Legislator Giurisprudenza & Legislazione
958/2020 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive review of labor law facts.

Numero d'incarto 958/2020
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Second Instance Court's decision regarding labor contract terms. The appellant argued that the lower court erred in applying common sense principles to determine if a verbal agreement for intermittent work existed between the parties. The court rejected this argument as inadmissible because it sought to re-evaluate the court's substantive factual findings rather than interpreting a legal rule.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine the case sua sponte if a party is absent, but it cannot re-evaluate the substantive factual findings of the lower court under the guise of applying common sense principles.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal admissibility substantive review common sense principles labor contract terms intermittent work procedural default factual findings abbandono del posto di lavoro

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 958 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 958/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Π. Α.Ε. - Β. Θ. - Ε." και το διακριτικό τίτλο "... που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σμαρώ Τιμίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Γ.του Μ. και της Α., 2)Γ. Α. του Α., και 3)Λ. Π. του Χ., κατοίκων .... Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γαλάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί δύο δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/8/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4723/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2730/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/2/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 -3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 3631/2019, ΑΠ 234/2018). Τέλος από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύτηκε είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, κηρύσσεται δε απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 106/2019, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 234/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση από τις αριθ. 9970/17.9.2019 και 9969/17.9.2019 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ. Ρ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα προκύπτει ότι ο δεύτερος και ο τρίτος των αναιρεσιβλήτων Γ. Α. και Λ. Π. αντίστοιχα, κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, καθόσον ακριβές αντίγραφο της εν λόγω αίτησης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, τους επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτησή της. Πλην όμως, αυτοί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν παρέστησαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης που έγινε με τη σειρά εγγραφής στο πινάκιο. Επομένως, η συζήτηση θα προχωρήσει, παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Με την από 8.2.2019, με αριθμό καταθέσεως 489/14.2.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 2730/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 29.5.2017, με αριθμό καταθέσεως 106745/2017 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφανίστηκε εν μέρει η με αριθμό 4723/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα μόνο κατά τη διάταξη της που αφορούσε μισθούς υπερημερίας και επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από 1-12-2012 έως 18.1.2015, επικυρωθείσης κατά τα λοιπά της πρωτόδικης απόφασης. Το δε Εφετείο, αφού κράτησε την υπόθεση, και δίκασε στη συνέχεια την αγωγή κατά το ως άνω μέρος δέχθηκε αυτή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτων τα αναφερόμενα ποσά, για μισθούς υπερημερίας, δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων και επιδόματα αδείας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 144 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 61 του ν.4139/2019 Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας, ή από την παροχή της αλλού. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 349 και 350 Α.Κ.

συνάγεται ότι ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία, όταν ο μισθωτός προσφέρει πραγματικά, με τον προσήκοντα τρόπο, την εργασία του και αυτός δεν τη δέχεται ή δηλώνει ότι δεν τη δέχεται με συνέπεια να εξακολουθεί να υποχρεούται στην καταβολή του μισθού. Υποχρέωση εξάλλου του εργοδότη να καταβάλει το μισθό υπάρχει και σε περίπτωση δικής του αδυναμίας να αποδεχτεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η αδυναμία αυτή ανάγεται όχι μόνο σε δικό του πταίσμα, αλλά και σε ανυπαίτια περιστατικά, που συνδέονται είτε με περιστάσεις, που ο ίδιος οφείλει και μπορεί να ελέγχει, είτε με κινδύνους από τη λειτουργία της επιχειρήσεως που ασκεί.

Ο Εργοδότης απαλλάσσεται μόνον αν η αδυναμία του ως προς την αποδοχή της εργασίας οφείλεται σε ανώτερη βία. Η ανωτέρω εκ του άρθρου 656 ΑΚ αξίωση του μισθωτού για μισθούς υπερημερίας, πηγάζει από τη σύμβαση εργασίας του και συνεπώς για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να αναφέρεται σ' αυτή η κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός του μισθωτού και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του (ΑΠ 1984/2017, ΑΠ 440/2016, ΑΠ 429/2016).

Προσφορά της εργασίας εκ μέρους του εργαζόμενου δεν απαιτείται όταν ο εργοδότης δήλωσε ή τούτο προκύπτει από την όλη στάση του ότι δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, οπότε δεν είναι αναγκαία η μάταιη πια προσφορά των υπηρεσιών από το μισθωτό (ΑΠ 340/1997, ΑΠ 1311/1996, ΑΠ 364/1996).

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του Ν.2 639/1998 (ΦΕΚ Α 205) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 2874/2000 (ΦΕΚ Α 286) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α 66), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α 212), ορίζεται στην παρ. 3 αυτού ότι: "Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκεια της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής.

Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου.

Αν περιοριστούν οι δραστηριότητές του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 240/2006 και του Ν. 1767/1988.

Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας". Κατά δε την παρ. 4 του ιδίου άρθρου "ως εκπρόσωποι των εργαζομένων για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας:

α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της τους εργαζομένους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητά τους, β) οι εκπρόσωποι των υφισταμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) τα συμβούλια εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων, η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων.

Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία (συμβατική ή επιβαλλομένη μονομερώς), αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας.

Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της εκ περιτροπής εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δύο ειδικότερες μορφές και συγκεκριμένα: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία επιτρέπεται να συμφωνηθεί ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς που επιλέγουν τα μέρη, με μόνο περιορισμό της παροχής της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση.

Ειδικότερα στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος σε ευρεία έννοια (ΑΠ 771/20J 7, ΑΠ 468/2012), σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησής του, να επιβάλλει στην επιχείρηση του "σύστημα εκ περιτροπής εργασίας", μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος.

Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του εδαφίου δ της ως άνω παραγράφου για τη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι, α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, οπότε η εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας λαμβάνει χώρα με μονομερή απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους, διαπλαστικού χαρακτήρα (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 1252/2014), γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος και δ) η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) ή η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση εργασίας.

Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο "αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας", προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητα του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους.

Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας, ήτοι της ανάγκης του εργοδότης για παροχή εργασίας προς αυτόν. Ως εκ τούτου ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, αν είναι εντελώς ασήμαντος, αλλά θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό αυτής.

Από την πρόβλεψη δε επιβολής "συστήματος εκ περιτροπής εργασίας", αντί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας του πλεονάζοντος προσωπικού, συνάγεται όχι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία. Το σύστημα δε της εκ περιτροπής εργασίας που δικαιούται να επιβάλει μονομερώς ο εργοδότης προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση στην ίδια ή περισσότερες θέσεις εργασίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής.

Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται, είτε κατά ομάδες μισθωτών εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και τη μη απασχόληση, είτε από ένα μισθωτό τη φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας μισθωτός θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, ενώ ο άλλος μισθωτός θα καλύπτει κατά πλήρες ωράριο τη θέση εργασίας.

Χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στο τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι νοητή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί σε μονομερή απόφαση του εργοδότη κατά το εδάφιο δ της παρ. 3 του άρθρου 38 του Ν. 1892Λ990, όπως τροποποιηθέν ισχύει (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 1252/2014, σχετ.

ΑΠ 969/2011 υπό το πριν το Ν. 3 846/2010 ισχύον νομοθετικό καθεστώς). Συνακόλουθα δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής επιβολή συστήματος εργασίας κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο για τις ίδιες συγκεκριμένες ημέρες την εβδομάδα σε μισθωτούς της επιχείρησής του, αφού στην περίπτωση αυτή ελλείπει το στοιχείο της εναλλάξ παροχής εργασίας.

Περαιτέρω, εκτός τ:ης πιο πάνω ουσιαστικής προϋπόθεσης του περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησης, για την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τίθενται επιπλέον και ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η υποχρέωση ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης με τους εκπροσώπους αυτών και σε περίπτωση έλλειψης εκπροσώπων, με το σύνολο των εργαζομένων.

Εξάλλου με το ΠΔ 240/2006 (ΦΕΚ Α 252), που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ., στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του ως άνω εδάφιου δ ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο γίνεται η ενημέρωση των εργαζομένων και στη συνέχεια η διαβούλευση αυτών με τον εργοδότη, θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία.

Η ενημέρωση αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης, θα πρέπει να περιέχει τους λόγους που κατά την εργοδοσία επιβάλλουν την εκ περιτροπής εργασία, στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο σημαντικός περιορισμός της δραστηριότητας, η πιθανή διάρκεια της και το συγκεκριμένο σύστημα κατανομής της απασχόλησης που προτίθεται να εφαρμόσει ο εργοδότης.

Δεν αποκλείεται βεβαίωση η ενημέρωση να γίνει και κατ' άλλο τρόπο, όπως με προφορική ανακοίνωση προς τους - εργαζομένους, που θα συνιστά άλλωστε τη συνήθη περίπτωση σε μικρές επιχειρήσεις με μικρό αριθμό εργαζομένων. Η διαβούλευση στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων ή του συνόλου αυτών σχετικά με τα μέτρα και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση των δυσχερειών της επιχείρησης από τη σημαντική μείωση της δραστηριότητας αυτής και ειδικότερα για τη δημιουργία συστήματος κατανομής της εναπομένουσας διαθέσιμης εργασίας στο σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης ή του τμήματος αυτής, προκειμένου να διασωθούν έτσι οι θέσεις εργασίας.

Επομένως, για την εκ μέρους του εργοδότη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους κάποιας επιχείρησης ή τμήματος αυτής δεν αρκεί απλώς η εκ μέρους των τελευταίων γνώση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση και μάλιστα λόγω του μικρού μεγέθους αυτής, αλλά απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη κατά τα ανωτέρω ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων, πριν την επιβολή του ανωτέρω μέτρου.

Ενόψει δε του συλλογικού χαρακτήρα του ανωτέρω μέτρου της επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, το οποίο συνιστά μία μορφή ex lege εργατικής αλληλεγγύης εις τρόπο ώστε στην περίπτωση προσφυγής του εργοδότη στο μέτρο αυτό να μετατρέπεται το ενδεχόμενο της πλήρους απώλειας των θέσεων εργασίας συγκεκριμένου αριθμού εργαζομένων σε μείωση του χρόνου απασχόλησης με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών ενός μεγαλύτερου αριθμού εργαζομένων, η τήρηση της υποχρέωσης ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης αφορά όλες τις επιχειρήσεις στις οποίες ο εργοδότης προτίθεται να επιβάλει το μέτρο αυτό, ανεξαρτήτως του αριθμού των εργαζομένων σε αυτές και ειδικότερα ανεξαρτήτως του αν αυτές απασχολούν μικρότερο αριθμό εργαζομένων από τον προβλεπόμενο για την εφαρμογή τους στο άρθρο 3 του Π.Δ/τος 240/2006 και στο άρθρο 1 του Ν. 1767/1988 (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 1252/2014), αφού η σχετική παραπομπή του εδάφιου δ στις διατάξεις των νόμων αυτών αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνει χώρα η κατά τα άνω ενημέρωση και εν συνεχεία διαβούλευση και όχι στο μέγεθος της επιχείρησης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δε συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ' ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη, απορρέοντος από τον νόμο. Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής, η δε μονομερής επιβολή της συνιστά (παράνομη) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 του ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη (άρθρο 361 ΑΚ), εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης κατά το άρθρο 7 του Ν. 21 12/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας).

Έτσι ο εργαζόμενος, για όσο διάστημα ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, έχει αξίωση κατά το άρθρο 349, 350 και 656 ΑΚ στην καταβολή του νομίμου μισθού. Επίσης δύναται εκφράζοντας την αντίδραση του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ τη μεταβολή όρους (ΑΠ 896/2018, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 1252/2014).

Η μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχτεί αυτή ρητά ή σιωπηρά, με πράξεις δηλαδή που συμπερασματικά δείχνουν τη βούλησή του για αποδοχή, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτός επί μακρό χρονικό διάστημα, αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα συμμορφώνεται προς τους νέους ό εργασίας, οπότε καταρτίζεται, εφόσον δεν αντιβαίνει απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο μισθωτός δεν μπορεί να θεωρήσει τη μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβαση άτακτη καταγγελία της σύμβασης αυτής εκ μέρους του εργοδότη, αλλά ούτε και να αξιώνει την τήρηση της εργασιακής σύμβασης (ΑΠ 164/2018, ΑΠ 525/2013).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής, πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από τα άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή, έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος ή έκρινε αυτή ως αόριστη αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος.

Η αοριστία της αγωγής μπορεί να είναι ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή ποιοτική όταν γίνεται απλή επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά.

Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 470/2018, ΑΠ 580/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο αυτό, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος, ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο και στη συνέχεια να αποδεικνύεται από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Ειδικότερα, η αοριστία της αγωγής ή της ένστασης ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που αφορούν τη δημόσια τάξη και επομένως για να ιδρύει λόγο αναίρεσης, πρέπει να έχε\ προταθεί στο δικαστήριο εκείνο και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα και δη με λόγο έφεσης του εναγομένου ή με τις προτάσεις του εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης (ΑΠ 1 162/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι έκρινε νόμιμη την αγωγή ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, ενώ έπρεπε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 648, 653 και 656 εδ.α ΚΑ, να την απορρίψει ως μη νόμιμη, διότι μόνη η επικαλούμενη·από τους ενάγοντες για τη νομική θεμελίωση της αγωγής μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους δεν αρκεί για την πλήρωση του πραγματικού του άρθρου 656 εδ.

α ΑΚ, αλλά θα έπρεπε να αναφέρεται ότι αυτοί ενέμειναν στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας πραγματικά και προσηκόντως τις υπηρεσίες τους, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους καθώς και ότι μετά τη μεταβολή των όρων της συμβάσεώς τους προέβησαν και με ποιες πράξεις σε οποιαδήποτε διαμαρτυρία.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, ως απαράδεκτος κατά το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. καθότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλά ούτε και από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός περί νομικής αοριστίας του" δικογράφου της αγωγής είχε προταθεί νομίμως στο Εφετείο.

Σε κάθε όμως περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ειδικότερα με την ένδικη από 3.8.2015 αγωγή, το δικόγραφο της οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκαν από την εναγομένη εταιρία ως εργάτες εμαγιέ στο τμήμα παραγωγής σμαλταρίας στο εργοστάσιο της εναγομένης στην ..., ότι η εναγομένη από το τέλος του έτους 2012, επικαλούμενη μείωση παραγγελιών, επέβαλε μονομερώς σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, χωρίς να τηρήσει τη νόμιμη διαδικασία, καθεστώς το οποίο διατηρήθηκε μέχρι την 11.5.2015 και για το οποίο στις 19.1.2015 διαμαρτυρήθηκαν στην Επιθεώρηση Εργασίας, ότι καθόλο αυτό το διάστημα βρίσκονταν διαρκώς σε ετοιμότητα εργασίας και στη διάθεση της εργοδότριας εναγομένης, σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους της συμβάσεως, την οποία όμως δεν αποδεχόταν η τελευταία, με συνέπεια να περιέλθει σε υπερημερία και να τους οφείλει τις αποδοχές υπερημερίας πλήρους απασχόλησης κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, ότι τελικά η εναγομένη στις 11.5.2015 επέβαλε και τυπικά σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, η οποία όμως συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, την οποία θεωρούν ως καταγγελία της σύμβασής τους και για το λόγο αυτό τους οφείλεται αποζημίωση απόλυσης αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και επίδομα αδείας έτους 2015, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή της προσωπικότητάς τους.

Για το λόγο αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει τα αναφερόμενα στον καθένα ποσά ως μισθούς υπερημερίας μέχρι την 11.5.2015, αποζημίωση απόλυσης, αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια και επίδομα αδείας έτους 2015, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής τους βλάβης. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη και νόμιμη και για το αίτημά της, επιδικάσεως μισθών υπερημερίας, αφού για τη θεμελίωσή της αναφερόταν η κατάρτιση της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εργασίας , η βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεώς τους με την επιβολή μονομερώς εκ μέρους της εναγομένης παρανόμως συστήματος μερικής απασχόλησης, ότι αυτοί προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σύμφωνα με τους πριν τη μεταβολή όρους των συμβάσεών τους, βρισκόμενοι σε ετοιμότητα εργασίας, πράγμα το οποίο υποδηλώνει σαφώς εμμονή αυτών στους συμβατικούς όρους και ότι κατά μήνα Ιανουάριο 2015 διαμαρτυρήθηκαν ρητά προς τούτο στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και ότι η εναγομένη δεν αποδέχτηκε τούτο.

Η αιτίαση της εναγομένης ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή αν οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν για την επιβολή του μέτρου της μειωμένης απασχόλησης, προτείνεται αλυσιτελώς, καθότι, δεν αφορά το ορισμένο των θεμελιούντων την ιστορική βάση της αγωγής πραγματικών περιστατικών, αλλά την ουσία της διαφοράς, που δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετικά από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 771/2017).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχυι νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροής την έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/199, ΑΠ 781/2017).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού) δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 781/2017).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 781/2017, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (771/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "...Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγόμενη, στις 1.8.1988 ο πρώτος, στις 7.1.1992 ο δεύτερος και στις 7.1.1998 ο τρίτος, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστούν ως εργάτες εμαγιέ στο τμήμα παραγωγής σμαλταρίας στο εργοστάσιο της εναγόμενης, που βρίσκεται στην ....

Στις 11.5.2010, οι συμβάσεις των εναγόντων, όπως και των υπολοίπων εργαζομένων, μετατράπηκαν από πλήρους απασχόλησης (πενθήμερη εργασία επί "οκτώ ώρες ημερησίως) σε μερικής (τετραήμερη επί οκτώ ώρες ημερησίως), εξαιτίας της μείωσης των εργασιών της επιχείρησης, με ημερομίσθιο ο πρώτος ενάγων 70,24 €, ο δεύτερος ενάγων 70,17 € και ο τρίτος ενάγων 57,54 € (βλ.

επικαλούμενα και προσκομιζόμενα με αριθ. πρωτ. ... Γνωστοποίηση στην αρμόδια Επιθεώρηση και Εργασίας και από 11.5.2010 Όρους ατομικής σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης). Στις 28.9.2010, αποφασίστηκε η εκ νέου αλλαγή των ημερών της εργασίας των εναγόντων, όπως και των υπολοίπων εργαζομένων, από τέσσερις ημέρες σε τρεις ημέρες την εβδομάδα και με πλήρες ωράριο με ωρομίσθιο ο πρώτος ενάγων 8,78€, ο δεύτερος 8,77€ και ο τρίτος 7,19 € (βλ.

επικαλούμενα και προσκομιζόμενα με αριθ. πρωτ. ... Γνωστοποίηση στην Αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και από 28.9.2010 Όρους ατομικής σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης). Στις 15.2.2011 αποφασίστηκε η αλλαγή των ημερών εργασίας, εκτός των άλλων εργαζομένων και του τρίτου ενάγοντα, από τρεις ημέρες σε τέσσερις και με πλήρες ωράριο με ωρομίσθιο 7,19 € (βλ.

επικαλούμενα και προσκομιζόμενα με αριθ. πρωτ. ... Γνωστοποίηση στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και από ... Όρους ατομικής σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης). Στις 20.6.2012 οι συμβάσεις των εναγόντων μετατράπηκαν και πάλι σε πλήρους απασχόλησης με ταυτόχρονη όμως μείωση των ονομαστικών αποδοχών τους, με τον πρώτο ενάγοντα να εργάζεται από Δευτέρα έως Παρασκευή από ώρα 11.00 έως 19.15', αντί ημερομισθίου 46,83 € (από 70,24 €), το δεύτερο ενάγοντα να εργάζεται από Δευτέρα έως Παρασκευή από ώρα 22.00 έως 06.15', αντί ημερομισθίου 46,78 € (από 66 €) και τον τρίτο ενάγοντα να εργάζεται από Δευτέρα έως Παρασκευή από ώρα 01.00 ως 15.15, αντί ημερομισθίου 38,36 € (από 57,54 €) και με πλήρες ωράριο άπαντες (βλ.

επικαλούμενα και προσκομιζόμενα με αριθ. πρωτ. ... Γνωστοποίηση στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και από 20.6.2012 Όρους ατομικής σύμβασης εργασίας). Έκτοτε (20.6.2012) η εναγόμενη και μέχρι το τέλος Νοεμβρίου του έτους 2012 απασχόλησε τους ενάγοντες με πλήρες ωράριο επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, καταβάλλοντας σ' αυτούς το συμφωνηθέν ως άνω μειωμένο ημερομίσθιο τους.

Ωστόσο από 1.12.2012 η εναγομένη άρχισε σταδιακά να μειώνει τις ημέρες εργασίες των εναγόντων και να τους καταβάλει τις αποδοχές τους (ημερομίσθια) ανάλογα με τις ημέρες, που αυτή τους παρείχε εργασία, ενώ τις υπόλοιπες ημέρες αρνιόταν να αποδεχθεί την εργασία τους, με αποτέλεσμα να περιέλθει έκτοτε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τους και να τους οφείλει τις αντίστοιχες αποδοχές (ημερομίσθια) για τις ημέρες που δεν τους απασχολούσε.

Το εργασιακό αυτό καθεστώς διατηρήθηκε για τα επόμενα δύο έτη (2013 - 2014),όμως στις 19.1.2015 οι ενάγοντες, μαζί με τον πρώην συνάδελφο τους Ε. Α., που είχε ήδη απολυθεί στις 1.4.2014, προσέφυγαν στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, καταγγέλλοντας παραβίαση των όρων των συμβάσεων εργασίας τους εκ μέρους της εναγόμενης, ισχυριζόμενοι ότι είχε καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή των προσφερόμενων υπηρεσιών τους και την καταβολή πλήρων αποδοχών, σύμφωνα με τις συμβάσεις πλήρους απασχόλησής τους.

Κάτοπιν τούτου, και αφού η ανωτέρω καταγγελία, μετά από αναβολές, συζητήθηκε στις 24.4.2015, η εναγόμενη προχώρησε στις 5.5.2015 σε διαβούλευση με τους εναπομείναντες δώδεκα εργαζομένους - εργάτες της επιχείρησης, ανάμεσά τους και οι ενάγοντες, προκειμένου να επιβληθεί καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας (βλ. επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την εναγόμενη από 5.5.2015 Πρακτικό Διαβούλευσης, όπου παρίστανται και οι 12 εργαζόμενοι εργάτες της επιχείρησης).

Οι εργαζόμενοι αρνήθηκαν την πρόταση και ακολούθησε μονομερής απόφαση της εναγόμενης και εφαρμογή εκ περιτροπής εργασίας από τις 11.5.2015 μέχρι τις 31.12.2015, η οποία κοινοποιήθηκε νομότυπα στην Επιθεώρηση Εργασίας, στις 7.5.2015. Οι ενάγοντες, στις 12.5.2015, προσήλθαν εκ νέου στην Επιθεώρηση Εργασίας ισχυριζόμενοι ότι κατά τους ίδιους η επιβληθείσα εκ περιτροπής εργασία είναι παράνομη και καταχρηστική, συνιστά δε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, εξομοιούμενη με καταγγελία της σύμβασής τους και για τους λόγους αυτούς αξιώνουν αποζημίωση απόλυσης.

Ακολούθως, η εναγομένη τους κοινοποίησε την από18.5.2015 εξώδικη δήλωσή της (βλ. τις υπ' αριθ. ... και ...εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ. Τ.), με την οποία τους καλούσε να επιστρέψουν στην εργασία τους, άλλως θα θεωρούσε την αποχή τους ως καταγγελία της σύμβασης και οικειοθελή αποχώρηση, όπως και έπραξε με την από 29.5.2015 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες στις 3.6.2015 με συνημμένες τις αντίστοιχες από 28.5.2015 αναγγελίες οικειοθελούς αποχώρησης στον ΟΑΕΔ (βλ.

τις υπ' αριθ. ... και ... εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Θ. Ρ.). Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας από Π 5.2015 ήταν νόμιμη, εφόσον τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις (διαβούλευση με εργαζόμενους, διάρκεια έως 9 μήνες, αναγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας), ενώ συνέτρεχε και η ουσιαστική προϋπόθεση του περιορισμού δραστηριοτήτων του εργοδότη και δη μεγάλη μείωση της παραγωγής του εργοστασίου (βλ.

ισολογισμούς ετών 2013 - 2014, όπου ο κύκλος εργασιών της εναγόμενης μειώθηκε από 1.840.491 € το 2012 σε 817.490 € το 2013 και σε 637,827 € το 2014) και δεν αποδείχτηκε από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία παράνομη, εκδικητική και καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγόμενης για την επιβολή του καθεστώτος της εκ περιτροπής εργασίας, αντίθετα αυτή άσκησε το δικαίωμά της αυτό, κατά τα προεκτεθέντα, όπως απαιτούσε ο νόμος.

Κατά συνέπεια δεν υπήρξε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγόντων κατά την έννοια του άρθρου 7 ν. 2112/1920, ώστε αυτή να θεωρηθεί ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, διότι η μεταβολή αυτή έλαβε χώρα κατ' ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος της εναγόμενης, απορρέοντος από το νόμο. Επομένως, το αίτημα των εναγόντων για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε ότι η επιβληθείσα από 11.5.2015 εκ περιτροπής εργασία ήταν νόμιμη και ότι δεν υπήρξε καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εναγόντων ώστε να δικαιούνται αποζημίωσης απόλυσης ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι αντίθετοι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης έφεσης είναι αβάσιμοι.

Η εναγόμενη, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2012 μέχρι 19.1.2015, κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των προσφερόμενων υπηρεσιών των εναγόντων, οφείλει να τους καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές για εργασία πλήρους απασχόλησης... Η εναγόμενη ισχυρίστηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τον ισχυρισμό δε αυτό επαναφέρει νόμιμα με τις προτάσεις της, της παρούσας συζητήσεως, ότι κατόπιν προφορικής συμφωνίας με τους εργαζόμενους της επιχείρησης, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, από το τέλος Νοεμβρίου του έτους 2012,μειώθηκαν οι ημέρες απασχόλησης αυτών, μόλις σε μερικές ημέρες κάθε μήνα, ανάλογα με τις παραγωγικές ανάγκες της και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι συμφώνησαν οι εργαζόμενοι να προσέρχονται στο εργοστάσιο κατόπιν συνεννόησης με την επιχείρηση, όποτε υπήρχε αντικείμενο εργασίας, χωρίς δηλαδή συγκεκριμένο πρόγραμμα και ρυθμό.

Ωστόσο, από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχτηκε ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η ως άνω συμφωνία, δηλαδή συμφωνία για εργασία ορισμένες ημέρες το μήνα, έξω από την εβδομάδα, που θα παρεχόταν ακανόνιστα, χωρίς η περιοδικότητα της απασχόλησης να είναι προβλεπτή (διαλείπουσα εργασία). Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι κάθε συμφωνία των διαδίκων, που αφορούσε τροποποίηση των αρχικών συμβάσεων εργασίας τους, για περιορισμό των ημερών εργασίας τους ή μείωσης των αποδοχών τους, λόγω μείωσης των εργασιών της επιχείρησης, καταρτιζόταν εγγράφως, κατά τις διατάξεις του ν. 3846/2010 (βλ.

ως άνω από 11.5.2020, 28.9.2010, 15.2.2011, 2.5.2011, 20.6.2012 έγγραφες συμφωνίες τροποποίησης της αρχικής σύμβασης εργασίας, όπως άλλωστε και η ως άνω από 11.5.2015 επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας. Εξάλλου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεν ήταν δυνατόν οι ενάγοντες, παλαιοί εργαζόμενοι στην επιχείρηση, να παραιτηθούν και μάλιστα προφορικά των εργασιακών τους δικαιωμάτων, που απέρρεαν από τις συμβάσεις εργασίας τους πλήρους απασχόλησης και να εργάζονται, όποτε και όταν η εναγόμενη έκρινε ότι χρειαζόταν τις υπηρεσίες τους, ενώ δεν αποδείχτηκε ότι αυτοί κατά το επίδικο χρονικό διάστημα παρείχαν τις εργασίες τους σε άλλες επιχειρήσεις.

Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης, οι οποίοι καταθέτουν εντελώς αόριστα ότι οι ενάγοντες εργάζονταν σε συγγενικά τους πρόσωπα. Σε κάθε δε περίπτωση η ως άνω συμφωνία για διαλείπουσα εργασία ως μερική απασχόληση, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, ήταν άκυρη, λόγω μη τήρησης του συστατικού εγγράφου τύπου, όπως απαιτείται για τη μετατροπή σύμβασης πλήρους απασχόλησης, όπως εν προκειμένω ίσχυε από 20.6.2012 με την έγγραφη από 20.6.2012 συμφωνία των διαδίκων, σε κάθε μορφή μερικής απασχόλησης.

Συνεπώς, οι ενάγοντες δικαιούνται τα ως άνω ποσά για αποδοχές τους για τις ημέρες, που η εναγόμενη δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες τους. Είναι βέβαια γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν προσήρχοντο καθημερινά στο εργοστάσιο της εναγόμενης για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, πλην όμως τούτο έπρατταν όχι γιατί αρνούνταν να εργαστούν, αλλά γιατί ήταν δεδομένη η άρνηση της εναγόμενης να αποδεχτεί τις υπηρεσίες τους τις υπόλοιπες ημέρες, πλην των προαναφερόμενων, που τους απασχολούσε και τους μισθοδοτούσε.

Περαιτέρω, η εναγόμενη ισχυρίστηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τον ισχυρισμό δε αυτόν επαναφέρει νόμιμα ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με τις προτάσεις της παρούσας συζητήσεως, ότι η αξίωση των εναγόντων για μισθούς υπερημερίας ασκείται καταχρηστικά, διότι οι ενάγοντες ουδέποτε διοιμαρτυρήθηκαν για τη μερική απασχόλησή τους το επίδικο χρονικό διάστημα και ότι σε περίπτωση, που οι απαιτήσεις τους γίνουν δεκτές, η ίδια θα κληθεί να αντιμετωπίσει παρόμοιες αξιώσεις και από τους υπόλοιπους εργαζόμενους, το κόστος των οποίων θα είναι δυσβάστακτο.

Ο ισχυρισμός αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του είναι ουσιαστικά αβάσιμος δεδομένου ότι, αφενός μεν το χρονικό διάστημα της απασχόλησης των εναγόντων με τον προαναφερθέντα τρόπο, ήτοι από 1.12.2012 μέχρι τον Μάιο του έτους 2015, οπότε και προσέφυγαν στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλο, ώστε να δημιουργήσει στην εναγόμενη την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσουν οι ενάγοντες στο μέλλον τις αξιώσεις τους από τη μη απασχόλησή τους, σύμφωνα με τις συμβάσεις εργασίας τους πλήρους απασχόλησης, αφετέρου δε δεν προέκυψαν άλλα περιστατικά που να επιτρέπουν μία διαφορετική αξιολόγηση της όλης συμπεριφοράς τους, από την οποία να συνάγεται ότι αυτοί δεν θα ασκήσουν τις ως άνω αξιώσεις τους.

Ως προς το δεύτερο σκέλος του ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, δεδομένου ότι η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων με τους ενάγοντες (το ύψος και το είδος μάλιστα των οποίων δεν προσδιορίζεται από την εναγόμενη), στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη, δεν αποτελεί από μόνη της τις απαιτούμενες ειδικές περιστάσεις για την αποδυνάμωση του δικαιώματος των εναγόντων, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπειες, που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος (βλ.

και ΑΠ 604/2013 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε προφορική συμφωνία για διαλείπουσα εργασία και απέρριψε τα αιτήματα της αγωγής για καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1·.12.2012 μέχρι 18.1.2015 εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης είναι βάσιμοι...".

Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, καθό μέρος αφορά το κεφάλαιο περί επιδικάσεως διαφορών αποδοχών υπερημερίας, ως προς το οποίο και μόνο προσβάλλεται^ δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 656 εδ. α, 345, 350, 648 και 653 εδ. α , 349, 350, 648 και 653 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, ενώ διάλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα περιέχονται οι σαφείς παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του Εφετείου, σχετικά με την υπερημερία της εναγομένης αναιρεσείουσας; α) ότι επήλθε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων με την επιβολή εκ μέρους της αναιρεσείουσας - εναγομένης μονομερώς και χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις καθεστώτος μειωμένης απασχόλησης, β) ότι οι ενάγοντες και μετά την άνω βλαπτική μεταβολή των όρων των συμβάσεών τους, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με τους προ της μεταβολής όρους αυτής, παραδοχές με τις οποίες υποδηλώνεται ότι οι εργαζόμενοι ενέμειναν στην τήρηση των συμβατικών τους όρων και προσέφεραν την εργασίας τους, κατά τους όρους αυτούς στο συμφωνηθέντα χρόνο και τόπο, γ) ότι η εναγομένη αρνήθηκε να αποδεχτεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Ειδικότερα η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου διέλαβε πλήρεις, εμπεριστατωμένες και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων και της υπερημερίας της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, αφού σαφώς δέχθηκε ότι η εναγομένη από 1.12.2012 επέβαλε μονομερώς καθεστώς μειωμένης απασχόλησης κατέβαλε τις αποδοχές των εναγόντων ανάλογα με τις ημέρες που τους απασχολούσε, αρνούμενη να αποδεχθεί την εργασίας τους για τις υπόλοιπες ημέρες, την οποία (εργασία) προσέφεραν προσηκόντως εμμένοντας στους όρους της σύμβασης καθώς και ότι δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ειδική προφορική συμφωνία, για μείωση του χρόνου απασχόλησης των εναγόντων, καταλυτική της υπερημερίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, όπως η τελευταία ισχυρίστηκε.

Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι δεν αιτιολογεί επαρκώς το αποδεικτικό της πόρισμα σχετικά: 1) με την ύπαρξη μονομερούς βλαπτικής μεταβολής και μάλιστα την απόρριψη του ισχυρισμού της περί ειδικής συμφωνίας για μειωμένη απασχόληση με την αιτιολογία ότι με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν ήταν δυνατόν να συμφώνησαν οι εργαζόμενοι, 2) με το ποια από τα διαζευκτικά τους δικαιώματα άσκησαν οι ενάγοντες και μάλιστα αν διαμαρτυρήθηκαν και με ποιες ενέργειες, 3) με ποιες ενέργειες απαίτησαν να τηρηθούν οι πριν τη μονομερή βλαπτική μεταβολή όροι, 4) σε ποια περιστατικά και σε ποιες παραδοχές στηρίζεται η άρνηση της εναγομένης να αποδεχθεί την προσφορά της εργασίας τους, 5) με ποιο τρόπο προσέφεραν τις υπηρεσίες τους αυτές, είναι αβάσιμες διότι τυχόν ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες και δεν ιδρύουν τον λόγο του άρθρου 559 παρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έσφαλε διότι δεν εφήρμοσε το άρθρο 361 ΑΚ, το οποίο ήταν εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της οι ενάγοντες αποδέχτηκαν σιωπηρώς τη γενόμενη από την εναγομένη βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεώς τους, καθόσον για δυο και πλέον έτη δεν διαμαρτυρήθηκαν παρέχοντες την εργασία τους με τους νέους όρους και έτσι συνήφθη σιωπηρώς νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής για μειωμένη απασχόληση, πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως απαράδεκτες, διότι δεν επικαλείται, αλλά ούτε και προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεών της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι είχε προταθεί τέτοιος ισχυρισμός περί σιωπηράς συμφωνίας.

Τέλος οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης, καθόσον το μεν δέχεται ότι με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν μπορεί οι ενάγοντες να παραιτήθηκαν των νομίμων δικαιωμάτων τους, το δε προκύπτει ότι δέχεται ότι για πλέον των δύο· ετών δεν είχαν διαμαρτυρηθεί, πρέπει να απορριφθούν, ως στηριζόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι η απόφαση δεν έχει τέτοιες παραδοχές για έλλειψη διαμαρτυρίας τους, ούτε κάτι τέτοιο προκύπτει από το περιεχόμενο της. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του καθώς και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. β' η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την, εν γένει επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει μετά τη διαπίστωση της βασιμότητα τους, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες, μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης όταν χρησιμεύουν για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων, την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 586/2013, ΑΠ 266/2014, ΑΠ 1532/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης και κατ' εκτίμηση των όσων αναφέρονται σ' αυτόν, με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, διότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν καταρτίστηκε μεταξύ διαδίκων ειδική συμφωνία για μειωμένη απασχόληση, επικαλούμενη ότι κατά τα διδάγματα κοινής πείρας δεν είναι δυνατόν οι εργαζόμενοι να συμφώνησαν σε διαλείπουσα εργασία, με αποτέλεσμα να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 656 και 349 ΑΚ, ενώ διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία δεν έλαβε υπόψη είναι:

α) ότι αν οι εργαζόμενοι μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι είχαν διαμαρτυρηθεί και δεν είχαν αποδεχθεί την μεταβολή των όρων εργασίας τους δεν θα διακινδύνευε η ίδια τη σίγουρη οικονομική καταστροφή της με την πληρωμή και των ημερών που δεν δούλευαν, όταν θα μπορούσε ευχερώς να το αποφύγει αυτό επιβάλλοντας μονομερή έγγραφη εκ περιτροπής εργασία, 2) ότι αν κάποιος δεν διαμαρτύρεται για χρόνια έχει αποδεχθεί μία κατάσταση και 3) ότι αν ο εργοδότης μπορεί να επιβάλει εγγράφως εκ περιτροπής απασχόληση και δεν πράττει αυτό, αλλά την εφαρμόζει προφορικά, έχει υπάρξει συμφωνία των εργαζομένων.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν αναφέρεται σε ερμηνεία κανόνα δικαίου με βάση τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που έχει γίνει δεκτά.

Συγκεκριμένα γίνεται επίκληση των κατά τη γνώμη της αναιρεσείουσας διδαγμάτων κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας περιστατικών που κατά την ανέλεγκτη κρίση δεν έχουν γίνει δεκτά. Δηλαδή δεν έχει γίνει δεκτό ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων προφορική ειδική τροποποιητική συμφωνία των όρων των συμβάσεων εργασίας τους.

Τα ίδια ισχύουν και για τα διδάγματα της κοινής πείρας που χρησιμοποίησε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του για την εξακρίβωση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών.

Κατά συνέπεια, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολο της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις και κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8.2.2019 με αριθμό καταθέσεως 489/2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Π. Α.Ε. - Β. Θ. - Ε." και το διακριτικό τίτλο ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 2730/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου Κ. Γ., τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ α