Legislator Giurisprudenza & Legislazione
959/2008 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal withdrawal regarding first defendant and rejects appeal grounds on evidence review.

Numero d'incarto 959/2008
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court held that the appellants' withdrawal of the appeal regarding the first respondent was valid and effective, rendering the appeal inadmissible for that party. However, the court rejected the appeal grounds concerning the remaining respondents, finding no error in the lower court's assessment of the submitted evidence. Consequently, the appeal was dismissed in part while the appellants were ordered to pay the associated court costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 11, letter gamma: An appeal withdrawal is effective without the respondent's consent if declared before the oral debate, and an appeal based on failure to consider documents is unfounded if the lower court implicitly considered them within its reasoning.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal withdrawal civil procedure code evidence assessment court costs supreme court oral debate implied consideration stralcio dai ruoli

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, letter gamma of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court Case 744/1982
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 959 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 959/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπος Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2.Χ2 και 3.Χ3 οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Ανδροβιτσανέα, ο οποίος δήλωσε ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1, 2.Ψ2, 3.Ψ3 και 4. Ψ4. Η πρώτη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Νάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2001 προδικαστική, 156/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 883/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 11-4-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου- Μπρίλλη, ανέγνωσε την από 22-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της καθένας δε καταδίκη του αντίδικου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει, ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντα, ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωσή του, χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης, για το κύρος δε της εν λόγω παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ' αυτή, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (Ολ ΑΠ 744/1982). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, παραιτούνται από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς την πρώτη από τις αναιρεσίβλητες, μολονότι η τελευταία δεν κλήθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού. Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί η αίτηση αναίρεσης πως δεν ασκήθηκε ως προς την εν λόγω αναριεσίβλητη.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. του Α.Κ., στην ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, σκοπούμενη από άποψη υποκειμενική και όχι αντικειμενική, κατά την έννοια της οποίας η βούληση αυτή θα προσδιοριζόταν κατά τις αντιλήψεις τρίτων, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, την προβλεπόμενη από το άρθρο 200 του ίδιου Κώδικα, το οποίο όμως δεν έχει εφαρμογή στην ερμηνεία διαθηκών.

Εξάλλου, έδαφος για τέτοια ερμηνεία, που θα αποβλέπει στην αναζήτηση βούλησης διαφορετικής από εκείνη, η οποία εκφράστηκε με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης, δεν παρέχεται, όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η διατύπωση που έγινε με τις παραπάνω λέξεις είναι απόλυτα σαφής και αποδίδει με πληρότητα αυτό που ο διαθέτης θέλησε.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της ύπαρξης ή όχι ανάγκης προσφυγής στις αμέσως πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις, καθώς και περί της αληθινής βούλησης του διαθέτη ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τότε μόνο συγχωρείται η προσφυγή σε γεγονότα και στοιχεία εκτός διαθήκης, όταν το πιο πάνω δικαστήριο κρίνει, ότι η δήλωση της τελευταίας βούλησης εμφανίζει ασαφή και αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται για την αποσαφήνισή τους ερμηνεία προς το σκοπό της εξεύρεσης της αληθινής βούλησης του διαθέτη.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία της, τα ακόλουθα: Τα επίδικα ακίνητα είναι ένα ακίνητο, έκτασης 4.800 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "......" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Καλαμπάκας, η οποία εντάχθηκε ήδη στο σχέδιο πόλης και ένα αγροτεμάχιο, έκτασης 8000 τετρ.

μέτρων, που βρίσκεται στη θέση " ......" της ίδιας πιο πάνω κτηματικής περιφέρειας. Των ακινήτων αυτών νομέας και κάτοχος ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του (1935), ο Χ, ο οποίος κληρονομήθηκε από την αρχικώς πρώτη εναγομένη, σύζυγο του Χ3 και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία πέθανε κατά τη διάρκεια της δίκης και κληρονομήθηκε από τη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, μοναδική εξ' αδιαθέτου κληρονόμο της, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και από τα τότε ανήλικα δύο τέκνα του, τη δεύτερη εναγόμενη Ψ2 και το δικαιοπάροχο των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων Ψ.

Στην κληρονομία αυτή υπεισήλθαν η σύζυγος του κληρονομουμένου κατά 2/8 εξ αδιαιρέτου, η οποία αναμείχθηκε ενεργά στην κληρονομία με πρόθεση κληρονόμου και αυτοδικαίως ως SUI τα πιο πάνω ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου κατά 3/8 εξ αδιαιρέτου το καθένα απ' αυτά, τα οποία αντιπροσώπευε στην άσκηση της νομής στα ακίνητα αυτά η παραπάνω μητέρα τους, τα οποία και μετά την ενηλικίωσή τους εξακολούθησαν να αποτελούν ενιαία οικογένεια.

Όταν το 1961 τέλεσε γάμο η δεύτερη εναγόμενη Ψ2 με το ....... δημιούργησε δικό της οίκο και διέμενε στην ..... με την οικογένειά της. Στη συνέχεια τέλεσε νόμιμο γάμο το έτος 1970 ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Χ με την πρώτη ενάγουσα και εξακολούθησε να διαμένει με τη μητέρα του μέχρι τον επισυμβάντα, στις 19-12-1987, θάνατό του.

Από την ενηλικίωση του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, περί το έτος 1951, αυτός ανέλαβε τη διαχείριση των επίδικων ακινήτων, ασκώντας σ'αυτά τις διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό τους, καλλιεργώντας το πρώτο ακίνητο, κατά ένα μέρος (1 .500 τ. μ), ως άμπελο, ενώ στο υπόλοιπο φύτευσε οπωροφόρα δέντρα και στο άλλο ακίνητο καλλιεργούσε σιτηρά ή τριφύλλι, εκμισθώνοντας το ενίοτε προς τρίτους.

Όμως ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, όλα αυτά τα χρόνια, νεμόμενος τα επίδικα ακίνητα, ως συγκληρονόμος των πιο πάνω κληρονόμων του Χ2 λογίζεται ότι τα νέμεται και για λογαριασμό των υπόλοιπων συγκοινωνών, αφού ουδέποτε με οποιονδήποτε τρόπο γνωστοποίησε στους λοιπούς συγκληρονόμους του, ότι προτίθεται να νέμεται αποκλειστικά ως δικά του τα εν λόγω ακίνητα.

Την πραγματική αυτή κατάσταση είχαν υπόψη τους οι ενάγοντες, όταν με τη με αριθμό ...... δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμ/φου Καλαμπάκας Γιαννούλας Παναγοπούλου-Πύργου δήλωσαν ότι το πρώτο από τα επίδικα ακίνητα ανήκει σ' αυτούς κατά ποσοστό 62,5/100 εξ αδιαίρετου, υπολαμβάνοντας ως δικό τους και το ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου που ανήκε στη μητέρα του δικαιοπαρόχου τους με την οποία συμβιούσαν.

Όμως στη συνέχεια η αρχικά πρώτη εναγομένη, μητέρα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, εκδιώχθηκε από την οικία του και κατέφυγε πλησίον της θυγατέρας της Ψ2, στην οικία της οποίας και πέθανε κατά το στάδιο της εκκρεμοδικίας της παρούσας δίκης. Όμως πριν πεθάνει η πρώτη εναγόμενη Χ3 τα ανήκοντα σ'αυτή πιο πάνω ποσοστά 2/8 εξ αδιαιρέτου επί των επίδικων ακινήτων μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα με το με αριθμό .....

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Επαμεινώνδα Αθανασούλα στις εγγονές της, θυγατέρες της δεύτερης εναγομένης, τρίτη και τέταρτη, αντίστοιχα, από τις εναγόμενες. Το ίδιο έπραξε και η δεύτερη εναγομένη, αφού με το με αριθμό...... συμβόλαιο γονικής παροχής του ίδιου συμ/φου μεταβίβασε το ανήκον σ' αυτή ποσοστό - 3/8 εξ αδιαιρέτου - στα επίδικα ακίνητα στις θυγατέρες της, τρίτη και τέταρτη από τις εναγόμενες.

Εκτός από την πιο πάνω δήλωση αποδοχής κληρονομίας, την οποία στη συνέχεια διόρθωσαν οι ενάγοντες, αυτοί υπέβαλαν προηγουμένως στο Δήμο Καλαμπάκας, όταν επρόκειτο να ενταχθεί στο σχέδιο πόλης το πρώτο από τα επίδικα ακίνητα τις από ..... δηλώσεις ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις οποίες στο ακίνητο αυτό συνιδιοκτήτες είναι αυτοί κατά ποσοστό 62,458% εξ αδιαιρέτου.

Μετά όμως οι ενάγοντες άλλαξαν στάση, ισχυριζόμενοι ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκαν στην κληρονομία του παππού του δικαιοπάροχό τους Χ, ο οποίος κατέλιπε αυτά ατο δικαιοπάροχό τους με την ..... δημόσια διαθήκη του συμ/φου Καλαμπάκας Χαριλάου Βουλγαροπούλου, η οποία δημοσιεύτηκε μετά τον επισυμβάντα, στις 30-7-1946, θάνατό του.

Όμως τα ακίνητα αυτά δεν ανήκαν στην κληρονομιαία περιουσία του πιο πάνω κληρονομουμένου, ο οποίος το σύνολο της περιουσίας του διέθεσε στους κατονομαζόμενους σ'αυτή κληρονόμους και εγκατέστησε ως γενικό κληρονόμο του το δικαιοπάροχο των εναγόντων, στον οποίο και κατέλιπε τα περισσότερα και σπουδαιότερα ανήκοντα σε αυτόν περιουσιακά στοιχεία, τα οποία αναφέρει στη διαθήκη του.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, αλλά και την περαιτέρω παραδοχή, ότι οι εναγόμενες δεν αμφισβητούν, ότι οι αντίδικοί τους είναι συγκύριοι των επίδικων ακινήτων κατά ποσοστό 3/8 εξ' αδιαιρέτου από κοινού, το Εφετείο έκρινε, ότι η ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας των εν λόγω ακινήτων αγωγή των τελευταίων είναι απορριπτέα, στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν διέγνωσε έστω και έμμεσα ασάφεια ή κενό ως προς την περιεχόμενη στη με αριθμό ..... δημόσια διαθήκη δήλωση του παππού του άμεσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Χ, ο οποίος "διέθεσε το σύνολο της περιουσίας του στους κατονομαζόμενους σ' αυτή κληρονόμους και εγκατέστησε ως γενικό κληρονόμο του το δικαιοπάροχο των εναγόντων (Χ), στον οποίο κατέλιπε τα περισσότερα και σπουδαιότερα ανήκοντα σε αυτόν περιουσιακά στοιχεία, τα οποία αναφέρει στη διαθήκη του", ενώ, εξάλλου, τα επίδικα ακίνητα δεν ανήκαν στην κληρονομιαία περιουσία του αμέσως πιο πάνω κληρονομούμενου, αλλά σε εκείνη του κληρονομουμένου Χ2.

Ο πρώτος, επομένως, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, στέρησε δε και την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, γιατί, μολονότι διαπίστωσε έμμεσα αμφιβολία ως προς την αληθινή βούληση του διαθέτη Χ, δεν προέβη σε ερμηνεία του περιεχομένου της.....

δημόσιας διαθήκης του τελευταίου ως προς την ανεύρεση της αληθινής βούλησης αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι τα έγγραφα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λαμβάνονται υπόψη όχι αυτεπαγγέλτως αλλά μετά από επίκλησή τους, που αποδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε από το διάδικο που τα προσκόμισε για να τα χρησιμοποιήσει κατά του αντιδίκου του, είτε από τον τελευταίο κατ' εκείνου.

Με την προϋπόθεση δε της συνδρομής τόσο της προσκομιδής όσο και της επίκλησης εγγράφων, αν αυτά δεν ληφθούν υπόψη, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο τρία (3) έγγραφα, δηλαδή τη με αριθμό ..... διόρθωση δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Αλεξάνδρου Βίκτορα Τσουλία, με την οποία οι αναιρεσείοντες προέβησαν σε διόρθωση της με αριθμό .......

δήλωσης των ίδιων αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Καλαμπάκας Γιαννούλας Παναγοπούλου - Πύργου, τη με αριθμό 766/1962 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Τρικάλων, η οποία εκδόθηκε επί της από .... αίτησης της ΔΕΗ για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης και την από 11-6-1974 (με αύξ. αριθ. καταθ. ....) αίτηση του άμεσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Χ ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμπάκας για την επίλυση διένεξής του με την καθ' ης ......

αναφορικά με την επίκληση από μέρους της τελευταίας για ύπαρξη κοινόχρηστης οδού στη θέση " ......", επί της οποίας εκδόθηκε η 8/1974 απόφαση του πιο πάνω Ειρηνοδικείου, η οποία δικαίωσε τον αιτούντα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του οι αναιρεσείοντες, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους, ότι ο πιο πάνω άμεσος δικαιοπάροχός τους νεμόταν τα επίδικα ακίνητα ως αποκλειστικός κύριος αυτών.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και "από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί πως η από 11 Απριλίου 2007 αίτηση των Χ1 κ.τ.λ. για αναίρεση της 883/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας δεν ασκήθηκε όσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη Ψ1.

Απορρίπτει την ίδια πιο πάνω αίτηση αναίρεσης όσον αφορά τις λοιπές αναιρεσίβλητες.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης από τις αναιρεσίβλητες, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ