναίνεση όλων των συγκυρίων, η οποία όχι μόνον δεν υπήρχε, αλλά οι μη συμβληθέντες συγκύριοι του λοιπού 1/4 εξ αδιαιρέτου αντέδρασαν άμεσα στη χρήση της άνω διόδου με την κατάθεση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, γνωρίζοντας ότι δεν έχει δικαίωμα διέλευσης από το επίδικο, επιδίωξε να του παρασχεθεί δίοδος από το όμορο ανατολικά της ιδιοκτησίας του ακίνητο, ιδιοκτησίας Π. Σ. και λοιπών, ωστόσο η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 1457/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου με το σκεπτικό ότι το ακίνητο του εναγομένου εξυπηρετείται από άλλες οδούς και δη από την ευρισκόμενη στα δυτικά του ακινήτου δίοδο που καταλήγει στην οδό ...
και από το επίδικο που καταλήγει στην οδό ….. Ουδόλως αναγνωρίσθηκε ότι έχει συσταθεί υπέρ του δουλεία διόδου επί του επιδίκου, ούτε ο ίδιος επιδίωξε δικαστικά την αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος με το υπ' αριθ. …478/2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χίου Σ. Γ., που έχει νόμιμα μεταγραφεί,απέκτησε κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου το ακίνητο της οικογένειας Κ., εφαπτόμενο δυτικά του άνω ακινήτου του, καταχωρημένο στο Κτηματολογικό Γραφείο Χίου με ΚΑΕΚ ...043/0/0, κείμενο βόρεια της διόδου που καταλήγει στην οδό ..., ενώ σε προγενέστερο χρόνο απέκτησε και το κείμενο νότια της άνω διόδου ακίνητο με ΚΑΕΚ ...38/0/0 κατά ποσοστό 75%, δυνάμει του υπ' αριθ.
…72/2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου, Π. Β. - Κ..
Συνεπώς ο εναγόμενος έχει πρόσβαση στη δημοτική οδό ….. μέσω ακινήτων συνιδιοκτησίας του, την οποία ενίοτε χρησιμοποιεί, προτιμώντας ωστόσο να διέρχεται από το επίδικο. Όμως η χρήση από τον εναγόμενο της επίδικης εδαφικής λωρίδας δεν αποδείχθηκε ότι γινόταν δυνάμει δικαιώματος δουλείας διόδου, αλλά με την ανοχή των εναγόντων.
Η εν λόγω κρίση του Δικαστηρίου επιρρωνύεται από το γεγονός αφενός ότι το επίδικο δεν αποτελεί τη μοναδική διέξοδο του ακινήτου του εναγομένου σε δρόμο, - αφετέρου από το ότι ο τελευταίος επιδίωξε την παραχώρηση διόδου από το ευρισκόμενο ανατολικά της οικίας του ακίνητο, ιδιοκτησίας Π. Σ. και λοιπών, κατά τα άνω αναφερόμενα.
Τούτο δε ουδόλως αναιρείται από τον ισχυρισμό του ότι συνέβαλε οικονομικά στην τσιμεντόστρωση του επιδίκου. Τέλος σχετικά με τον ισχυρισμό περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης λεκτέα τα εξής: ο ίδιος ο εναγόμενος στην με αρ.εκθ.κατ. 20/28.6.2016 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Χίου, στρεφόμενος κατά του Α.
Κ. (νυν δεύτερου ενάγοντος) ομολογεί ότι μέχρι τον Απρίλιο του 2016 διέρχεται από το επίδικο, διαμαρτυρόμενος ότι ο καθ' ου η αίτηση παρεμποδίζει την διέλευσή του. Αποδεικνύεται συνεπώς ότι η διατάραξη της νομής του πρώτου ενάγοντος και της συννομής του δεύτερου γίνεται με περιοδικά επαναλαμβανόμενες ενέργειες, ήτοι με την αδιάλειπτη διέλευση του εναγομένου από το επίδικο και συνεπώς ενόψει ότι καθεμία από τις επαναλαμβανόμενες πράξεις αποτελεί αυτοτελή διατάραξη, αρχίζει νέα παραγραφή με κάθε διαταρακτική ενέργεια.
Δεδομένης δε της άνω ομολογίας του εναγομένου ουδόλως έχει παρέλθει ο χρόνος της ενιαύσιας παραγραφής της ένδικης αξίωσης, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού ως ουσία αβάσιμου. Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένου ότι ο εναγόμενος εξακολουθεί να διέρχεται από το επίδικο, παράνομα και παρά τη θέληση των εναγόντων, διαταράσσοντας με αυτό τον τρόπο τη νομή του πρώτου και συννομή του δεύτερου, πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παύσει την διατάραξη του άνω δικαιώματος των εναγόντων, να παραλείπει κάθε προσβολή αυτού στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωρινής.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων -εναγόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία η αγωγή τους είχε απορριφθεί ως αόριστη, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση ,αναγνώρισε τους ενάγοντες νομείς των αναφερόμενων σ'αυτή εδαφικών εκτάσεων και υποχρέωσε τον εναγόμενο -αναιρεσείοντα να παύσει τη διατάραξη της νομής των εναγόντων και να παραλείπει αυτή στο μέλλον ,με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης,και απέρριψε ως αβάσιμο τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό του εναγομένου ότι είναι οιονεί νομέας της επίδικης έκτασης λόγω δουλείας διόδου που συστάθηκε επ'αυτής με έκτακτη χρησικτησία με την αδιάλειπτη διέλευσή του από το επίδικο πλέον της εικοσαετίας από το έτος 1990 ,με την αιτιολογία ότι:'Όμως η χρήση από τον εναγόμενο της επίδικης εδαφικής λωρίδας δεν αποδείχθηκε ότι γινόταν δυνάμει δικαιώματος δουλείας διόδου ,αλλά με την ανοχή των εναγόντων.'' Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των 974, 1041,1042, 1043 ΑΚ,, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ` αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις, και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.
Ειδικότερα, υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά και από τις αιτιολογίες προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε,και η απόφαση έχει επαρκείς χωρίς ελλείψεις και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κτήση εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων των επικαλουμένων (με την ένδικη αγωγή) δικαιωμάτων (νομής) και με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε ο αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου ότι απέκτησε δικαίωμα δουλείας διόδου στο επίδικο με τακτική χρησικτησία, δεδομένου ότι διήρχετο αυτού με την ανοχή των εναγόντων .Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ.1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
6.Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 984 παρ. 1 ΑΚ, η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του. Προσβολή της νομής, αποτελεί κάθε θετική πράξη ή παράλειψη του προσβολέα που επάγει είτε αποβολή του νομέα από τη νομή είτε διατάραξη του νομέα στην άσκηση της νομής του.
Διατάραξη του νομέα είναι η εκ μέρους του προσβολέα παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Ο νομέας δηλαδή δεν αποβάλλεται από το πράγμα αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ` αυτό, πλην όμως χωρίς να στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία παρακωλύεται σε κάποια από τις εκδηλώσεις της από τη παρενόχληση του προσβολέα που εκδηλώνεται με θετική πράξη ή παράλειψη του τελευταίου.
Η σχετική αγωγή κατ` άρθρο 989 ΑΚ στρέφεται κατά του προσβολέα και το αίτημά της είναι να καταδικαστεί ο εναγόμενος να πάψει τη διατάραξη, εφόσον αυτή συνεχίζεται κατά την άσκηση της αγωγής και να παραλείψει τη διατάραξη στο μέλλον. Η προκειμένη αξίωση υπόκειται στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ που αρχίζει από την αποβολή ή τη διατάραξη.
Επί της εν λόγω βραχυπρόθεσμης παραγραφής εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 260-270 ΑΚ. Εξάλλου, το άρθρο 101 παρ.1 ν. 4139/2013(ΦΕΚ Α-43/18-2-2013) που ισχύει στην κρινόμενη υπόθεση γιατί η ένδικη αγωγή ασκήθηκε την 3/6/2013) ορίζει ότι: '' Το άρθρο 261 του Αστικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: "Άσκηση αγωγής 1. Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής.
Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ` άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. 2. Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης.3. Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση." 4. Κατά το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ, το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατ' αποφάσεων πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.Στην κρινόμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής ,έφεσης και των προτάσεων των διαδίκων προκύπτουν τα εξής :Στην ένδικη αγωγή φέρεται ότι ο εναγόμενος διατάραξε τη νομή των εναγόντων την 13-11-2012 .Η αγωγή ασκήθηκε την 3-6-2013 και δικάσθηκε πρωτοδίκως την 8-11-2013.
Ο εναγόμενος με τις πρωτοβάθμιες προτάσεις του πρόβαλε την ένσταση παραγραφής (άρθρου 992 ΑΚ) την οποία πρόβαλε εκ νέου στο εφετείο με τις προτάσεις του προς απόκρουση της έφεσης των εναγόντων κατά τρόπο τελείως αόριστο,χωρίς δηλαδή να μνημονεύει πότε τελέσθηκε η διατάραξη της νομής των εναγόντων .Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ για παραβίαση των διατάξεων περί παραγραφής (άρθρ. 992,247 και 251 ΑΚ) ισχυριζόμενος ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής του άρθρου 992 ΑΚ.ως ουσιαστικά αβάσιμη ενόψει του ότι ,όπως ισχυρίζεται ,η διατάραξη της νομής των εναγόντων διαρκεί τουλάχιστον από το έτος 1990 συνεχώς και αδιαλείπτως.
Δεν αναφέρεται, όμως, για την πληρότητα του λόγου αυτού, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η ιστορική βάση της ένστασής του,δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων στην ένστασή του για τη θεμελίωσή της, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψή της ως νόμω αβάσιμης συνιστά ή όχι παραβίαση των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998).
Συνεπώς ο λόγος αυτός, έτσι όπως διατυπώνεται, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 364/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ