Legislator Giurisprudenza & Legislazione
959/2015 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal in traffic accident case, upholding lower court's finding of no causal link between seatbelt failure and deaths.

Numero d'incarto 959/2015
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court of Piraeus regarding a fatal traffic accident. The plaintiffs argued that the deaths were caused by the lack of seatbelts, while the court found the primary cause to be the violent front-end collapse of the vehicle. The court ruled that the lower court correctly established no causal link between the missing seatbelts and the fatalities, rejecting the appeal as unfounded.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's review of factual findings is limited to verifying if the lower court provided sufficient reasoning, and a finding of no causal link between a specific omission and the death is valid if supported by the evidence of the accident's severity.

Parole chiave

Generato dall'IA
traffic accident liability causal link assessment seatbelt negligence appellate review standard fatal injury causation Code of Civil Procedure insurance defense appeal

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 959 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 959/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ - GENERAL UNION", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και για λογαριασμό της ανηλίκου κόρης του Α. Α., 2) Κ. Θ. συζ. Κ. Α., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό της ανηλίκου κόρης της Α. Α., 3) Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 4) Χ. συζ. Θ. Δ., το γένος Γ. Α., κατοίκου ..., 5) Θ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 6) Z. L. του B., κατοίκου ..., 7) Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 8) Z. B. του I., κατοίκου ... και 9) Z. - K. S. του S., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αθανασιάδη, οι 2η, 3η, 4η και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αθανασιάδη και οι 6η, 7ος, 8ος και 9η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Σαράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος με τις από 15-4-2015 προτάσεις του δήλωσε ότι ο Γ. Π. του Κ. (7ος), που εκπροσωπούνταν από τη μητέρα του Z. L., ενηλικιώθηκε και συνεχίζει ατομικώς τη δίκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2009 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ης, 4ης και 5ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την από 29-3-2010 αγωγή των ήδη 6ης, 7ου, 8ου και 9ης των αναιρεσιβλήτων, με τις από 30-7-2010 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και με την από 15-11-2010 αγωγή άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4320/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2014, όπως αυτή διορθώθηκε με την 307/2014, του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-6-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 3-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της 19/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Ο πληρεξούσιος των 1ου, 2ης, 3ης, 4ης και 5ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Επίσης, οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου "1. Στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας.

Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο.... 4. Ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία...".

Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές... ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ. "Οι οδηγοί και οι επιβάτες μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και τρίτροχων οχημάτων χωρίς κουβούκλιο υποχρεούνται να φορούν προστατευτικό κράνος, κανονικά δεμένο. Με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται τα χαρακτηριστικά, οι προδιαγραφές, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης αυτής.

Με την ίδια απόφαση καθορίζονται και οι εξαιρέσεις από την υποχρέωση αυτή". Τέλος, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του ίδιου κώδικα "Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.

Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας...". Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ.

κατά της 4320/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, μεταξύ άλλων, είχαν γίνει εν μέρει δεκτές η από 29-3-2010 αγωγή των 6ης, 7ου, 8ου και 9ης των αναιρεσιβλήτων, καθ' όσο μέρος στρεφόταν κατά του αναιρεσείοντος, και η από 9-9-2009 αγωγή των πέντε πρώτων των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος και είχαν επιδικαστεί στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που αυτοί υπέστησαν από τους θανάσιμους τραυματισμούς της συγγενούς των 6ης, 7ου, 8ου και 9ης αυτών Α.

Π. και των συγγενών των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων Γ. Α. και Γ. Α. σε τροχαίο ατύχημα μεταξύ του υπ' αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ, το οποίο οδηγούσε ο Γ. Α. με συνεπιβάτιδα τη Γ. Α., και της υπ' αρ. κυκλοφορίας ... μοτοσικλέτας, ασφαλισμένης στη ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Γ.Α., της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε το αναιρεσείον ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, στην οποία συνεπέβαινε η ως άνω Α.

Π., με αποκλειστικώς υπαίτιο του ατυχήματος τον οδηγό της μοτ/τας Λ. - Μ. Π.. Επίσης με την αυτή αναιρεσιβαλλομένη έγινε δεκτή αντέφεση των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων και επιδικάσθηκαν σ' αυτούς τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου των οδηγών και των παθόντων και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 31-8-2008 και περί ώρα 07.25 ο Γ.

Α. οδηγούσε το υπ. αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε η σύζυγός του Γ. Α., κινούμενος στο 64,500 χλμ. της Εθνικής οδού ... με κατεύθυνση προς ... Κατά τον ίδιο χρόνο από την αντίθετη κατεύθυνση (προς ...) εκινείτο η υπ. αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, μάρκας ΥΑΜΑΗΑ, κυλινδρισμού 1000cc την οποία οδηγούσε ο Λ. - Μ.

Π. και στην οποία επέβαινε η Α. Π.. Στο σημείο εκείνο (64,500 χλμ. της ΕΟ ..., για το κινούμενο προς ... (συνεπώς για τον ως άνω μοτοσικλετιστή), υπάρχει ανοιχτή μεγάλη δεξιά στροφή, μικρή κλίση (κατωφέρεια) του οδοστρώματος και σήμανση διπλής συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής μεταξύ των ρευμάτων κυκλοφορίας. Στο σημείο της στροφής η μοτοσυκλέτα παραβίασε τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε με σφοδρότητα στο κανονικά κινούμενο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γ.

Α., με συνέπεια την ολική καταστροφή του εν λόγω αυτοκινήτου. Ειδικότερα σύμφωνα με την από 1-9-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Γ. Γ. και Κ. Γ. στο εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου βρέθηκαν κτυπημένα και κατεστραμμένα ο εμπρόσθιος προφυλακτήρας, η μάσκα του ψυγείου και το ψυγείο, η μετώπη, το εμπρόσθιο σύστημα φωτισμού (φανοί και δείκτες πορείας), το καπό του κινητήρα που υποχώρησε προς τα κάτω στον κινητήρα και προς τα αριστερά, τα εμπρόσθια φτερά και ο ανεμοθώρακας.

Επίσης αποσπάστηκε το δεξιό ημιαξόνιο από τη θέση του (φωλιά) στρέβλωσαν τα ψαλίδια ανάρτησης, βρέθηκε κτυπημένο το άνω αριστερό τμήμα της οροφής του οχήματος, προξενήθηκαν στρεβλώσεις στο ταμπλό οργάνων στο εσωτερικό της καμπίνας, βρέθηκε στρεβλωμένο το τιμόνι. Η είσοδος της μοτοσυκλέτας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και η σύγκρουσή της με το αντιθέτως κινούμενο αυτοκίνητο προκύπτουν από τα σαφή αντικειμενικά ευρήματα (πλαστικά εξαρτήματα, θραύσματα γυαλιών), όπως αποτυπώνονται στην έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του τμήματος Τροχαίας Αγρινίου και ειδικότερα από τις χαραγές που προκλήθηκαν από το σύρσιμο των δύο οχημάτων στο οδόστρωμα μετά την σύγκρουσή τους, και οι οποίες βρέθηκαν σε απόσταση 2,20 μέτρων από το ασφάλτινο έρεισμα που εφάπτεται του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου (προς ...) και σε απόσταση 1,20 μέτρων από τη διπλή διαχωριστική γραμμή.

Από τη σφοδρή σύγκρουση τραυματίστηκαν θανάσιμα ο οδηγός της μοτοσυκλέτας Λ. - Μ. Π. και η συνεπιβαίνουσα Α. Π. καθώς και ο οδηγός του αυτοκινήτου Γ. Α., ενώ η συνεπιβάτης του αυτοκινήτου Γ. Α. τραυματίστηκε σοβαρά και απεβίωσε τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας στο Νοσοκομείο Αγρινίου. Όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας ο οδηγός και η συνεπιβάτης της μοτοσυκλέτας δεν φορούσαν κράνος και ο οδηγός και η συνεπιβάτης του αυτοκινήτου δεν φορούσαν ζώνες ασφαλείας.

Η είσοδος της μοτοσυκλέτας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας οφείλεται στη μεγάλη ταχύτητά της και στην απώλεια ελέγχου της, εξαιτίας του ότι ο οδηγός της Λ. - Μ. Π. είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα οινοπνεύματος και ναρκωτικών ουσιών όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αρ. πρωτ. 4410/2008 έκθεση τοξικολογικής ανάλυσης, σύμφωνα με την οποία ανιχνεύθηκε αιθυλική αλκοόλη σε συγκέντρωση 2,82 gr/l αίματος, καθώς και ποσότητα κοκαΐνης στα ούρα σε συγκέντρωση >5000 ng/ml ούρων και στο αίμα σε συγκέντρωση 120 ng/ml αίματος.

Το γεγονός δε ότι η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας ήταν προφανώς μεγάλη αποδεικνύεται από τον μάρτυρα Γ. Π., ο οποίος εξεταζόμενος ενόρκως κατά την προανάκριση που διεξήγαγε το ΑΤ Αγρινίου κατέθεσε ότι είδε τη μοτοσυκλέτα, σε απόσταση 200 μέτρων μπροστά του, ".. .να μπαίνει στην Ε.Ο. ... από χωματόδρομο και αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα, να κινείται προς ...".

Ενισχυτικό στοιχείο της κρίσης του Δικαστηρίου ότι η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας ήταν μεγάλη είναι και το γεγονός ότι η συνεπιβάτης της Α. Π. εκτινάχθηκε σε απόσταση 40,50 μέτρων από το σημείο συγκρούσεως των οχημάτων. Τέλος το αυτοκίνητο κινούμενο μόνο με τους οπίσθιους και τον εμπρόσθιο δεξιό τροχό (ο αριστερός είχε καταστραφεί κατά τη σύγκρουση) σύρθηκε προς τα αριστερά και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, το οποίο διάνυσε σχεδόν ολόκληρο κάθετα και στο έρεισμα του οδοστρώματος ακινητοποιήθηκε.

Σημειώνεται ότι οι πινακίδες απαγορεύουν στο σημείο του ατυχήματος την κίνηση των οχημάτων με ταχύτητα που υπερβαίνει τα 50χ/ω.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο θανάσιμος τραυματισμός των επιβαινόντων στα ως άνω οχήματα οφείλεται σε αμέλεια του οδηγού της μοτοσυκλέτας Λ. - Μ. Π., ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ώστε να μην εκθέτει σε κίνδυνο τους άλλους οδηγούς, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, διότι οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ναρκωτικών ουσιών, γεγονός που του δημιουργούσε έλλειψη νηφαλιότητας, εξασθένηση της προσοχής του και υπερεκτίμηση της ικανότητάς του περί την οδήγηση, επιπλέον δε, στερείτο αδείας ικανότητας οδηγού, γεγονός που αναμφισβήτητα επηρέαζε την οδηγητική του ικανότητα και συμπεριφορά, με αποτέλεσμα εξαιτίας της μεγάλης ταχύτητας που είχε αναπτύξει, να χάσει τον έλεγχο του οχήματός του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο του Γ.

Α.. Με βάση τα περιστατικά που αποδείχθηκαν αποκλειστικά υπαίτιος για το παραπάνω ατύχημα είναι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας Λ. - Μ. Π.. Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του Γ. Α. στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν. Το γεγονός ότι ο τελευταίος δεν οδηγούσε το αυτοκίνητό του στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, όπως ορίζει το άρθρο 16 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.

αλλά στο μέσον αυτού, δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά του. Και τούτο γιατί η παράβαση της προαναφερόμενης διάταξης δεν ήταν ικανή από μόνη της να συντελέσει στην πρόκληση της σύγκρουσης των οχημάτων και ως εκ τούτου δεν συνδέεται με την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεδομένου ότι η παράβαση της διάταξης αυτής θεσπίστηκε για να μην παρακωλύεται η κυκλοφορία των κινουμένων στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας οχημάτων, η δε κίνηση ακόμη και πλησίον της διαχωριστικής γραμμής δεν αναιρεί την επιμέλεια και προσοχή στην οδήγηση του οδηγού του ως άνω αυτοκινήτου, αφού αυτός δεν μπορούσε να προβλέψει την τόσο αιφνίδια και αντικανονική είσοδο του οδηγού της μοτοσυκλέτας στο ρεύμα του.

Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε αναπτύξει αυξημένη ταχύτητα, ενώ το γεγονός ότι δεν προέβη σε τροχοπέδηση ή αποφευκτικό ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά του στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, καθώς η αιφνίδια είσοδος της μοτοσυκλέτας στο ρεύμα πορείας του, του στέρησε τη δυνατότητα οποιασδήποτε έγκαιρης αντίδρασης προς αποφυγή της σύγκρουσης.

Επομένως η ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου Γ. Α., την οποία προέβαλε το εναγόμενο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Όπως ήδη προαναφέρθηκε ο οδηγός του αυτοκινήτου και η συνεπιβάτης αυτού δεν φορούσαν ζώνες ασφαλείας, πλην όμως η παράλειψή τους αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον θανάσιμο τραυματισμό τους, καθόσον η χρήση της ζώνης ασφαλείας δεν θα απέτρεπε το θανάσιμο τραυματισμό τους, λαμβανομένου υπόψη ότι από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης ολόκληρο το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου (συμπεριλαμβανομένης και της θέσης του οδηγού και συνοδηγού) συρρικνώθηκε, με αποτέλεσμα ο οδηγός του αυτοκινήτου να υποστεί κάκωση της κεφαλής, του θώρακος και της κοιλίας εκ των οποίων επήλθε ο θάνατος του, ενώ η συνεπιβάτης του αυτοκινήτου, η οποία έπασχε από καρδιοπάθεια, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης υπέστη καρδιακή ανακοπή και απεβίωσε την ίδια ημέρα (31-8-2008) στο Γενικό Νοσοκομείο Αγρινίου όπου είχε εισαχθεί μετά το ένδικο ατύχημα (βλ.

προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από 31-8-2008 πιστοποιητικά θανάτου του Γ. Α. και της Γ. Α.). Επομένως η πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση του εναγόμενου Επικουρικού Κεφαλαίου περί συντρέχοντος πταίσματος των θανόντων Γ. Α. και Γ. Α. για το θανάσιμο τραυματισμό τους, η οποία επαναφέρεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με τον τέταρτο λόγο της έφεσης, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. ...".

Δέχθηκε, επίσης, ότι "Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι η επιβάτης της μοτοσυκλέτας Α. Π. κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν έφερε προστατευτικό κράνος, πλην όμως η παράλειψή της αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον θανάσιμο τραυματισμό της, ο οποίος επήλθε συνεπεία κακώσεων κεφαλής και θώρακος (βλ.

την από 30-10-2008 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής), καθόσον η χρήση προστατευτικού κράνους δεν θα μπορούσε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να την προστατέψει αποτελεσματικά και ο θάνατός της θα επήρχετο οπωσδήποτε με δεδομένο ότι αυτή λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, εκτινάχθηκε σε απόσταση 40,50 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης.

Συνεπώς η προταθείσα πρωτοδίκως ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της ως άνω θανούσας για τον θανάσιμο τραυματισμό της, η οποία επαναφέρεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με τον έβδομο λόγο έφεσης είναι αβάσιμη και απορριπτέα".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του υπαίτιου οδηγού της μοτ/τας για το ένδικο ατύχημα, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος και ναρκωτικών ουσιών, με υπερβολική ταχύτητα, οπωσδήποτε πολύ μεγαλύτερη της επιτρεπομένης των 50 χ/ω, χωρίς σύνεση και προσοχή, είσοδος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας), όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του Γ.

Α. στην πρόκληση αυτού. Ως προς τη συμπεριφορά του τελευταίου το Δικαστήριο με σαφήνεια προσδιόρισε, ότι αυτός εκινείτο με το όχημά του, με κανονική ταχύτητα, στο μέσο της οδού, αιτιολόγησε ότι η παραβίαση από αυτόν της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., που επιβάλλει οδήγηση στο άκρο δεξιό, θεσπισθείσα για την μη παρακώλυση της κυκλοφορίας των κινουμένων στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, δεν συνδέεται στην προκειμένη περίπτωση με την επέλευση της ένδικης σύγκρουσης, αφού από μόνη της δεν ήταν πρόσφορη να την προκαλέσει, ότι η μη διενέργεια τροχοπέδησης ή αποφευκτικού ελιγμού από αυτόν δεν μπορεί να αποδοθεί σε συνυπαιτιότητά του, δοθέντος ότι η αιφνίδια είσοδος της μοτ/τας στο ρεύμα πορείας του, του απέκλεισε κάθε δυνατότητα έγκαιρης αντίδρασης, προφανώς διότι έλαβε χώρα, όταν η απόσταση των δύο οχημάτων ήταν μικρή, δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφερθεί με ακρίβεια η, μη δυναμένη να προσδιορισθεί επακριβώς, απόσταση που χώριζε το ΙΧΕ και τη μοτ/τα κατά το χρονικό εκείνο σημείο.

Περαιτέρω, διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς τη μη ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράλειψης των θανόντων Γ. Α. και Γ. Α. να φορέσουν ζώνες ασφαλείας και του θανάσιμου τραυματισμού τους, ο οποίος αποδίδεται στην, εξ αιτίας της σφοδρότητας της σύγκρουσης, συρρίκνωσης όλου του εμπρόσθιου τμήματος του αυτοκινήτου (συμπεριλαμβανομένης και της θέσης οδηγού και συνοδηγού), που είχε ως επακόλουθο κακώσεις κεφαλής, θώρακος και κοιλίας του οδηγού, εκ των οποίων επήλθε ο θάνατός του, καθώς και σοβαρά τραύματα της συνοδηγού, που έπασχε από καρδιοπάθεια, υπέστη καρδιακή ανακοπή και απεβίωσε την ίδια ημέρα στο Γενικό Νοσοκομείο Αγρινίου.

Ως προς δε την Α. Π. αιτιολόγησε με επάρκεια, ότι η εκτίναξή της σε απόσταση 40,50 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης και οι σοβαρές κακώσεις θώρακος θα επέφεραν το θάνατό της, ακόμη και αν αυτή φορούσε κράνος, το οποίο υπό τις περιστάσεις αυτές δεν θα μπορούσε να την προστατεύσει αποτελεσματικά.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους δύο λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Καθ' όσο μέρος όμως, υπό το πρόσχημα της επίκλησης της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, με αιτιάσεις, ότι α) δεν εξηγείται πως το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι συρρικνώθηκε το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου και ότι ο Γ.

Α. τραυματίσθηκε λόγω της συρρίκνωσης και όχι λόγω του ότι εκτινάχθηκε και προσέκρουσε στο εσωτερικό του αυτοκινήτου εξ αιτίας του ότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, β) δεν εξηγείται πως διαπίστωσε ότι η καρδιακή ανακοπή και ο εξ αιτίας αυτής θάνατος της Γ. Α. επήλθαν λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, γ) δεν εξηγείται πως διαπίστωσε ότι ο θάνατος της Α.

Π. θα επερχόταν οπωσδήποτε, έστω και αν εκτινάχθηκε από την μοτ/τα και βρέθηκε σε απόσταση 40,50 μέτρων, ο δεύτερος λόγος, κατά την αιτίασή του αυτή είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν χωριστές προτάσεις (οι πέντε πρώτοι και οι τέσσερις τελευταίοι), τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ για κάθε ομάδα αναιρεσιβλήτων (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 64/1-7-1014 αίτηση για αναίρεση της 19/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για κάθε ομάδα παραστάντων με άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο. Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ