Legislator Giurisprudenza & Legislazione
959/2023 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against court of first instance decision on copyright management organization dispute.

Numero d'incarto 959/2023
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeals filed by four copyright management organizations against the First Instance Court's judgment. The organizations argued that the Court of First Instance distorted a document regarding cargo charges, while the opposing company contended the court correctly interpreted the document as a general export value. The court rejected these claims, ruling that the lower court did not commit a substantive error in its interpretation of the evidence.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court's decision does not contain a substantive error in the interpretation of evidence or the application of law.

Parole chiave

Generato dall'IA
copyright management organizations appeal admissibility substantive error evidence interpretation court of first instance importazione e immissione sul mercato regimi di franchigia dai dazi all'importazione prestazione volta a promuovere l'immagine di terzi

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 959 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 959/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1) μη κερδοσκοπικού αστικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) μη κερδοσκοπικού αστικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΡΓΩΝ ΤΩΝ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ ΤΟΥΣ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) μη κερδοσκοπικού αστικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΩΝ "ΦΟΙΒΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) μη κερδοσκοπικού αστικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟΥ "ΘΕΣΠΙΣ" Συν. Π.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο - Ανδρέα Ζάννο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "R. Ε. Χ. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νταλαχάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10053/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 132/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 7-1-2021 και 30-1-2020 αιτήσεις τους και τους από 17-9-2021 προσθέτους λόγους της από 30-1-2020 αίτησης.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι Οργανισμοί, με την από 2-4-2015 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης, ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ρ. Α..Β..Ε..Ε.., ισχυρίστηκαν ότι είναι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης και προστασίας και δη ο πρώτος των περιουσιακών δικαιωμάτων των δημιουργών έργων του λόγου και των εκδοτών εντύπων, ο δεύτερος των περιουσιακών δικαιωμάτων των δημιουργών έργων των εικαστικών τεχνών, ο τρίτος των περιουσιακών δικαιωμάτων των φωτογράφων και ο τέταρτος των περιουσιακών δικαιωμάτων των θεατρικών συγγραφέων.

Ότι τα κατονομαζόμενα στην αγωγή μέλη κάθε ενάγοντος Οργανισμού τους έχουν μεταβιβάσει τη διαχείριση του περιουσιακού τους δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας επί του συνόλου των έργων τους και του συγγενικού δικαιώματος, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα για την λήψη της εύλογης αμοιβής του άρθρου 18 παρ. 3 ν. 2121/1993, όπως τροπ.

με το άρθρο 14 N. 2049/2002. Ότι με το από 15-7-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό κατένειμαν τα ποσοστά της εύλογης αμοιβής μεταξύ τους, ανερχόμενα σε 84% για τον πρώτο ενάγοντα, 6,5% για τον δεύτερο, 6,5% για τον τρίτο και 3% για τον τέταρτο. Ότι η εναγομένη εταιρία, η οποία εισάγει και εμπορεύεται χαρτί κατάλληλο για φωτοτυπίες, σε απάντηση της εξώδικης όχλησης με την οποίαν την καλούσαν να καταβάλει την εύλογη αμοιβή, ήτοι ποσοστό 4% επί της αξίας του χαρτιού που εισήγαγε, υπέβαλε την από 17-11-2014 υπεύθυνη δήλωση, με την οποία γνωστοποίησε ότι εισήγαγε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως και 28.02.2013 κατάλληλο για φωτοτυπία χαρτί συνολικής αξίας 2.951.020,54 ευρώ.

Ότι, συνεπώς, η ως άνω εύλογη αμοιβή, που δικαιούνται και διανέμεται στον καθένα τους, βάσει του προαναφερόμενου ποσοστού τους, ανέρχεται στο ποσό των (2.951.020,54 Χ 4%) 118.040,82 ευρώ και επειδή η εναγομένη αρνείται παράνομα να τους το καταβάλλει, παρά τις οχλήσεις τους, δικαιούνται το διπλάσιο αυτού, ήτοι (118.040 Χ 2) 236.081,64 ευρώ.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει, στον πρώτο από αυτούς το ποσό των 198.308,58 ευρώ, στον δεύτερο το ποσό των 15.345,30 ευρώ, στον τρίτο το ποσό των 15.345,30 ευρώ και στον τέταρτο το ποσό των 7.082,44 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από τις 17-11-2014, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 181/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη η αγωγή, πλην του αιτήματος για καταβολή αποζημίωσης ίσης με το διπλάσιο της κατά νόμο οφειλόμενης εύλογης αποζημίωσης, το οποίο απερρίφθη ως αόριστο, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και κρίθηκε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 118.040,82 ευρώ.

Κατά της άνω απόφασης άσκησε η εναγόμενη την από 5.1.2018 έφεση και τους από 14.2.2018 πρόσθετους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 132/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά η έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, και, αφού κρατήθηκε και δικάστηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 26.083,974336 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 2.018,40 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 2.018 ευρώ και στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 931,570512 ευρώ, τα ανωτέρω δε ποσά με το νόμιμο τόκο από την 17.11.2014 και μέχρι την εξόφληση.

Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγόμενη και οι ενάγοντες άσκησαν τις υπό κρίση από 30.1.2020 και 7.1.2021, αντίστοιχα, αιτήσεις αναιρέσεως. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι είναι συναφείς αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.

Εφόσον δε ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους προβαλλόμενους λόγους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Α.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 7 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2021 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2121/1993 "περί πνευματικής ιδιοκτησίας, συγγενικών δικαιωμάτων και πολιτιστικών θεμάτων", όπως ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο, ορίζει ότι "με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων επιτρέπεται, χωρίς την άδεια του δημιουργού και χωρίς αμοιβή, η αναπαραγωγή ενός έργου, που έχει νομίμως δημοσιευθεί εφόσον η αναπαραγωγή γίνεται για ιδιωτική χρήση εκείνου που την κάνει.

Δεν αποτελεί ιδιωτική χρήση η χρήση στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας υπηρεσίας ή ενός οργανισμού". Εξάλλου, στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου ορίζεται ότι: "Εάν για την ελεύθερη αναπαραγωγή του έργου χρησιμοποιούνται τεχνικά μέσα, όπως συσκευές εγγραφής ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, συσκευές ή εξαρτήματα μη ενσωματωμένα ή ενσωματώσιμα στην κύρια μονάδα ηλεκτρονικών υπολογιστών που λειτουργούν σε συνάρτηση με αυτούς και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την ψηφιακή αντιγραφή ή για την ψηφιακή μετεγγραφή από ή προς αναλογικά μέσα (εξαιρουμένων των εκτυπωτών), μαγνητικές ταινίες ή άλλοι υλικοί φορείς πρόσφοροι για την αναπαραγωγή ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, συμπεριλαμβανομένων των υλικών φορέων ψηφιακής αντιγραφής -όπως CD-RW, CD-R, φορητοί οπτικοί μαγνητικοί δίσκοι χωρητικότητας άνω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων (άνω των 100 Mbytes), αποθηκευτικά μέσα/δισκέτες κάτω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων (κάτω των 100 Mbytes) - φωτοτυπικά μηχανήματα, χαρτί κατάλληλο για φωτοτυπίες, οφείλεται εύλογη αμοιβή στο δημιουργό του έργου και στους κατά την παρούσα διάταξη δικαιούχους συγγενικών δικαιωμάτων, εξαιρουμένων των προς εξαγωγή ειδών.

Η αμοιβή ορίζεται σε 6% της αξίας των συσκευών εγγραφής ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, συμπεριλαμβανομένων και των συσκευών ή εξαρτημάτων μη ενσωματωμένων ή μη ενσωματώσιμων στην κύρια μονάδα του ηλεκτρονικού υπολογιστή (εκτός από σαρωτές), των μαγνητικών ταινιών ή άλλων υλικών φορέων πρόσφορων για την αναπαραγωγή ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας καθώς και των υλικών φορέων ψηφιακής αντιγραφής εκτός από τα αποθηκευτικά μέσα/δισκέτες κάτω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων (κάτω των 100 Mbytes) -και σε 4% της αξίας των φωτοτυπικών συσκευών, των σαρωτών, του χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπίες και των αποθηκευτικών μέσων (δισκέτες) χωρητικότητας κάτω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων (κάτω των 100 Mbytes).

Σε κάθε περίπτωση ο υπολογισμός της αξίας γίνεται κατά την εισαγωγή ή τη διάθεση από το εργοστάσιο. Η αμοιβή καταβάλλεται από τους εισαγωγείς ή από τους παραγωγούς των αντικειμένων αυτών και σημειώνεται στο τιμολόγιο, εισπράττεται δε από οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης που λειτουργούν με έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού και καλύπτουν εν όλω ή εν μέρει την ενδιαφερόμενη κατηγορία των δικαιούχων.

Η αμοιβή που εισπράττεται από την εισαγωγή ή την παραγωγή φωτοτυπικών μηχανημάτων, χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπίες, αποθηκευτικών μέσων (δισκετών) κάτω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων και σαρωτών (4%) κατανέμεται εξ ημισείας μεταξύ των πνευματικών δημιουργών και των εκδοτών εντύπων. Η αμοιβή που εισπράττεται από την εισαγωγή ή την παραγωγή των συσκευών εγγραφής και υλικών φορέων ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας, των συσκευών και εξαρτημάτων μη ενσωματωμένων στην κύρια μονάδα ηλεκτρονικών υπολογιστών (6%), καθώς και των υλικών φορέων ψηφιακής αντιγραφής εκτός από τα αποθηκευτικά μέσα (δισκέτες) κάτω των 100 εκατομμυρίων ψηφίων, κατανέμεται κατά 55% στους πνευματικούς δημιουργούς, 25% στους ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες και 20% στους παραγωγούς γραμμένων μαγνητικών ταινιών ή άλλων γραμμένων υλικών φορέων ήχου ή εικόνας ή ήχου και εικόνας".

Το ανωτέρω άρθρο καθιερώνει περιορισμό του περιουσιακού δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας, αφού σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο αυτού επιτρέπεται η αναπαραγωγή ενός πνευματικού έργου εφόσον γίνεται για ιδιωτική χρήση. Επειδή όμως με τις σύγχρονες μεθόδους αναπαραγωγής των έργων μπορεί να γίνεται μαζική αναπαραγωγή των έργων, την οποία δεν μπορούν να ελέγξουν οι δημιουργοί, θεσμοθετείται με την παρ. 3 του ανωτέρω άρθρου η καταβολή σε αυτούς εύλογης αμοιβής ως αποζημιωτικό αντιστάθμισμα για την ελεύθερη ιδιωτική αναπαραγωγή, η οποία υπολογίζεται επί της αξίας των αντικειμένων που είναι πρόσφορα για την αναπαραγωγή των έργων και καταβάλλεται από τα αναφερόμενα στην παράγραφο αυτή πρόσωπα (παραγωγούς, εισαγωγείς, εμπόρους) στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης που το κατανέμουν σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου.

Έτσι, ενώ ουσιαστικά υπόχρεοι της καταβολής της αποζημίωσης είναι τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία δικαιούνται να προβούν στην αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση χωρίς την άδεια του δημιουργού και, συνακόλουθα, προκαλούν τη ζημία στους δικαιούχους, τελικά η υποχρέωση καταβολής της εύλογης αμοιβής για την ιδιωτική αναπαραγωγή βαρύνει τα πρόσωπα που προβαίνουν στη διάθεση του εξοπλισμού και παρέχουν έτσι τα τεχνικά μέσα της αναπαραγωγής στους τελικούς χρήστες.

Με την παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 18 του ν. 2121/1993 δεν ορίζεται σε τη συνίσταται η "ιδιωτική χρήση" για την οποία δεν απαιτείται η άδεια του δημιουργού και ως αντιστάθμισμα αυτής καθιερώνεται η "εύλογη αμοιβή" που προβλέπεται στην παρ. 3 του ίδιου νόμου, ενώ παράλληλα με την παρ. 1 εδ. β` του αυτού νόμου χαρακτηρίζεται ότι δεν συνιστά "ιδιωτική χρήση" η χρήση στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας υπηρεσίας ή ενός οργανισμού, βάσει της οποίας εισάγεται εξαίρεση της "εύλογης αμοιβής" που ορίζεται στην άνω διάταξη.

Ενόψει των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται πότε υπάρχει "ιδιωτική χρήση" και λαμβανομένης υπόψη της παραπάνω εξαιρέσεως, γίνεται δεκτό, ότι κατά την έννοια των άνω διατάξεων, η υποχρέωση καταβολής της αμοιβής δεν συνδέεται με συντελεσμένη αναπαραγωγή έργων, αλλά απλώς αρκεί το πρόσφορο των αντικειμένων για αναπαραγωγή, ενώ τα αντικείμενα που θεωρούνται πρόσφορα για την πραγματοποίηση ιδιωτικής αναπαραγωγής απαριθμούνται στο νόμο.

Έτσι, η δυνατότητα χρησιμοποίησης των αντικειμένων αυτών για ιδιωτικές αναπαραγωγές αρκεί, κατ' αρχάς, για την επιβολή της εν λόγω αμοιβής. Η άποψη αυτή στηρίζεται και στο γεγονός ότι η αποσύνδεση της καταβολής της αμοιβής από συγκεκριμένη αναπαραγωγή επιβεβαιώνεται και από το ότι ο νομοθέτης καθόρισε το ύψος σε πάγιο ποσοστό, διαφορετικό για κάθε κατηγορία αντικειμένων, ανάλογα με την πιθανότητα χρησιμοποιήσεώς τους για ιδιωτική αναπαραγωγή και δεν καθόρισε το ύψος αυτής κατά περίπτωση και σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια.

Μάλιστα, ο υπολογισμός της γίνεται κατά την εισαγωγή ή τη διάθεση των αντικειμένων από το εργοστάσιο, έτσι ώστε οι οφειλέτες της εύλογης αμοιβής περιορίζονται στους εισαγωγείς και τους παραγωγούς των παραπάνω αντικειμένων. Ρητά, όμως, το άρθρο 18 του ν. 2121/1993 προβλέπει ότι δεν αποτελεί ιδιωτική χρήση, η χρήση που γίνεται στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας υπηρεσίας ή ενός οργανισμού και, κατά συνέπεια, η χρήση αυτή δεν μπορεί να επιβαρυνθεί με την προαναφερόμενη ειδική αποζημίωση ιδιωτικής αναπαραγωγής, αφού στην περίπτωση αυτή απαιτείται άδεια του δημιουργού.

Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. β` της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, προβλέπεται ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις ή περιορισμούς από το δικαίωμα αναπαραγωγής των πνευματικών δημιουργών σε ορισμένες περιπτώσεις, στις οποίες εντάσσονται και οι "αναπαραγωγές σε οποιοδήποτε μέσο που πραγματοποιούνται από φυσικό πρόσωπο για ιδιωτική χρήση και για μη άμεσους ή έμμεσους σκοπούς, υπό τον όρο ότι οι δικαιούχοι λαμβάνουν δίκαιη αποζημίωση που συνεκτιμά την εφαρμογή ή όχι των τεχνολογικών μέτρων του άρθρου 6 στο συγκεκριμένο έργο ή άλλο υλικό".

Επί της τελευταίας αυτής Οδηγίας το ΔΕΕ, ως προς την παραπάνω διάταξη, κρίνοντας επί της υπόθεσης C-467/08 με αντικείμενο αίτησης εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, που υπέβαλε ισπανικό δικαστήριο, στο πλαίσιο της δίκης μεταξύ ισπανικής εταιρείας που εμπορεύεται CD-R, CD-RW, DVD-R και συσκευές ΜΡ3 και της SGAE, και ενός από τους οργανισμούς συλλογικής διαχειρίσεως δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που λειτουργούν στη Ισπανία, αποφάνθηκε ως ακολούθως: "1) Ο όρος "δίκαιη αποζημίωση" του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β`, της οδηγίας 2001/29, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, αποτελεί αυτοτελή έννοια του κοινοτικού δικαίου, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη και να εφαρμόζεται από κάθε κράτος μέλος, το οποίο και θα καθορίζει ως προς το έδαφός του τα καταλληλότερα κριτήρια για να εξασφαλισθεί η τήρηση της εν λόγω κοινοτικής εννοίας εντός των ορίων που χαράσσει το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως η ως άνω οδηγία. 2) Ο όρος "δίκαιη αποζημίωση" πρέπει να νοείται ως παροχή προς τον δικαιούχο, η οποία συνιστά, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της επιτρεπόμενης ιδιωτικής αντιγραφής, εύλογη αμοιβή για τη χρήση του προστατευόμενου έργου του ή άλλου προστατευόμενου αντικειμένου του.

Τα κράτη μέλη οφείλουν, ανεξαρτήτως του συστήματος που χρησιμοποιούν για τον καθορισμό της δίκαιης αποζημίωσης, να τηρούν τη δέουσα ισορροπία μεταξύ των ενδιαφερομένων, ήτοι, αφενός, των κατόχων των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που θίγονται από την εξαίρεση περί ιδιωτικής αντιγραφής, ως δικαιούχων της εν λόγω αποζημιώσεως, και, αφετέρου, των υποχρεούμενων αμέσως ή εμμέσως σε καταβολή της. 3) Εφόσον το κράτος μέλος επιλέξει σύστημα επιβολής τελών προς αντιστάθμιση της ιδιωτικής αντιγραφής επί εξοπλισμού, συσκευών και υποθεμάτων ψηφιακής αναπαραγωγής, τα τέλη αυτά πρέπει να συνδέονται απαραιτήτως, σύμφωνα με τον σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β`, της οδηγίας 2001/29 και με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή, με την εικαζόμενη χρήση του εξοπλισμού και των υποθεμάτων αυτών για πράξεις αναπαραγωγής που εμπίπτουν στην εξαίρεση περί ιδιωτικής αντιγραφής, με αποτέλεσμα η επιβολή της επιβαρύνσεως να δικαιολογείται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες εικάζεται ότι ο εξοπλισμός, οι συσκευές και τα υποθέματα ψηφιακής αναπαραγωγής χρησιμοποιούνται για ιδιωτική αντιγραφή.4) Η επιβολή τελών αδιακρίτως βάσει ρυθμίσεως περί ιδιωτικής αντιγραφής σε επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες που προδήλως αγοράζουν συσκευές και υποθέματα ψηφιακής αναπαραγωγής για σκοπούς ξένους προς την ιδιωτική αναπαραγωγή δεν ανταποκρίνεται στην έννοια της "δίκαιης αποζημιώσεως" κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β`, της οδηγίας 2001/29. 5) Εθνικό σύστημα το οποίο επιβάλλει τέλη προς αντιστάθμιση της ιδιωτικής αντιγραφής σε όλον αδιακρίτως τον εξοπλισμό, τις συσκευές και τα υποθέματα δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β`, της οδηγίας 2001/29 στο μέτρο που δεν υφίσταται πλέον εύλογος σύνδεσμος μεταξύ της δίκαιης αποζημιώσεως και του περιορισμού του δικαιώματος ιδιωτικής αντιγραφής που τη δικαιολογεί, διότι δεν μπορεί να εικάζεται ότι ο εξοπλισμός, οι συσκευές και τα υποθέματα αυτά χρησιμοποιούνται για ιδιωτική αντιγραφή.".

Σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση του ΔΕΕ: α) υφίσταται αμάχητο τεκμήριο υπέρ των δικαιούχων ότι, τεχνικά μέσα/συσκευές που διατίθενται σε ιδιώτες χρησιμοποιούνται προς αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, β) υφίσταται μαχητό τεκμήριο υπέρ των δικαιούχων ότι τεχνικά μέσα/συσκευές που διατίθενται σε επιχειρήσεις/επαγγελματίες επίσης χρησιμοποιούνται άμεσα ή κατόπιν περαιτέρω διάθεσής τους σε μεταγενέστερο χρόνο από τους επιχειρηματίες αυτούς σε ιδιώτες προς αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση και επομένως υπόκεινται στην υποχρέωση εύλογης αμοιβής.

Το τεκμήριο, ωστόσο, αυτό μπορεί να ανατραπεί μόνον εφόσον ο υπόχρεος (εισαγωγέας ή κατασκευαστής τεχνικών μέσων/συσκευών) αποδείξει ότι τα συγκεκριμένα τεχνικά μέσα/συσκευές που διατίθενται σε επιχειρήσεις χρησιμοποιούνται προδήλως για άλλους σκοπούς από την αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση (Γερμανικό Ακυρωτικό Δικαστήριο IZR 43/11).

Επομένως, η Οδηγία 2001/19 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, εναρμονίζεται πλήρως προς τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και 3 του ν. 2121/1993 και δεν αντίκεινται στην παραπάνω απόφαση του ΔΕΕ, εφόσον οι διατάξεις αυτές προβλέπουν όχι αδιακρίτως την επιβολή τελών προς αντιστάθμιση της ιδιωτικής αντιγραφής σε όλον τον εξοπλισμό, στις συσκευές και τα υποθέματα, αφού με την παρ. 1 εδ.

β` του ν. 2121/1993, εξαιρούνται της "ιδιωτικής χρήσης" η χρήση που γίνεται στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας υπηρεσίας ή ενός οργανισμού, ώστε να υφίσταται εύλογος σύνδεσμος μεταξύ της δίκαιης αποζημιώσεως και του περιορισμού του δικαιώματος ιδιωτικής αντιγραφής που τη δικαιολογεί (ΑΠ 2097/2013).

Συνεπώς, η εύλογη αμοιβή του άρθρου 18 οφείλεται μόνο σε όσα μηχανήματα ή αποθηκευτικά μέσα διατίθενται σε ιδιώτες, ενώ υπάρχει εξαίρεση από το τέλος ιδιωτικής αναπαραγωγής, στην περίπτωση που τα τεχνικά μέσα δεν διατίθενται σε ιδιώτες χρήστες ή προδήλως προορίζονται για χρήσεις άλλες πλην της ιδιωτικής αναπαραγωγής.

Όμως, ενόψει του μαχητού αυτού τεκμηρίου ο εισαγωγέας ή ο παραγωγός που εισάγει ή κατασκευάζει τεχνικά μέσα/συσκευές που είναι πρόσφορα για ιδιωτική αναπαραγωγή είναι κατ` αρχήν υπόχρεος στην καταβολή της ως άνω "εύλογης αμοιβής" και της υποβολής της υπεύθυνης δήλωση του άρθρου 18 παρ. 4 του ίδιου ως άνω ν. 2121/1993 , μόνο δε αν ο ίδιος επικαλεσθεί και αποδείξει σε μεταγενέστερο χρόνο ότι τα τεχνικά αυτά μέσα/συσκευές χρησιμοποιούνται προδήλως για άλλους σκοπούς από την αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, διότι διατέθηκαν σε επιχειρήσεις, υπηρεσίες ή οργανισμούς που τα χρησιμοποιούν για επαγγελματική χρήση, περιστατικό που δεν είναι γνωστό ευθύς εξ αρχής, μπορεί να απαλλαγεί της υποχρέωσης καταβολής της "εύλογης αποζημίωσης", η οποία εφόσον έχει καταβληθεί του επιστρέφεται σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.

ΑΚ). Άλλωστε, τα τεχνικά μέσα/συσκευές που διατίθενται από τους εισαγωγείς ή παραγωγούς σε επιχειρήσεις, οργανισμούς κλπ δεν είναι πρόδηλο ότι χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς και όχι για ιδιωτική χρήση, αφού οι επιχειρήσεις αυτές, είτε πρόκειται για εταιρίες είτε για ελεύθερους επαγγελματίες τα τεχνικά αυτά μέσα/συσκευές μπορεί να χρησιμοποιούν και για ιδιωτική χρήση (ΑΠ 2097/2013).

Στις περιπτώσεις, όμως, που δεν παρουσιάζεται πρακτική δυσχέρεια εξακρίβωσης των τελικών αγοραστών των μηχανημάτων, εξοπλισμού, συσκευών και υποθεμάτων αναπαραγωγής και της χρήσης στην οποία αυτοί θα προβούν (ήτοι σε μη φυσικά πρόσωπα και για σκοπούς προδήλως ξένους προς την ιδιωτική αντιγραφή), απαλλάσσεται εξαρχής ο εισαγωγέας ή παραγωγός από την υποχρέωση καταβολής εύλογης αμοιβής, η ερμηνεία δε αυτή του άρθρου 18 του ν. 2121/1993 είναι σύμφωνη με την Οδηγία.

Αντίθετη άποψη, ήτοι ότι οι εισαγωγείς ή παραγωγοί είναι πάντοτε υπόχρεοι στην καταβολή της ως άνω "εύλογης αμοιβής" και της υποβολής της υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 18 παρ. 4 του ίδιου ως άνω ν. 2121/1993, μόνο δε αν επικαλεσθούν και αποδείξουν σε μεταγενέστερο χρόνο ότι τα τεχνικά αυτά μέσα/συσκευές χρησιμοποιούνται προδήλως για άλλους σκοπούς από την αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, μπορούν να απαλλαγούν της υποχρέωσης καταβολής της "εύλογης αποζημίωσης", η οποία εφόσον έχει καταβληθεί τους επιστρέφεται σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.

ΑΚ), εκτός του ότι θα συνεπάγονταν ουσιαστικά την κατάργηση της άνω διάκρισης, θα προκαλούσε και περαιτέρω την επιβάρυνση των εισαγωγέων ή παραγωγών, μετά από κάθε πώληση, να προβαίνουν και στην άσκηση αγωγής, κατά την οποία θα έπρεπε να αποδειχθεί το είδος της χρήσης από κάθε αγοραστή προκειμένου να αναζητήσουν τα αχρεωστήτως καταβληθέντα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες είναι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης και προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων επί των έργων και των εισφορών των μελών τους.

Έχουν συσταθεί νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 54-57 του ν. 2121/1993, με βάση τις με αριθ. 8/1996, 21/1995, 8/1998 και 5/2002 αντίστοιχες πράξεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που καταχωρίστηκαν στο οικείο μητρώο συνεταιρισμών, η δε λειτουργία τους εγκρίθηκε με αποφάσεις του Υπουργού Πολιτισμού, δημοσιευθείσες νόμιμα στην Εφημερίδα τη Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 1164/Β/30-12-1997, ΦΕΚ 939/Β/22-10-1997, ΦΕΚ 1052/Β/4-6-10-1999 και ΦΕΚ 1147/Β/3-9-2002), έχουν δε ως μέλη τους δημιουργούς των έργων του λόγου και τους εκδότες εντύπων ο πρώτος, τους δημιουργούς έργων εικαστικών τεχνών ο δεύτερος, τους φωτογράφους ο τρίτος και τους θεατρικούς συγγραφείς ο τέταρτος.

Τα μέλη τους έχουν αναθέσει αντίστοιχα στον καθένα, με καταπιστευτικές μεταβιβάσεις, την διαχείριση των περιουσιακών δικαιωμάτων τους επί των έργων και των εισφορών τους. Μεταξύ των αρμοδιοτήτων των εναγόντων είναι η είσπραξη της εύλογης αμοιβής, που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 3 του ν. 2121/1993 και η διανομή της στα μέλη τους.

Προς το σκοπό τούτο έχουν το δικαίωμα σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 2121/1993 να ζητούν από οποιονδήποτε οφειλέτη να υποβάλει υπεύθυνη δήλωση για τη συνολική αξία των τεχνικών μέσων, που εισάγει και που χρησιμοποιούνται για αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, επί της οποίας (αξίας) υπολογίζεται η εύλογη αμοιβή.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία εισάγει και εμπορεύεται χαρτί κατάλληλο για φωτοτυπίες. Οι ενάγοντες κάλεσαν την εναγόμενη να υποβάλει στον Οργανισμό Πνευματικής Ιδιοκτησίας, έγγραφη υπεύθυνη δήλωση κατά το ν. 1599/1986 σχετικά: α) με τη συνολική αξία του χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπία διαστάσεων ΑΟ, Α1, Α2, Α3, Α4 και Β3, Β4, Β5 ή σε ρολά 24, 35, 50, 60 ιντσών, επιχρισμένου ή μη, βάρους 60 - 270 γραμμαρίων ανά τετραγωνικό μέτρο που εισήγαγε κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2008 έως 28.02.2013, και β) την αλήθεια των ανωτέρω δηλώσεων.

Η εναγόμενη υπέβαλε την από 13.11.2014 υπεύθυνη δήλωση της, σύμφωνα με την οποία η συνολική αξία του χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπία που εισήγαγε κατά το αιτούμενο από τους ενάγοντες χρονικό διάστημα ανήλθε στο ποσό των 2.951.020,54 ευρώ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης περί του ότι μέρος των εμπορευμάτων χαρτιού που εισήγαγε, συνολικής αξίας 2.174.711,78 ευρώ χρησιμοποιήθηκαν προδήλως για άλλους σκοπούς από την αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση διότι διατέθηκαν σε νομικά πρόσωπα και φορείς του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα που τα χρησιμοποίησαν για επαγγελματική χρήση, ήτοι για χρήση που εξαιρείται των διατάξεων της ιδιωτικής αναπαραγωγής.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι κατά τα έτη 2008 έως 2013 μέρος των εισαχθέντων επίδικων ποσοτήτων χαρτιού συνολικής αξίας 2.174.711,78 ευρώ πωλήθηκε σε Υπουργεία Οικονομίας και Οικονομικών, Παιδείας, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικον. Ανταγ. & Ναυτ., Ι.Κ.Α, Ο.Α.Ε.Δ, Βουλή των Ελλήνων, ΕΛ.ΤΑ, Α.Σ.Ε.Π, Δήμος Βούλας Βάρης - Βουλιαγμένης, Τ.Ε.Ι Αιγάλεω, ΔΕΗ σύμφωνα με τα μετ' επικλήσεως προσαγόμενα αντίγραφα των τιμολογίων πώλησης αγαθών υπό στοιχεία: ...

Συνεπώς αποδείχθηκε η διάθεση των ως άνω ποσοτήτων χαρτιού στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς και ότι ο πρόδηλος προορισμός τους για επαγγελματική χρήση ήτοι για την εξυπηρέτηση υπηρεσιακών αναγκών και στα πλαίσια της επαγγελματικής δραστηριότητας κάθε υπηρεσίας και όχι προς ενδεχόμενη παραγωγή ιδιωτικών αντιγράφων από μεμονωμένους υπαλλήλους, κατά παράβαση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, γεγονός που εναπόκειται στον έλεγχο της κάθε υπηρεσίας για την προβλεπόμενη επαγγελματική χρήση του καταλλήλου για φωτοτυπία χαρτιού.

Συνεπώς, ως προς τις επίδικες ποσότητες χαρτιού, συνολικής αξίας 2.174.711,78 ευρώ δύναται να συντρέξει ανατροπή του λανθάνοντος στην παρ. 3 του αρ. 18 του ν.2121/1993 μαχητού τεκμηρίου υπεγγυότητας της εναγόμενης, ως αυτό ερμηνεύεται υπό το φως του αρ. 5 παρ. 2 στοιχ. β' της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μέρος των επίδικων εμπορευμάτων, συνολικής αξίας 776.308,76 ευρώ διατέθηκαν ευθέως σε τρίτους για ιδιωτική χρήση. Δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι διατέθηκαν σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες οι οποίοι τα χρησιμοποίησαν προδήλως για άλλους σκοπούς από την αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, ούτε προσκομίστηκε κανένα παραστατικό περί τούτου. Επομένως, εφόσον τα επίδικα εμπορεύματα χαρτιού χρησιμοποιήθηκαν εν μέρει για ιδιωτική χρήση, πρέπει η εναγόμενη να υποχρεωθεί να καταβάλει την οριζόμενη από το νόμο εύλογη αμοιβή στους δημιουργούς, που εκπροσωπούνται από τους ενάγοντες και η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 4% επί της αξίας του χαρτιού που εισήγαγε το ως άνω χρονικό διάστημα, ήτοι συνολικά το ποσό των 31.052,3504 ευρώ (2.951.020,54 - 2.174.711,78 = 776.308,76 Χ 4%). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες με το από 15.07.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό κατένειμαν τα ποσοστά της εύλογης αμοιβής τους ως εξής: 84% στον πρώτο ενάγοντα, 6,5% στον δεύτερο, 6,5% στον τρίτο και 3% στον τέταρτο.

Συνεπώς πρέπει η εναγομένη να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 26.083,974336 (31.052,3504 Χ 84%), στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 2.018,40 ευρώ (31.052,3504 Χ 6,5%), στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 2.018 ευρώ (31.052, 3504 Χ 6,5%) και στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 931,570512 ευρώ (31.052,3504 Χ 3%), τα ανωτέρω δε ποσά με το νόμιμο τόκο από την 17.11.2014, ημερομηνία υπογραφής της ως άνω υπεύθυνης δήλωσης... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, και, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 26.083,974336 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 2.018,40 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 2.018 ευρώ και στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 931,570512 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και 3 του ν. 2121/1993, οι οποίες εναρμονίζονται πλήρως μεταξύ τους και δεν αντίκεινται προς το άρθρο 5 παρ. 2 περ. β' της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, ούτε στην προρρηθείσα απόφαση του ΔΕΕ, καθόσον, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι επίμαχες ποσότητες χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπίες, συνολικής αξίας 2.174.711,78 ευρώ, που η αναιρεσίβλητη εισήγαγε και πώλησε στο χρονικό διάστημα από 01.01.2008 έως 28.02.2013, διατέθηκαν για να χρησιμοποιηθούν όχι για την αναπαραγωγή αντιγράφων για ιδιωτική χρήση, αλλά στα προαναφερόμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς για επαγγελματική χρήση και δη για την εξυπηρέτηση υπηρεσιακών αναγκών και στα πλαίσια της επαγγελματικής δραστηριότητας κάθε υπηρεσίας, με συνέπεια, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην άνω μείζονα σκέψη, η αναιρεσίβλητη να μην είναι υπόχρεη προς καταβολή της αιτούμενης εύλογης αποζημίωσης του άρθρου 18 παρ. 3 του ν. 2121/1993, λόγω ανατροπής του άνω μαχητού τεκμηρίου υπεγγυότητας της αναιρεσίβλητης.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι πλημμέλειες α) ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει σ' αυτούς την εύλογη αμοιβή επί της αξίας του χαρτιού που διέθεσε στα άνω νομικά πρόσωπα, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι από την εισαγωγή του φωτοτυπικού χαρτιού υποχρεούτο η αναιρεσίβλητη στην καταβολή της εύλογης αμοιβής και ότι μόνο οι δημόσιοι φορείς που προμηθεύονται φωτοτυπικό χαρτί από την αναιρεσίβλητη θα μπορούσαν να αποδείξουν ότι το εν λόγω φωτοτυπικό χαρτί χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για επαγγελματική χρήση και, σε περίπτωση που αποδείκνυαν το περιστατικό αυτό, θα μπορούσαν να ζητήσουν την επιστροφή της καταβληθείσας αξίας κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, β) ότι εσφαλμένα δέχθηκε την ανατροπή του τεκμηρίου ότι τα τεχνικά μέσα χρησιμοποιούνται προς αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, διότι δεν αρκεί για την ανατροπή του τεκμηρίου να αποδειχθεί ότι πρόδηλος προορισμός των αντικειμένων που υπόκεινται στην εύλογη αμοιβή είναι η επιχειρηματική χρήση, αλλά πρέπει να αποδειχθεί ότι τα αντικείμενα χρησιμοποιούνται πράγματι προδήλως μόνο για επαγγελματική χρήση και γ) ότι εσφαλμένα δέχθηκε την ανατροπή του τεκμηρίου με την αιτιολογία ότι οι ενδεχόμενες αναπαραγωγές για ιδιωτική χρήση που γίνονται από υπαλλήλους κατά παράβαση των υπαλληλικών τους καθηκόντων, δεν αποτελούν αναπαραγωγές για ιδιωτική χρήση, είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, σε σχέση με την υποχρέωση ή μη της αναιρεσίβλητης προς καταβολή της αναλογούσας εύλογης αποζημίωσης, εφόσον το αξίας 2.174.711,78 ευρώ φωτοτυπικό χαρτί δεν προορίζονταν για ιδιωτική χρήση, αλλά διατέθηκε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κατέληξε στην κρίση ότι αντικείμενο αποδείξεως είναι η κατά σκοπό κύρια χρήση του άνω φωτοτυπικού χαρτιού των ως άνω νομικών προσώπων και όχι η (υποθετική) κατά παρέκκλιση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, χρήση αυτών από μεμονωμένους υπαλλήλους για ίδιους σκοπούς.

Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν προβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη και δη ότι μέρος του φωτοτυπικού χαρτιού που εισήγαγε, συνολικής αξίας 2.174.711,78 ευρώ, χρησιμοποιήθηκε προδήλως για άλλους σκοπούς από την αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, διότι διατέθηκε σε φορείς του Δημοσίου που το χρησιμοποίησαν για επαγγελματική χρήση, ενώ η αντίδικος δεν επικαλέστηκε ούτε επιχείρησε να αποδείξει ότι οι επίδικες ποσότητες χαρτιού δεν χρησιμοποιήθηκαν για ιδιωτική χρήση, αλλά ο ισχυρισμός της ήταν ότι το επίδικο χαρτί δεν υπάγεται στην υποχρέωση καταβολής εύλογης αμοιβής, διότι διατέθηκε σε φορείς του Δημοσίου προδήλως με σκοπό την επαγγελματική χρήση.

Οι αιτιάσεις αυτές, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσίβλητης και του δικογράφου της έφεσής της προκύπτει ότι η εναγόμενη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε για την απόρριψη της ένδικης αγωγής, ότι τα εμπορεύματα χαρτιού που εισήγαγε, κατά τη συντριπτική πλειοψηφία τους διατέθηκαν σε νομικά πρόσωπα και φορείς του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα που τα χρησιμοποίησαν για επαγγελματική χρήση, ήτοι για χρήση που εξαιρείται των διατάξεων της ιδιωτικής αναπαραγωγής.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 246/2018, ΑΠ 1040/2017).

Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1864/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε ότι το επίδικο χαρτί δεν χρησιμοποιήθηκε για ιδιωτική χρήση, δεχόμενο έτσι ως αληθή τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης αναφορικά με το μέρος του χαρτιού που διατέθηκε στους φορείς του Δημοσίου, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς καμία απόδειξη.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του για το ως άνω ζήτημα σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά αφού έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.

Δεν ήταν δε αναγκαία η ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυπτε η κρίση του ότι μέρος του επίμαχου φωτοτυπικού χαρτιού, αξίας 2.174.711,78 ευρώ, δεν προορίζονταν για ιδιωτική χρήση, αλλά διατέθηκε σε νομικά πρόσωπα και φορείς του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα που τα χρησιμοποίησαν για επαγγελματική χρήση, αφού μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Σε κάθε δε περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, αντικείμενο αποδείξεως ήταν η κατά σκοπό κύρια χρήση του άνω φωτοτυπικού χαρτιού των ως άνω νομικών προσώπων και φορέων του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα και όχι η (υποθετική) κατά παρέκκλιση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, χρήση αυτών από μεμονωμένους υπαλλήλους για ίδιους σκοπούς, ο σκοπός δε αυτός πλήρως αποδείχθηκε, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, από τα αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Εξάλλου, τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθμ. 1).

Αν, στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.

Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 60/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ.

αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν νόμιμα με επίκληση για την ανταπόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι μέρος του επίμαχου φωτοτυπικού χαρτιού δεν χρησιμοποιήθηκε για ιδιωτική χρήση και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του:

α) την εξέταση του μάρτυρά τους Φ. Φ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία με το φωτοτυπικό χαρτί πραγματοποιείται αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση εντός των υπηρεσιών του Δημοσίου από τους υπαλλήλους του και εντός των επιχειρήσεων από τους εργαζόμενους αυτών, β) την υπ' αριθ. 1617/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία οι αναπαραγωγές στις οποίες προβαίνουν φοιτητές στα φωτοτυπικά μηχανήματα που τους διαθέτει το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο πραγματοποιούνται για την ιδιωτική χρήση των φοιτητών, η οποία αποτελεί δικαστικό τεκμήριο, γ) την έρευνα-έγγραφο της εταιρίας με την επωνυμία P. I., σύμφωνα με την οποία οι δημόσιοι υπάλληλοι κατά ποσοστό 68% πραγματοποιούν φωτοτυπίες στο χώρο της εργασίας τους, δ) την με αριθ. 380/2016 ένορκη βεβαίωση της Α.

Σ., δημοσίας υπαλλήλου, που λήφθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης, με την οποία η ανωτέρω υπάλληλος βεβαίωσε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των δημοσίων υπαλλήλων προβαίνει εντός του χώρου εργασίας τους σε αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση, και ε) το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι όλα τα ΑΕΙ της χώρας διαθέτουν φωτοτυπικά μηχανήματα στα οποία έχουν πρόσβαση οι φοιτητές για την αναπαραγωγή βιβλίων και περιοδικών από τις αντίστοιχες βιβλιοθήκες των ΑΕΙ για τις προσωπικές τους ανάγκες, αν δε τα ελάμβανε υπόψη θα δεχόταν ότι το επίδικο φωτοτυπικό χαρτί χρησιμοποιήθηκε για ιδιωτική χρήση.

Καθόσον αφορά την αιτίαση για μη λήψη υπόψη του άνω διδάγματος της κοινής πείρας, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι κατά το σκέλος αυτό οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη για τη μη χρησιμοποίηση του άνω διδάγματος της κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών και δη ότι το επίδικο φωτοτυπικό χαρτί χρησιμοποιήθηκε για ιδιωτική χρήση.

Καθόσον αφορά τα λοιπά ως άνω υπό στοιχ. α' έως και δ' αποδεικτικά μέσα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις όλα τα άνω αποδεικτικά μέσα που φέρονται ως αγνοηθέντα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων.

Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω πρώτη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Β.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 30 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2020 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟ 17 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2021 ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ. Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.

Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση...". Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης από 30-1-2020 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθ. 132/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ορίστηκε, με επίσπευση της αναιρεσείουσας, η 22-11-2021, η δε αιτούσα άσκησε πρόσθετους λόγους με το από 17-9-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 21-9-2021, δηλαδή τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.

Από τις υπ' αριθμ. 5480, 5482, 5484 και 5486/30-9-2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ι. Χ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η αναιρεσείουσα, η οποία και επέσπευσε τη συζήτηση, προκύπτει ότι πιστό αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε σε κάθε έναν των αναιρεσιβλήτων, στις 30-9-2021, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω μαζί με την άνω από 30.1.2020 αίτηση αναιρέσεως. Με τις διατάξεις του άρθρου 250 του ΑΚ ορίζεται ότι "Σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις: 1. των εμπόρων, των βιομηχάνων και των χειροτεχνών, για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν... 5.

εκείνων που, χωρίς να ανήκουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στον αριθμό 1, ασκούν κατ` επάγγελμα την επιμέλεια ξένων υποθέσεων ή την παροχή υπηρεσιών, για τις αμοιβές και για τις δαπάνες τους ... 17. των κάθε είδους μισθών, των καθυστερούμενων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά...".

Οι αξιώσεις, όμως, των Οργανισμών Συλλογικής Διαχείρισης για την αμοιβή του άρθρου 18 § 3 ν. 2121/1993 δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 250 ΑΚ και ειδικότερα ούτε στις περιπτώσεις των αρ. 1 και 5, αφού δεν πρόκειται για δικές τους αμοιβές και δαπάνες, ούτε στην περίπτωση του αρ. 17, καθόσον, ως περιοδικές παροχές, οι οποίες υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, νοούνται, αυτές που επαναλαμβάνονται σε ορισμένα διαστήματα αλλά στηρίζονται σε ενιαία σχέση και είναι ενωμένες σε ενιαία νομική και οικονομική οντότητα.

Τέτοια όμως περιοδική παροχή δεν συνιστά η εύλογη αμοιβή που προβλέπεται στο άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 2121/1993 και αφορά τα δικαιώματα των πνευματικών δημιουργών για τα έργα που έχουν παράγει, αφού καμιά από τις ανωτέρω προϋποθέσεις δεν συντρέχει, και επομένως οι αξιώσεις αυτές υπόκειται στην κοινή εικοσαετή παραγραφή που προβλέπεται από το άρθρο 249 του ΑΚ (ΑΠ 2097/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως, ότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως και 31.12.2009, έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 10053/2017 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση παραγραφής της αναιρεσείουσας, λόγω μη εφαρμογής του άρθρου 250 ΑΚ, αλλά του άρθρου 249 ΑΚ. Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου της έφεσής της παραπονέθηκε η αναιρεσείουσα για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι η προβληθείσα από αυτήν ένσταση παραγραφής ήταν νόμιμη.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου απέρριψε ως μη νόμιμη την προταθείσα ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων που αφορούν το χρονικό διάστημα από 01.01.2008 έως και 31.12.2009 που στηρίζονταν στον ισχυρισμό ότι οι ανωτέρω αξιώσεις έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΚΠΟΛΔ (ενν.

ΑΚ). Με αυτό το περιεχόμενο ο σχετικός ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 250 αρ. 17 του ΑΚ, ως περιοδικές παροχές, οι οποίες υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, νοούνται, αυτές που επαναλαμβάνονται σε ορισμένα διαστήματα αλλά στηρίζονται σε ενιαία σχέση και είναι ενωμένες σε ενιαία νομική και οικονομική οντότητα.

Τέτοια όμως περιοδική παροχή δεν συνιστά η εύλογη αμοιβή που προβλέπεται στο άρθρο 18 παρ.3 του ν. 2121/1993 και αφορά τα δικαιώματα των πνευματικών δημιουργών για τα έργα που έχουν παράγει, αφού καμιά από τις ανωτέρω προϋποθέσεις δεν συντρέχει, και επομένως οι αξιώσεις αυτές υπόκειται στην κοινή εικοσαετή παραγραφή που προβλέπεται από το άρθρο 249 του Α.Κ.

στην οποία, δεν είχαν υποκύψει οι άνω αξιώσεις, κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής. (Α.Π 2097/2013 ΝΟΜΟΣ).

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την προταθείσα ένσταση παραγραφής ως μη νόμιμη, ορθά το νόμο ερμήνευσε. Επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 249 και 250 του ΑΚ, ως προς τη νομιμότητα της προβληθείσας από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ένστασης παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων για τη χρονική περίοδο από 01.01.2008 έως και 31.12.2009, και απέρριψε τον άνω λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, οι αξιώσεις των Οργανισμών Συλλογικής Διαχείρισης για την αμοιβή του άρθρου 18 § 3 ν. 2121/1993 δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 250 ΑΚ, με συνέπεια να μην υπόκεινται στην συντομότερη πενταετή παραγραφή, αλλά στην εικοσαετή του άρθρου 249 ΑΚ, στην οποία, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν είχαν υποκύψει οι άνω αξιώσεις, κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και το πρώτο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα υπήγαγε τις αξιώσεις των αντιδίκων της στη διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, αντί να τις υπάγει στη διάταξη του άρθρου 250 ΑΚ, οπότε και θα είχε κάνει δεκτή την προβληθείσα από αυτήν ένσταση παραγραφής των αξιώσεων των αντιδίκων της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 10/2012). Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 16/2016, Ολ.ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή ένστασης, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή ένστασης και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ή ένσταση, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή ή ένσταση, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1487/2017).

Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής ή ένστασης. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή ένστασης κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ή ένστασης από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠοΛΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής ή ένστασης, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων οργανισμών, λόγω μακρόχρονης καθυστέρησης διεκδίκησης από αυτούς των ένδικων ποσών που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 10053/2017 απόφασή του απέρριψε ως αόριστη την ένσταση αυτή, με την αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη δεν ανέφερε άλλες περιστάσεις, πλην της αδράνειας των δικαιούχων, ούτε μεταβολή προηγούμενης συμπεριφοράς αυτών, ούτε αδικαιολόγητη και μη αναμενόμενη ανατροπή της δημιουργηθείσας κατάστασης, με επαχθείς συνέπειες γι' αυτήν.

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής της παραπονέθηκε η αναιρεσίβλητη για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι η προβληθείσα από αυτήν ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως ήταν ορισμένη, καθόσον η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν απαιτεί την επίκληση πρόσθετων περιστάσεων, πέραν της μακρόχρονης αδράνειας στην άσκηση του όποιου δικαιώματος, τα δε θεμελιωτικά του εν λόγω ισχυρισμού της μπορούσε να αντλήσει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εφαρμογή των διδαγμάτων της πείρας, άλλως να δεχθεί ότι δεν απαιτείτο επίκληση από αυτήν πραγμάτων που είναι γνωστά στο δικαστήριο (και τοις πάσι), όπως ότι οι αντίδικοί της επί σειρά ετών έχουν αποστείλει χιλιάδες εξώδικα, αιτήσεις και αγωγές σε κάθε δυνατό αντίδικό τους, μεταξύ των οποίων και στην κοινών επιχειρηματικών συμφερόντων εταιρία "Ε.

Α. Ε. Δ. Χ. & Χ. Α..Ε..", όχι όμως σ' αυτήν, δημιουργώντας της έτσι την πεποίθηση ότι τα εμπορεύματά της εξαιρούνται της υποχρέωσης καταβολής της άνω εύλογης αμοιβής. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον πρόσθετο αυτό λόγο έφεσης ως αβάσιμο με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Η εναγόμενη με τις έγγραφες προτάσεις της ισχυρίστηκε ότι η αγωγική αξίωση καθίσταται καταχρηστική και υπέρμετρα επαχθής αν ληφθεί υπόψη η εξαιρετική αμέλεια που έχουν επιδείξει οι ενάγοντες στην διεκδίκηση των αξιώσεων τους, αφού αιτούνται την ικανοποίηση αξιώσεων για το έτος 2008 μετά την παρέλευση οκταετίας.

Με αυτό το περιεχόμενο ο σχετικός ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως αόριστος διότι η εναγομένη δεν επικαλείται πραγματικά περιστατικά τέτοια που να υποδηλώνουν συμπεριφορά των εναγόντων, ικανή να δημιουργήσει στην αντίδικο τους την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το ένδικο δικαίωμα της, ενόψει του ότι μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του, δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος του καταχρηστική και δη δεν επικαλείται πρόσθετα περιστατικά εξ αιτίας της συμπεριφοράς των εναγουσών, τα οποία να δημιούργησαν στην εναγόμενη την πεποίθηση ότι αυτή δεν πρόκειται ν' ασκήσει τέτοιο δικαίωμα, στοιχείο αναγκαίο για τη δημιουργία και διατήρηση επί σειρά ετών συγκεκριμένης κατάστασης, η αναδρομική ανατροπή της οποίας θα είναι οικονομικά υπέρμετρα επαχθής για την ενάγουσα.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την προταθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης, ορθά το νόμο ερμήνευσε. Επομένως, ο σχετικός πρόσθετος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, ως προς το ορισμένο ή μη της προβληθείσας από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, και απέρριψε τον άνω λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλείται ο ενιστάμενος για τη θεμελίωση της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως, περιστάσεις που δεν επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα, αρκούμενη μόνο στην αναφορά της μακρόχρονης αδράνειας των αναιρεσιβλήτων, τέτοιες δε περιστάσεις δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη από άλλα στοιχεία πέραν των όσων επικαλείται ο ενιστάμενος και δη από τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Επομένως, κρίνοντας το Εφετείο ότι η προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων είναι αόριστη, δεν αξίωσε για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και άρα δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση της νομικής αοριστίας της ένστασης αυτής, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η εκτίμηση του δικογράφου των πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσείουσας και του άνω πρώτου πρόσθετου λόγου της έφεσής της από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό τους, καθόσον η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε μόνο την αδράνεια των αναιρεσιβλήτων, οι δε προβληθέντες με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής της ισχυρισμοί της ότι το δικαστήριο της ουσίας έπρεπε να αντλήσει τα απαιτούμενα πρόσθετα περιστατικά κατ' εφαρμογή των διδαγμάτων της πείρας, άλλως να δεχθεί ότι δεν απαιτείτο επίκληση πραγμάτων που είναι γνωστά στο δικαστήριο (και τοις πάσι), απαραδέκτως προβλήθηκαν, καθόσον δεν είναι δυνατή η θεμελίωση της άνω ένστασης σε τέτοια στοιχεία, πέραν του ότι και αυτοί οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας αναφέρονται στην επικαλούμενη μακροχρόνια αδράνεια των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη α) με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και το τρίτο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα αξίωσε για τη θεμελίωση της εν λόγω ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, β) με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους πιο πάνω ισχυρισμούς της που διέλαβε στον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής της, και γ) με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως και τον τέταρτο συναφή πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε αόριστη την άνω ένσταση, ενώ σ' αυτήν περιέχονταν όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στοιχεία, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας", συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος, από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης, σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μη παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ (ολΑΠ. 9/2015, ΑΠ 12/2020).

Η άνω, όμως, καθιερούμενη με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής σε ποσά που δεν επιδικάζονται κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 14/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 194/2021, ΑΠ 1437/2017). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως και τον έβδομο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι με το να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 3 του ν. 2121/1993 παραβίασε την καθιερούμενη με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, δεχόμενο ότι το προβλεπόμενο ποσοστό 4% συνιστά εύλογη αμοιβή, ενώ είναι υπερβολικά υψηλή, τη στιγμή που η αμοιβή του αντιπροσώπου στην Ελλάδα διεθνών οίκων χάρτου δεν υπερβαίνει το 2% επί της καθαρής αξίας κάθε τιμολογίου, το δε καθαρό κέρδος του εισαγωγέα δεν υπερβαίνει το 4%.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και τούτο διότι η αρχή της αναλογικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, αφού η επίμαχη εύλογη αμοιβή προβλέπεται εκ του νόμου σε σταθερό ποσοστό, ήτοι σε 4% επί της αξίας του χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπίες, και δεν επιδικάζεται κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου έτσι ώστε να υπάρχει έδαφος εφαρμογής της πιο πάνω αρχής.

Πράγματι, όπως προεκτέθηκε στην άνω μείζονα σκέψη, με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 3 του ν. 2121/1993 επήλθε αποσύνδεση της καταβολής της αμοιβής από συγκεκριμένη αναπαραγωγή και ο νομοθέτης καθόρισε το ύψος της αμοιβής σε πάγιο ποσοστό, διαφορετικό για κάθε κατηγορία αντικειμένων, ανάλογα με την πιθανότητα χρησιμοποιήσεώς τους για ιδιωτική αναπαραγωγή και δεν καθόρισε το ύψος αυτής κατά περίπτωση και σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια.

Συνεπώς, τα σχετικά ποσά δεν επιδικάζονται κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου, έτσι ώστε να υπάρχει έδαφος εφαρμογής της πιο πάνω αρχής της αναλογικότητας. Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγμα που προτάθηκε από αυτήν και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που είχε προβάλλει με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της περί παράβασης της αρχής της αναλογικότητας με την καθιέρωση πάγιου τέλους 4% για τον υπολογισμό της επίδικης εύλογης αμοιβής, με συνέπεια να οδηγηθεί σε λανθασμένη κρίση ως προς τη βασιμότητα της ένδικης αγωγής.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον ο άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, η αρχή της αναλογικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση και άρα ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος.

Ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση και το Εφετείο να απαντήσει σε τέτοιο μη νόμιμο ισχυρισμό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού αυτός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την άνω έννοια. Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει την οριζόμενη από το νόμο εύλογη αμοιβή στους δημιουργούς, που εκπροσωπούνται από τους αναιρεσίβλητους και η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 4% επί της αξίας του χαρτιού που εισήγαγε αυτή το ως άνω χρονικό διάστημα.

Με το άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 2121/1993 θεσμοθετείται η καταβολή στο δημιουργό του έργου και στους δικαιούχους συγγενικών δικαιωμάτων εύλογης αμοιβής ως αποζημιωτικό αντιστάθμισμα για την ελεύθερη ιδιωτική αναπαραγωγή, η οποία υπολογίζεται επί της αξίας των αντικειμένων που είναι πρόσφορα για την αναπαραγωγή των έργων και καταβάλλεται από τα αναφερόμενα στην παράγραφο αυτή πρόσωπα (παραγωγούς, εισαγωγείς, εμπόρους) στους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης που το κατανέμουν σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου.

Προκειμένου για φωτοτυπικές συσκευές, σαρωτές, χαρτί κατάλληλο για φωτοτυπίες και αποθηκευτικά μέσα (δισκέτες), η άνω αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό 4% επί της αξίας των άνω αντικειμένων και ο υπολογισμός της γίνεται σε κάθε περίπτωση κατά την εισαγωγή ή τη διάθεση των αντικειμένων από το εργοστάσιο και σημειώνεται στο τιμολόγιο, έτσι ώστε οι οφειλέτες της εύλογης αμοιβής περιορίζονται στους εισαγωγείς και τους παραγωγούς των παραπάνω αντικειμένων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, πέραν των αναφερθέντων παραπάνω κατά την έρευνα των λόγων της πρώτης αναίρεσης, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη υπέβαλε την από 13.11.2014 υπεύθυνη δήλωση της, σύμφωνα με την οποία η συνολική αξία του χαρτιού κατάλληλου για φωτοτυπία που εισήγαγε κατά το αιτούμενο από τους ενάγοντες χρονικό διάστημα ανήλθε στο ποσό των 2.951.020,54 ευρώ.

Δεν αποδείχθηκε o ισχυρισμός της εναγομένης περί του ότι εκ παραδρομής συμπεριλήφθηκε στην υπ' αυτής δηλωθείσα αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων το ποσό των 373.775,55 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο κόστος των μεταφορικών που κατάβαλε για τις επίδικες εισαχθείσες ποσότητες χαρτιού το οποίο και πρέπει να αφαιρεθεί από το ανωτέρω αρχικώς δηλωθέν, καθώς δεν εμπίπτει στην αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων.

Τούτο διότι η εναγόμενη εισήγαγε τις προαναφερόμενες ποσότητες χάρτου στην αξία συμπεριλαμβάνεται και το κόστος μεταφοράς το οποίο είναι ένας από τους παράγοντες που διαμορφώνουν την αξία του εισαγόμενου είδους. Άλλωστε, όπως αποδεικνύεται από την από 13.11.2014 υπεύθυνη δήλωση της εναγομένης και ειδικότερα από το συνημμένο πίνακα εισαγωγής χάρτου στον οποίο παρατίθεται το είδος και ο τύπος του χαρτιού που εισήγαγε η εναγομένη καθώς και η ποσότητα σε κιλά εκάστου αυτών καθώς και η αξία σε ευρώ και ουδόλως αναφέρεται το κόστος μεταφοράς των αναφερόμενων ποσοτήτων χαρτιού.

Εξάλλου, η εναγόμενη δεν προσκόμισε σχετικά τιμολόγια του μεταφορέα για κάθε φορτίο εισαγωγής παρά μόνο το από 01.01.2015 ιδιωτικό έγγραφο που φέρεται εκδοθέν από την εταιρεία με την επωνυμία "M. general bank" το οποίο δεν έχει αποκτήσει βέβαιη χρονολογία στο οποίο αναφέρεται ότι την 31.12.2015 ήτοι δώδεκα μήνες μετά την έκδοση του, ως αξία οδικής εξαγωγής με προορισμό την Ελλάδα, συνολική χρέωση το ποσό των 2.250 ευρώ, χωρίς καν να αναφέρεται ποιου προϊόντος την εξαγωγή αφορά το ποσό αυτό, ούτε αν το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε κόστος μεταφοράς έκαστου φορτηγού και ποσότητας χάρτου, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη και συνεπώς δεν αποδεικνύεται ότι το εν λόγω έγγραφο αφορά την επίδικη ποσότητα χαρτιού".

Από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι εκ παραδρομής συμπεριλήφθηκε στην υπ' αυτής δηλωθείσα αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων το ποσό των 373.775,55 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κόστος των μεταφορικών που κατέβαλε για τις επίδικες εισαχθείσες ποσότητες χαρτιού, το οποίο και πρέπει να αφαιρεθεί από το ανωτέρω αρχικώς δηλωθέν, καθώς δεν εμπίπτει στην αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων, κυρίως ως αναπόδεικτο, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι δεν αποδείχθηκε ότι στη δηλωθείσα, με την από 13.11.2014 υπεύθυνη δήλωσή της, αξία των εισαχθέντων εμπορευμάτων συμπεριλήφθηκε, από παραδρομή, και το ποσό των 373.775,55 ευρώ, το οποίο αποτελούσε το κόστος των μεταφορικών, καθόσον αφενός μεν στην εν λόγω υπεύθυνη δήλωση αναφέρθηκε αποκλειστικά η αξία της εισαχθείσας ποσότητας χαρτιού, χωρίς να γίνει οποιαδήποτε μνεία ότι στο δηλωθέν αυτό ποσό περιλαμβάνεται και το κόστος μεταφοράς, αφετέρου δε, δεν προσκομίστηκαν από την αναιρεσείουσα τα αντίστοιχα τιμολόγια του μεταφορέα για κάθε φορτίο εισαγωγής, παρά μόνον το από 1-1-2015 ιδιωτικό συμφωνητικό, που όμως δεν αφορούσε την επίδικη ποσότητα χαρτιού, διαλαμβάνοντας, περαιτέρω, και την επάλληλη αιτιολογία, ότι στη δηλούμενη αξία, επί της οποίας υπολογίζεται η αμοιβή ποσοστού 4%, συμπεριλαμβάνεται και το κόστος μεταφοράς το οποίο είναι ένας από τους παράγοντες που διαμορφώνουν την αξία του εισαγόμενου είδους.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την προπαρατεθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 3 του ν. 2121/1993, καθόσον, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, στην δηλωθείσα αξία των επίμαχων ποσοτήτων χάρτου που η αναιρεσείουσα εισήγαγε και πώλησε στο επίδικο χρονικό διάστημα, δεν συμπεριλήφθηκε εκ παραδρομής και το κόστος μεταφοράς, διαλαμβάνοντας πλεοναστικά την αιτιολογία ότι σε κάθε περίπτωση το κόστος μεταφοράς είναι ένας από τους παράγοντες που διαμορφώνουν την αξία του εισαγόμενου είδους, αιτιολογία που από μόνη της δεν στηρίζει το διατακτικό, με συνέπεια, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η αναιρεσείουσα να είναι υπόχρεη προς καταβολή της αιτούμενης εύλογης αποζημίωσης του άρθρου 18 παρ. 3 του ν. 2121/1993, με βάση τα ποσά που δήλωσε η ίδια με την άνω υπεύθυνη δήλωσή της.

Επομένως, ο πρώτος κύριος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι στη συνολικά δηλωθείσα από αυτήν αξία του χαρτιού που είχε εισάγει, με σημείο υπολογισμού κατά την εισαγωγή, δεν συμπεριλαμβανόταν το μεταφορικό κόστος, άλλως ότι αυτό αποτελεί μέρος της αξίας ως βάσης υπολογισμού της εύλογης αμοιβής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 3 του ν. 2121/1993, σε σχέση με την αξία του εισαχθέντος χαρτιού, επί της οποίας υπολογίσθηκε η άνω εύλογη αμοιβή, είναι αβάσιμοι.

Με τον όγδοο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε ότι στις αξίες των επίδικων εμπορευμάτων που εισήγαγε πρέπει να υπαχθούν και τα μεταφορικά έξοδα, χωρίς απόδειξη και αποκλείοντας το από 1.1.2015 έγγραφο που προσκόμισε η ίδια.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του για το ως άνω ζήτημα σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά αφού έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.

Δεν ήταν δε αναγκαία η ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυπτε η κρίση του αυτή, αφού μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Με τον τρίτο κύριο λόγο αναιρέσεως και τον συναφή τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που η αναιρεσείουσα προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι στην αξία του χαρτιού που δηλώθηκε είχαν συμπεριληφθεί και μεταφορικά έξοδα, ύψους 375.000 ευρώ περίπου, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του:

α) την εξέταση της μάρτυρος της Χ. Ι. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία στην αξία του χαρτιού που δηλώθηκε είχαν συμπεριληφθεί και μεταφορικά έξοδα, που ανέρχονταν συνολικά σε 375.000 ευρώ περίπου, και β) τα στοιχεία των αξιών που αναγράφονται στα τιμολόγια που προσκόμισε, από τα οποία προκύπτει η ποσοτική διαφορά τιμών εισαγωγής και μεταπώλησης και η μη συνδρομή της αρχής αναλογικότητας, αν δε ελάμβανε υπόψη την κατάθεση της άνω μάρτυρός του θα δεχόταν τον ισχυρισμό της ότι στην αξία του χαρτιού που δηλώθηκε είχαν συμπεριληφθεί και μεταφορικά έξοδα, ύψους 375.000 ευρώ περίπου, και θα αφαιρούσε από το επιδικασθέν ποσό αυτό των 14.951,02 ευρώ, και αν ελάμβανε υπόψη τα άνω προσκομισθέντα τιμολόγια θα δεχόταν τον ισχυρισμό της περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας Ωστόσο, πέραν της μη εφαρμογής εν προκειμένω της αρχής της αναλογικότητας, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τόσο την κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας Χ.

Ι. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα (τιμολόγια), χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων. Επομένως, οι ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγοι (κύριος και πρόσθετος) αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011).

Εξάλλου, στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου.

Εφόσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του. Η ως άνω αποδεικτική δύναμη (πλήρης απόδειξη) αναφέρεται μόνο στο ότι αυτή προέρχεται από τον υπογραφέα του εγγράφου. Δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της δήλωσης.

Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης, επιτρέπεται ανταπόδειξη (ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 621/2019, ΑΠ 85/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, με τον πέμπτο κύριο λόγο αναιρέσεως και τον συναφή πέμπτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με το να θεωρήσει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία το από 1.1.2015 έγγραφο της εταιρίας «M.

G. B. S..r.»I., που προσκόμισε αυτή για την υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι στη δηλωθείσα αξία περιέχονταν και τα μεταφορικά έξοδα του χάρτου, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια της παράβασης του αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σύμφωνα, όμως, με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, καθόσον το ως άνω επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα έγγραφο, δηλαδή το από 1.1.2015 έγγραφο της εταιρίας «M.

G. B. S..r.»I., αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο εκτιμήθηκε από το Εφετείο σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα), που προσκόμισαν προς απόδειξη και ανταπόδειξη οι διάδικοι, για την άνω τελική κρίση του.

Συνεπώς, ο άνω λόγοι (κύριος και πρόσθετος) αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 1412/2010).

Εξάλλου, από τη διατύπωσή της η άνω διάταξη αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση ή ένορκη βεβαίωση που λήφθηκε εξ αφορμής της συγκεκριμένης δίκης, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως είναι τα πρακτικά της δίκης, που περιέχουν τις μαρτυρικές καταθέσεις (ΑΠ 981/2018, ΑΠ 1300/2017, ΑΠ 1412/2010, ΑΠ 1/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το μεν πρώτο σκέλος του έκτου κύριου λόγου αναιρέσεως και του έκτου πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της κατάθεσης της μάρτυρός της Χ. Ι. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα (10053/2017) πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου, λόγω της παράλειψής του να αναγνώσει το μέρος της κατάθεσής της, όπου κατέθεσε ότι στην αξία του χαρτιού που δηλώθηκε είχαν συμπεριληφθεί και τα μεταφορικά, με το δε δεύτερο σκέλος των ίδιων λόγων, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε κατ' ουσίαν το περιεχόμενο εγγράφου και δη του προσκομισθέντος από αυτήν από 1.1.2015 εγγράφου της εταιρίας «M.

G. B. S..r.»I., καθόσον ανέγνωσε εσφαλμένα ότι αφορούσε φορτίο της 31.12.2015, ενώ από κανένα στοιχείο του οντολογικού περιεχομένου του δεν προκύπτει ότι αφορούσε σε συγκεκριμένη μεταφορά κάποιου φορτίου. Κατά το πρώτο σκέλος τους οι άνω λόγοι (κύριος και πρόσθετος) αναιρέσεως είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, καθόσον τα περιέχοντα την επίμαχη κατάθεση πρακτικά είναι διαδικαστικό έγγραφο της παρούσας δίκης και δεν είναι έγγραφο, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως.

Κατά το δεύτερο σκέλος τους οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του πιο πάνω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, δεχόμενο ότι στο έγγραφο αυτό αναφέρεται γενικά ως αξία οδικής εξαγωγής την 31.12.2015 με προορισμό την Ελλάδα, συνολική χρέωση το ποσό των 2.250 ευρώ, στοιχεία που πράγματι αυτά και μόνο αναφέρονται στο άνω έγγραφο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή του, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό και δη ότι το εν λόγω έγγραφο δεν αφορά την επίδικη ποσότητα χαρτιού, αφού δεν αναφέρεται ποιου προϊόντος την εξαγωγή αφορά το ποσό αυτό, ούτε αν το παραπάνω ποσό αντιστοιχεί σε κόστος μεταφοράς κάθε φορτηγού και ποσότητας χάρτου.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η εν λόγω δεύτερη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 7 Ιανουαρίου 2021 και 30 Ιανουαρίου 2020 αιτήσεις αναιρέσεως, καθώς και τους από 17 Σεπτεμβρίου 2021 πρόσθετους λόγους της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της με αριθ. 132/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την πρώτη από 7 Ιανουαρίου 2021 αίτηση αναιρέσεως.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

Απορρίπτει την δεύτερη από 30 Ιανουαρίου 2020 αίτηση αναιρέσεως, καθώς και τους από 17 Σεπτεμβρίου 2021 πρόσθετους λόγους αυτής. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ