Legislator Giurisprudenza & Legislazione
959/2019 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on bill of exchange defense based on partial payment and lack of knowledge of defenses.

Numero d'incarto 959/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a bill of exchange defense. The appellant argued that partial payments made by the debtor should invalidate the enforcement, while the respondent maintained that partial payments do not cancel the validity of the title. The court ruled that partial payments do not negate the enforceability of the bill and that the defense regarding knowledge of prior defenses was inadmissible due to lack of specificity.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 22 of Law 5960/1933; Article 1 of Law 5960/1933: The defense of personal relations against a holder of a bill of exchange is inadmissible unless the holder acquired the bill in bad faith with intent to harm the debtor.

Parole chiave

Generato dall'IA
bill of exchange partial payment defense inadmissibility bad faith acquisition enforcement validity knowledge of defenses civil procedure legittimazione per agire in via esecutiva

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 22 of Law 5960/1933
Article 1 of Law 5960/1933
Article 904 of the Code of Civil Procedure
Article 915 of the Code of Civil Procedure
Article 916 of the Code of Civil Procedure
Article 924 of the Code of Civil Procedure
Article 632 of the Code of Civil Procedure
Article 633 of the Code of Civil Procedure
Article 933 of the Code of Civil Procedure
Article 934 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Case 753/1994
Case 536/1994
Case 1445/1980
Case 237/1976
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 959 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 959/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Δ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Γκούσκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ρ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σαντούση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθαν οι αποφάσεις: 420/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2017 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 17 του νόμου 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.

Η αρχή, που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνο εφόσον εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.

Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιόταν. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η τυχόν μεταγενέστερη γνώση αυτού.

Σε περίπτωση δε, που εκείνος κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής ( ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1317/2017, ΑΠ 616/2018).

Περαιτέρω από μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει το σχετικό λόγο αναιρέσεως, συντελείται με εσφαλμένη εφαρμογή ή ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, από δε τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου συνάγεται ότι δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως της εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και απέρριψε τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο ή αόριστο (Ολ.ΑΠ 44/1990).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "... Στην προκειμένη περίπτωση, ο ανακόπτων ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. …10/2013 κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κω, Κ.

Μ., επισπεύδεται από τον καθ' ου σε βάρος του διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση απαίτησης αυτού, η οποία απορρέει από επιταγές που εξέδωσε ο ίδιος σε διαταγή του Δ. Κ. και απέκτησε ο καθ' ου με οπισθογράφηση από τον τελευταίο, για την απαίτηση δε αυτή εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ….02/2011 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω.

Ότι οι επιταγές εκδόθηκαν προς χρηματική μόνο διευκόλυνση του ως άνω λήπτη αυτών και συνεπώς επρόκειτο περί ευκολίας, γεγονός που γνώριζε ο καθ' ου κατά την απόκτηση τους. Έτσι όμως όπως διατυπώθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αόριστος και ως εκ τούτο απορριπτέος, καθόσον δεν εκθέτει τη δεύτερη αναγκαία προϋπόθεση της στοιχειοθέτησης του ανωτέρω ισχυρισμού, ήτοι ότι ο καθ' ου ενήργησε προς βλάβη του.

Απλώς αναφέρει ότι ο καθ' ου γνώριζε ότι οι επίδικες επιταγές ήταν "ευκολίας", ότι εκδόθηκαν από τον ίδιο (ανακόπτοντα) χωρίς να υπάρχει νόμιμη υποκείμενη αιτία, δεδομένου ότι κατά το χρόνο έκδοσης και παράδοσης (χωρίς να τον εκθέτει) δεν υπήρχε, ούτε υπήρξε ποτέ μέχρι σήμερα, οποιαδήποτε εμπορική συναλλαγή ανάμεσα σε αυτόν και τον καθ' ου, ο οποίος πειστικά τον διαβεβαίωνε ότι θα χρησιμοποιηθούν από αυτόν για να αυξήσει το πλαφόν του στην Τράπεζα προς το σκοπό λήψεως δανείου, γνώριζε δε ότι δεν έχει καμία οικονομική υποχρέωση προς τον Δ.

Κ. (από τον οποίο τις παρέλαβε) και ότι τις επίμαχες δεν τις είχε εκδώσει προς εξόφλησή του, άρα δεν τελούσε καλόπιστα κατά το χρόνο κτήσης και σφράγισης των επιταγών, πάντα δε τα παραπάνω ενημερώθηκε αναλυτικά από τον ίδιο (ανακόπτοντα) αλλά και από άλλους τρίτους προ της εκδόσεως της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής".

Κατά συνέπεια, εφόσον με τον ανωτέρω, κατατείνοντα σε κατάλυση του δικαιώματος του καθ' ου η ανακοπή, ισχυρισμό του ηττηθέντος αναιρεσείοντος δεν προβάλλεται (και) ότι ο αναιρεσίβλητος καθ' ου η ανακοπή κατά την κτήση των επίδικων επιταγών ευκολίας ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη αναιρεσείοντος, δεν ήταν ορισμένος και νόμιμος ο εν λόγω ισχυρισμός και το Εφετείο, απορρίπτοντας αυτόν με την ως άνω αιτιολογία δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 22 ν.5960/1933, ο δε αντίθετος πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ενώ ο δεύτερος και τρίτος, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης, είναι, εφόσον το Εφετείο δεν εισήλθε στην εξέταση της ουσίας του ως άνω ισχυρισμού, απαράδεκτοι.

Από τα άρθρα 522, 535 παρ.1 και 536 παρ.1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την διακράτηση της υπόθεσης για την εκδίκασή της από αυτό κατ' ουσίαν, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.

Έτσι, αν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της αποφάσεως που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή. Τα ίδια ισχύουν, mutatis mutandis, και όταν κρίνεται ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής με περισσότερους λόγους.

Επομένως και στην περίπτωση αυτή το Εφετείο, εάν εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση απορρίπτοντας λόγο της ανακοπής που είχε γίνει δεκτός πρωτοδίκως, οφείλει να εξετάσει και τους λοιπούς λόγους της ανακοπής που δεν είχαν εξετασθεί, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι οι λόγοι αυτοί είχαν προβληθεί κατά τρόπον ορισμένο και παραδεκτό και ήταν νόμιμοι, δηλαδή ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οπότε και υποχρεούται το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει.

Εάν δε το Εφετείο δεν εξετάσει τέτοιον λόγο της ανακοπής, που είχε δηλαδή προταθεί παραδεκτά και νόμιμα και δεν είχε εξετασθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δημιουργείται ο αναιρετικός λόγος των άρθρων 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι ως "πράγματα" κατά την εν λόγω διάταξη νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Α.Π. 13, 14/2010, ΑΠ 1556/2012, ΑΠ 1861/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ.1 περιπτ. α' ΚΠολΔ, η οποία επιβάλλει την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής, εκτέλεσης, η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης.

Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση. Δηλαδή για το παραδεκτό των αντιρρήσεων, ήτοι της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η ανακοπή αυτή πρέπει να ασκηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 934, μέσα στα τασσόμενα, από την τελευταία διάταξη, χρονικά όρια, αφού με την πάροδο άπρακτων των τελευταίων, τυχόν ακυρότητα της αναγκαστικής εκτελέσεως, για οποιονδήποτε και οποτεδήποτε προβαλλόμενο λόγο, καλύπτεται, πράγμα που συνάδει στο πνεύμα της τελευταίας διάταξης, με την οποία σκοπείται η ταχεία άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας.

Οι κατά το άρθρο 934 παρ.1 ΚΠολΔ οριζόμενες προθεσμίες για το παραδεκτό της κατά το άρθρο 933 του ιδίου κώδικα ανακοπής και των προσθέτων αυτής λόγων, είναι δικονομικές, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η πάροδός τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας (Ολ.ΑΠ 12/2009, ΑΠ 905/2011, ΑΠ 261/2017).

Για το ορισμένο της ένστασης παραγραφής πρέπει να αναφέρεται εκτός από το χρόνο γέννεσης της αξίωσης και το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αλλιώς η ένσταση είναι αόριστη (ΑΠ 1355/1998, ΑΠ 611/2006, ΑΠ 130/2008).

Εν προκειμένω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη ανακοπή του και για τους περιεχόμενους σε αυτήν λόγους ο αναιρεσείων ζήτησε να ακυρωθεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται σε βάρος του από τον καθ' ου η ανακοπή - αναιρεσίβλητο με βάση την υπ' αριθμ. 910/2013 κατασχετήρια έκθεση και την υπ' αριθμ. 939/2013 τρίτη επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 420/2014 απόφασή του, δέχθηκε τον πρώτο λόγο της ανακοπής περί ανυπαρξίας οφειλής (έλλειψη υποκείμενης αιτίας) και ακύρωσε τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπευδόταν σε βάρος του ανακόπτοντος με εκτελεστό τίτλο την υπ' αριθμ. 102/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσίβλητου - καθ' ου η ανακοπή και απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας τον πρώτο λόγο της ανακοπής που είχε γίνει δεκτός πρωτοδίκως, και αφού απέρριψε και τον "τρίτο" λόγο ανακοπής, απέρριψε μετά ταύτα και την ανακοπή στο σύνολο της, χωρίς να εξετάσει το δεύτερο λόγο αυτής.

Ειδικότερα με το δεύτερο λόγο ανακοπής ως προς το πρώτο σκέλος του ισχυρίζεται ο ανακόπτων - αναιρεσείων ότι ο καθ' ου η ανακοπή δεν έχει προβεί νομίμως και εμπροθέσμως στην επιβαλλόμενη διαδικασία επίδοσης και ως εκ τούτου η υπ' αριθμ. 102/2011 διαταγή πληρωμής, βάσει της οποίας επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση είναι άκυρη διότι λόγω μη έγκυρης επίδοσης έχει παύσει να ισχύει.

Ο λόγος αυτός της ανακοπής αφορά την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου και έπρεπε να προβληθεί μέσα σε 15 ημέρες αφότου έγινε η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, δηλαδή μετά τη σύνταξη της υπ' αριθμ. …10/2013 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κω Κ. Μ..

Εν προκειμένω η ένδικη ανακοπή ασκήθηκε στις 03.12.2013, αφού όμως δεν προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας η ακριβής ημεροχρονολογία σύνταξης της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, και ο αρχικός πλειστηριασμός είχε οριστεί για τις 24.07.2013, αναμφίβολα η αναγκαστική κατάσχεση είχε επιβληθεί πριν από την ημερομηνία αυτή, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 993 παρ. 2 σε συνδυασμό με 954 παρ. 2 περιπτ.

ε' ΚΠολΔ, η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει αναφορά της ημέρας και του τόπου πλειστηριασμού καθώς και του ονόματος του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ο οποίος δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν σαράντα ημέρες από την ημέρα που έγινε η κατάσχεση (άρθρο 998 παρ. 4 ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του άρθρου με το άρθρο όγδοο αρθρ. 1 ν.4335/2015) και κατά συνέπεια ο λόγος αυτός της ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος ήταν απαράδεκτος.

Με το δεύτερο λόγο ανακοπής ως προς το δεύτερο σκέλος του, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η υπ' αριθμ. 102/2011 διαταγή πληρωμής δεν έχει περιβληθεί δύναμη δεδικασμένου και έχει υποπέσει σε παραγραφή κατ' άρθρο 52 Ν.5960/1933. Ο λόγος αυτός ανακοπής ήταν αόριστος, διότι γίνεται επίκληση νομικής διάταξης χωρίς παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η αφετηρία και η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Εφετείο όφειλε μεν να εξετάσει τους ανωτέρω λόγους της ανακοπής, που είχαν προβληθεί και δεν είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως, πλην όμως ο ως άνω λόγος το μεν δεν ήταν παραδεκτός, το δε ήταν αόριστος, και επομένως δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στη δίκη, οπότε η παράλειψη εξετάσεώς του δεν ιδρύει εν προκειμένω τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, και κατά συνέπεια ο τέταρτος ως προς τα δύο πρώτα σκέλη του, λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι απαράδεκτος.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 924, 904, 916, 918 και 919 επ. ΚΠολΔ η επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου. Ειδικότερα, αρκεί να προκύπτει από την επιταγή εκτελέσεως η αιτία της απαιτήσεως, η οποία κατ' αρχήν θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου κάτω από το οποίο γίνεται η επιταγή καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα (ΑΠ 72/1995, ΑΠ 194/1995).

Εφόσον έχει γίνει ο διαχωρισμός αυτός, η επιταγή παρουσιάζει πληρότητα και απόκειται στον οφειλέτη να ισχυριστεί και αποδείξει την απόσβεση της απαιτήσεως ή την ανακρίβεια των κονδυλίων ή των εσφαλμένο υπολογισμό ή το παράνομο των τόκων. Οι καταβολές του οφειλέτη, ανεξαρτήτως του πότε έγιναν, δεν αποτελούν στοιχείο του περιεχομένου της επιταγής, αναγκαίο για το κύρος της, αλλά βάση ενστάσεως του οφειλέτη (ΑΠ 194/1995).

Περαιτέρω όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 904 εδ. ε', 915, 916, 918 παρ. 4 και 921 παρ. 4 ΚΠολΔ, εκτελεστός τίτλος, εκτός των άλλων, είναι και η διαταγή πληρωμής αρκεί η απαίτηση να είναι "εκκαθαρισμένη" και "βέβαιη". Εκκαθαρισμένη δε είναι η απαίτηση όταν από τον εκτελεστό τίτλο προκύπτει το ποσό και το ποιόν της οφειλόμενης παροχής, βέβαιη δε όταν δεν τελεί υπό αναβλητική αίρεση, όρο ή προθεσμία (ΑΠ 753/1994).

Συνεπώς απαίτηση που προέρχεται από επιταγές εξοπλισμένη με διαταγή πληρωμής είναι και εκκαθαρισμένη και βέβαιη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, έστω και αν έχουν εμφιλοχωρήσει καταβολές του οφειλέτη πριν ή μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, οι οποίες απλώς αποτελούν λόγο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής (ΚΠολΔ 632 - 633 στην πρώτη περίπτωση και κατά της εκτελέσεως στη δεύτερη περίπτωση ΚΠολΔ 933-934, ΑΠ 536/1994).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 904, 915, 916 και 924 ΚΠολΔ, η μερική μόνο απόσβεση της επίδικης απαιτήσεως, οποτεδήποτε και αν έγινε, δεν συνεπάγεται την ακύρωση των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, γιατί το εν μέρει έγκυρο της επιταγής αρκεί για να ισχυροποιήσει την ενεργούμενη εκτέλεση, εφόσον ο ανακόπτων οφειλέτης δεν προσφέρεται στην εκπλήρωση του εκτελούμενου τίτλου κατά το ποσό που αυτός είναι έγκυρος, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων, το δε ζήτημα του ύψους της απαιτήσεως για την ικανοποίηση της οποίας επισπεύδεται η εκτέλεση, εξετάζεται κατά την κατάταξη (ΑΠ 1445/1980, ΑΠ 237/1976).

Στην προκειμένη απόφαση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε: "... Με το δεύτερο λόγο της ανακοπής ως προς το τρίτο σκέλος του ισχυρίζεται ο ανακόπτων ότι η προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση είναι άκυρη, καθόσον δεν αναφέρεται σε αυτήν ότι έχει καταβάλλει ο ίδιος, έναντι της οφειλής του στον καθ' ου η ανακοπή, τμηματικά το συνολικό ποσό των 5.000 ευρώ.

Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πέραν της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν αναφέρει συγκεκριμένα ποσά καταβολών σε συγκεκριμένες ημερομηνίες είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος". Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς το τρίτο σκέλος του με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την κύρια ως άνω αιτιολογία αυτής, την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 (και όχι από τον αριθμό 19 κατ' ορθή εκτίμηση) πλημμέλεια της, παρά το νόμο απορρίψεως ως μη νομίμου του παραπάνω λόγου ανακοπής του αναιρεσείοντος, λόγω της επικαλούμενης μερικής καταβολής είναι αβάσιμος κατά δε το σκέλος αυτού, με το οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την επάλληλη αιτιολογία της, περί αοριστίας του λόγου της ανακοπής, την ίδια πλημμέλεια, είναι απαράδεκτα ως αλυσιτελής.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείουντος λόγω της ήττας του, (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.10.2017 αίτηση του Ε. Δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 67/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ