Supreme Court allows appeal on Ottoman land title recognition, remanding case for re-evaluation of evidence.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece allowed a specific ground of appeal regarding the recognition of Ottoman-era property titles. The appellant argued that the Third Instance Court failed to properly evaluate documentary evidence proving the land belonged to the Ottoman state rather than a private family. Consequently, the Court found the lower court's omission of this critical evidence to be a fatal flaw requiring remittal for re-examination.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 552, 553, 556, 564, 566, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case if a lower court fails to evaluate crucial evidence that could alter the outcome, even if the lower court did not explicitly rely on it.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 957 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 957/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Πολύμερο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... μη οριστική, ... οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-10-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14.10.2016 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., το οποίο απέρριψε την από 11.06.2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. ... οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 02.02.2002 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας του αναιρεσιβλήτου.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§2, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Στο άρθρο 6§§2, 3 της συνομολογηθείσης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Συμβάσεως περί Ειρήνης, που υπογράφηκε την 1/14.11.1913, στην Αθήνα, και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.
ΔΣΙΓ (4213)/14.11.1913 (Φ.Ε.Κ. Α' 229 της 14.11.1913) ορίζονται τα ακόλουθα: "Τα εν ταις εκχωρουμέναις τη Ελλάδι χώραις δικαιώματα ιδιοκτησίας επί αστικών και αγροτικών ακινήτων κατεχομένων υπό ιδιωτών δυνάμει τίτλων εκδεδομένων παρά του Οθωμανικού Κράτους ή συμφώνως προς τον οθωμανικών νόμων, και προγενεστέρων της καταλήψεως, θέλουσιν αναγνωρισθή υπό της Ελληνικής Κυβερνήσεως.
Τα αυτά κρατούσιν όσον αφορά εις τα δικαιώματα ιδιοκτησίας επί των ως άνω κτημάτων, των εγγεγραμμένων επ' ονόματι νομικών προσώπων ή κατεχομένων υπ' αυτών δυνάμει των οθωμανικών νόμων, των προγενεστέρων της ειρημένης καταστάσεως.". Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2§5 του ν. 147/1914 (Φ.Ε.Κ. Α' 25 της 01.02.1914) "Περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεως" στις Νέες Χώρες, οι οποίες βρίσκονταν προηγουμένως κάτω από την άμεση επικυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού "Νόμου περί των γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (οθΝπΓαιών), οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτήση δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως επ' αυτών, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνται εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους.
Στην κατηγορία των Νέων Χωρών ανήκει και η Ήπειρος, στην οποία από την 01.02.1914 άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36§1 του ιδίου ως άνω νόμου (ν. 147/1914), η Ελληνική νομοθεσία. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3§1 εδάφ. α' του οθΝπΓαιών, του οποίου οι διατάξεις, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως σ' αυτές, διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες, όπως ήδη σημειώθηκε, με τη διάταξη του άρθρου 2§5 του ν. 147/1914, "Δημόσιαι γαίαι εισίν οι αγροί, τα χειμάδια, θέρετρα (θεριναί βοσκαί), δάση και παραπλήσια, των οποίων η ιδιοκτησία ανήκει εις το δημόσιον και παρεχωρούντο παρά της κυβερνήσεως.".
Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών ("αραζί εμιριγιέ", "arazi-i empiriye") γίνεται με τη χορήγηση από το κράτος εγγράφου τίτλου, ονομαζομένου ταπίον ("tapu"), το οποίο φέρει το μονόγραμμα ("τουγρά", "tugra") του Σουλτάνου, με το οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα, όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως ("τασσαρούφ", "tassaruf"), αντικείμενο της οποίας είναι η αναφερόμενη στον τίτλο χρήση του εδάφους (Α.Π. 1328/2015, Α.Π. 385/2012, Α.Π. 77/2007, Α.Π. 900/2002).
Εξαίρεση του κανόνα ότι μόνο με τίτλο ("ταπίον") αποκτάται το δικαίωμα εξουσιάσεως για ορισμένη χρήση των δημοσίων γαιών καθιερώνει το άρθρο 78 του οθΝπΓαιών, σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσιες και αφιερωμένες γαίες για δέκα (10) έτη, χωρίς αμφισβήτηση, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως και είτε έχει έγκυρο τίτλο, είτε δεν έχει, οι γαίες δεν θεωρούνται αδέσποτες, αλλά δίδεται σ' αυτόν δωρεάν νέος τίτλος ("ταπίον").
Από το σαφές περιεχόμενο της παραπάνω διατάξεως, το περιεχόμενο της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης της 28 Σεφέρ 1304, το άρθρο 13 του νόμου περί ταπίων ("Ταπού νιζαμναμεσή") της 8 Δζεμάζηλ - αχίρ 1275 (καθ' ημάς 1857), το άρθρο 2 των διασαφητικών διατάξεων περί ταπίων ("Ταρηφναμέ") της 15 Σαπάν 1276, αλλά και το σύνολο των διατάξεων του οθΝπΓαιών (ειδικότερα των άρθρων 9, 30, 71), συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση του δικαιώματος αυτού της μονίμου εγκαταστάσεως είναι όχι μόνο η συνεχής επί δέκα (10) έτη κατοχή, αλλά και η ταυτόχρονη καλλιέργεια της γης.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 78 έχει εφαρμογή μόνο επί καλλιεργησίμων γαιών και όχι επί οικοπέδων και κήπων (Α.Π. 1328/2015), έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και με οπωροφόρα δένδρα, ούτε επί βοσκοτόπων, δασών κτλ, τα οποία εξουσιάζονται μόνο με έκδοση τίτλου ("ταπίου"), Περαιτέρω, με το διάταγμα 2468/20.05.1917 της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (άρθρα 1 και 2 αυτού), το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 1072/1917 (Φ.Ε.Κ.
Α' της 29.12.1917) "Περί επεκτάσεως καθ' άπαν το Κράτος των υπ' αριθμ. 2466, 2467, 2468, 2469 και 2470 διαταγμάτων της Προσωρινής Κυβερνήσεως περί του αγροτικού ζητήματος", καταργήθηκε κατά βάση ο θεσμός των δημοσίων γαιών του οθωμανικού δικαίου. Από της ισχύος του ως άνω διατάγματος, δηλαδή από τις 20.05.1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τασσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, του υπολοίπου 1/5 εξ αδιαιρέτου παραμείναντος στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ο ν. 2052/1920 (Φ.Ε.Κ.
Α' της 28.02.1920) "Αγροτικός νόμος" επαναλαμβάνει στα άρθρο 49 επόμ. τις διατάξεις του διατάγματος 2468/1917 ενώ στο άρθρο 52§3 του αυτού νόμου ορίζεται ότι: "3. Τα δικαιώματα του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων τα πηγάζοντα εκ διατάξεων του Οθωμανικού νόμου περί γαιών παραμένουν ισχυρά.". Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12.11.1929 "Περί διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 "Περί υπαγωγής της Αεροπορικής Αμύνης εις το Υπουργείον των Οικονομικών κλπ" και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του α.ν. 1540/1938 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως των Δημοσίων κτημάτων νομοθεσίας", παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες του ποσοστού των 4/5 και το υπόλοιπο ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου και μάλιστα χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών (Α.Π. 77/2007, Α.Π. 155/2002, Α.Π. 315/2002).
Εξάλλου, όταν ένα ακίνητο υπάγεται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών δεν είναι δυνατόν να αποκτηθεί κατά κυριότητα με χρησικτησία από ιδιώτη, διότι όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1314 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, η χρησικτησία δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας (Α.Π. 1792/1983, Α.Π. 1053/1982).
Εάν, όμως, στο ακίνητο αυτό ο ιδιώτης απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ("τασσαρούφ"), το οποίο μετατράπηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, τότε το ακίνητο αυτό, μη περιερχόμενο στην κυριότητα του ..., μπορεί να χρησιδεσποσθεί, διότι το άρθρο 21 του ν.δ. της 21.04/06.05.1926 (Φ.Ε.Κ. Α' της 16.05.1926) θέσπισε το απαράγραπτο των δικαιωμάτων επί των ακινήτων κτημάτων που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 51 και 55 του Εισ.Ν.Α.Κ., η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, που έλαβε χώρα πριν από την εισαγωγή του Α.Κ., κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγιναν τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται για την κτήση αυτών, ενώ η προστασία τους διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βζρ δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ύστερα από άσκηση νομής πάνω στο πράγμα, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στον χρόνο της ιδίας αυτού νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (Ολ.Α.Π. 75/1987).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 249, 971, 974, 976, 1045 και 1051 του Α.Κ. προκύπτει ότι στην έκτακτη χρησικτησία, για την οποία δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος και καλή πίστη, προκειμένου να συνυπολογισθεί η νομή των προκτητόρων εκείνου που χρησιδεσπόζει στο πράγμα, κινητό ή ακίνητο, δεν απαιτείται καθολική ή ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας πάνω στο πράγμα, αλλά αρκεί απλώς η διαδοχή (καθολική ή ειδική) στη νομή του πράγματος.
Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος στη νομή δικαιούται να προσμετρήσει στο δικό του χρόνο νομής αυτόν του δικαιοπαρόχου του και έτσι, εφόσον συμπληρωθεί απ' αυτόν τον συνυπολογισμό ο χρόνος που απαιτείται για τη χρησικτησία, να γίνει κύριος του πράγματος (Ολ.Α.Π. 1593/1979).
Ο χρόνος που απαιτείται για την έκτακτη χρησικτησία ανέρχεται σε είκοσι (20) χρόνια, εφόσον όμως ολόκληρος αυτός ο χρόνος έχει διαρρεύσει από τις 23.02.1946 και μετά (άρθρο 1045 του Α.Κ.), αν πρόκειται όμως για συνυπολογισμό χρόνου που έχει διαρρεύσει κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του Αστικού Κώδικα και κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του βζρ δικαίου, τότε, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 64 και 65 του Εισ.Ν.Α.Κ., αν με τον συνυπολογισμό του χρόνου που έχει διαρρεύσει πριν από την ισχύ του Αστικού Κώδικα υπολείπεται προς συμπλήρωση του χρόνου των τριάντα (30) ετών, που απαιτείται κατά το προηγούμενο δίκαιο, χρόνος μικρότερος των είκοσι (20) ετών, θα εφαρμοσθεί το προηγούμενο δίκαιο και η τριακονταετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου, αν δε αντίθετα υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος των είκοσι (20) ετών, θα εφαρμοσθεί ο Αστικός Κώδικας και η εικοσαετία που καθορίζεται από αυτόν, θα αρχίσει από την ισχύ του (23.02.1946).
Πρέπει να σημειωθεί ότι η επίκληση του πριν από τον Αστικό Κώδικα χρησικτησίας θα πρέπει να γίνεται με τα προσόντα του προηγουμένου δικαίου, δηλαδή ότι η νομή ασκήθηκε με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου ή της διακρίσεως από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 25/2023).
Εξάλλου, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου η ειδική μνεία και η χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Περαιτέρω, δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 25/2023, Α.Π. 136/2022, Α.Π. 83/2021, Α.Π. 50/2020). Έτι περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 889/2020, Α.Π. 498/2018, Α.Π. 208/2018).
Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η λήψη ή η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1252/2022, Α.Π. 681/2022, Α.Π. 342/2020, Α.Π. 388/2018, ΑΠ 12/2015), ενώ ο λόγος αυτός (από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ.) πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη ή δεν εισέρχεται στην αποδεικτική διαδικασία, αφού, στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Α.Π. 1409/2018, Α.Π. 663/2017, Α.Π. 481/1991).
Από την παραδεκτή κατ' άρθρον 561§2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως επί των οποίων στήριξε την τελεσίδικη κρίση του προκύπτει ότι αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει των υπ'αριθμ. 43/1922 και 26/21-02-1924 αποφάσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας εν συνδυασμώ με το υπ'αριθμ. ...
πιστοποιητικό του ερμηνέως του Πρωτοδικείου ..., εκδοθέντων με το τότε ισχύον νομοθετικό καθεστώς, περιήλθε στην κυριότητα των α) Μ. Β. Φ. β) Τ. Β. Φ. και γ) κληρονόμων του Ρ. Β. Φ. (Τουρκαλβανοί Μπέηδες) ευρύτερη έκταση επονομαζομένη "... " ή " ιδιωτικό δάσος ...", η οποία απεικονίζεται στον από 22-05-1937 "Διαχειριστικό Χάρτη του Ιδιωτικού Δάσους ..." με συντάξαντα το δασολόγο Ι.
Κ.. Είναι χαρακτηριστικό ότι πρό της ως άνω υπ'αριθμ. 26/1924 (δεύτερης) αποφάσεως του Διοικητικού Δικαστηρίου είχαν προηγηθεί επί σειρά ετών εντάσεις, βίαια επεισόδια και αντιδικίες των κατοίκων της περιοχής ... με τους Τουρκαλβανούς Μπέηδες ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του Ιδιωτικού δάσους .... Τούτο προκύπτει, εκτός των άλλων, με σαφήνεια από την από 17-03-1923 αίτηση προς το Υπουργείο Γεωργίας του Τ.
Β. Φ., εκπροσώπου και των λοιπών συνιδιοκτητών, όπου εκτίθεται ότι ".... Συμμορφούμενος προς την υπ'αρ. 43 της 22ας Νοεμβρίου 1922 απόφασιν του κατά νόμον 2201 διοικητικού Δικαστηρίου ... εξ ων αποδεικνύονται τα αναμφισβήτητα δικαιώματα κυριότητος ημών και των δικαιοπαρόχων ημών επί του χωρίου ... και των εις την περιφέρεια αυτού...
αιών εν αις και η δασική θέσις "..."..... εξ ου αποδεικνύεται ανυπόστατος ο ισχυρισμός των κατοίκων ... ότι δήθεν υφίσταται μεταξύ ημών και αυτών δίκη εκκρεμής περί της δασικής θέσεως "..."...... Εντός της ευρύτερης ως άνω ιδιωτικής περιοχής εμπίπτει το επονομαζόμενο "..." εκτάσεως 8.700 στρεμμάτων, το οποίο αποτελεί το επίδικο μεταξύ των διαδίκων ακίνητο και προσδιορίζεται και οριοθετείται στον ανωτέρω Χάρτη της 22-05-1937 ωζ εξής: "Η όλη περιοχή (πρώην συνοικισμός ...), εκτάσεως 8.700 στρεμμάτων περίπου, εκ των οποίων δάσος 4.600 στρεμμάτων και γυμνές εκτάσεις (καλλιεργήσιμες) 4.100 στρεμμάτων, οριοθετείται διά γραμμής, η οποία άρχεται από το σημείο συναντήσεως ορίου ...
του ποταμού "..." συνεχίζει προς τα πάνω μέχρι της συμβολής του ρεύματος .... Εκείθεν, η διαχωριστική γραμμή ανέρχεται προς τα αριστερά την ράχη μέχρι του υψώματος ..., απ'όπου κατέρχεται στον αυχένα ... και ακολουθούσα δρομίσκο διά της θέσεως ... φθάνει μέχρι του σημείου όπου συναντώνται τα όρια των ομόρων Κοινοτήτων ... - ...
και ... και συνορεύει, εκείθεν με όρια Κοινοτήτων ..., ... ... ... .Το γεγονός ότι το επίδικο ιδωτικό δάσος "..." εμπίπτει στην ευρύτερη περιοχή του "Ιδιωτικού δάσους ..." αποδεικνύεται, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και από την υπ'αριθμ. ... εμπεριστατωμένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπου εκτίθεται, μεταξύ άλλων, ότι "...
η επίδικη έκταση αναμφισβήτητα βρίσκεται στα όρια της κτηματικής περιφέρειας κοινότητας ... (... ...). Στην επίδικη έκταση υπάρχουν εμφανή ίχνη εγκαταστάσεων ερείπια καλυβών, αναβαθμίδες, εγκαταλειμμένοι αγροί, εκκλησία κ.α. που δείχνουν την ανθρώπινη δραστηριότητα στο παρελθόν και τη μορφή οικονομίας (γεωργοκτηνοτροφία κλπ)......
Η οριογραμμή της επίδικης έκτασης είναι σαφής στο χάρτη και εφαρμόζεται εύκολα στο έδαφος, καθότι η πορεία της ακολουθεί φυσικές γραμμές του εδάφους στο μεγαλύτερο μήκος της... Η επίδικη έκταση της περιοχής όπως έχει περιγραφεί η οριογραμμή της απεικονίζεται στον από 22-05-1937 "Διαχειριστικό χάρτη" του ιδιωτικού δάσους ... ....
Η όπως οριοθετήθηκε έκταση στο χάρτη και προσδιορίζεται εύκολα και στο έδαφος, είναι η επίδικη έκταση της περιοχής "..." και συμπεριλαμβάνεται στο διαχειριστικό χάρτη του ιδιωτικού δάσους ... που συν τάχθηκε από το ... κ. I. Κ..... Επίσης στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι η έκταση του ... περιλαμβάνεται στην αναγνωρισθείσα με την 26/3-1-1924 απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ...
είναι όχι μόνο οι προηγούμενες λειτουργίες και δραστηριότητες των Βέηδων και στην περιοχή αυτή, πριν από την απελευθέρωση, με την απόδοση σε αυτούς του ενοικίου εκμεταλλεύσεων... αλλά και με την αναγνώριση του "Τσιφλικιού ..." ως ιδιοκτησίας των, με την άνω 26/1924 απόφαση του διοκητικού δικαστηρίου.... συμπεραίνεται ότι:
η οριοθετημένη στους συνημμένους χάρτες επίδικη έκταση, ήτοι η έκταση της περιοχής "..." με συνολική επιφάνεια 9.500 στρεμμάτων σύμφωνα με την ηλεκτρονική εμβαδομέτρηση συμπεριλαμβάνεται στην έκταση η οποία με τις αριθμ. ... αποφάσεις, του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας σε συνδυασμό με το υπ'αριθμ. ...
πιστοποιητικό του Ερμηνέως του Πρωτοδικείου ..., αναγνωρίστηκε ως ιδιωτικό δάσος, ανήκον Μ. Β. Φ., Τ. Β. Φ. και κληρονόμους Ρ. Β. Φ.....". Οι ιδιοκτήτες της οικογένειας Φ. (Τουρκαλβανοί Μπέηδες) μετά την αναγνώριση της κυριότητας αυτών επί της ευρύτερης εκτάσεως του " Ιδιωτικού δάσους ... περί το έτος 1927 επεχείρησαν να το εκμεταλλευθούν με εκμισθώσεις και υλοτομία, πλην όμως αντέδρασαν και πάλι οι κάτοικοι του ...
και μάλιστα βίαια, με αποτέλεσμα να υπάρξουν συμπλοκές με αστυνομικές δυνάμεις. Εν συνεχεία περί το έτος 1938 η οικογένεια Φ. εξεδιώχθη από την περιοχή .... Το έτος 1932 οι κάτοικοι του ..., οι οποίοι ήδη είχαν καταλάβει την επίδικη έκταση, συνέστησαν Αναγκαστικό Συνεταιρισμό Διαχειρίσεως του ιδιωτικού δάσους ..., του οποίου μέλη έγιναν όλοι οι κάτοικοι ως μεριδούχοι συνιδιοκτήτες.
Ο Συνεταιρισμός αυτός από το έτος 1974 έλαβε την επωνυμία "Συνεταιρισμός Διαχειρίσεως ... συν.π.ε." (βλ. την υπ'αριθμ. 268975/22-06-1974 έγκριση του Υπουργού Γεωργίας) και ενεκρίθη με την υπ'αριθμ. 59.749/9-08- 1935 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας. Έκτοτε ο Συνεταιρισμός αυτός, διά των οργάνων του, ασκούσε πράξεις νομής διανοία κυρίου επί του ιδιωτικού δάσους ...
μέχρι την έγερση της από 12-02-2002 αγωγής. Συγκεκριμένα υλοτομούσε τμήμα αυτού εκτάσεως 4.600 στρεμμάτων και καλλιεργούσε τμήμα αυτού εκτάσεως 4.100 στρεμμάτων. Τούτο άλλωστε συνομολογείται σε έγγραφο του Δασαρχείου ... από το έτος 1932 (βλ. το υπ'αριθμ. 3379/16-9- 1932 έγγραφο προς το Υπουργείο Γεωργίας, όπου αναφέρεται ότι "....
εκ των παρ' ημίν ευρισκομένων βιβλίων εμφαίνηται, το Δάσος ... μέχρι του 1924 διεχειρίζετο ως Δημόσιου. Κατά το έτος 1924 ανεγνωρίσθη... ως ιδιωτικόν... ακολούθως το έτος 1927 το δάσος ... βάσει σχετικής αποφάσεως της υπό του άρθρου... " Περί Δασικού Κώδικος προβλεπομένης επιτροπής ανεγνωρίσθη ως διακατεχόμενον και ανήκον εις τους κατοίκους .........").
Από το έτος 1980 ο ενάγων Συνεταιρισμός, μετά από άσκηση πράξεων νομής διανοία κυρίου επί σαράντα πέντε (45) έτη, επιζητούσε με διαρκή υπομνήματα και αιτήσεις να αναγνωρισθεί επισήμως από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως κύριος της επιδίκου εκτάσεως των 8.700 στρεμμάτων, πλην όμως το Ελληνικό Δημόσιο ηρνείτο και αρνείται την αναγνώριση της κυριότητας με τον ισχυρισμό ότι η επίδικη αυτή έκταση δεν ενέπιπτε εντός του αναγνωρισθέντος ως ιδιωτικού δάσους ...
και ότι συνεπώς μετά το έτος 1913 περιήλθε στην κυριότητα του ... (βλ. ενδεικτικά το υπ'αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Δ/νσεως Δασών του Υπουργείου Γεωργίας). Ο ισχυρισμός όμως του ... είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι η επίδικη έκταση, όπως προελέχθη, αναμφισβήτητα εμπίπτει εντός του "Ιδιωτικού δάσους ...", η κυριότητα του οποίου, όπως προελέχθη, είχε περιέλθει στην οικογένεια Φ.
δυνάμει των υπ'αριθμ. ... αποφάσεων του Διοικητικού Δικαστηρίου Γεωργίας εν συνδυασμώ με το υπ'αριθμ. ... πιστοποιητικό του ερμηνέως του Πρωτοδικείου ... (βλ. την εκτεθείσα εμπεριστατωμένη υπ'αριθμ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης και την υπ'αριθμ. 6/2014 συμπληρωματική). Τα ίδια αφού είπε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και έκανε δεκτή την από 2-02-2002 αναγνωριστική περί κυριότητας αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν, ουδόλως έσφαλε και συνεπώς η υπό κρίση από 11-06-2010 έφεση και οι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αιτιάται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι, κατά την κατάστρωση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτό (αναιρεσείον) επικαλέσθηκε και προσκόμισε.
Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη εκ μέρους του επικαλεσθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι: 1. Το πρακτικό της Επιτροπής που συστάθηκε δυνάμει της 45509/719/π.ε./1955 του Υπουργείου Γεωργίας, 2.το από 03.08.1990 αντίγραφο του Δασάρχη Χ.
Ψ., 3. Το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Δασαρχείου ..., 4. Τον από 05.09.1991 διαχειριστικό χάρτη του δημοσίου δάσους ..., 5. Την υπ' αριθμ. πρωτ. 4062/19.12.1989 απόφαση του Νομάρχη ..., 6. Την υπ' αριθμ. 22/1989 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ... και την υπ' αριθμ. 13/1989 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών ... και 7. Την από 11.09.2013 έκθεση έρευνας του δασολόγου του Δασαρχείου ...
Γ. Κ. μετά των εννέα συνημμένων εγγράφων. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι τα έγγραφα αυτά επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του πέμπτου λόγου της από 11.06.2010 εφέσεώς του σύμφωνα με τον οποίο το επίδικο ακίνητο δασόκτημα δεν ταυτίζεται με το ακίνητο που είχε αναγνωρισθεί διοικητικά ότι ανήκε στην οικογένεια Φ., γεγονός επαγόμενο συγκεκριμένη έννομη συνέπεια αφορώσα το ιδιοκτησιακό του καθεστώς δεδομένου του γεγονότος ότι εάν επιβεβαιωθεί ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμα δυνατή η κτήση με έκτακτη χρησικτησία του δικαιώματος κυριότητας του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτό (επίδικο ακίνητο) ήταν με επιδεκτικό χρησικτησίας ως ανήκον στο αναιρεσείον ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι παραδεκτός και βάσιμος. Ειδικότερα, από την επισκόπηση των παραδοχών της τελεσίδικης αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου καθίσταται λίαν αμφίβολο εάν το Δικαστήριο αυτό για την εκφορά της κρίσεως που συνδέεται με τον αμέσως προηγουμένως λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε συγκριτικά τα προαναφερόμενα έγγραφα σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ.
εκθέσεως ... έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης των Δ. Κ. και Κ. Τ.
Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως αυτός πρέπει να γίνει δεκτός, εφόσον το εν λόγω Δικαστήριο δεν δεσμευόταν μεν από τα όσα αναφέρονται στα ανωτέρω μνημονευόμενα έγγραφα, πλην όμως, ενόψει της σοβαρότητας αυτών, έπρεπε να τα αντικρούσει ειδικώς, και, παρελκούσης της εξετάσεως του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, λόγω της αναιρετικής εμβελείας του πρώτου λόγου στο σύνολο της προσβαλλομένης με την αναίρεση αποφάσεως (Α.Π. 181/2018, Α.Π. 146/2018, Α.Π. 204/2017, Α.Π. 1840/2017), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580§3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος, ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσείοντος), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ....
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ..., καθορίζει δε το ποσό τους σε τριακόσια ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ