Legislator Giurisprudenza & Legislazione
958/2019 Generato dall'IA

958/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Numero d'incarto 958/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Regesto Legislator

Generato dall'IA

958/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αυτοτελείς δε πραγματικοί ισχυρισμοί αποτελούν και οι λόγοι της κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, από τους οποίους συνδυαζόμενους με το αίτημα της ανακοπής, οριοθετείται το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, συνίστανται δε στην έλλειψη ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1861/2011, ΑΠ 1556/2012).

Parole chiave

Generato dall'IA
rateizzazione del debito dichiarazione fiscale tardiva requisiti di motivazione censura formulata in modo carente mancanza di credibilità versamento dell'anticipo delle spese
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 958 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 958/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Δ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Γκούσκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ρ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σαντούση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2012 ανακοπή και τους από 6-6-2013 πρόσθετους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2017 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 17 του νόμου 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.

Η αρχή, που καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή, από την οποία, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 5960/1933, απορρέει ο αναιτιώδης χαρακτήρας της ενοχής από την επιταγή, του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνο εφόσον εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.

Τέτοια ενέργεια λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα πραγματοποιόταν. Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η τυχόν μεταγενέστερη γνώση αυτού.

Σε περίπτωση δε, που εκείνος κατά του οποίου εκδόθηκε διαταγή πληρωμής με τίτλο επιταγή, στην πληρωμή της οποίας ενέχεται, ασκήσει ανακοπή, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται. Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με τη πληρωμή της επιταγής (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1317/2017, ΑΠ 616/2018).

Αυτοτελείς δε πραγματικοί ισχυρισμοί αποτελούν και οι λόγοι της κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, από τους οποίους συνδυαζόμενους με το αίτημα της ανακοπής, οριοθετείται το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, συνίστανται δε στην έλλειψη ουσιαστικών ή διαδικαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1861/2011, ΑΠ 1556/2012).

Περαιτέρω από μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει το σχετικό λόγο αναιρέσεως, συντελείται με εσφαλμένη εφαρμογή ή ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, από δε τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου συνάγεται ότι δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως της εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και απέρριψε τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο ή αόριστο (Ολ.ΑΠ 44/1990).

Εν προκειμένω από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη ανακοπή του και τον πρόσθετο λόγο της ανακοπής και για τους περιεχόμενους σ' αυτήν λόγους ο αναιρεσείων ζήτησε να ακυρωθεί η υπ' αριθμ. 102/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω καθώς και οι από 29.3.2011 και 22.11.2012 επιταγές προς πληρωμή που συντάχθηκαν κάτω από αντίγραφο του Α' απογράφου εκτελεστού αυτής, με τις οποίες υποχρεώθηκε να καταβάλει στον καθ' ου το ποσό των 30.160 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων για απαίτηση που πηγάζει από τις αναφερόμενες στον πρόσθετο λόγο της ανακοπής του τραπεζικές επιταγές.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 52/2015 απόφασή του, δέχθηκε τον πρόσθετο λόγο της ανακοπής περί ανυπαρξίας οφειλής (έλλειψη υποκείμενης αιτίας) και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Το Μονομελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τον πρώτο λόγο έφεσης του αναιρεσιβλήτου- καθ' ου η ανακοπή και απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας τον πρόσθετο λόγο της ανακοπής που είχε γίνει δεκτός πρωτοδίκως και αφού απέρριψε τους λοιπούς λόγους ανακοπής απέρριψε την ανακοπή στο σύνολό της.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "... Ο ανακόπτων ισχυρίζεται με τον πρόσθετο λόγο της ανακοπής ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 102/2011 διαταγή πληρωμής εκδόθηκε βάσει επιταγών, τις οποίες εξέδωσε ο ίδιος σε διαταγή του Δ.

Κ. και απέκτησε ο καθ' ου με οπισθογράφηση από τον τελευταίο. Ότι οι επιταγές εκδόθηκαν προς χρηματική μόνο διευκόλυνση του ως άνω λήπτη αυτών και συνεπώς επρόκειτο περί επιταγών ευκολίας, γεγονός που γνώριζε ο καθ' ου κατά την απόκτησή τους. Έτσι όμως, όπως διατυπώθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος καθόσον δεν εκθέτει τη δεύτερη προϋπόθεση που στοιχειοθετεί τον ανωτέρω ισχυρισμό, ήτοι ότι ενήργησε προς βλάβη του.

Συγκεκριμένα αναφέρει "... την ανυπαρξία νόμιμης αιτίας έκδοσης των επιταγών γνώριζε κατά το χρόνο κτήσης των επιταγών (ούτε τον συγκεκριμένο χρόνο αναφέρει) ο καθ' ου η ανακοπή και παρά ταύτα, αποδέχτηκε τις επίμαχες επιταγές πάντα εν αγνοία μου"". Κατά συνέπεια, εφόσον με τον ανωτέρω, κατατείνοντα σε κατάλυση του δικαιώματος του καθ' ου η ανακοπή, ισχυρισμό του ηττηθέντος αναιρεσείοντος δεν προβάλλεται (και) ότι ο αναιρεσίβλητος καθ' ου η ανακοπή κατά την κτήση των επίδικων επιταγών ευκολίας ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη αναιρεσείοντος, δεν ήταν ορισμένος και νόμιμος ο εν λόγω ισχυρισμός και το Εφετείο, απορρίπτοντας αυτόν με την ως άνω αιτιολογία δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 22 ν.5960/1933, ο δε αντίθετος πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ενώ ο δεύτερος και τρίτος, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης, είναι, εφόσον το Εφετείο δεν εισήλθε στην εξέταση της ουσίας του ως άνω ισχυρισμού, απαράδεκτοι.

Σύμφωνα με το άρθρο 630 Α ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο τέταρτο του αρθρ. 1 ν.4335/2015 "η διαταγή πληρωμής επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την έκδοσή της. Αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου, η διαταγή πληρωμής παύει να ισχύει.

Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει μέσα στην ίδια προθεσμία να καταθέσει αντίγραφο της σχετικής έκθεσης επίδοσης στη γραμματεία του δικαστηρίου, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής. Ο αρμόδιος γραμματέας υποχρεούται να καταχωρήσει την χρονολογία της επίδοσης στο οικείο βιβλίο δημοσιεύσεων.

Η προθεσμία αυτή υπολογίζεται κατ' αρθρ. 144 και 145 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αποτελεί προθεσμία ενέργειας και αρχίζει από την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Εξάλλου, το άρθρο 139 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι, όποιος ενεργεί την επίδοση συντάσσει έκθεση, η οποία εκτός από όσα απαιτεί το άρθρο 117, πρέπει να περιέχει και α) την παραγγελία για επίδοση, β) σαφή καθορισμό του εγγράφου που επιδόθηκε και των προσώπων που αφορά, γ) μνεία της ημέρας και της ώρας της επίδοσης, δ) μνεία του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο και τον τρόπο που επιδόθηκε σε περίπτωση απουσίας ή άρνησης του παραλήπτη ή των προσώπων που ορίζονται στα άρθρα 128 έως 135 και 138.

Η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι, όποιος ενεργεί την επίδοση σημειώνει πάνω στο επιδιδόμενο έγγραφο την ημέρα και την ώρα της επίδοσης και υπογράφει. Η σημείωση αυτή αποτελεί απόδειξη υπέρ εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση. Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην έκθεση της επίδοσης και στη σημείωση, υπερισχύει η έκθεση.

Από την τελευταία αυτή διάταξη, ερμηνευόμενη κατά τελολογική συστολή, που υπαγορεύεται από το γεγονός ότι τα έννομα αποτελέσματα για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων συναρτώνται προς τη γνώση του ακριβούς χρόνου της επίδοσης, συνάγεται ότι σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ της ανωτέρω σημείωσης και της έκθεσης του δικαστικού επιμελητή (αντίγραφο της οποίας δεν παραδίδεται στον λήπτη του εγγράφου), η χρονολογία της έκθεσης υπερισχύει έναντι εκείνης της σημείωσης, μόνο εφόσον ωφελεί αυτόν προς τον οποίο έγινε η επίδοση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση ως βάση υπολογισμού της προθεσμίας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η χρονολογία της επισημείωσης στο επιδιδόμενο έγγραφο.

Διότι μόνο έτσι διασφαλίζεται πλήρως η δυνατότητα του λαβόντος το έγγραφο να ασκήσει παραδεκτά το υπό προθεσμία δικαίωμά του. Άλλωστε η ελαττωματικότητα της επιδόσεως, κατ' άρθρο 159 παρ. 1 και 160 παρ.1 ΚΠολΔ, ως παράβαση διατάξεως που ρυθμίζει τη διαδικασία διαδικαστικής πράξεως που συνεπάγεται ακυρότητα δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως αλλά μετά από πρόταση του διαδίκου και υπό τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, και μόνο αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αυτή επέφερε ανεπανόρθωτη βλάβη στον προτείνοντα διάδικο, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά.

Τούτο δε διότι, για την τήρηση του σχετικού τύπου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 159, 544 και 559 του ΚΠολΔ, δεν προβλέπεται ακυρότητα, αλλά ούτε δίδεται αναψηλάφηση ή αναίρεση. Το δικαστήριο δε, έχει εξουσία να δεχθεί ή να απορρίψει την ύπαρξη του προτεινόμενου πραγματικού γεγονότος της βλάβης από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διατάξει περί τούτου απόδειξη και η σχετική κρίση του, ως αναγόμενη στα πράγματα, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 124/2013, ΑΠ 736/2017, ΑΠ 503/2018).

Στην περίπτωση όμως που το γεγονός το οποίο αφορά η επίδοση δεν ήταν δυνατόν εκ των πραγμάτων να έχει συντελεσθεί κατά την ημεροχρονολογία η οποία αναγράφεται στη σχετική σημείωση του δικαστικού επιμελητή επί του επιδοθέντος δικογράφου, τότε είναι προφανές ότι η αναγραφόμενη αυτή ημεροχρονολογία οφείλεται σε παραδρομή.

Τούτο καθίσταται φανερό όταν το υλικό αντικείμενο της επίδοσης δεν ήταν δυνατόν να έχει λάβει υπόσταση στο χρόνο που αναφέρεται η επισημείωση του δικαστικού επιμελητή. Άρα στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, η, συνακόλουθη με την προηγηθείσα νομική σκέψη, επιεικέστερη για τον προς ον η επίδοση εκδοχή, δηλαδή η ημεροχρονολογία κατά την οποία έλαβε υπόσταση το προς ον η επίδοση έγγραφο.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του: "... επικαλείται ακυρότητα της επίδοσης αντιγράφου εξ απογράφου της υπ' αριθμ. 102/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και της κάτωθι αυτής, από 29.03.2011 συνταχθείσας επιταγής προς πληρωμή, ισχυριζόμενος ότι η επίδοση προς αυτόν (ανακόπτοντα) του αντιγράφου εξ' απογράφου της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής έλαβε χώρα την 01.03.2011, δηλαδή σε χρόνο που είναι προγενέστερος της ημερομηνίας δημοσιεύσεως της ως άνω διαταγής πληρωμής στις 14.03.2011 αλλά και της σύνταξης της από 29.03.2011 επιταγής προς πληρωμή και αφού δεν έχει κατατεθεί και καταχωρηθεί αυτή στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Κω, καθιστά την επίδοση άκυρη, με αποτέλεσμα, όπως περαιτέρω ισχυρίζεται, η ακυρότητα αυτή στην επίδοση να του προκαλεί σύγχυση ως προς την ακριβή ημερομηνία επίδοσης του δικογράφου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: "... Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ….48/01.04.2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κω Π. Τ., που προσκομίζει και επικαλείται ο καθ' ου, η ως άνω διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, επιδόθηκε στον ανακόπτοντα την 01.04.2011, ήτοι εντός της προβλεπόμενης (αρθρ. 630 Α ΚΠολΔ) δίμηνης προθεσμίας και μόνο ως πλαστή μπορεί να προσβληθεί, που όμως δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 139 παρ. 1, 3 και 630 Α ΚΠολΔ, αφού από την έκδοση της διαταγής πληρωμής (14.03.2011) μέχρι την ημερομηνία που αναφέρεται στην έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή (01.04.2011) δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον των 2 μηνών. Εξάλλου ο ανακόπτων - αναιρεσείων δεν επικαλείται συγκεκριμένη δικονομική βλάβη, δοθέντος ότι από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, ότι είχε γνώση της πραγματικής ημερομηνίας επίδοσης, στοιχείο δε της γνώσης του αποτελεί η προσκομισθείσα έκθεση από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι αντίγραφο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής δόθηκε στον ίδιο τον αναιρεσείοντα στις 1.4.2011, ο ίδιος δε συνυπέγραψε, στη θέση ο παραλαβών που τέθηκε χειρόγραφα, την ως άνω έκθεση, η οποία όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της αναγνώστηκε και βεβαιώθηκε νόμιμα πριν τεθούν οι υπογραφές από τον δικαστικό επιμελητή και τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, με αποτέλεσμα να έχει ενημερωθεί αυτός (αναιρεσείων) για την πραγματική ημερομηνία επίδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής.

Η ως άνω δε ημεροχρονολογία ρητά αναφέρεται στην από 18.4.2011 με αριθμό κατάθεσης 946/ΜΕΙ213/2011 ανακοπή και του ιδίου κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής. Ο ισχυρισμός δε ότι δεν κατατέθηκε και δεν καταχωρήθηκε αντίγραφο της σχετικής έκθεσης επίδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Κω, και αληθής υποτιθέμενος, δεν καθιστά την έκδοση της διαταγής πληρωμής άκυρη, αφού τέτοια δικονομική ακυρότητα δεν απαγγέλλει ο νόμος, ούτε αυτή καθ' εαυτή τυχόν παράλειψη δικαιολογεί από μόνη της λόγο αναιρέσεως.

Άρα και στην προκειμένη περίπτωση η ακυρότητα αυτή απαγγέλλεται μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης (άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέτοια όμως βλάβη, και δη ουσιώδη, ουδόλως με την ανακοπή του και τον πρόσθετο λόγο αυτής επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, ως τέτοιας νοούμενης της δικονομικής βλάβης που επιφέρει έκπτωση από την άσκηση κάποιου δικονομικού δικαιώματος.

Επομένως, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία ορθά κατ' αποτέλεσμα αποφάνθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί (άρθρο 578 ΚΠολΔ) ο τέταρτος ως προς το πρώτο σκέλος του περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 52 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" οι αξιώσεις του κομιστή κατά των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υποχρέων παραγράφονται μετά από έξι μήνες από τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση της επιταγής. Η παραγραφή αυτή αναστέλλεται και διακόπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 255 έως 270 ΑΚ.

Πρόσθετο λόγο διακοπής και αναστολής της παραγραφής καθιερώνουν οι εφαρμοζόμενες, μαζί με τις ανωτέρω, και στην περίπτωση δικαστικής επιδιώξεως της απαιτήσεως από επιταγή με τη διαδικασία της διαταγής πληρωμής, ουσιαστικού περιεχομένου διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 634 ΚΠολΔ, κατά την πρώτη των οποίων η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή, κατά τη δεύτερη δε η παραγραφή αναστέλλεται από την επίδοση της διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής που ασκήθηκε (ΑΠ 1538/2007).

Παρά δε τη γραμματική διατύπωση της παραγράφου 2, με την οποία φαίνεται να περιορίζεται η εφαρμογή της μόνο στην περίπτωση που η ανακοπή γίνεται δεκτή και ακυρώνεται η διαταγή πληρωμής, εφόσον ο σκοπός του νομοθέτη, που σαφώς προκύπτει από τη διάταξη αυτή, είναι η προστασία του κομιστή της επιταγής κατά τη διάρκεια της επί της ανακοπής δίκης από τη συμπλήρωση της ανωτέρω βραχυχρόνιας εξάμηνης παραγραφής, ο ίδιος σκοπός υφίσταται και στην περίπτωση κατά την οποία δεν ακυρωθεί αλλά απορριφθεί η ανακοπή και επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η παραγραφή έχει ανασταλεί και στην περίπτωση αυτή για το ίδιο χρονικό διάστημα (ΑΠ 46/2004, ΑΠ 757/2006, ΑΠ 667/2007).

Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1317/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε τον τέταρτο λόγο ανακοπής ως προς το δεύτερο σκέλος του, κατέληξε δε στην κρίση του αυτή αφού δέχτηκε τα εξής: "... Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής ισχυρίζεται ο ανακόπτων ότι η αξίωση της απαιτήσεως από τις επιταγές βάσει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου έχει υποπέσει στην ως άνω βραχυχρόνια (εξάμηνη παραγραφή) του άρθρου 52 ν. 5960/1933.

Ο λόγος αυτός, πέραν της ασαφούς διατύπωσης του, καθόσον υπολογίζει την παραγραφή με υποθετικό συλλογισμό και όχι βάσει πραγματικών δεδομένων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος για τους κάτωθι λόγους: Η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και η κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου από 29.03.2011 συνταχθείσα επιταγή προς πληρωμή, κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα την 01.04.2011 κατά τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο της ανακοπής.

Ο ανακόπτων άσκησε την από 18.04.2011 και με αριθμό εκθ. κατάθεσης 946/ΜΕΙ 213/2011 ανακοπή εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ με σωρευόμενους λόγους και εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ καθώς και την υπ' αριθ. κατ. 947/300/2011 αίτηση αναστολής διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπευδόταν από τον καθ' ου η ανακοπή με βάση την 102/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της προαναφερθείσας ασκηθείσας ανακοπής του και έτσι διακόπηκε η παραγραφή ...

Δικάσιμος για τη συζήτηση της ανακοπής εκείνης ορίστηκε η 22.11.2011, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 29.05.2012, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε ... Όπως συνομολογεί ο ανακόπτων στις 23.11.2012, κοινοποίησε ο καθ' ου σε αυτόν την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής για δεύτερη φορά μαζί με την από 22.11.2012 δεύτερη επιταγή προς πληρωμή.

Έτσι, εφόσον δεν έχει εκδοθεί επί της ανακοπής αυτής τελεσίδικη απόφαση, έχει επέλθει το ειδικό ανασταλτικό γεγονός του χρόνου της νέας παραγραφής που είχε αρχίσει με τη δεύτερη επίδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής την 23.11.2012". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 52 του ν.5960/1933, 261 και 270 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τέταρτος ως προς το δεύτερο σκέλος του περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ενώ περαιτέρω η χρήση της φράσης "με υποθετικό υπολογισμό" στην προσβαλλόμενη απόφαση όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής, έγινε για να αιτιολογήσει το χρόνο έναρξης της επικαλούμενης παραγραφής, τον οποίο ο αναιρεσείων προσδιορίζει στη λήξη της δίμηνης προθεσμίας της επίδοσης της υπ' αριθμ.

…02/2011 διαταγής πληρωμής.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείουντος λόγω της ήττας του, (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.10.2017 αίτηση του Ε. Δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 66/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ