Supreme Court allows second appeal against final judgment due to contradictory factual findings and insufficient legal reasoning.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the second appeal against a final judgment from the Court of Appeals in Kerkyra. The appellants argued that the lower court's decision relied on contradictory factual assumptions regarding inheritance rights and property usage. The court found these contradictions and the lack of a clear legal basis for the final ruling to be fatal flaws.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 553 para. 1 lit. a; Art. 555 KPolD: A second appeal by the same party against the same judgment is permitted only if the judgment is subject to cassation, which requires the judgment to be final and the party to have had the right to appeal, conditions not met for judgments rendered in absentia where cassation is no longer possible.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 958 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 958/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Χ1 , 2) Χ2 3) Χ3 4) Χ4 και 5) Χ5 , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Λεβαντάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ψ1 , 2) Ψ2 , 3) Ψ3 , 4) Ψ4 και 5) Ψ5 .Οι 1η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Σιέτο, οι 2ος και 4ος παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και η 5η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/1996, 19/2002 προδικαστικές, 68/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 197/2004 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-2-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 8-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή (π.ρ.βλ.
Ολ ΑΠ 1113/1986). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 555 του ίδιου πιο πάνω Κώδικα, δεύτερη αναίρεση του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Η με τη διάταξη αυτή θεσπιζόμενη απαγόρευση της άσκησης δεύτερης αναίρεσης κατά της ίδιας απόφασης προϋποθέτει την ύπαρξη δικαιώματος του διαδίκου για άσκηση της αναίρεσης, την επανειλημμένη άσκηση του οποίου και σκοπεί να αποτρέψει και, συνακόλουθα, απόφαση υποκειμένη καταρχήν σε προσβολή με την άσκηση της αναίρεσης, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει επί απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, η κατά της οποίας αναίρεση χωρεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδαφ.
α' ΚΠολΔ, μόνο εφόσον δεν συγχωρείται πλέον κατά της ίδιας ανακοπή ερημοδικίας. Με τα δεδομένα αυτά, εάν κατά της απόφασης του εφετείου που εκδόθηκε ερήμην επιτρέπεται κατά νόμο η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας από μέρους του διαδίκου που ερημοδίκησε, ασκήθηκε όμως κατά της ίδιας αναίρεση, η οποία και απορρίφθηκε για το λόγο αυτό ως απαράδεκτη, η μετά την τελεσιδικία της εν λόγω απόφασης άσκηση δεύτερης, όμοιας κατά περιεχόμενο, προς την αμέσως προηγουμένη, αναίρεσης από τον ίδιο διάδικο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προσκρούει στην διάταξη του άρθρου 555 ΚΠολΔ, ο σκοπός της οποίας, συνιστάμενος στην απαγόρευση επανειλημμένης έρευνας παραπόνων κατά της ίδιας απόφασης από τον ίδιο διάδικο, πληρούται στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.
ΑΠ 1138/1974, π.ρ. βλ. Ολ. ΑΠ 25/2005). Η υπό κρίση, επομένως, αίτηση αναίρεσης κατά της 197/2004 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, όμοιας κατά περιεχόμενο με την από 21 Μαρτίου 2005 αίτηση των ίδιων ααναιρεσειόντων και κατά της ίδιας πιο πάνω απόφασης, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την 2022/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, γιατί δεν αποδείχθηκε, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης εναγομένης έκτης εφεσίβλητης (και ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης) Ψ5, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων, έγινε τελεσίδικη ως προς αυτή, αλλά και ως προς όλους τους διαδίκους αναγκαίως ομοδίκους της, αφού υπόκειται προς κρίση διαφορά, που αφορά, μεταξύ άλλων, τη διανομή των κοινών των διαδίκων κληρονομιαίων ακινήτων, είναι παραδεκτή, εφόσον ασκήθηκε στις 9-2-2007, με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και στρέφεται πλέον κατά απόφασης που δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας (βλ.
τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, δηλαδή τη με αριθμό ..... έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ......, με την οποία επιδόθηκε, με επιμέλεια των ίδιων, στην έκτη εφεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της 197/2004 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, καθώς και το με αριθμό πρωτ......
πιστοποιητικό της αρμόδιας Γραμματέα του ίδιου πιο πάνω Εφετείου Αγγελικής Νίτη περί του ότι μέχρι της 8-2-2007 δεν ασκήθηκε κατά της προμνημονευόμενης απόφασης ανακοπή ερημοδικίας από μέρους της απολειπόμενης έκτης εφεσίβλητης), όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται ήδη από τους αναιρεσιβλήτους περί απαραδέκτους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέα προεχόντως ως απαράδεκτα, εφόσον προτάθηκαν με τις από 22-2-2008 προτάσεις τους, που κατατέθηκαν αρμοδίως στις 25-2-2008, δηλαδή μετά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, στη δικάσιμο της 20-2-2008 και όχι, κατ' επιταγή της διάταξης του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν απ' αυτή, ενώ, κατά την αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα του εκπροθέσμου της εν λόγω αναίρεσης, ως αβάσιμα, αφού η, με επίκληση, προσκομιζόμενη από τους αναιρεσιβλήτους .....
έκθεση επίδοσης αφορά τη, με επιμέλεια των ίδιων, επίδοση της 197/2004 απόφασης, που προπαρατέθηκε, μόνο προς τους ενάγοντες εφεσιβλήτους και όχι και προς την αναγκαία ομοδικό τους εναγόμενη - εφεσίβλητη Ψ5, ως προς την οποία, έτσι, δεν άρχισε να τρέχει η 30νθήμερη προθεσμία άσκησης της αναίρεσης.
Από την ...... έκθεση επίδοσης του ίδιου πιο πάνω δικαστικού επιμελητή προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω απ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 20-2-2008) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πέμπτη αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν αυτή εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για τη μη παράστασή της στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφ. Γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της πέμπτης αναιρεσίβλητης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338-341 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων (Ολ ΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 9/2000).
Εξάλλου, ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναίρεσης ιδρύεται, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) ορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν το εν λόγω δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) δικαίωμα, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, ποτ κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 11 περίπτ. γ' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα παρακάτω μνημονευόμενα έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του, προς απόκρουση των ενστάσεων των αντιδίκων τους περί κτητικής και αποσβεστικής παραγραφής στα επίδικα ακίνητα, δηλαδή:
α) Τα με αριθμούς ..... και ......., αντίστοιχα, πληρεξούσια έγγραφα των συμβολαιογράφων Ηγουμενίτσας Θεσπρωτίας και Καλλιθέας Νικολάου Γ. Κακούρα και Χρήστου Βερβενιώτη, με το πρώτο μεν από τα οποία Οι δυο πρώτες ενάγουσες και ήδη δυο πρώτες αναιρεσείουσες, οι αρχικοί εναγόμενοι και η μητέρα τους Ψα, με το δεύτερο δε, η ......, σύζυγος του αρχικού τρίτου ενάγοντα, έδωσαν την εντολή και πληρεξουσιότητα στο ......., σύζυγο της δεύτερης ενάγουσας, να αποδεχθεί για λογαριασμό των εντολέων του την κληρονομία του θανόντα, στις 12-1-1964, χωρίς διαθήκη, Ψβ κατά τα ανήκοντα στον καθένα απ' αυτούς εξ αδιαιρέτου ποσοστά στην κληρονομιαία περιουσία, δηλαδή 10/40 εξ αδιαιρέτου για τη σύζυγο και 6/40 εξ αδιαιρέτου για τον καθένα από τα τέκνα του, αντίστοιχα.
β) Τη με αριθμό ..... δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Πάργας Ιωάννη Γκαμπράνη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με την οποία ο πιο πάνω πληρεξούσιος αποδέχθηκε για λογαριασμό των εντολέων του τα κληρονομιαία ακίνητα του Ψβ κατά το αναλογούν στον καθένα απ' αυτούς εξ αδιαιρέτου ποσοστό στο εν λόγω ακίνητα.
Και γ) το με αριθμό ...... πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, με το οποίο ο ......, ενεργώτας κατ' εντολή και για λογαριασμό όλων των συγκληρονόμων, πούλησε και μεταβίβασε την κυριότητα στη ..... ενός ελαιοπεριβόλου στη θέση "...." και πέντε (5) ελαιοδένδρων στην ίδια πιο πάνω θέση, που βρίσκονταν στο κτήμα ......, τα οποία - ελαιοπερίβολο και ελαιόδενδρα-, όπως ρητά διαλαμβάνεται στο προμνημονευόμενο συμβόλαιο, έχουν οι πωλητές στη συγκυριότητά τους "εκ κληρονομίας και εξ αδιαθέτου παρά του κατά την 12ην Ιανουαρίου 1964 αποβιώσαντος συζύγου και πατρός των Ψβ εν συνδυασμώ προς την υπ' αριθμόν ....
σημερινής χρονολογίας των πράξεών μου, δήλωσιν αποδοχής κληρονομίας, νομίμως μεταγραφείσαν εις τα βιβλία μεταγραφών της περιφερείας του Υποθηκοφυλακείου Πάργας εν τόμω .. και αύξοντι αριθμώ ..., συν τοις άλλοις ακινήτοις....". Από τις από 1-7-2003 όμως προτάσεις των αναιρεσειόντων της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπούνται, προκύπτει, ότι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν με αυτές ρητά, μεταξύ άλλων εγγράφων, μόνο τη με αριθμό ....
δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που προμνημονεύθηκε. Οι ερευνώμενοι, επομένως, αναιρετικοί λόγοι (δεύτερος και τρίτος- που, παρά την αναφορά του στον αριθμό 122 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στηρίζεται ως εκ του περιεχομένου του, στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του ίδιου πιο πάνω άρθρου.- αντίστοιχα), ως προς τα από στοιχεία α' και γ' μνημονευόμενα έγγραφα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Οι ίδιοι, όμως, αναιρετικοί λόγοι ως προς τη με αριθμό ....... δήλωση αποδοχής κληρονομίας είναι βάσιμοι και πρέπει ως τέτοιοι να γίνουν δεκτοί. Και αυτό γιατί από μόνη τη βεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της παραδοχής ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης του αρχικά πρώτου εναγομένου περί κλήσης αποκλειστικής κυριότητάς του στα επίδικα κληρονομιαία με έκτακτη χρησικτησία, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και "όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα", το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και το σύνολο των αιτιολογιών της τελευταίας, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες για το αν το πιο πάνω δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την επίμαχη δήλωση αποδοχής κληρονομίας.
Ειδικότερα, το Εφετείο, μολονότι δέχεται ότι ο αρχικά πρώτος εναγόμενος από το έτος 1964 εξεδήλωσε στις συγκληρονόμες αδελφές του τη θέλησή του να νέμεται για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό όλα τα κληρονομιαία ακίνητα, οι τελευταίες δεν τελούσαν σε γνώση της θέλησής του αυτής, δεν κάνει καμιά απολύτως μνεία ή σχολιασμό στην απόφασή του για την πιο πάνω δήλωση αποδοχής κληρονομίας, όπως έπραξε για άλλα αποδεικτικά μέσα, κατά την εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, δεδομένου ότι, υπό το εκτιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενό της, η εν λόγω δήλωση, - με την οποία όλοι οι συγκληρονόμοι (σύζυγος και τέκνα) του θανόντα Ψβ αποδέχθηκαν ρητά την κληρονομία του κατά το αναλογούν στον καθένα απ' αυτούς ιδανικό μερίδιο, - όχι μόνο δεν συμπορεύεται με την αμέσως πιο πάνω παραδοχή του Εφετείου, αλλά, αντίθετα, αντιστρατεύεται την τελευταία.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση στη συγκεκριμένη περίπτωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ ΑΠ 24/1992).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994 και 1113 του ΑΚ, όπως και εκείνες των άρθρων 247, 249, 251, 1045, 1813 επ. και 1884 του ΑΚ, προκύπτει, ότι ο συγκοινωνός όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών, κατά το λόγο της μερίδας του καθενός και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστό στους τελευταίους, ότι νέμεται εφεξής ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό και λάβουν γνώση οι άλλοι συγκοινωνοί, παρέλθει δε από τη γνωστοποίηση αυτή η απαιτούμενη κατά νόμο για την έκτακτη χρησικτησία ή την αποσβεστική παραγραφή προθεσμία.
Η γνωστοποίηση προς τους λοιπούς συγκοινωνούς μπορεί να γίνει είτε ρητά, είτε σιωπηρά, με πράξεις του φανερώνουν την πρόθεση του συγκοινωνού να νέμεται το κοινό πράγμα ως αποκλειστικός κύριος αυτού (Ολ ΑΠ 485/1982). Τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται, όταν οι λοιποί συγκοινωνοί έλαβον γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο της πρόθεσης του κοινωνού να νέμεται εφεξής το κοινό πράγμα αποκλειστικά για τον εαυτό του.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Ψβ, κάτοικος, ενόσω ζούσε, ...... Ν. Θεσπρωτίας, ο οποίος πέθανε στις 12-1-1964, ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του, κύριος των περιγραφόμενων σε αυτά δέκα τριών (13) ακινήτων. Μετά το θάνατό του η κληρονομιαία περιουσία του περιήλθε στους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ειδικότερα δε, στη σύζυγό του Ψα, κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου και στα πέντε τεκνά του, δηλαδή στη θυγατέρα του Χ1 (πρώτη ενάγουσα), τη θυγατέρα του Χ2 (δεύτερη ενάγουσα), τη θυγατέρα του ..... (σύζυγο του τρίτου ενάγοντα και μητέρα των τέταρτου, πέμπτου και έκτου απ' αυτούς), το γιο του Ψ (πρώτο εναγόμενο) και τη θυγατέρα του Ψ5 (δεύτερη εναγομένη), κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου στο καθένα απ' αυτά.
Μετά το θάνατο του Ψβ ο γιός του Ψ (πρώτος εναγόμενος) νεμήθηκε εξ ολοκλήρου την πατρική κληρονομία για ίδιο λογαριασμό, αφού δια λόγου του είχε παραχωρηθεί αυτή από τον κληρονομούμενο πατέρα του, δεδομένου ότι όλες οι αδελφές του μέχρι το θάνατο του πατέρα τους, με αφορμή το γάμο τους, είχαν λάβει προίκα, κατά τις συνήθειες της εποχής τότε, από τον τελευταίο, άλλα (διάφορα) ακίνητα, μαζί με το χρηματικό ποσό των 50.000 δραχμών, την οικοσκευή και το ρουχισμό τους.
Ειδικότερα ο Ψ. εκμεταλλευόμενος αποκλειστικά για ίδιο λογαριασμό ολόκληρη την πατρική κληρονομιά, αξιοποίησε αυτήν, (η οποία μέχρι το 1964 ήταν ως επί το πλείστον χέρσα και αναξιοποίητη),ασχολούμενος προσωπικά ή υποβοηθούμενος από τα μέλη της οικογένειάς του, με επίπονες καλλιεργητικές και μη εργασίες, όπως φροντίδα και καθαρισμό των αγρών, φύτευση νέων φυτών και οπωροφόρων δέντρων στα αγροκτήματα, σπορά αυτών με τριφύλλι, εμβολιασμό ελαίων και αχλαδέων, συλλογή ελαιοκάρπου από τα ελαιοπερίβολα, επισκευή παλαιών περιφράξεων ή κατασκευή νέων.
Επίσης, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1977 - 1988, προέβη σταδιακά, με δαπάνες του, ποσού δραχμών 2.000.000 περίπου, σε οικοδομικές εργασίες στην πατρική οικία, όπου διέμενε ο ίδιος με την οικογένειά του και η χήρα μητέρα του Ψα, μέχρι το θάνατό της, το έτος 1986. Συγκεκριμένα, αρχικά, προέβη σε προσθήκη στην οικία αυτή δύο δωματίων, αργότερα κατασκεύασε λουτρό και νέο χώρο κουζίνας και εξόπλισε τους χώρους αυτούς με ηλεκτρολογική και υδραυλική εγκατάσταση.
Και ναι μεν ο Ψ δεν γνωστοποίησε ρητά στις λοιπές συγκληρονόμες αδελφές του την πρόθεσή του να νέμεται αποκλειστικά για ίδιο λογαριασμό ολόκληρη την πιο πάνω πατρική κληρονομιά, πλην όμως οι παραπάνω πράξεις αξιοποίησης, στις οποίες ο ίδιος αποκλειστικά προέβη, μαρτυρούν τη βούλησή του να νέμεται αποκλειστικά την πατρική κληρονομία για δικό του λογαριασμό και μόνο.
Άλλωστε, το γεγονός ότι αυτός (Ψ) είχε αποφασίσει να νέμεται εξ ολοκλήρου την πατρική κληρονομία αποκλειστικά για λογαριασμό του από το έτος 1964, ήταν γνωστό στις συγκληρονόμους αδελφές του ήδη από το έτος του θανάτου του πατέρα τους (1964), αφού μέχρι το έτος 1992, που άσκησαν την ένδικη αγωγή, επισκέπτονταν πολύ συχνά τα επίδικα ακίνητα στα πλαίσια των πολύ καλών σχέσεων που διατηρούσαν με τον αδελφό τους, έβλεπαν τις εκτεταμένες βελτιωτικές ενέργειες του τελευταίου σ' αυτά και ουδέποτε διατύπωσαν κάποια αντίρρηση ως προς τον τρόπο αξιοποίησής τους, ούτε άλλωστε συνέβαλαν οικονομικά σ' αυτή την αξιοποίηση.
Η μητέρα τους Ψα, ενόψει του ότι ο άνδρας της είχε αποκαταστήσει όλες τις θυγατέρες του, μεταξύ των άλλων και με ακίνητα και ότι τα ακίνητα που είχαν απομείνει μετά το θάνατό του, είχαν παραχωρηθεί στη αποκλειστική νομή του γιού τους, Ψ (πρώτου εναγομένου) και κανένα κληρονομικό δικαίωμα δεν διατηρούσαν σ' αυτά οι θυγατέρες της, όπως και η ίδια, με τη ....
δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάργας Δημητρίου Δούκα, κατέλιπε στον τελευταίο όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της και επομένως και το εξ αδιαθέτου κληρονομικό της μερίδιο στην κληρονομία του θανόντα συζύγου της Ψβ. Ενόψει των περιστατικών αυτών, δέχεται, στη συνέχεια, το Εφετείο, ότι "γνωστοποιώντας ο Ψ (πρώτος εναγόμενος), από το έτος 1964, με τις πιο πάνω δηλωτικές της πρόθεσής του πράξεις, στις συγκληρονόμους αδελφές του (ενάγουσες) την πρόθεση του να νέμεται εξ ολοκλήρου τα επίδικα ακίνητα αποκλειστικά για ίδιο λογαριασμό και νεμηθείς έκτοτε αυτά με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις σ' αυτά μέχρι και το έτος 1992 που ασκήθηκε η αγωγή, έγινε αποκλειστικός κύριος αυτών, αφού μέχρι το χρόνο της άσκησης της αγωγής αυτής είχε καταλυθεί κάθε δικαίωμα των υπόλοιπων συγκληρονόμων του Ψβ επί των επιδίκων ακινήτων".
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση του πρώτου εναγομένου περί κτήσης ίδιας, αποκλειστικής κυριότητάς του στα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία και, κατά παραδοχή της έφεσης των καθολικών διαδόχων του εν λόγω εναγομένου και ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή, στο σύνολό της, ως ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε την τελευταία ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι σε όλες τις συγκληρονόμους αδελφές του πρώτου εναγομένου Ψ δόθηκαν, με αφορμή το γάμο τους, ως προίκα, από το θανόντα πατέρα τους Ψβ, ενόσω ζούσε, διάφορα ακίνητα μαζί με το χρηματικό ποσό των δρχ. 50.000, την οικοσκευή και το ρουχισμό τους, δεν εξειδικεύει περαιτέρω ποιά συγκεκριμένα ακίνητα παραχωρήθηκαν και πότε στην καθεμιά από τις συγκληρονόμους, ποιά η αξία αυτών κατά το χρόνο της παροχής, ποιά, επίσης, η αξία της οικοσκευής και του ρουχισμού των ίδιων και, τέλος, εάν το χρηματικό ποσό των δρχ. 50.000 δόθηκε χωριστός στην καθεμιά απ' αυτές ή από κοινού, ώστε να κριθεί, αν οι τελευταίες ικανοποιήθηκαν από τις προαναφερόμενες παραχωρήσεις στη ζωή του κληρονομούμενου πατέρα τους, ώστε να μην αξιώνουν δικαίωμα συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας τους στην κληρονομιαία ακίνητη περιουσία.
Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο, εντελώς αντιφατικά, δέχεται ως προς τη συγκληρονόμο Ψ5 (δεύτερη εναγομένη κα ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη), ότι τέλεσε γάμο το έτος 1970, δηλαδή μετά τον επισυμβάντα θάνατο του πατέρα τους Ψβ (12-1-1964). Το Εφετείο, επίσης, μολονότι δέχεται ότι "μετά το θάνατο του Ψβ ο υιός του Ψ νεμήθηκε εξ ολοκλήρου την πατρική κληρονομία για ίδιο λογαριασμό αφού δια λόγου του είχε παραχωρηθεί αυτή από τον ως άνω κληρονομούμενο πατέρα του", γεγονός που γνώριζε και η Ψα, η οποία διέμενε με τον πρώτο εναγόμενο, γιο της, στην πατρική οικία μέχρι τον επισυμβάντα, κατά το έτος 1986, θάνατό της και ότι η ίδια, όπως δέχεται, τελούσε σε γνώση της από μέρους του πρώτου εναγομένου αντιποίησης της νομής της στα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα κατά το αναλογούν σ' αυτή εξ αδιαιρέτου ποσοστό σ' αυτά και "κανένα κληρονομικό δικαίωμα δεν διατηρούσε" στα πιο πάνω ακίνητα, περαιτέρω δέχεται, εντελώς αντιφατικά, ότι με βάση την 10.028/1985 δημόσια διαθήκη της, η οποία, ας σημειωθεί, συντάχθηκε μετά την παρέλευση εικοσαετίας, αφότου φέρεται ο πρώτος εναγόμενος, ότι άρχισε να αντιποιείται για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό τη νομή των επίδικων ακινήτων και κατά το ανήκον σ' αυτή εξ αδιαιρέτου ποσοστό, (5/20) σ' αυτά (1964), κατέλιπε στον τελευταίο "οιανδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία που μέχρι το θάνατό της είχε και επομένως και το εξ αδιαθέτου κληρονομικό της μερίδιο από την κληρονομία του αποβιώσαντος συζύγου της Ψβ".
Τέλος, η παραδοχή του Εφετείου ότι ο πρώτος εναγόμενος "δεν γνωστοποίησε ρητά στους συγκληρονόμους του την πρόθεσή του να νέμεται αποκλειστικά για ίδιο λογαριασμό ολόκληρη την ως άνω πατρική κληρονομία", την οποία "χέρσα και αναξιοποίητη, ως επί το πλείστον, μέχρι το έτος 1964" αξιοποίησε, εκμεταλλευόμενος αποκλειστικά αυτή για ίδιο λογαριασμό, δεν είναι σαφής και αναμφίβολη περί του ότι ο ίδιος εκδήλωσε από το έτος 1964 και εφεξής την πρόθεσή του αντιποίησή της συννομής των επίδικων ακινήτων στις λοιπές συγκληρονόμους, μητέρα και αδελφές του και ότι οι τελευταίες γνώριζαν έκτοτε την εν λόγω αντιποίηση.
Εξάλλου, και με την εκδοχή ότι από το έτος 1977, που, όπως δέχεται το Εφετείο, άρχισε ο πρώτος εναγόμενος να εκτελεί οικοδομικές εργασίες στην κληρονομιαία πατρική οικία, δαπανώντας δικά του χρήματα, εξεδήλωσε αυτός την πρόθεσή του να νέμεται αποκλειστικά το εν λόγω κοινό ακίνητο για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, σε γνώση όλων των λοιπών συγκληρονόμων (μητέρας και αδελφών του) και όχι και τα υπόλοιπα κληρονομιαία ακίνητα, για τα οποία δεν εκτίθεται, αν συνεχίστηκαν από τον ίδιο οι πράξεις αξιοποίησής τους, και μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (1994) δεν παρήλθε η απαιτούμενη κατά νόμο (άρθρο 1045 ΑΚ) εικοσαετία για την απόκτηση της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία.
Με τα δεδομένα αυτά, δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, οδήγησαν σε ορθό διατακτικό, γι' αυτό και ο τελευταίος, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με τις αμέσως πιο πάνω παραδοχές του, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, λόγω ανεπαρκώς και αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 197/2004 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ