Legislator Giurisprudenza & Legislazione
95/2006 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on bank seizure and auction invalidity claims due to lack of legal basis.

Numero d'incarto 95/2006
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a bank seizure and auction. The appellant argued that paying the creditor before the auction should have voided the seizure, but the court found this payment did not legally cancel the enforcement measures. Consequently, the appeal was dismissed as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 1002(2), 1002(3), 969(3) of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: Payment to the creditor prior to auction does not void the seizure or the auction unless made to the enforcement officer in accordance with statutory requirements.

Parole chiave

Generato dall'IA
bank seizure invalidity auction cancellation enforcement officer payment civil procedure appeal legal costs award

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 1002(2) of the Code of Civil Procedure
Article 1002(3) of the Code of Civil Procedure
Article 969(3) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
AP 1333/2000
AP 1345/2000
AP 12/1991

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 95 / 2006 (Ζ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 95/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανό Πατεράκη, Αντιπρόεδρο, Στέφανο Γαβρά, Δημήτριο Λοβέρδο, Ρένα Ασημακοπούλου και Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Ε. Π., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φραγκίσκο Κοτσώνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην…, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Στέλλα Ψαρρή και 2. Μ. Π. του Χ., κατοίκου ..., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Αθανάσιος Νιάνιος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/1998 ανακοπή και προσθέτους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6017/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 1858/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Λοβέρδος ανέγνωσε την από 25 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. O λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., για κακή εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης νόμου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του ουσιαστικές παραδοχές και όχι αν απέρριψε ένσταση ως αόριστη και απαράδεκτη• ενώ κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αναιρείται η απόφαση αν έχει ανεπαρκή αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο όρος "ζήτημα" αναφέρεται σε αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που συγκροτεί την ιστορική βάση και επομένως στηρίζει το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και έτσι η ανεπαρκής αιτιολογία προκαλεί έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω παράβασης, υπό τις αντίστοιχες ουσιαστικές παραδοχές, του ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διάταξης (ΑΠ 1333/2000, ΑΠ 1345/2000).

Εξάλλου η εξόφληση του χρέους, δια της καταβολής στον επισπεύδοντα, δεν ματαιώνει τον πλειστηριασμό ούτε συνεπάγεται άρση της κατάσχεσης. Η εν λόγω εξόφληση για να επιφέρει τα προαναφερόμενα αποτελέσματά της και την εντεύθεν ακυρότητα του πλειστηριασμού, ο οποίος παρά ταύτα συνεχίσθηκε, πρέπει να γίνεται κατά νόμο (άρθρα 1002 παρ. 2 και 3, 969 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.) στον υπάλληλο του πλειστηριασμού όταν αυτός επιλήφθηκε τούτου κατά την ημέρα της διεξαγωγής του.

Η εξόφληση προς τον επισπεύδοντα, πριν από τον πλειστηριασμό, απλώς παρέχει στον επισπεύδοντα την ευχέρεια να ανακαλέσει ή να παραιτηθεί από την εντολή προς εκτέλεση και την κατάσχεση (ΑΠ 399/2001). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔικ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή.

Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δικ. μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως στα ακραία αξιολογικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως. Αν μεν η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, συνιστά ουσιαστικό ελάττωμά του, με την επιδίωξη εκτελέσεως δια τίτλου τυπικώς μεν εγκύρου, ο οποίος όμως επιτεύχθηκε αντιθέτως προς το άρθρο 281 ΑΚ, ο δε σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1α Κ.Πολ.Δικ.

Αν η αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία εκτελέσεως, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β Κ.Πολ.Δικ., δηλαδή ως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, η οποία προκειμένου περί ικανοποιήσεως χρηματικών απαιτήσεων, είναι, κατά το άρθρο 934 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., η σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, ενώ αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, εφόσον πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, προκειμένου περί ακινήτων, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 περ.

γ' ΚΠολΔικ. Τέλος, επί ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως ορίζεται με το άρθρο 933 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ. ότι οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι. Το ανωτέρω, κατά το άρθρο 933 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ., απαράδεκτο των μη αποδεικνυόμενων αμέσως ισχυρισμών απόσβεσης της απαιτήσεως περιλαμβάνει, εκτός των ισχυρισμών που στηρίζονται στους αποσβεστικούς λόγους των ενοχών, και τις παρακωλυτικές, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ενστάσεις ασκήσεως του δικαιώματος, όπως είναι η καταχρηστική ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ Ολομ. 49/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, χωρίς έρευνα επί της ουσίας απέρριψε τις ενστάσεις της αναιρεσείουσας, περί της εξοφλήσεως του επίδικου χρέους ως αόριστη και απαράδεκτη, μη αποδεικνυόμενη αμέσως, κατ'άρθρο 933 παρ. 4 Κ.Πολ.Δικ., και της καταχρηστικής άσκησης του επίδικου δικαιώματος, λόγω αντιθέσεως, κατά την αναιρεσείουσα, της επισπευδόμενης διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως στα ακραία αξιολογικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η επίδικη απαίτηση είχε εξοφληθεί δια καταβολών από την πρωτοφειλέτρια και της προτάσεως της πρωτοφειλέτριας για την εκχώρηση μισθωμάτων του πλειστηριασθέντος ακινήτου, προς εξόφληση πάσης απαιτήσεως, κυρίως ως απαράδεκτη, γιατί προβλήθηκε μετά την προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ.

β', Κ.Πολ.Δικ. στην οποία εμπίπτει, άλλως ως αβάσιμη. Έτσι, οι λόγοι αναιρέσεως, πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., υπό την αιτίαση παραβίασης του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 416 ΑΚ. και δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. υπό την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού οι εν λόγω ενστάσεις απορρίφθηκαν, ως ανωτέρω, χωρίς έρευνα επί της ουσίας.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται με το αναιρετήριο ότι προέβαλε νομίμως εξόφληση του επιδίκου χρέους προς την υπάλληλο του πλειστηριασμού, όταν αυτή επιλήφθηκε τούτου κατά την ημέρα της διεξαγωγής του, ώστε από την παρά ταύτα συνέχισή του να επέρχεται ακυρότητα της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, που προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ.

γ' Κ.Πολ.Δικ., ούτε προηγούμενη εξόφληση προς την επισπεύδουσα, ώστε να παρέχεται σ'αυτήν η ευχέρεια να ανακαλέσει ή να παραιτηθεί από την εντολή προς εκτέλεση και την κατάσχεση, ειμή μόνο άρνηση της επισπεύδουσας για την χορήγηση αντιγράφων από την κίνηση του λογαριασμού προς απόδειξη της εξοφλήσεως και να αποδεχθεί πρόταση της πρωτοφειλέτριας για την εκχώρηση μισθωμάτων προς εξόφληση πάσης απαιτήσεως• περιστατικά τα οποία, καθεαυτά, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του επίδικου δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ οπότε ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω το Εφετείο, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την ως άνω εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας, γιατί προβλήθηκε μετά την προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 περ. β' Κ.Πολ.Δικ., στην οποία εμπίπτει δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο και γι'αυτό ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως υπό τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ.

πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΑΠ Ολομ. 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, νομίμως προταθέντες προς θεμελίωση των ως άνω ενστάσεών της από τα άρθρα 416 και 281 ΑΚ, οπότε έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς, ανεξάρτητα αν δεν έγιναν δεκτοί. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως υπό τις αντίστοιχες περί του αντιθέτου αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Λόγοι αναιρέσεως απορρίπτονται με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται με αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα περιστατικά, ενώ από την απόφαση αυτή προκύπτει το αντίθετο. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δικ. αποδίδεται στο Εφετείο ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι η διαταγή πληρωμής, ως ο εκτελεστός τίτλος στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, παράγει δεδικασμένο "... χωρίς ειδική σκέψη ότι... είχε περιβληθεί δύναμη δεδικασμένου...". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο καθόλου δεν ερεύνησε τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων δεδικασμένου ούτε δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από τη διαταγή πληρωμής, επί τη βάσει της οποίας, ως εκτελεστού τίτλου, καθεαυτής, κατ'άρθρα 904 παρ. 2 περ. ε και 631 ΚΠολΔικ, επισπεύσθηκε η αναγκαστική εκτέλεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 1511/2004 αίτηση της Μ. συζ. Ε. Π. για αναίρεση της 1858/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει στις αναιρεσίβλητες τα δικαστικά έξοδα εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2005.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ