Supreme Court dismisses appeal against final judgment on unjust enrichment due to lack of grounds and error of fact review limits.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Athens Court of First Instance regarding a claim for unjust enrichment. The appellant argued that the lower court erred in fact regarding the execution of a provisional payment order, but the Court held that such factual assessments fall within the exclusive domain of the trial court. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review factual findings or evidence evaluation made by the Court of First Instance, limiting its power to examine only legal errors.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 957 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 957/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Κ. Α. ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ακονίδου που ανακάλεσε την από 10/11/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω Εταιρείας Κ. Κ. και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "E. Α. Α. Ε. Ζ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μανούκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/9/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2063/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 369/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/2/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 28-2-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 369/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 2063/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 28-9-2012 αγωγή της αναιρεσείουσας ως αόριστη κατά την επικουρική της βάση από αδικοπραξία και καθόσον αφορά και στις δύο αναιρεσίβλητες (εφεσίβλητες-εναγόμενες) και κατ' ουσίαν ως προς τις λοιπές βάσεις αυτής, έκανε δεκτή την ως άνω έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση μόνο ως προς το μέρος αυτής που αφορά στην ένδικη αγωγή κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά την θεμελιούμενη στις διατάξεις περί αδικοπραξιών επικουρική της βάση, ακολούθως δε διακρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας κατά το μέρος αυτό την αγωγή, απέρριψε αυτήν. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται η αντίφαση των διατάξεων να εντοπίζεται στο διατακτικό αυτής, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Τυχόν ελλείψεις του διατακτικού συμπληρώνονται με το αιτιολογικό, αφού η απόφαση αποτελεί ενιαίο σύνολο. Αντίθετα, ο πιο πάνω λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης (ΑΠ 130/2020, ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 854/2019). Στην προκειμένη το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση όρισε στο διατακτικό της τα ακόλουθα: "Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό. Κρατεί και δικάζει κατά το μέρος αυτό την αγωγή.
Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος αυτό. Δέχεται την αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης που υποβλήθηκε με τις προτάσεις. Υποχρεώνει την εκκαλούσα-ενάγουσα να αποδώσει στην πρώτη εφεσίβλητη-πρώτη εναγομένη το ποσό των σαράντα χιλιάδων τετρακοσίων (40.400) ευρώ με το νόμιμο τόκο...". Ήδη δε με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει την προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την επίκληση ότι το διατακτικό της περιέχει αντιφατικές διατάξεις, αφού ένα μέρος της ένδικης αγωγής της δεν δικάστηκε και παρόλα αυτά η αγωγή απορρίφθηκε στο σύνολό της, οπότε έτσι εμποδίζεται η παραγωγή δεδικασμένου, που αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 730 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου, αφού δεν δημιουργείται δεδικασμένο, είναι εσφαλμένη η διάταξη στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης περί υποχρέωσής της να αποδώσει στην πρώτη αναιρεσίβλητη το αναφερόμενο ποσό που της είχε επιδικαστεί προσωρινά.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης που συμπληρώνει το διατακτικό της, με βάση το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης της αναιρεσείουσας κατ' άρθρ. 522 ΚΠολΔ εξέτασε την αγωγή ως προς όλες τις βάσεις της και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους αυτής (έφεσης) που αναφέρονταν στις λοιπές βάσεις της ένδικης αγωγής, πλην αυτής που αφορούσε στην επικουρική της βάση από αδικοπραξία και στρεφόταν κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία βάση της αγωγής και μόνο έκανε δεκτή την έφεση και στη συνέχεια προχώρησε στην εκδίκαση της αγωγής μόνο κατά το μέρος αυτό, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν αυτήν, χωρίς να δημιουργείται ουδεμία αντίφαση στο διατακτικό της εν λόγω απόφασης από τις ως άνω διατάξεις της.
ΙΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997 ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την παρ. 6 εδ.
α' του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Εξάλλου, η δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρ. 33§1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το σύνολο των διατάξεων του ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ' αρχάς δίκαιου υπό την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν δύνανται να περιορισθούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων παρά μόνο να διευρυνθούν.
Εκδηλώνεται έτσι για λόγους γενικότερου συμφέροντος η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, εφ' όσον στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει μάλιστα του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευθεί στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκούμενης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας (Ολ ΑΠ 14/2013).
Αντιθέτως, στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και δύνανται κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελευθέρως οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών δύναται να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.
Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις ειδικώς αναφέρονται στο ν. 2496/1997 και στις οποίες γίνεται ακριβώς παραπομπή με τη διάταξη του άρθρ. 33§1 του νόμου αυτού, υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητώς στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ' αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιορισθούν συμβατικώς, εκτός αν κάτι άλλο ειδικώς ορίζεται στο ν. 2496/1997.
Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρ. 7§6 του ίδιου νόμου, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού, που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και βασίμως δύναται να υποστηριχθεί ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν προς κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ' αρχάς απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών.
Συνεπώς, είναι δυνατό να συμφωνηθεί ασφαλιστική ρήτρα και στην επαγγελματική ασφάλιση κατά του κινδύνου κλοπής και άλλων συναφών κινδύνων, όπως είναι και ο κίνδυνος από κακόβουλες ενέργειες τρίτων, και ειδικότερα η λήψη ορισμένων προστατευτικών μέτρων ασφαλείας, προς αποτροπή της επέλευσής του ή τουλάχιστον μείωσης της ζημίας από το συγκεκριμένο κίνδυνο, η μη λήψη των οποίων στην περίπτωση επέλευσης της ασφαλιζόμενης περίπτωσης να απαλλάσσει τον ασφαλιστή από την καταβολή του ασφαλίσματος.
Τα προστατευτικά αυτά μέτρα ασφαλείας, τα οποία περιέχονται στους γενικούς ή ειδικούς όρους του ασφαλιστηρίου πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2496/1997, να εξατομικεύονται και να προσδιορίζονται με ακρίβεια, το ίδιο δε πρέπει να γίνεται και με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δέχεται στην περίπτωση επέλευσης του ασφαλιζομένου κινδύνου της κλοπής, ότι δεν τηρήθηκε από τον ασφαλισμένο το συγκεκριμένο μέτρο προστασίας, που απαλλάσσει τον ασφαλιστή από την καταβολή του ασφαλίσματος (Ολ ΑΠ 18/2015, Ολ ΑΠ 14/2013, ΑΠ 1808/2017, ΑΠ 346/2016, ΑΠ 1390/2012).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (Ολ ΑΠ 15/2007), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
Επίσης, εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ.7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ' αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών, δηλαδή χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας (ΑΠ 387/2020, ΑΠ 1060/2019, ΑΠ 788/2018, ΑΠ 1463/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, ΑΠ 403/2020, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό
λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες ή πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 6/2020, ΑΠ 648/2019, ΑΠ 383/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Κ.Κ.Α. ΑΕ" έχει ως κύριο αντικείμενο την εκμετάλλευση διαφόρων πηγών ενέργειας για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, το οποίο μεταπωλεί στη συνέχεια στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...." (...).
Στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, το έτος 2010, προέβη στην κατασκευή φωτοβολταϊκού σταθμού σε αγροτεμάχιο που βρίσκεται στην περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος ... του Ν..., στη θέση "...". Η χρηματοδότηση του έργου έγινε με δάνειο που έλαβε η ενάγουσα από την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τ.
Π. ΑΕ". Ειδικότερα, στις 27-5-2010, η ενάγουσα συνήψε με τη συγκεκριμένη τράπεζα, στο υποκατάστημά της στην ... τη σύμβαση με αρ. ..., με την οποία της χορηγήθηκε δάνειο ποσού 119.000 ευρώ. Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε να εκταμιευτεί σταδιακά....Η σύμβαση προέβλεπε περίοδο χάριτος 6 μηνών, εξόφληση του δανείου σε 38 συνεχείς τριμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, η πρώτη από τις οποίες θα καταβαλλόταν τρεις μήνες μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος και τελικό χρόνο εξόφλησης το έτος 2020.
Προς εξασφάλιση της εξόφλησης του χρέους από τη δανειακή σύμβαση, καταρτίστηκε την ίδια ημέρα μεταξύ της ενάγουσας και της τράπεζας σύμβαση, με την οποία η ενάγουσα συνέστησε υπέρ της τράπεζας εμπράγματο δικαίωμα ενεχύρου επί κάθε υφιστάμενης και μελλοντικής απαίτησής της κατά της εταιρείας "...", απορρέουσας από την πώληση στην τελευταία της παραγόμενης στον ως άνω φωτοβολταϊκό σταθμό ηλεκτρικής ενέργειας, σε εκτέλεση της μεταξύ τους σύμβασης με αρ. .../11-5-2010.
Η ενεχύραση είχε ως συνέπεια την εκχώρηση της ενεχυραζόμενης απαίτησης στην τράπεζα, ανεξάρτητα από το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό του χρέους (όρος 4 της σύμβασης σύστασης ενεχύρου). Ειδικότερα, η ενάγουσα χορήγησε ανέκκλητη εντολή προς την τράπεζα να εισπράττει τις ενεχυραζόμενες απαιτήσεις σε οποιαδήποτε ποσά και αν ανέρχονταν και να τις συμψηφίζει με την οφειλή του δανείου, αφετέρου στην εταιρεία "..." να καταθέτει το τίμημα της πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας στο λογαριασμό με αρ. ...
που τηρούσε η ενάγουσα στο υποκατάστημα ... της "...". Πράγματι, ο σταθμός αποπερατώθηκε και τέθηκε σε λειτουργία το Νοέμβριο του 2010, ενώ μέχρι το διάστημα εκείνο είχε εκταμιευτεί το σύνολο του δανείου, το οποίο και αναλώθηκε στην κατασκευή του, σύμφωνα με το σκοπό της δανειακής σύμβασης. Αποδείχθηκε ακόμη ότι, αφού είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή του σταθμού, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, Κ.
Κ., απευθύνθηκε στον διευθυντή του υποκαταστήματος της "Τ. Π." στην ..., Π. Ο., ο οποίος είχε εκπροσωπήσει την άνω τραπεζική εταιρία και στην κατάρτιση της δανειακής σύμβασης και εν προκειμένω ενεργούσε για λογαριασμό της παρέχουσας υπηρεσίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." και του πρότεινε υπό την τελευταία του ιδιότητα [του προστηθέντος υπαλλήλου της ασφαλιστικής διαμεσολαβήτριας] λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης για την ασφάλιση της λειτουργίας του φωτοβολταϊκού πάρκου στην πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία.
Κατόπιν της ενημέρωσης που είχε η ενάγουσα υπέβαλε δια του νόμιμου εκπροσώπου της προς την εναγόμενη την από 25.11.2010 αίτηση ασφάλισης με αρ. .../25-11-2010, με την οποία της πρότεινε τη σύναψη ασφάλισης γενικά της λειτουργίας του φωτοβολταϊκού σταθμού, προκειμένου να καλυφθεί τυχόν ζημία εξαιτίας απώλειας κερδών και βλάβης/απώλειας του εξοπλισμού.
Στην αίτηση αναφέρονται ξεχωριστά τα μέτρα προστασίας που θα λάμβανε η ενάγουσα, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος κλοπής και τα οποία συνίσταντο στην τοποθέτηση συστήματος συναγερμού με αισθητήρες κίνησης υπερύθρων με σύνδεση και καμερών καταγραφής και συναγερμού με μαγνητικά πεδία με σύνδεση και κέντρο λήψης σημάτων.
Επίσης, αναφέρονται οι προϋποθέσεις γενικά της ασφαλιστικής κάλυψης που συνίσταντο σε: α) ύπαρξη ολοκληρωμένου συστήματος αντικεραυνικής προστασίας (π.χ. γειώσεις ηλιοστατών, αντικεραυνικός κλωβός για τους οικίσκους φύλαξης οργάνων, προστασία αντιστροφέων, αντικεραυνικά στοιχεία, θωράκιση καλωδιώσεων), β) φύλαξη του εξοπλισμού (πλην των φωτοβολταϊκών πλαισίων) σε στεγασμένο χώρο και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, ο ασφαλισμένος εξοπλισμός που βρίσκεται στο ύπαιθρο θα πρέπει να διαθέτει τις αντίστοιχες προδιαγραφές απρόσκοπτης λειτουργίας και προστασίας του από τους καλυπτόμενους κινδύνους σε εξωτερικές συνθήκες κατά τα οριζόμενα από τον κατασκευαστή, γ) ύπαρξη περίφραξης τουλάχιστον δύο μέτρων με συρματόπλεγμα ή ύπαρξη μάντρας, δ) ύπαρξη συστήματος συναγερμού με αισθητήρες κίνησης υπερύθρων συνδεδεμένου με κέντρο λήψης σημάτων ή καμερών καταγραφής και συστήματος συναγερμού με μαγνητικά κύματα συνδεδεμένου με κέντρο λήψης σημάτων, σε αντίθετη δε περίπτωση απαραίτητη είναι η φύλαξη επί 24ώρου βάσεως, ε) τακτικός καθαρισμός όλης της περιοχής γύρω από την εγκατάσταση από βλάστηση, στ) έλεγχος και συντήρηση των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων ανά εξάμηνο (έλεγχος διακοπτών, συσφίξεων, αυτοματισμών κλπ) σύμφωνα με τις προδιαγραφές του κατασκευαστή, τα οποία θα βεβαιώνονται ενυπόγραφα από τον τεχνικό.
Η υπογράφουσα την αίτηση ενάγουσα δηλώνει και βεβαιώνει υπεύθυνα ότι όλα τα ανωτέρω στοιχεία είναι αληθή και αποδέχεται ότι η υποβολή της αίτησης δεν δεσμεύει την ασφαλιστική εταιρία, η οποία είναι ελεύθερη να την αποδεχθεί, να την απορρίψει ή να την δεχθεί με τροποποίηση. Ακολούθως, καταρτίσθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αρ. ..., με το οποίο η εναγομένη ανέλαβε απέναντι στην ενάγουσα να ασφαλίσει για την περίοδο από 26-11-2010 έως 26-11-2011 τον φωτοβολταϊκό σταθμό και ειδικότερα να καλύψει την περιουσιακή ζημία της ενάγουσας μέχρι του ποσού των 564.000 ευρώ για βλάβη ή απώλεια του εξοπλισμού και μέχρι του ποσού των 56.756 ευρώ για απώλεια κερδών σε περίπτωση φωτιάς, φωτιάς από κεραυνό, έκρηξης συσκευών και εγκαταστάσεων, πτώσης αεροσκαφών, βραχυκυκλώματος από εστία φωτιάς, ευρείας έκρηξης, φωτιάς από δάσος, πλημμύρας - θύελλας - καταιγίδας - χιονιού - βάρος χιονιού - χαλαζιού - παγετού, καθίζησης και/ή ύψωσης και/ή κατολίσθησης εδάφους, κακόβουλων ενεργειών, σεισμού και/ή φωτιάς συνεπείας σεισμού, κλοπής με κακόβουλη βλάβη του κλέπτη, καθώς και την αστική ευθύνη της ενάγουσας συνεπεία επέλευσης των ασφαλιζόμενων κινδύνων.
Στην έννοια των κακόβουλων ενεργειών περιλαμβάνονταν οι ηθελημένες πράξεις οποιουδήποτε προσώπου, τρίτου προς την ενάγουσα, εκτός των τρομοκρατικών ενεργειών, που διαπράττονται είτε κατά τη διάρκεια διατάραξης της δημόσιας τάξης, στάσεων, απεργιών, οχλαγωγιών, πολιτικών ταραχών είτε μεμονωμένα με σκοπό τον βανδαλισμό ή τη δολιοφθορά.
Σύμφωνα με τον όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, που αναγράφεται στη σελίδα 3, υπό τον τίτλο "ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΙΣΧΥΟΣ ΤΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ", ως προϋπόθεση για την κάλυψη εκ μέρους της πρώτης εναγομένης όλων των παραπάνω αναφερομένων ασφαλιζομένων κινδύνων, συνομολογήθηκε μεταξύ των μερών η λήψη εκ μέρους της ενάγουσας των ακόλουθων μέτρων προστασίας:
α) η ύπαρξη ολοκληρωμένου συστήματος αντικεραυνικής προστασίας (π.χ. γειώσεις ηλιοστατών, αντικεραυνικός κλωβός για τους οικίσκους φύλαξης οργάνων, προστασία αντιστροφέων, αντικεραυνικά στοιχεία, θωράκιση καλωδιώσεων) για εγκαταστάσεις που βρίσκονται στο ύπαιθρο, σε στέγες κτιρίων εκτός πόλεων και σε στέγες κτιρίων άνω των 7 ορόφων εντός πόλεων, β) η φύλαξη του εξοπλισμού (πλην των φωτοβολταϊκών πλαισίων) σε στεγασμένο χώρο και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, ο ασφαλισμένος εξοπλισμός που βρίσκεται στο ύπαιθρο θα πρέπει να διαθέτει τις αντίστοιχες προδιαγραφές απρόσκοπτης λειτουργίας και προστασίας του από τους καλυπτόμενους κινδύνους σε εξωτερικές συνθήκες κατά τα οριζόμενα από τον κατασκευαστή, γ) η ύπαρξη περίφραξης τουλάχιστον δύο μέτρων με συρματόπλεγμα ή η ύπαρξη μάντρας για εγκαταστάσεις που βρίσκονται στο ύπαιθρο ή σε στέγες κτιρίων όταν δεν υπάρχουν όμορα κτίσματα, δ) η ύπαρξη συστήματος συναγερμού με αισθητήρες κίνησης υπερύθρων συνδεδεμένου με κέντρο λήψης σημάτων ή καμερών καταγραφής και συστήματος συναγερμού με μαγνητικά κύματα συνδεδεμένου με κέντρο λήψης σημάτων ή συστήματος συναγερμού που παγιδεύει όλες τις εισόδους με μαγνητικές επαφές συνδεδεμένου με κέντρο λήψης σημάτων.
Σε αντίθετη περίπτωση απαραίτητη είναι η φύλαξη επί 24ώρου βάσεως, ε) Ο τακτικός καθαρισμός όλης της περιοχής γύρω από την εγκατάσταση από βλάστηση στην περίπτωση που αυτή βρίσκεται στο ύπαιθρο, στ) ο έλεγχος και η συντήρηση των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων ανά εξάμηνο (έλεγχος διακοπτών, συσφίξεων, αυτοματισμών κλπ) σύμφωνα με τις προδιαγραφές του κατασκευαστή, τα οποία θα βεβαιώνονται ενυπόγραφα από τον τεχνικό.
Σε περίπτωση που η εγκατάσταση βρίσκεται σε στέγη κτιρίου Α] θα πρέπει αυτή να είναι κλειδωμένη, να μην υπάρχει πρόσβαση και να μην επιτρέπεται η κοινή χρήση του χώρου στους ενοίκους του κτιρίου. Β] οι προδιαγραφές κατασκευής της στέγης να επιτρέπουν την εγκατάσταση των panels, Γ] θα πρέπει να υπάρχει άδεια λειτουργία της επιχείρησης καθώς και πιστοποιητικό πυρασφάλειας από την πυροσβεστική υπηρεσία.
Στο προσαρτημένο στη σύμβαση παράρτημα με τίτλο "ΕΙΔΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΚΑΛΥΨΕΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗΡΙΟΥ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ" αναφέρονται τα ακόλουθα στο εισαγωγικό μέρος αυτών: "Ρητά συμφωνείται ότι οι παρακάτω πρόσθετες καλύψεις ισχύουν σύμφωνα με τους γενικούς όρους, τους ορισμούς και τις γενικές εξαιρέσεις που αναγράφονται σε αυτούς, στο μέτρο που δεν τροποποιούνται με τους παρακάτω ειδικούς όρους, καθώς και τις ειδικές συμφωνίες, εάν υπάρχουν, που αποτελούν ένα ενιαίο και αναπόσπαστο σύνολο με την ασφαλιστική σύμβαση".
Επίσης, στον ειδικό όρο με αρ. 7 που αφορά στις ζημίες από κακόβουλες ενέργειες [σελ. 7 των ειδικών όρων] προβλέπεται πως η εναγομένη δεν θα καταβάλει αποζημίωση όταν οι ενέργειες γίνουν κατά τη διάρκεια κλοπής ή ληστείας ή απόπειρας διάπραξης αυτών ή με σκοπό τη διάπραξη αυτών, αν το ασφαλισμένο περιεχόμενο βρίσκεται σε κτίριο ή είναι κτίριο που παρέμεινε ακατοίκητο ή δεν χρησιμοποιήθηκε για περισσότερες από 90 συνεχόμενες ημέρες, αν πρόκειται για επιφανειακή ζημία προκληθείσα από αφισοκόλληση, βαφή ή γραφή συνθημάτων ή για ζημίες που προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από την απώλεια, μεταβολή, μετατροπή ή βλάβη.
Επίσης, στη σελίδα 13 των ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου, στο άρθρο 16, επαναλαμβάνονται οι προϋποθέσεις ισχύος της κάλυψης, χωρίς διάκριση των ασφαλιζόμενων κινδύνων, με όμοιο περιεχόμενο όπως στη σελίδα 3 του ασφαλιστηρίου. Τέλος, στο παράρτημα των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου στον όρο 3 αναφέρεται ότι το ασφαλιστήριο είναι δυνατό να τροποποιηθεί μετά από αίτηση του λήπτη της ασφάλισης.
Η τροποποίηση έχει ισχύ μόνο μετά την αποδοχή της από την εταιρία με την έκδοση ανάλογης πρόσθετης πράξης. Το ασφάλιστρο ορίστηκε ετησίως στο ποσό των 1.615 €, το οποίο και καταβλήθηκε από την ενάγουσα. Μετά τη λήξη ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης, η διάρκειά της παρατάθηκε για ένα ακόμη έτος με την έκδοση του ασφαλιστήριου συμβολαίου περιουσίας με αρ. ..., με το οποίο η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στην ενάγουσα ασφαλιστική κάλυψη του φωτοβολταϊκού σταθμού έναντι των ίδιων ως άνω κινδύνων, με τους ίδιους όρους για τα ίδια ως άνω ποσά και με το ίδιο ετήσιο ασφάλιστρο για την περίοδο από 26-11-2011 έως 26-11-2012.
Η ενάγουσα εξόφλησε το ετήσιο ασφάλιστρο ποσού 1.615 Ε. Την 1-2-2012 ο φωτοβολταϊκός σταθμός έπαψε να μεταδίδει στην έδρα της ενάγουσας σήμα, μέσω συστήματος καταγραφής της ημερήσιας παραγωγής ενέργειας, γεγονός που δεν προβλημάτισε τους νομίμους εκπροσώπους της ενάγουσας, ενόψει των δυσμενών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν τότε στην ευρύτερη περιοχή του Δ.Δ. ..., απέδωσαν δε αυτή τη διακοπή στη μετάδοση του σήματος σε βλάβη είτε των γραμμών του ΟΤΕ, είτε του δικτύου της ΔΕΗ.
Ωστόσο, όταν την 1-3-2012 ο Κ. Κ. και ο Κ. Κ., ηλεκτρολόγος - μηχανικός, μετέβησαν εκεί για τον εξαμηνιαίο έλεγχο και συντήρηση των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων, διαπίστωσαν ότι άγνωστοι είχαν καταστρέψει τμήμα της συρμάτινης περίφραξης και αφού εισήλθαν στον χώρο του σταθμού, παραβίασαν το μεταλλικό ερμάριο, στο οποίο ήταν εγκατεστημένος ο γενικός διακόπτης και έσπασαν το χειριστήριό του, ενώ με τη χρήση σφυριού και τσεκουριού προκάλεσαν φθορές στις πάνω επιφάνειες σε 160 panels και στον αισθητήρα έντασης της ηλιακής ακτινοβολίας και απέσπασαν τα καλώδια σε 10 panels, με αποτέλεσμα να προκληθεί βλάβη στα κυτία σύνδεσης.
Εξαιτίας των ζημιών αυτών είχε διακοπεί η λειτουργία του φωτοβολταϊκού σταθμού. Ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας προσήλθε αυθημερόν στο Α.Τ. ..., όπου υπέβαλε την από 1-3-2012 μηνυτήρια αναφορά της ενάγουσας προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών .... Την επόμενη ημέρα επικοινώνησε τηλεφωνικά με το υποκατάστημα της Τράπεζας ...
στην ... και ανακοίνωσε στην αρμόδια υπάλληλο, Α. Γ., τη διακοπή της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και την αιτία αυτής. Αμέσως, η υπάλληλος ενημέρωσε την υπεύθυνη του Τμήματος Ζημιών της εταιρείας "... Α.Ε.", Α. Μ., η οποία με τη σειρά της ανήγγειλε το περιστατικό στην εναγομένη. Με το από 12-3-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό η ενάγουσα ανέθεσε στην εταιρεία "Ν.
Π. Ε.Ε." την προμήθεια του εξοπλισμού και την εκτέλεση των εργασιών για την επαναλειτουργία του φωτοβολταϊκού σταθμού. Για την αντικατάσταση των 170 πλαισίων, του αισθητήρα μέτρησης της ηλιακής ακτινοβολίας και του διακόπτη ισχύος και την αποκατάσταση των συνδέσεων των παλαιών με τα νέα πλαίσια η ενάγουσα κατέβαλε στην ως άνω εταιρεία τη συμφωνημένη αμοιβή, ποσού 40.400 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, ποσού 9.292 € (βλ.
τιμολόγιο με αρ. 113/30-4-2012). Ο σταθμός τέθηκε εκ νέου σε λειτουργία στις 25-4-2012. Η πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, μετά την αναγγελία της ζημίας [στις 2.3.2012] ανέθεσε στην εταιρεία εμπειρογνωμόνων με την επωνυμία "... Ε.Ε." την εκτίμηση των ζημιών. Στις 7.3.2012 μετέβη στον σταθμό ο πραγματογνώμονας Σ. Σ., ο οποίος κατέγραψε τις ζημίες και την έκταση τους.
Ακολούθως, συνέταξε την έκθεσή του με αρ. ..., σύμφωνα με την οποία οι ζημιές που προκλήθηκαν αποδίδονται σε κακόβουλη ενέργεια τρίτων, το κόστος δε αποκατάστασης των βλαβών εκτιμήθηκε σε 40.800€ και τα απολεσθέντα κέρδη, εξαιτίας της διακοπής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας κατά το διάστημα από την 1-2-2012, οπότε για πρώτη φορά διακόπηκε η δυνατότητα επικοινωνίας με τη μονάδα, έως τις 25-4-2012, που ο σταθμός λειτούργησε εκ νέου, στο ποσό των 12.411,84€ (εκτιμώμενη απώλεια 27.581,86KWh Χ 0,45€KWh συμβατική τιμή πώλησης της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας).
Ο παραπάνω πραγματογνώμονας, στην άνω συνταχθείσα έκθεσή του, αναφέρει ότι, όπως διαπίστωσε κατά την αυτοψία, δεν είχαν τηρηθεί οι προϋποθέσεις ισχύος της ασφαλιστικής κάλυψης και μάλιστα η εγκατάσταση συστήματος συναγερμού συνδεδεμένου με κέντρο λήψης σημάτων ή η φύλαξη του σταθμού επί 24ώρου βάσεως.
Κατόπιν αυτών, η ενάγουσα ζήτησε από την εναγομένη να καταβάλει το συμφωνημένο ασφάλισμα για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας της, όμως εκείνη αρνήθηκε, επικαλούμενη την απαλλαγή της από την εν λόγω συμβατική της υποχρέωση, επειδή η ενάγουσα δεν είχε λάβει τα προβλεπόμενα στην ασφαλιστική σύμβαση προληπτικά μέτρα τοποθέτησης στον χώρο του σταθμού συστήματος συναγερμού και καμερών ή 24ωρης φύλαξης του σταθμού.
Τους ισχυρισμούς αυτούς επανέλαβε η εναγομένη με την από 12-7-2012 εξώδικη δήλωση, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα ως απάντηση στη δική της από 2-7-2012 εξώδικη όχληση για την καταβολή του ασφαλίσματος. Τον ισχυρισμό της αυτό, περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης, λόγω μη εκπλήρωσης του αναληφθέντος εκ μέρους της ενάγουσας - ασφαλιζόμενης ασφαλιστικού βάρους για λήψη των παραπάνω προληπτικών μέτρων προστασίας, πρότεινε η εναγομένη με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά νόμιμη ένσταση στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 6 εδ. α του ν. 2496/1997 και 361 του ΑΚ...Περαιτέρω, η ενάγουσα συνομολογεί ότι τα προληπτικά μέτρα προστασίας προς αποφυγή της ζημίας, όπως περιγράφονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, στη σελίδα 3 κάτω από τον τίτλο "προϋποθέσεις κάλυψης" υπό το στοιχ.
δ', δηλαδή η ύπαρξη συστήματος συναγερμού με αισθητήρες κίνησης υπερύθρων συνδεδεμένου με κέντρο λήψης σημάτων ή καμερών - καταγραφής και συστήματος συναγερμού με μαγνητικά κύματα συνδεδεμένου με κέντρο λήψης σημάτων ή συστήματος συναγερμού που παγιδεύει όλες τις εισόδους με μαγνητικές επαφές συνδεδεμένου με κέντρο λήψης σημάτων, άλλως η φύλαξη επί 24ώρου βάσεως, δεν είχαν ληφθεί εκ μέρους της στο ασφαλιζόμενο πάρκο, ισχυριζόμενη περαιτέρω, αφενός μεν ότι ο άνω πρoδιατυπωμένος στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο όρος συμφωνήθηκε να μην ισχύσει μεταξύ των συμβαλλομένων, αφετέρου δε, ότι δεν αφορούσε τον κίνδυνο των κακόβουλων ενεργειών αλλά μόνο τον κίνδυνο της κλοπής, επιπλέον ότι δεν ήταν δυνατή η λήψη των μέτρων αυτών, λόγω του σημείου όπου βρισκόταν το ακίνητο, γεγονός το οποίο γνώριζε η πρώτη εναγομένη.
Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της αυτούς, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Από το περιεχόμενο των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης που προεκτέθηκε παραπάνω, κατά την ερμηνεία των οποίων από το Δικαστήριο αναζητείται η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ), προκύπτει ότι η υποχρέωση της ενάγουσας-ασφαλιζόμενης να λάβει τα προληπτικά μέτρα προστασίας που περιγράφονται στη σελίδα 3 του ασφαλιστηρίου κάτω από τον τίτλο "προϋποθέσεις ισχύος της κάλυψης" αφορά όλους του ασφαλιζόμενους κινδύνους, μεταξύ των οποίων και τον κίνδυνο από κακόβουλες ενέργειες, καθιδρύονται δε, με τον όρο αυτό, περιπτώσεις συμβατικής απαλλαγής της πρώτης εφεσίβλητης από την υποχρέωσή της να εκπληρώσει την παροχή, δηλαδή να καταβάλει το ασφάλισμα μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, παρά το γεγονός ότι οι όροι αυτοί χαρακτηρίζονται στη σύμβαση ασφάλισης ως προϋποθέσεις υπό τις οποίες ισχύει η ασφάλιση αυτή.
Η κρίση εξάλλου ότι δεν αφορά η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων αποκλειστικά τον κίνδυνο της κλοπής, προκύπτει κατά την κρίση του Δικαστηρίου και από το γεγονός ότι στον όρο αυτό με τίτλο "προϋποθέσεις ισχύος της κάλυψης", δεν γίνεται αναφορά σε κάποιον συγκεκριμένα από τους ασφαλιζόμενους κινδύνους, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι αφορούν τα μέτρα αυτά όλους τους κινδύνους που ασφαλίζονται, επιπλέον, σε επόμενο όρο στη σελίδα 4 του ασφαλιστηρίου, υπό τον τίτλο "ΜΕΣΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΛΟΠΗΣ" αναφέρονται ξεχωριστά τα μέτρα που όφειλε να λάβει η ασφαλιζόμενη επιχείρηση κατά του κινδύνου κλοπής και μάλιστα η υποχρέωσή της για εγκατάσταση συναγερμού συνδεδεμένου με κέντρο λήψης σημάτων, σεκιούριτι-ρολών και πόρτας ασφαλείας.
Εξάλλου, ο όρος αυτός ουδέποτε τροποποιήθηκε ή καταργήθηκε με μεταγενέστερη πρόσθετη πράξη μεταξύ των μερών, η δε εναγομένη αρνείται κατηγορηματικά ότι υπήρξε τέτοια προφορική συμφωνία περί κατάργησής του. Ούτε άλλωστε αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης υπέβαλε αίτημα προς την εναγομένη για την τροποποίησή του ή την κατάργησή του.
Επομένως, εφόσον περιέχεται στο αντίγραφο της ασφαλιστικής σύμβασης, που αμφότεροι οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, δεσμεύεται η ενάγουσα συμβατικά από τον όρο αυτό. Σημειώνεται εξάλλου, ότι ο όρος αυτός περιέχεται και στην από 25.11.2010 πρόταση-αίτηση ασφάλισης που απηύθυνε η ενάγουσα προς την πρώτη εναγομένη μέσω της "...
ΑΕ" . Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του ν. 2496/1997 προκύπτει ότι για τη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως καθιερώνεται από το νόμο το έγγραφο ως αποδεικτικός τύπος και σε περίπτωση μη καταρτίσεως εγγράφου η ασφαλιστική σύμβαση δεν μπορεί να αποδειχθεί παρά μόνο με ομολογία, αποκλειομένων των μαρτύρων και των δικαστικών τεκμηρίων...
Τέλος, οι όροι αυτοί συνιστούν λόγους εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, οι οποίοι κρίνονται συμβατοί με το νόμο, σύμφωνα με τη μείζονα (νομική) σκέψη που προηγήθηκε, ενόψει του γεγονότος ότι στην προκείμενη περίπτωση αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα ενεργούσε στο πλαίσιο της σύμβασης για την ασφαλιστική κάλυψη έναντι επαγγελματικών κινδύνων.
Αποδείχθηκε επίσης, ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας και διευθύνων σύμβουλος αυτής, Κ. Κ., γνώριζε όλους τους γενικούς και ειδικούς όρους της μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστικής συμβάσεως, μεταξύ των οποίων και τον επίδικο όρο που αφορά τις προϋποθέσεις ισχύος της ασφαλιστικής κάλυψης, δεδομένου ότι αναφέρονται με σαφήνεια στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, επαναλαμβάνονται όπως προαναφέρθηκε σε περισσότερα του ενός σημεία, ενώ περιέχονται και στην αίτηση που υπέβαλε η ενάγουσα για τη σύναψη της σύμβασης.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι, ενώ η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα, στην περίπτωση που δεν θεωρούσε τη σύμβαση συμφέρουσα για την ίδια, να ζητήσει την τροποποίηση-βελτίωση τον όρων της, με την έκδοση πρόσθετης πράξεως ασφάλισης, οπότε θα μπορούσε να επεκταθεί η ασφαλιστική κάλυψη και για ζημίες, που οφείλονται στις προαναφερόμενες αιτίες [κακόβουλες ενέργειες τρίτων], περιορίζοντας τις περιπτώσεις απαλλαγής με την καταβολή επιπλέον ασφαλίστρων, ουδέποτε το έπραξε.
Η ενάγουσα εξάλλου είχε εγκαταστήσει τέτοια φωτοβολταϊκά πάρκα και σε άλλες περιοχές και μάλιστα στο γειτονικό χωριό ..., όπως ρητά κατέθεσε η μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια της ιδίας, Ε. Λ., σύζυγος του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, Κ. Κ., και επομένως ο εκπρόσωπός της είχε την επαγγελματική εμπειρία, εφόσον κάποιοι όροι δεν ήταν επαγγελματικά συμφέροντες για την εταιρία του, να ζητήσει την τροποποίησή τους.
Περαιτέρω, αναφορικά με τη δυνατότητα λήψης των άνω προληπτικών μέτρων προστασίας του ασφαλιζόμενου κινδύνου αποδείχθηκε, ότι το ακίνητο, εντός του οποίου λειτουργεί ο φωτοβολταϊκός σταθμός, βρίσκεται σε απόσταση 500 περίπου μέτρων από το χωριό ... και σε απόσταση 10 χιλιομέτρων από τις ... του νομού ... και 17 χιλιόμετρα από την ....
Το ακίνητο αυτό δεν βρίσκεται σε δύσβατη και απρόσιτη περιοχή όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αφού έχει πρόσβαση μέσω χωμάτινης οδού μήκους 100 περίπου μέτρων με κεντρική επαρχιακή οδό. Επίσης, ήταν δυνατή η εγκατάσταση συναγερμού συνδεδεμένου με κέντρο λήψης σημάτων, όπως τούτο προκύπτει κυρίως από το γεγονός ότι ήδη, από τη λειτουργία του [το Νοέμβριο του 2010], είχε συνδεθεί μέσω του ΟΤΕ με την έδρα της ενάγουσας και μετέδιδε σήμα καταγραφής της ημερήσιας παραγωγής ρεύματος, το οποίο σταμάτησε να εκπέμπει την ημέρα που έλαβε χώρα η δολιοφθορά [βλ.
σελ. 5 της αγωγής]. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με το από 20-8-2012 έγγραφο του Τεχνικού Τμήματος της εταιρείας "… Α.Ε." που προσκομίζει η ενάγουσα βεβαιώνεται ότι η σύνδεση ADSL είναι δυνατή, απλά ότι δεν μπορεί εκ των προτέρων να διασφαλιστεί η αδιάλειπτη μεταφορά εικόνας από τις κάμερες ασφαλείας. Επίσης στην από 31-8-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ.
Κ., μηχανολόγου-υπομηχανικού, που συντάχθηκε με βάση αποκλειστικά έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του, ο τελευταίος δεν αποκλείει τη δυνατότητα εγκατάστασης συναγερμού με ασύρματη σύνδεση μέσω συστήματος GSM, αλλά ισχυρίζεται ότι λόγω της απόστασης από κατοικημένη περιοχή δεν θα μπορούσε να εξασφαλιστεί η έγκαιρη παρέμβαση κάποιου.
Αντιθέτως, ο μάρτυρας Σ. Σ., μηχανικός που εξετάστηκε με επιμέλεια της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και ο οποίος συνέταξε και σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης μετά από αυτοψία στο χώρο, κατέθεσε ότι είναι δυνατή η εγκατάσταση συναγερμού που θα μεταδίδει σήμα λειτουργώντας είτε με δίκτυο σταθερής, είτε κινητής τηλεφωνίας, είτε μέσω δορυφορικής σύνδεσης, αντί εύλογης δαπάνης που κυμαίνεται ανάλογα με το είδος της σύνδεσης και της μετάδοσης μόνο σήματος ή και εικόνας.
Τεχνικά εφικτή επίσης, αλλά οπωσδήποτε οικονομικά ασύμφορη ήταν και η εναλλακτικά παρεχόμενη δυνατότητα για 24ωρη φύλαξη του πάρκου. Επικουρικά , ισχυρίζεται η ενάγουσα-εκκαλούσα ότι, ο όρος αυτός είναι γενικός όρος των συναλλαγών, έχει προδιατυπωθεί για αόριστο αριθμό ασφαλιστικών συμβάσεων και είναι άκυρος ως καταχρηστικός, διότι κατά παράβαση των διατάξεων του άρ. 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994, περιορίζει υπέρμετρα την ευθύνη της προμηθεύτριας ασφαλιστικής εταιρίας και έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή.
Η ενάγουσα θεωρείται εν προκειμένω ως καταναλωτής κατά την έννοια του νόμου 2251/1994, παρά το γεγονός ότι ενήργησε την ασφάλιση για την ικανοποίηση των επαγγελματικών της αναγκών, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του αντίθετου ισχυρισμού της πρώτης εναγομένης, διότι καταναλωτής θεωρείται και ο λήπτης της ασφάλισης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, έστω και αν ενεργεί την ασφάλιση για την ικανοποίηση των επαγγελματικών του αναγκών, αρκεί να είναι ο τελικός αποδέκτης του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, εφόσον δηλαδή είναι αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει περαιτέρω σε τρίτους....
Περαιτέρω όμως, ο επίδικος όρος δεν αποτελεί γενικό όρο συναλλαγών (ΓΟΣ) κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 2251/1994, δηλαδή ασφαλιστικό όρο προδιατυπωμένο και καθορισμένο εκ των προτέρων από τον ασφαλιστή κατά τρόπο γενικό και ενιαίο, με σκοπό να αποτελέσει το ομοιόμορφο περιεχόμενο ενός αόριστου αριθμού παρόμοιων συμβάσεων με άλλα πρόσωπα.
Η ρήτρα αυτή δεν αναφέρεται σε κάποιο ομοιόμορφο και προς χρήση για αόριστο αριθμό άλλων συμβάσεων ζήτημα, αλλά σε ένα από τα εξατομικευμένα στοιχεία της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, που είναι οι προϋποθέσεις ισχύος της παρεχόμενης ασφαλιστικής κάλυψης, τα μέτρα που όφειλε να λάβει η ασφαλιζόμενη επιχείρηση με βάση τη φύση του ασφαλιζόμενου αντικειμένου και τους ασφαλιζόμενους κινδύνους και αντίστοιχα οι περιπτώσεις απαλλαγής από την ευθύνη της ασφαλιστικής επιχείρησης, στοιχεία τα οποία συνδέονται με το κύριο αντικείμενο της σύμβασης και τη σχέση μεταξύ παροχής και αντιπαροχής με βάση την οποία προσδιορίζεται το ασφάλιστρο, αποτελούν το σύνηθες αντικείμενο διαπραγμάτευσης και αποτέλεσαν αντικείμενο τέτοιας διαπραγμάτευσης, αφού όπως προεκτέθηκε ο όρος αυτός υπήρχε και στην πρόταση που κατέθεσε η ίδια η ενάγουσα προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία για την κατάρτιση της σύμβασης.
Επομένως, δεν υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2521/1994. Σε κάθε περίπτωση, ο όρος αυτός είναι διατυπωμένος με σαφήνεια, έγινε αντιληπτός από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας που είχε σχετική επαγγελματική εμπειρία προς τούτο και ουδέποτε ζητήθηκε η τροποποίηση ή κατάργησή του.
Επομένως, για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, η αναγραφή του ως άνω επίδικου όρου στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ότι συνιστά υπέρμετρη δέσμευση της εκκαλούσας ή εκμετάλλευσή της ούτε περιορίζει υπέρμετρα την ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας, αφού ουδόλως αποδείχθηκε κάτι τέτοιο από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο και ο σχετικός όρος δεν είναι άκυρος ως καταχρηστικός.
Για το λόγο αυτό, στην υπό κρίση περίπτωση, μολονότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση και η πρόκληση ζημίας στο πάρκο από κακόβουλες ενέργειες τρίτων προσώπων, δεν γεννήθηκε η αξίωση για την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης και δεν υποχρεούται η πρώτη εναγομένη στην καταβολή του ασφαλίσματος, δεκτού γενομένου του ισχυρισμού της περί απαλλαγής της λόγω μη τήρησης εκ μέρους της ενάγουσας των προληπτικών μέτρων προστασίας, που αποτέλεσαν προϋπόθεση για την ισχύ της ασφαλιστικής κάλυψης, και είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της, με την οποία η ενάγουσα ζητά να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία να της καταβάλει το ασφάλισμα ποσού 52.811,84 ευρώ με βάση την ισχυρή και έγκυρη σύμβαση ασφάλισης, άλλως, κατά την πρώτη επικουρική βάση, λόγω ακυρότητας ως καταχρηστικού του άνω όρου περί εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη.
Αναφορικά εξάλλου με την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, κατά το μέρος που η ενάγουσα επικαλείται την αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, διότι, κατά τους αγωγικούς της ισχυρισμούς, μολονότι γνώριζε ότι η ασφαλιζόμενη επιχείρηση δεν είχε συμμορφωθεί με την υποχρέωσή της για λήψη των άνω μέτρων, δεν την ενημέρωσε κατά την ανανέωση της σύμβασης και την είσπραξη των ασφαλίστρων ότι δεν ισχύει η ασφαλιστική κάλυψη, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ενημερώθηκε από τους εκπροσώπους της ενάγουσας ή από οποιονδήποτε άλλο σχετικά με την μη τήρηση εκ μέρους της ενάγουσας των μέτρων προστασίας, που είχαν τεθεί ως προϋπόθεση ισχύος της ασφαλιστικής κάλυψης στο εν λόγω πάρκο.
Για πρώτη φορά επισκέφθηκε το πάρκο για λογαριασμό της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, στις 7.3.2012, ο Σ. Σ., προσληφθείς πραγματογνώμονας για την εκτίμηση της ζημίας, μετά την αναγγελία επέλευσης του κινδύνου, μαζί με το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Κ. Κ., από τον οποίο και πληροφορήθηκε επίσης για πρώτη φορά ότι δεν υπήρχε κάποιο σύστημα συναγερμού ή άλλο μέτρο φύλαξης, κατά παράβαση των οριζομένων στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο [βλ.
σελ. 59 των πρακτικών της εκκαλουμένης]. Μέχρι τότε δεν είχε πραγματοποιηθεί κάποια αυτοψία στο χώρο εκ μέρους της ενάγουσας, ούτε πριν, αλλά ούτε και μετά την κατάρτιση της σύμβασης και η πεποίθηση των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ήταν ότι η ενάγουσα είχε συμμορφωθεί πλήρως με τις υποχρεώσεις της όπως αυτές με σαφήνεια ορίζονται στο ασφαλιστήριο.
Συνακόλουθα, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή και κατά την επικουρική της βάση από την αδικοπραξία....Το πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση αυτής [από τη σύμβαση ασφάλισης], την επικουρική περί ακυρότητας ως καταχρηστικού του επίδικου συμβατικού όρου και την επίσης επικουρική της αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, με παρόμοιες εν μέρει αν και ελλιπέστερες αιτιολογίες, που συμπληρώνονται με τις αιτιολογίες της παρούσας, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης έφεσης...
Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να γένει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ένδικη αγωγή κατά της πρώτης εναγομένης κατά την θεμελιούμενη στις διατάξεις περί αδικοπραξιών επικουρική της βάση, και αφού κρατηθεί η υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση, κατά το μέρος αυτό από το παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αγωγή".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων του ν. 2496/1997, ενώ δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. 2251/1994, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, καθ' όσον αφορά στην επικαλούμενη κύρια βάση της αγωγής από ενδοσυμβατική ευθύνη, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για την απαλλαγή της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλίστριας από την υποχρέωσή της προς καταβολή του αιτούμενου ασφαλίσματος, λόγω μη τήρησης εκ μέρους της αναιρεσείουσας λήπτριας της ασφάλισης (αντισυμβαλλομένης της) του αναφερόμενου προληπτικού μέτρου προστασίας και συγκεκριμένα εγκατάστασης συναγερμού συνδεδεμένου με κέντρο λήψης σημάτων, που αποτελούσε προϋπόθεση και όρο για την ισχύ της ένδικης ασφαλιστικής κάλυψης του αναφερόμενου φωτοβολταϊκού πάρκου, που βρίσκεται σε υπαίθριο περιφραμένο χώρο στη θέση "... ..." στο δημοτικό διαμέρισμα ...
του Ν.... Επιπλέον, αναφέρεται ότι ο ως άνω όρος της ασφαλιστικής σύμβασης, ο οποίος αφορούσε σε όλους τους προβλεπόμενους ασφαλιστικούς κινδύνους, μεταξύ των οποίων και τον επίδικο από κακόβουλες ενέργειες τρίτων, ουδέποτε τροποποιήθηκε ή καταργήθηκε με μεταγενέστερη πρόσθετη πράξη μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.
Ακόμη εκτίθεται ότι για τους ειδικότερα αναφερόμενους λόγους ήταν εφικτή στη συγκεκριμένη περίπτωση η τήρηση του ως άνω όρου με την εγκατάσταση στο πιο πάνω ακίνητο συναγερμού συνδεδεμένου με κέντρο λήψης σημάτων. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, ενόψει της ως άνω γενόμενης δεκτής δυνατότητας, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί μη ισχύος του σχετικού όρου της ασφαλιστικής σύμβασης κατ' άρθρ. 281, 288 ΑΚ, λόγω καταχρηστικότητας τούτου για την αιτία αυτή, της μη δυνατότητας δηλαδή τήρησής του.
Περαιτέρω, ως προς τον επικουρικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο ως άνω όρος είναι γενικός όρος των συναλλαγών και ότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός, διότι κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994 περιορίζει υπέρμετρα την ευθύνη της προμηθεύτριας ασφαλιστικής εταιρείας, το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς τη σχετική απορριπτική διάταξη δέχεται, εκτός από το ότι ο επίδικος όρος δεν αποτελεί γενικό όρο των συναλλαγών, αυτός είναι διατυπωμένος με σαφήνεια, έγινε αντιληπτός από το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας που είχε σχετική επαγγελματική εμπειρία προς τούτο και ουδέποτε ζητήθηκε η κατάργησή της, με συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη και του συνόλου των ως άνω εκτιθέμενων ειδικών περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, αυτός (όρος) να μην συνιστά υπέρμετρη δέσμευση της αναιρεσείουσας, ούτε να περιορίζει υπέρμετρα την ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ένατος και δέκατος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Επίσης, ο ένατος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ως προς την πρώτη αιτιολογία της για το ότι ο ως άνω όρος δεν αποτελούσε γενικό όρο συναλλαγών, είναι πλέον αλυσιτελής, εφόσον κατά τα ως άνω δεν πλήττεται επιτυχώς η προπαρατιθέμενη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της απόφασης ότι ο επίδικος όρος δεν είναι άκυρος ως καταχρηστικός, η οποία αιτιολογία (δεύτερη) στηρίζει κατά τα ως άνω αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 382/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και επιπλέον ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τις διατάξεις που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι, καθ' όσον αφορά στην επικαλούμενη κύρια βάση της αγωγής από ενδοσυμβατική ευθύνη, συνέτρεχαν όλες οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για την απαλλαγή της πρώτης αναιρεσίβλητης ασφαλίστριας από την υποχρέωσή της προς καταβολή του αιτούμενου ασφαλίσματος, λόγω μη τήρησης εκ μέρους της αναιρεσείουσας λήπτριας της ασφάλισης του αναφερόμενου προληπτικού μέτρου προστασίας και συγκεκριμένα εγκατάστασης συναγερμού συνδεδεμένου με κέντρο λήψης σημάτων, που αποτελούσε προϋπόθεση και όρο για την ισχύ της ασφαλιστικής κάλυψης, ενώ ουδεμία αντίφαση υφίσταται στις παραδοχές της ως προς το εν λόγω ζήτημα.
Ειδικότερα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφέρεται ότι από το περιεχόμενο των όρων της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, κατά την ερμηνεία αυτών από το δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκύπτει ότι η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να λάβει τα αναφερόμενα προληπτικά μέτρα προστασίας, αφορούσε όλους τους ασφαλιζόμενους κινδύνους, μεταξύ των οποίων και τον κίνδυνο από κακόβουλες ενέργειες τρίτων.
Επίσης, καθόσον αφορά στην παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "αποδείχθηκε ότι, ενώ η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα, στην περίπτωση που δεν θεωρούσε τη σύμβαση συμφέρουσα για την ίδια, να ζητήσει την τροποποίηση-βελτίωση των όρων της, με την έκδοση πρόσθετης πράξης ασφάλισης, οπότε θα μπορούσε να επεκταθεί η ασφαλιστική κάλυψη και για ζημίες, που οφείλονται στις προαναφερόμενες αιτίες (κακόβουλες ενέργειες τρίτων), περιορίζοντας τις περιπτώσεις απαλλαγής με την καταβολή επιπλέον ασφαλίστρων, ουδέποτε το έπραξε", πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υφίσταται αντίθεση αυτής με τις λοιπές αιτιολογίες ως προς το εν λόγω ζήτημα, δεδομένου ότι από το σύνολο των παραδοχών συνάγεται ότι η χρήση της λέξης "επεκταθεί" γίνεται προφανώς υπό την έννοια του "τροποποιηθεί".
Τούτο δε διότι, εφόσον γίνεται δεκτό ότι θα μπορούσαν να περιοριστούν με σχετική συμφωνία οι περιπτώσεις απαλλαγής με καταβολή επιπλέον ασφαλίστρων, σαφώς νοείται η τροποποίηση και όχι επέκταση της σύμβασης ασφάλισης. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του, τέταρτος, πέμπτος κατά το τρίτο σκέλος του, έκτος και όγδοος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
V. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την πιο πάνω έννοια, οι νομικοί ισχυρισμοί και τα νομικά επιχειρήματα που αφορούν στην εφαρμογή και ερμηνεία των κανόνων δικαίου και γενικότερα στην ορθή ερμηνεία του νόμου και τους οποίους προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα.
Έτσι, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτήν πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επιδίκου δικαιώματος και προσδίδει στην προβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ώστε να δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 807/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 701/2008).
Περαιτέρω, ο λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 914/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής από αδικοπραξία και ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη (δεύτερη εφεσίβλητη-δεύτερη εναγομένη) δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά το μέρος όμως που η αγωγή στρέφεται κατά της δεύτερης εναγομένης τραπεζικής εταιρίας, η ευθύνη της οποίας επιχειρείται να θεμελιωθεί με την επικουρική αυτή βάση της αγωγής αποκλειστικά στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι δεν δημιουργείται υποχρέωση αυτής από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του ΑΚ, αλλά ούτε και από τις διατάξεις του ν. 2251/1994 περί προστασίας του καταναλωτή, να ενημερώσει την ενάγουσα ότι δεν ισχύει η καταρτισθείσα μεταξύ της τελευταίας και της πρώτης εναγομένης ασφαλιστική σύμβαση, καθόσον η ενοχική αυτή σχέση είναι ξένη προς τη δεύτερη εναγομένη, ενώ, μόνο από το γεγονός ότι η β' εναγομένη χορήγησε δάνειο για τη δημιουργία του φωτοβολταϊκού πάρκου, δεν ιδρύεται υποχρέωση της Τράπεζας να προστατεύει τα συμφέροντα των πελατών της, ενημερώνοντας αυτούς και για άλλες συμβάσεις στις οποίες δεν μετέχει ως συμβαλλόμενο μέρος.
Έτσι, η παράλειψη της Τράπεζας να ενεργήσει όσα είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη των οικονομικών συμφερόντων της ενάγουσας, αναφορικά με άλλες συμβάσεις που κατήρτισε αυτή με τρίτα πρόσωπα και εν προκειμένω με την πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, δεν συνιστά παράλειψη οφειλόμενης κατά την καλή πίστη ενέργειας, ούτε αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ και δεν παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το μέρος αυτό, έστω και με ελλιπή εν μέρει αιτιολογία, που συμπληρώνεται ήδη με τις αιτιολογίες της παρούσας αγωγής, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα - ενάγουσα με τον τρίτο λόγο της έφεσης, κατά το σκέλος που αφορά την απόρριψη της αγωγής ως προς την δεύτερη εναγομένη, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Θα πρέπει εξάλλου, να αναφερθεί ότι, κατά το μέρος που με τον ίδιο λόγο εφέσεως πλήττεται και η επάλληλη αιτιολογία της εκκαλουμένης περί απορρίψεως της αγωγής ως προς την δεύτερη εναγομένη ως αόριστης, ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, διότι στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την έφεση δε πλήσσονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας δεν τελεσφορεί, οι λοιποί λόγοι που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς".'Ηδη η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθ. 8, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά στην απόρριψη της αγωγής ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη (δεύτερη εναγομένη) και ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από αδικοπραξία, προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες και ως εκ τούτου στερείται νόμιμης βάσης, ενώ περιέχει και τις αναφερόμενες αντιφατικές διατάξεις στο αιτιολογικό της.
Επίσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το σχετικό λόγο έφεσής της με τον οποίο παραπονείτο για τη μη λήψη υπόψη των θεμελιωτικών της αγωγής της περιστατικών που αφορούσαν στη βάση αυτή της αγωγής (από αδικοπραξία) και ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και με βάση τα οποία (περιστατικά) η αγωγή της κατά την εν λόγω βάση της ήταν νόμιμη.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης (δεύτερος) κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του από τους αριθ. 19 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα είναι απαράδεκτος, δεδομένου το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς ως προς την εν λόγω βάση της αγωγής και ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αλλά απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, ενώ, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα ως προς τον πρώτο λόγο αναίρεσης, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί σχετικός λόγος για τις επικαλούμενες αντιφατικές διατάξεις στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης (δεύτερος) και κατά το τρίτο σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενοι από την αναιρεσείουσα νομικοί ισχυρισμοί και τα νομικά επιχειρήματα αυτής, κατά τα οποία η ως άνω δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής από αδικοπραξία και ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις επικαλούμενες σχετικές διατάξεις του νόμου, παρά την αντίθετη κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι σαφές ότι αφορούν στην εφαρμογή και ερμηνεία των κανόνων δικαίου και γενικότερα στην ορθή ερμηνεία του νόμου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την ως άνω έννοια και δεν στοιχειοθετούν τον από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
VI. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα: α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρισίμων πραγματικών γεγονότων και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 316/2018, ΑΠ 753/2017, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αίτησης ασφάλισης και του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, γιατί περιέχει κρίση με την οποία στα προστατευτικά μέτρα εντάσσει και άλλα μέτρα, τα οποία δεν αναφέρονται στα εν λόγω έγγραφα και έτσι γίνεται προσθήκη προστατευτικών μέτρων που δεν αναφέρονται σ' αυτά.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος, καθόσον δεν αναφέρονται τα πιο πάνω απαιτούμενα στοιχεία, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος. V
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους.
Ειδικότερα, δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1139/2020, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 251/2019, ΑΠ 640/2018, ΑΠ 808/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι ο Εφετείο εσφαλμένα και κατά παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 10 (κατ' εκτίμηση) περιέχει παραδοχές για πραγματικά περιστατικά για τα οποία δεν προσκομίστηκαν αποδείξεις και συγκεκριμένα περί υποχρέωσής της για εγκατάσταση συναγερμού συνδεδεμένου με κέντρο λήψης σημάτων, σεκιούριτι, ρολών και πόρτας ασφαλείας.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (πέμπτος) κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού το Εφετείο δεν δέχεται την ύπαρξη τέτοιας υποχρέωσης της αναιρεσείουσας, αλλά προς ενίσχυση της ως άνω κρίσης του, ότι η λήψη των προαναφερόμενων (ενδίκων) μέτρων δεν αφορά αποκλειστικά τον κίνδυνο κλοπής, ανέφερε απλώς (προς αντιδιαστολή) και το ότι σε επόμενο όρο στη σελίδα 4 του ασφαλιστηρίου, υπό τον τίτλο "ΜΕΣΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΛΟΠΗΣ", αναφέρονται ξεχωριστά τα μέτρα που όφειλε να λάβει η ασφαλιζόμενη επιχείρηση κατά του κινδύνου κλοπής και μάλιστα η υποχρέωσή της για εγκατάσταση συναγερμού συνδεδεμένου με κέντρο λήψης σημάτων, σεκιούριτι-ρολών και πόρτας ασφαλείας.
V
ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 57/2019, ΑΠ 514/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 12 (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι για την κρίση του περί απαλλαγής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος λόγω έλλειψης των προστατευτικών μέτρων, εφαρμοστέων ή όχι στην περίπτωση αυτής (αναιρεσείουσας), έλαβε υπόψη του και την αίτηση ασφάλισης και τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, παραβιάζοντας τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των εν λόγω αποδεικτικών μέσων.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα παραπάνω αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά εκτίμησε αυτά ελεύθερα κατ' άρθρ. 340 ΚΠολΔ μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα και κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την απαλλαγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος.
ΙΧ. Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στην προκειμένη περίπτωση το γεγονός ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη επέλεξε να μην διενεργήσει αυτοψία του επιδίκου πάρκου και να προχωρήσει σε ασφάλιση αυτού, στηριζόμενη στην προδιατυπωμένη από την ίδια και δεσμευτική γι' αυτήν (αναιρεσείουσα) πρόταση ασφάλισης, είναι θέμα του αφορά αποκλειστικά την ίδια και δεν είναι δυνατόν να το επικαλείται προς αναίρεση τυχόν ευθύνης της.
Επίσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη γνώριζε ότι δεν είχαν ληφθεί τα προστατευτικά μέτρα που η ίδια είχε προδιατυπώσει, όπως επίσης γνώριζε ότι δεν ήταν δυνατόν να εφαρμοστούν, έστειλε δε τον εμπειρογνώμονα για να συντάξει τη σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ζημιών που επήλθαν από τις κακόβουλες ενέργειες τρίτων, αλλιώς δεν θα είχε κανένα νόημα να διερευνήσει, να καταγράψει τις ζημιές και να συντάξει έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αν δεν υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, εφόσον οι ως άνω προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν μπορούν να υπαχθούν σε κανένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης. Χ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 730 παρ. 1 του ΚΠολΔ η απόφαση που επιδικάζει προσωρινά την απαίτηση παύει αυτοδικαίως να ισχύει, αν δημοσιευθεί οριστική απόφαση για την ουσία της κύριας υπόθεσης.
Με την εν λόγω διάταξη η απόφαση που επιδικάζει προσωρινά την απαίτηση παύει αυτοδικαίως (αναγκαστικώς) να ισχύει, δηλαδή χωρίς καμία πρόσθετη δικαιοπρακτική δήλωση των διαδίκων ή διαδικαστική ενέργεια του δικαστηρίου, με τη δημοσίευση οριστικής απόφασης για την ουσία της κύριας υπόθεσης.
Συνεπώς, δεν απαιτείται αίτηση ανάκλησης, κατ' απόκλιση από τον κανόνα του άρθρου 698 παρ.1 εδ. α'και β' ΚΠολΔ. Η ως άνω διάταξη του άρθρου 730 παρ. 1 ΚΠολΔ εναρμονίζεται προς την αρχή ότι τα ασφαλιστικά μέτρα συνδέονται τελολογικά με την κύρια δίκη και έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα. Σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι η διασφάλιση κατά τρόπο αποτελεσματικό του προσωρινού χαρακτήρα της προσωρινής επιδίκασης της απαίτησης.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 730 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν απορριφθεί με τελεσίδικη απόφαση κατ' ουσίαν η αγωγή για την κύρια υπόθεση, το δικαστήριο που δικάζει την κύρια υπόθεση ή το δικαστήριο που διέταξε την προσωρινή επιδίκαση απαίτησης διατάζει, ύστερα από αίτηση, την απόδοση όσων έχουν καταβληθεί.
Η αίτηση υποβάλλεται με τις προτάσεις ή με την έφεση και δεν απαιτείται η κατάθεση ιδιαίτερου δικογράφου, εισάγει δε στην ουσία δίκη περί την εκτέλεση ασφαλιστικού μέτρου και αποτελεί περίπτωση επαναφοράς στην προηγούμενη κατάσταση και ειδική ρύθμιση έναντι αυτής του άρθρου 914 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 693 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην παρούσα περίπτωση χρόνο (Οκτώβριος 2012) κατάθεσης της αναφερόμενης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 49 του Ν. 3994/2011, ορίζονταν τα εξής: "1.
Αν το ασφαλιστικό μέτρο έχει διαταχθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, ο δικαστής που το διατάσσει μπορεί να ορίσει, κατά την κρίση του, προθεσμία για την άσκησή της...2. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που έχει οριστεί κατά την παράγραφο 1, αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο, εκτός αν ο αιτών, μέσα στην προθεσμία αυτή, πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής...".
Από την εν λόγω διάταξη του άρθρου 693 ΚΠολΔ προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της είναι το ασφαλιστικό μέτρο να έχει διαταχθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση και όχι μετά απ' αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 730 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και δέχθηκε το αίτημα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων να της αποδώσει αυτή (αναιρεσείουσα) νομιμοτόκως το ποσό των 40.400 ευρώ, το οποίο είχε καταβληθεί σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 2399/2013 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων περί προσωρινής επιδίκασης της ένδικης απαίτησης.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι στην ως άνω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων δεν ορίζεται προθεσμία για την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση ούτε υπάρχει πρόβλεψη για την άσκηση της κύριας αγωγής και ως εκ τούτου από τη διάταξη του άρθρου 693 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (2013), επιβάλλεται η μη αυτοδίκαιη άρση του ασφαλιστικού μέτρου ακόμη και αν δεν ασκείτο η αγωγή για την κύρια υπόθεση.
Επιπλέον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, εφόσον δεν επιβάλλεται από τον ως άνω νόμο η άσκηση τακτικής αγωγής για την κύρια υπόθεση και τα διάδικα μέρη συνεχίζουν επ' αόριστον να εφαρμόζουν την εν λόγω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, αφού από κανένα απ' αυτά δεν υποβλήθηκε αίτημα ώστε να παύσει η ισχύς τους, η πιο πάνω καταβολή έγινε νόμιμα και νόμιμα αυτή (αναιρεσείουσα) εξακολουθεί να κατέχει το ποσό αυτό, μέχρις ότου η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων ανακληθεί με αίτημα των διαδίκων μερών.
Ακόμη, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση η διάταξη του άρθρου 693 ΚΠολΔ και κατ' επέκταση και του άρθρου 730 παρ. 2 του ΚΠολΔ και για το λόγο ότι η από 28-9-2012 (τακτική) αγωγή, η οποία μνημονεύεται στην απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, κατατέθηκε την 1-10-2012, ήτοι προγενέστερα από την από 8-1-2012 αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων.
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 730 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, αφού δεν προαποδεικνύεται η καταβολή του εν λόγω ποσού εξαιτίας των επικαλουμένων ελλείψεων της από 27-3-2013 σχετικής εξοφλητικής απόδειξης, που προσκομίστηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη, από την οποία (απόδειξη) δεν προκύπτει το όνομα του νομίμου εκπροσώπου ή του προστηθέντος υπαλλήλου αυτής που κατέβαλε κατ' εντολή και για λογαριασμό της στο νόμιμο εκπρόσωπο της ίδιας (αναιρεσείουσας) το ποσό των 40.400 ευρώ, όπως επίσης δεν προκύπτει ότι ο τελευταίος έλαβε το ως άνω ποσό από την πρώτη αναιρεσίβλητη κατ' εντολή και λογαριασμό αυτής (αναιρεσείουσας), ούτε αναφέρεται ότι επέδειξε στο νόμιμο εκπρόσωπο ή στον προστηθέντα υπάλληλο της πρώτης αναιρεσίβλητης σχετική απόφαση του Δ.Σ.
της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας. Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ως προς το ζήτημα της αίτησης της πρώτης των αναιρεσιβλήτων για την απόδοση του ως άνω καταβληθέντος ποσού με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων περί προσωρινής επιδίκασης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: "Η πρώτη εφεσίβλητη-εναγομένη υποβάλλει με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης αίτημα αποδόσεως σ' αυτήν από την ενάγουσα - εκκαλούσα ποσού 40.400 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε συνολικά σ' αυτήν από την πρώτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 2399/2013 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκε προσωρινά το άνω ποσό, και αφορά στην ίδια απαίτηση της κύριας υπόθεσης της από 28.9.2012 αγωγής της ενάγουσας, η οποία απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη τελεσιδίκως, νομιμοτόκως από την επομένη της καταβολής του άνω ποσού, δηλαδή από τις 28.3.2013, άλλως από τη συζήτηση της αγωγής, άλλως της εφέσεως, άλλως από την επίδοση προς την εκκαλούσα της απόφασης που θα εκδοθεί από το παρόν Δικαστήριο.
Το αίτημα αυτό είναι νόμιμο (άρθ. 730 § 2 ΚΠολΔ) και υποβάλλεται παραδεκτά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου που δικάζει την κυρία υπόθεση...Το παρεπόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων είναι νόμιμο και οφείλονται τόκοι από τον χρόνο επιδόσεως της απόφασης που διατάσσει την απόδοση των καταβληθέντων...Από τα προσκομιζόμενα από την αιτούσα έγγραφα προαποδεικνύεται ότι επί της από 8.12.2012 αίτησης της ενάγουσας περί προσωρινής επιδίκασης απαίτησης ποσού 40.400 ευρώ που αφορά την ίδια ένδικη απαίτηση της κυρίας δίκης της άνω από 28.9.2012 αγωγής, εκδόθηκε η με αριθμό 2399/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με την οποία επιδικάσθηκε προσωρινά στην αιτούσα - ενάγουσα ήδη εκκαλούσα το ποσό των 40.400 ευρώ.
Σε συμμόρφωση προς την απόφαση αυτή, η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα το άνω ποσό στις 27.3.2013. Η ενάγουσα δεν αμφισβητεί ότι η άνω αγωγή αφορά την κύρια υπόθεση, ήτοι την ίδια απαίτηση την οποία αφορούσε η προηγηθείσα αίτηση και η επ' αυτής απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ούτε και το ύψος του άνω ποσού που καταβλήθηκε σ' αυτή σε εκτέλεση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων.
Πρέπει επομένως, εφόσον απορρίπτεται τελεσίδικα η άνω επί της κυρίας υπόθεσης αγωγή της ενάγουσας, να γίνει δεκτό το αίτημα της εναγομένης περί αποδόσεως σ' αυτήν από την ενάγουσα ποσού σαράντα χιλιάδων τετρακοσίων ευρώ [ 40.400 ευρώ], ως βάσιμο και από ουσιαστική άποψη, και να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει το άνω ποσό στην πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη, νομιμοτόκως από της επιδόσεως σ' αυτή της παρούσας απόφασης".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 730 ΚΠολΔ την οποία δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό της και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της.
Ειδικότερα, στην παρούσα περίπτωση, εφόσον το ως άνω αναφερόμενο ασφαλιστικό μέτρο της προσωρινής επιδίκασης απαίτησης κατ' άρθρ. 728 παρ. 1ζ' ΚΠολΔ διατάχθηκε με την υπ' αριθ. 2399/1-3-2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης από 28-9-2012 και υπ' αριθ.
κατάθεσης (155819/13007/1-10-2012) κύριας αγωγής της αναιρεσείουσας δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 693 ΚΠολΔ και εξακολούθησης ισχύος της ως άνω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, ούτε νομιμότητας κατοχής απ' αυτήν (αναιρεσείουσα) του εν λόγω ποσού. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας για απόδοση στην πρώτη αναιρεσίβλητη του ως ποσού που έχει καταβληθεί από την τελευταία στην πρώτη με βάση την ως άνω απόφαση ασφαλιστικών μέτρων περί προσωρινής επιδίκασης της ίδιας απαίτησης και συγκεκριμένα απόρριψη με τελεσίδικη απόφαση κατ' ουσίαν της αγωγής για την κύρια υπόθεση, απόφαση περί προσωρινής επιδίκασης, ταυτότητα απαιτήσεων στις δύο περιπτώσεις και εκτέλεση της απόφασης περί προσωρινής επιδίκασης με την καταβολή στις 27-3-2013 του αναφερόμενου ποσού από την πρώτη αναιρεσίβλήτη στην αναιρεσείουσα, ενώ επιπλέον αναφέρεται και το ότι η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) δεν αμφισβητεί το ύψος του ως άνω ποσού που καταβλήθηκε σ' αυτήν σε εκτέλεση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 σχετικός ενδέκατος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Κατά τα λοιπά ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις σχετικά με την απόδειξη της εκτέλεσης της προαναφερόμενης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των δύο αναιρεσιβλήτων, που είχαν χωριστή υπεράσπιση και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-2-2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Κ. Α. Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 369/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ για καθεμία απ' αυτές. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ