Supreme Court dismisses appeal for vagueness regarding substantive law violation and failure to state facts.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Public Employment Organization against a final labor dispute judgment. The appellant argued the lower court failed to examine the case on merits, but the court found this claim vague as it did not specify which substantive law was violated or the facts relied upon. Consequently, the appeal was rejected for inadmissibility due to lack of clarity required by procedural law.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging violation of substantive law must clearly identify the specific provision violated and the factual basis for the alleged error, otherwise it is inadmissible.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 959 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 959/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (Ο.Α.Ε.Δ.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κυμιωνή, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Π… Τ…, κατοίκου Θ… , που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας-Μαγδαληνής Τσίπρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2-017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 282/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου. Την αναίρεση της ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-5-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά το όρθρο 94 παρ.1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.
Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 εδ. θ' του ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ.
οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 1341/2014, ΑΠ 302/2011).
Με την κρινόμενη από 2-3-2018 και με αριθμό καταθ.Γ Α.Κ.: 40858 και ΕΑΚ: 19/2018/14-5-2018 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, αίτηση αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) προσβάλλεται η υπ'αριθμ.282/1-3-2018 τελεσίδικη απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (επίδοση προσβαλλόμενης απόφασης, στο αναιρεσείον στις 19-3-2018 άσκηση αναίρεσης στις 14-5-2018, μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατ'αυτής), η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία περιουσιακών διαφορών (εργατικών διαφορών).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την από 24-9-2017 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ήδη αναιρεσίβλητος - ενάγων εξέθετε ότι προσελήφθη το έτος 1984 με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου αρχικά, η οποία σύμβαση από του έτους 1985 μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από τον Οργανισμό Εργατικής Εστίας ως Μηχανολόγος - Ηλεκτρολόγος και προσέφερε έκτοτε τις υπηρεσίες του στον ανωτέρω εργοδότη, κατόπιν δε της κατάργησης του Οργανισμού Εργατικής Εστίας από 14-2-2012 με την παρ.6 του αρ.1 του Ν.4046/2012 και δυνάμει της υπ'αριθ.7/28-2-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ 39/Α'/29-2-2012) μεταφέρθηκε στο ήδη αναιρεσείον - εναγόμενο, όπως και το σύνολο του προσωπικού του Οργανισμού Εργατικής Εστίας με την υπ'αριθ.014103/377/6-3-2012 Διαπιστωτική Πράξη, μεταφοράς του προσωπικού του.
Ότι στο αναιρεσείον - εναγόμενο συνέχισε να απασχολείται με την αυτή εργασιακή σχέση και την ίδια ειδικότητα μέχρι την 1-1-2016, οπότε διαπιστώθηκε η αυτοδίκαιη απόλυσή του λόγω ορίου ηλικίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθρ.49 του ΠΔ 410/1988, όπως συμπληρώθηκε με το αρθ.5 παρ.4 του Ν.3801/2009, λαμβάνοντας έκτοτε κύρια σύνταξη γήρατος και ειδική προσαύξηση από τον ασφαλιστικό του φορέα ΤΣΜΕΔΕ.
Ότι κατά την αποχώρηση του το αναιρεσείον - εναγόμενο εργοδότης του δεν του κατέβαλε την προβλεπόμενη από το άρθρο 8 του Ν.3198/1955 αποζημίωση, όπως όφειλε σύμφωνα με το άρθρο 5 της υποπ.ΙΑ του Ν.4093/2012, ζητεί δε να υποχρεωθεί αυτό να του καταβάλει για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 15.000 ευρώ, νομιμοτόκως. Με το ανωτέρω ιστορικό και αίτημα η αγωγή εισήγαγε, σύμφωνα με τα ανωτέρω διαφορά ιδιωτικού δικαίου, δεδομένου ότι η εργασιακή σύμβαση από την οποία απορρέει η αξίωση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου ρυθμίζεται από το ιδιωτικό δίκαιο.
Και τούτο διότι η διαφορά η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή αποζημίωσης λόγω αποχώρησης από την υπηρεσία, εφόσον έχει ως βάση την παροχή υπηρεσιών του μισθωτού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, όπως στην προκειμένη περίπτωση, έχει χαρακτήρα ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση της οποίας αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/2004, ΑΠ 1341/2014).
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμ.3 KΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων για την εκδίκαση της αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αβάσιμος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε, με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού και ενίοτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος, ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ'αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα, ο δε λόγος αναίρεσης ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου δεν υπάρχει (ή υπάρχει) ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση στηρίζεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με την διάταξη του άρθρου 49 παρ.1 Ν.993/1979, όπως αυτό κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 55 παρ.1 Π.Δ.410/1988 καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της αποζημιώσεως λόγω απολύσεως ή καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας προσωπικού που υπηρετεί με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τα λοιπά Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Περαιτέρω, η παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου (ή 55 παρ. 4 ΠΔ 410/1988) ορίζει ότι, το προσωπικό του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ που δεν υπάγεται για τη χορήγηση σύνταξης στην ασφάλιση του Δημοσίου, όταν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, μπορεί να αποχωρεί από την υπηρεσία λαμβάνοντας το επικουρικά ασφαλισμένο το 40% και το μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της αποζημίωσης που ορίζεται από την παρ.1 του άρθρου αυτού. Ενώ κατά την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, ως επικουρικά ασφαλισμένοι για την εφαρμογή της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού, νοούνται όσοι έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη επικουρικής σύνταξης.
Συνεπώς, προϋποθέσεις για τη λήψη από τους παραπάνω μισθωτούς της προβλεπόμενης από τις ως άνω διατάξεις μειωμένης αποζημιώσεως, όταν αποχωρούν από το Δημόσιο, αποτελούν αφενός η μη υπαγωγή τους στην ασφάλιση του Δημοσίου για τη χορήγηση σύνταξης και αφετέρου η συμπλήρωση των προϋποθέσεων προς λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος από τον ασφαλιστικό φορέα στον οποίο υπάγονται. [ΑΠ 790/2014, 1159/2011 δημ ΤΝΠ ΔΣΑ].
Εξάλλου η επικουρική ασφάλιση και η συμπλήρωση των προϋποθέσεων απολήψεως επικουρικής συντάξεως δεν αποτελεί προϋπόθεση, αλλά συνιστά περίπτωση περαιτέρω περιορισμού της μειωμένης αποζημιώσεως. Κατά την έννοια των αναφερομένων στην αποζημίωση αποχωρήσεως διατάξεων, ως επικουρικά ασφαλισμένοι νοούνται μόνον όσοι υπάγονται σε φορέα ασφαλίσεως για την λήψη επικουρικής συντάξεως, όχι δε και όσοι υπάγονται σε φορέα που έχει ως σκοπό την πρόσθετη ασφάλιση των ασφαλισμένων του και τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος. [ΑΠ 1720/2012 δημ ΤΝΠ ΔΣΑ].
Περαιτέρω με την διάταξη του άρθρου 5 του ν. 3801/2009 ορίσθηκε ότι: "2. Στις διατάξεις του Κεφαλαίου Β' του π.δ. 410/1988 "Κώδικας Προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ο Τ.Α. και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ." υπάγεται όλο το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ανεξαρτήτως ειδικότητας. 3.
Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Ε' του π.δ. 410/1988 και του άρθρου 88 του Κεφαλαίου ΣΤ δεν θίγονται από τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου". Εν συνεχεία με την παράγραφο 1 του
άρθρ.47 του ν. 3996/2011 προβλέφθηκε ότι: "Στην ασφάλιση του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων υπάγονται υποχρεωτικώς από 1.7.2011 και οι επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως χρόνου πρόσληψης, υπάλληλοι του Δημοσίου και των N.Π.Δ.Δ., των οποίων το μόνιμο προσωπικό υπάγεται στην ασφάλιση του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων." Με το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του αρ. 47 προβλέπεται ότι: "οι υπάλληλοι της παραγράφου 1, συνταξιοδοτούμενοι από 1.1.2012 και εφεξής, δικαιούνται εφάπαξ βοήθημα ανάλογο με το χρόνο, που έχουν συμπληρώσει στην ασφάλιση του Τομέα Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων, με βάση τα οριζόμενα στην παράγραφο 3.
Για όσους δεν έχουν συμπληρώσει πέντε έτη ασφάλισης στον Τομέα, για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των αποδοχών του χρόνου ασφάλισης." Με το τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παρ, 4 του αρ. 47 ν. 3996/2011 προβλέπεται ότι: "Οι ανωτέρω υπάλληλοι δικαιούνται και αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης του ν. 3198/1955 (Α' 98) σε συνδυασμό με το ν. 2112/1920 (Α' 67).
Το ποσό της καταβαλλόμενης αποζημίωσης είναι ανάλογο με το χρόνο υπηρεσίας, που έχει διανυθεί εκτός της ασφάλισης του Τομέα προς το συνολικό χρόνο υπηρεσίας". Επίσης στην διάταξη της περίπτωσης 5 της υποπαραγράφου ΙΑ 5 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 ορίζεται, ότι "Στα πρόσωπα που δεν έχουν καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές για τη χορήγηση εφάπαξ παροχής ή οποιασδήποτε άλλης αποζημίωσης καταβάλλεται η αποζημίωση, λόγω αποχώρησης από την υπηρεσία για οποιονδήποτε λόγο, του ν. 3198/1955 (Α' 98) σε συνδυασμό με το ν. 2112/1920 (Α' 67) όπως ισχύουν.
Το ποσό της καταβαλλόμενης αποζημίωσης ανάλογο με το χρόνο υπηρεσίας που έχει πραγματοποιηθεί εκτός της ασφάλισης σε φορέα - τομέα πρόνοιας προς το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους. Σε καμία περίπτωση, η εν λόγω αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 15.000,00 ευρώ." Με τις ανωτέρω διατάξεις ορίζεται ρητά ότι η ως άνω αποζημίωση καταβάλλεται από τον εργοδότη στους υπαλλήλους του, οι οποίοι απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και οι οποίοι αποχωρούν λόγω συνταξιοδοτήσεως υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που τάσσονται από αυτές.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, εκθέτει ότι από του έτους 2012 και συνεχώς, έκτοτε μέχρι την συνταξιοδότησή του προσέφερε τις υπηρεσίες του ως μηχανολόγου στο εναγόμενο ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, στο οποίο μεταφέρθηκε νομίμως, κατά τα προεκτεθέντα, μετά την κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Εστίας (αρχικού εργοδότη, όπως και το λοιπό προσωπικό αυτού) και συνεπώς από το έτος 2012 και εφεξής εργοδότης του ετύγχανε το εναγόμενο - αναιρεσείον, το οποίο και υποχρεούται, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, ως εργοδότης στην καταβολή της αιτούμενης αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης.
Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την προταθείσα από το εναγόμενο ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως δεχθείσα ότι ως εργοδότης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αγωγή νομιμοποιείται παθητικά στην καταβολή, της ένδικης αποζημίωσης, που προβλέπεται από τις ανωτέρω διατάξεις. Με τις κρίσεις του αυτές το Ειρηνοδικείο Αθηνών, δεν παραβίασε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση στο ιστορικό της υπό κρίση αιτήσεώς του το αναιρεσείον σχετικά με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Επειδή η αναιρεσιβαλλόμενη δεν εξήτασε το νόμω και ουσία αβάσιμο της αγωγής του αντιδίκου μας παρά το ότι η ανυπαρξία της αξιώσεως εκείνου αποδεικνύεται πλήρως από τα ήδη από εμάς προσκομισθέντα ενώπιον του κρίναντος Ειρ.Αθ. δημόσια έγγραφα τόσο των αρμοδίων Διευθύνσεων του Οργανισμού μας, όσο και των αρμοδίων Διευθύνσεων του εποπτεύοντος Υπουργείου Εργασίας". Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού, παρά το ότι με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, για την θεμελίωσή του δεν εκτίθενται εάν το δικαστήριο ερεύνησε ή όχι την υπόθεση στην ουσία της, ούτε παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Πλέον τούτων με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως δεν αναφέρεται ποια είναι η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που κατά το αναιρεσείον, παραβιάσθηκε, ούτε το αποδιδόμενο, στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-5-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.282/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ